Legislator Case Law & Legislation
343/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment, citing insufficient evidence of non-consideration of witness testimony.

Case Number 343/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court judgment ordering it to pay €620,000 to an individual. The appellant argued that the trial court failed to consider specific admissions and witness testimony regarding an employment contract. The court rejected this claim, ruling that the lower court's general assessment of evidence was sufficient and that the appeal was inadmissible due to lack of active standing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's general evaluation of evidence does not reveal a specific failure to consider a document, as the weight assigned to evidence is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence active standing bankruptcy proceedings unjust enrichment witness testimony civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 25 of Law 4792/2021 interpreting Article 83 of Law 4790/2021
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
AP 765/2014
Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment rejecting breach of contract claim based on fraudulent intent.
AP 1047/2018
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../17-7-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Μ. Γ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-12-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τελευταίο, ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα (ΚΠολΔ 123, 124 παρ.1). Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
AP 569/2017
Supreme Court dismisses appeal against final judgment on property rights based on res judicata and evidence review.
AP 967/2015
Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding set-off claim and procedural errors.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 343 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 343/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α. Τ. Ε. Υ. Ε. Ε." ως ειδικού διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Β. Α. Τ. Ε." (πρώην "A. B. Α. Τ. Ε."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή με την επωνυμία "P. Ε. Ε. Ε. Α. Ε. Ε. Ε. Π. Ι." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Κομματά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2011 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1834/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1292/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26/4/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 26-4-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1292/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 9-11-2018 έφεση του εναγομένου, νυν αναιρεσίβλητου, κατά της υπεισελθούσας ως ειδικής διαδόχου της υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε." της τότε αρχικής ενάγουσας τράπεζας Τ.-B. Α. Τ. Ε., νυν αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 1834/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την από 26-10-2011 αγωγή της και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 620.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού συνεπεία ακυρότητας αποφάσεων του Δ.Σ. της ως άνω αρχικής ενάγουσας Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, άρθρο 25 ν. 4792/2021 που ερμήνευσε το άρθρο 83 ν. 4790/2021 και όρισε την 6-4-2021 ως ημερομηνία λήξης της αναστολής των προθεσμιών). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.

α του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο).

Κατά συνέπεια η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται από τον αριθμό 1 του όρθρου 559 (ή τον αριθμό 1 του άρθρου 560) του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ18/2005 ,ΑΠ 800/2018, 1002/2017).

Εξ άλλου, κατά την παρ. 1 του παραρτήματος της υπ' αριθμ. … /17-12-2011 απόφασης της επιτροπής πιστωτικών και ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 2856 Β/17-12-2011), η οποία εκδόθηκε συνεπεία της ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της Τ.-B. (πρώην A. B. AΤE) και τεθείσας σε ειδική εκκαθάριση, ορίστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που μεταβιβάζονται στην "Τ.

Τ. Ε. ΑΤΕ", μεταξύ των οποίων ...ι) όλες οι συμβατικές σχέσεις από συμβάσεις εργασίας μισθωτών της Τ.-Β. ATE... ιη) οι αξιώσεις της Τ.-Β. ATE κατά των τρίτων για αποζημίωση, ανεξαρτήτως αιτίας και θεμελίωσης (ενδοσυμβατική ή άλλη), συμπεριλαμβανομένων και αξιώσεών της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ανεξαρτήτως αιτίας, καθώς και αξιώσεις αδικαιολογήτου πλουτισμού, εκτός εάν οι προαναφερόμενες αξιώσεις συνδέονται με περιουσιακά στοιχεία της Τ.-Β.

ATE... που δεν μεταβιβάζονται. Στην παρ. 2 της ως άνω απόφασης ορίζονται ότι στα προς μεταβίβαση στοιχεία δεν περιλαμβάνονται και άρα παραμένουν στην υπό εκκαθάριση Τ.-Β. ATE... στ) όλες οι συμβατικές σχέσεις με τις εταιρείες ..., Α. Π. Α.Ε.Γ.Α.,..., και οι συμβατικές σχέσεις με τρίτα πρόσωπα που συνδέονται με ασφαλιστικές και επενδυτικές υπηρεσίες που παρείχαν αυτές οι εταιρείες, ζ) όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις αποζημίωσης οποιουδήποτε (αντισυμβαλλομένου της "Τ.

Β. ΑΤΕ" ή τρίτου) και από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, συμπεριλαμβανομένων και αξιώσεων ή υποχρεώσεων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και αδικαιολογήτου πλουτισμού, οι οποίες συνδέονται με περιουσιακά στοιχεία της "Τ. Β. ΑΤΕ" που δεν μεταβιβάζονται.". Τέλος, με το άρθρο 23 α παρ. 2 του ν. 2190/1920 απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παραγράφου 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης.

Η απαγόρευση αυτή ισχύει προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους. Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζονται τα ως άνω πρόσωπα (μέλη διοικητικού συμβουλίου, αυτά που ασκούν έλεγχο της εταιρείας, σύζυγοι...), ενώ ορίζεται ότι το καταστατικό μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή της απαγόρευσης και σε άλλα πρόσωπα, όπως ιδίως στους γενικούς διευθυντές και διευθυντές της εταιρείας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, ως προς τον ισχυρισμό περί έλλειψης της ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος για την άσκηση της επίδικης αγωγής για την υποχρέωση του εναγομένου στην καταβολή του ποσού των 420.000 ευρώ που έλαβε στο πλαίσιο ασφάλισης του προσωπικού της που είχε συνάψει η Τ.-Β.

ΑΤΕ με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α. Π. ΑΕΓΑ", που προεβλήθη και ως λόγος έφεσης, επειδή αυτός (ισχυρισμός) είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, αυτή δέχθηκε τα εξής : "Ο ισχυρισμός, ο οποίος πρωτοδίκως προεβλήθη από τον εναγόμενο, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του υπό εκκαθάριση τελούντος ενάγοντος για το λόγο ότι δεν ήταν φορέας της σωρευομένης στο δικόγραφο της αγωγής αξίωσης για την καταβολή στις 5-6-2008 του επί μέρους κονδυλίου ύψους 420.000 ευρώ, διότι δεν είχε μεταβιβασθεί σ'αυτό με την υπ' αριθμ.

… /17.12.2011 απόφαση της Επιτροπής πιστωτικών και ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ-Β 2856/17-12-2011) είναι νόμω (άρθρο 68 ΚΠολΔ) και ουσία βάσιμος για τους ακόλουθους λόγους. Με την ανωτέρω απόφαση μεταβιβάσθηκαν στο ενάγον πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α.Τ.Ε." τα περιουσιακά στοιχεία του υπό ειδική εκκαθάριση τελούντος πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Τ.

Β. Α. Τ. Ε." όπως συγκεκριμένα περιγράφονται στο Παράρτημα αυτής ως εξής: "1. Στο πιστωτικό ίδρυμα "Τ. Τ. Ε. Α.Τ.Ε" μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις της "Τ. Β. ΑΤΕ" με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η Τ. Τ. Ε. Α.Τ.Ε καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Τ. Β. ΑΤΕ"... ιδίως τα ακόλουθα:

α)..., ι) όλες οι συμβατικές σχέσεις από συμβάσεις εργασίας μισθωτών της "Τ. Β. ΑΤΕ", ..., ιη) οι αξιώσεις της "Τ. Β. ΑΤΕ" κατά τρίτων για αποζημίωση, ανεξαρτήτως αιτίας και θεμελίωσης (ενδοσυμβατική ή άλλη) συμπεριλαμβανομένων και αξιώσεών της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ανεξαρτήτως αιτίας, καθώς και αξιώσεις αδικαιολογήτου πλουτισμού, εκτός αν οι προαναφερόμενες αξιώσεις συνδέονται με περιουσιακά στοιχεία της "Τ.

Β. ΑΤΕ" που δεν μεταβιβάζονται.", ενώ στο αυτό Παράρτημα ορίσθηκαν και τα μη μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ως εξής: "2. Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται και άρα παραμένουν στην υπό εκκαθάριση "Τ. Β. ΑΤΕ": α)..., στ) Όλες οι συμβατικές σχέσεις με τις εταιρείες ..., Α. Π. Α.Ε.Γ.Α.,..., και οι συμβατικές σχέσεις με τρίτα πρόσωπα που συνδέονται με ασφαλιστικές και επενδυτικές υπηρεσίες που παρείχαν αυτές οι εταιρείες, ζ) όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις αποζημίωσης οποιουδήποτε (αντισυμβαλλομένου της "Τ.

Β. ΑΤΕ" ή τρίτου) και από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, συμπεριλαμβανομένων και αξιώσεων ή υποχρεώσεων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και αδικαιολογήτου πλουτισμού, οι οποίες συνδέονται με περιουσιακά στοιχεία της "Τ. Β. ΑΤΕ" που δεν μεταβιβάζονται.". Με το από 7-11-2001 ομαδικό ασφαλιστήριο, το οποίο συνιστά περίπτωση διαχειριστικής ασφαλίσεως, ήτοι επενδυτικής φύσεως εργασία, που δεν έχει σχέση με την ομαδική ασφάλιση, υπό την έννοια της αναλήψεως ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως (ΑΠ462/2018 δημοσιευμένη στον Γ ηλεκτρονικό τύπο ΝΟΜΟΣ), το οποίο αποτέλεσε όρο (9.5) της από 5-5-2006 κωδικοποιημένης σύμβασης εργασίας, που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος τράπεζας ("Τ.

Β. ΑΤΕ") και του εναγομένου, ο τελευταίος απέκτησε δικαίωμα προσδοκίας προς λήψη του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ΑΠ 1301/2013), αποκτώντας όμως, άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστική εταιρεία), στρεφόμενος κατ' αυτού με αγωγή κατ' άρθρο 411 ΑΚ.

Με τα δεδομένα αυτά η ανωτέρω σύμβαση περί ομαδικής ασφάλισης των εργαζομένων της (ασφαλισμένη ομάδα) που είχε συνάψει η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Β. ΑΤΕ" (λήπτης της ασφάλισης) με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α. Π. Α.Ε.Γ.Α" υπέρ του προσωπικού της (αριθμ. συμβολαίου … /7-11- 2001) με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής ή σύνταξης στο προσωπικό κατά την κανονική ηλικία αποχώρησης ή κατά την αποχώρηση του εργαζομένου μετά την 10ετή υπηρεσία στην Τράπεζα, δεν μεταβιβάσθηκε στο ενάγον και δεν αποτελεί περιουσιακό του στοιχείο.

Και τούτο διότι, η εν λόγω παροχή της "Τ. Β. ΑΤΕ" προς τους εργαζομένους της, όπως ο εναγόμενος, προερχόμενη από την ανωτέρω σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, εξαιρείται ρητά, κατά τα προεκτιθέμενα, από τα μεταβιβαζόμενα προς το ενάγον περιουσιακά στοιχεία και η σχετική αξίωσή του δεν απορρέει από την σύμβαση εργασίας (που συνέδεε τον εναγόμενο με την ανωτέρω τράπεζα) ή εξ αφορμής αυτής, για το λόγο, ότι συνιστά γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου(εργαζομένου-εναγομένου άρθρο 411 ΑΚ".

Στη συνέχεια το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης δέχθηκε ότι δεν νομιμοποιείται το αναιρεσείον για την υπεισέλευση ως ειδικός διάδοχος στη δικονομική θέση της αρχικής ενάγουσας "Τ.-Β. ΑΤΕ" και αφού εξαφάνισε ως προς το κεφάλαιο αυτό την πρωτοβάθμια απόφαση απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν με την οποίαν ζητείτο να υποχρεωθεί να καταβάλει ο εναγόμενος στην ενάγουσα το ποσό των 420.000 ευρώ, το οποίο του είχε αυτή καταβάλει, και όχι η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία το πλαίσιο του προαναφερθέντος ομαδικού ασφαλιστήριου συμβολαίου, στο πλαίσιο άκυρης προφορικής συμφωνίας τους που δεν είχε τύχει της έγκρισης της γενικής συνέλευσής της.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν εφάρμοσε εσφαλμένως ούτε ψευδώς ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις δεχόμενο ότι δεν νομιμοποιείται το αναιρεσείον στην υπεισέλευση της δικονομικής θέσης της τότε ενάγουσας ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ούτε περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον αντικείμενο της δίκης ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού που απορρέει από μη μεταβιβασθέν περιουσιακό στοιχείο στο αναιρεσείον, για την οποίαν (αξίωση) ενεργητικώς νομιμοποιείται η τράπεζα T-B.

ATE κατά τα προαναφερθέντα. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης με τον οποίον τα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Στη συνέχεια η αναιρεσιβαλόμενη απόφαση ως προς το άλλο κεφάλαιο της επίδικης αγωγής δηλ. του ποσού των 200.000 ευρώ που καταβλήθηκε στον εναγόμενο από την T-B.

ATE, στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε το αναιρεσείον λόγω του ότι προέκυπτε από τη σύμβαση εργασίας της πρώτης με τον εναγόμενο, κατά τα προαναφερθέντα και που βασιζόταν κατά νόμο στις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 2190/1920 και σ' αυτές των άρθρων 180, 181, 361, 904, 911 ΑΚ, δέχθηκε τα εξής : " Ο εναγόμενος προσελήφθη στις 27-3-1992 δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Α.

Σ. Τ. Α.Ε.", μετονομασθείσα σε "Τ. Β. Α. Τ. Ε.", της οποίας ειδικός διάδοχος είναι το ενάγον, κατόπιν ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της με την υπ'αριθμ. … /17-12-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ-Β 2856/17-12-2011) και θέσεώς της υπό ειδική εκκαθάριση. Με την υπ'αριθμ.

… /17-12-2011 απόφαση της ιδίας ως άνω Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στο ίδιο ΦΕΚ, μεταβιβάσθηκαν στο ενάγον μεταξύ άλλων και η προαναφερομένη σύμβαση εργασίας... Από της προσλήψεώς του ανετίθεντο στον εναγόμενο νέα περισσότερο υπεύθυνα καθήκοντα με αντίστοιχη αύξηση των μηνιαίων αποδοχών του και τελικά με την από 3-5-2006 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της τράπεζας αποφασίσθηκε η κωδικοποίηση της από 27-3-1992 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του τράπεζας και του εναγομένου (τότε) Γενικού Διευθυντή αυτής, καθώς επίσης και την παροχή στον τελευταίο ετησίου bonus κατά τη διακριτική της ευχέρεια.

Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ της τράπεζας και του εναγομένου, ήδη από το έτος 2004 Γενικού Διευθυντή αυτής, η από 5-5-2006 τροποποίηση και κωδικοποίηση της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε. Με την κωδικοποίηση αυτή ο μικτός μηνιαίος μισθός του εναγομένου ορίσθηκε στο ποσό των 22.000 ευρώ μηνιαίος επί 14,5 μήνες, προσδιορίστηκαν οι αρμοδιότητές του ως γενικού Διευθυντή και συνομολογήθηκε η καταβολή στον ίδιο διαφόρων παροχών, μεταξύ των οποίων και ετήσιας αμοιβής (bonus) σύμφωνα με την εκάστοτε πολιτική της τράπεζας (όρος 5.3).

Πέραν των καθηκόντων του ως Γενικού Διευθυντή ο εναγόμενος είχε εκλεγεί με την υπ'αριθμ. … /21-3-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας μη εκτελεστικό μέλος αυτού σε αντικατάσταση παραιτηθέντος μέλους του και η εκλογή αυτή εγκρίθηκε με απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της 14- 4-2005.

Όμως, όπως αποδεικνύεται από το με ημεροχρονολογία 3-5-2006 Πρακτικό της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της τράπεζας, σε συνδυασμό με την δημοσίευση αυτού στις 8-6-2006 στο ΦΕΚ-ΤΑΕ/ΕΠΕ … /8-6-2006, ο εναγόμενος δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το ενάγον.

Ο εναγόμενος, πράγματι, εξελέγη μεταγενέστερα, με απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της τράπεζας στις 17-4-2008 εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και το σχετικό πρακτικό δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ-ΤΑΕ/ΕΠΕ … /30-5-2008. Με την από 19-5-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας ο εναγόμενος ορίσθηκε ως Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος αυτής.

Κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας στις 26-5-2008 ο εναγόμενος γνωστοποίησε προς αυτό την απόφασή του να παραιτηθεί, "αφού προηγουμένως συνεννοηθεί με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Τράπεζας προκειμένου να μην παρουσιαστούν φαινόμενα δυσλειτουργίας ή νόμιμης εκπροσώπησης της τράπεζας εν γένει" (σύμφωνα με την ακριβή διατύπωση του κειμένου του από 26-5-2008 Πρακτικού του Δ.Σ.).

Με την αυτή απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας εξουσιοδότησε την Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικών Υπηρεσιών, να μεριμνήσει για την άμεση καταβολή προς τον εναγόμενο των ποσών που προκύπτουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις και λοιπές παροχές προς αυτόν, ενώ αποφάσισε, επίσης, να μην ισχύσει ο όρος περί χρονικής προειδοποίησης τριμήνου της τράπεζας για την αποδέσμευσή του.

Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση του Διοικητικό Συμβούλιο "... αναγνωρίζοντας την μακρόχρονη συμβολή και συνεισφορά του κ. Γ. Δ. (εναγόμενου) στην πρόοδο και εξέλιξη της Τράπεζας αποφάσισε όπως του καταβληθεί πρόσθετη οικειοθελής παροχή ποσού 200.000 ευρώ πλέον φόρων και λοιπών υποχρεώσεων. Η ως άνω καταβολή θα γίνει ταυτόχρονα με την καταβολή και των λοιπών υποχρεώσεων της Τράπεζας, η οποία όπως προβλέπεται από την σχετική σύμβαση του κ.

Γ. Δ. μετά της Τραπέζης θα λάβει χώρα την ίδια ημέρα της υποβολής της παραίτησης.". Ακολούθως, ο εναγόμενος στις 5-6-2008 υπέβαλε την παραίτησή του προς την Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικών Υπηρεσιών της τράπεζας με την από 5-6-2008 επιστολή του, δηλώνοντας ότι σε συνεννόηση με το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας θα παραμείνει ως Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος αυτής για την διευκόλυνση της μεταβίβασης των αρμοδιοτήτων στη νέα Διοίκηση, που θα ορισθεί μετά από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση στις 13-6-2008, όπως και έπραξε.

Αυθημερόν δε, υπεγράφη "Ιδιωτικό συμφωνητικό και απόδειξη Ευρώ 932.950,00" μεταξύ της τράπεζας και του εναγομένου δυνάμει του οποίου συνομολογήθηκε η λύση και κατάργηση από 5-6- 2008 της σύμβασης εργασίας, που τους συνέδεε και η καταβολή στον τελευταίο μιας "οικειοθελούς εφάπαξ αποζημίωσης" ύψους 932.950 ευρώ (μικτά), ήτοι καθαρά εισπραχθέντα από τον εναγόμενο 750.360 ευρώ.

Με τον όρο 4 του ιδίου συμφωνητικού συνομολογήθηκε ρητά, "... ότι το ανωτέρω ποσό, ή το κατάλληλο μέρος αυτού, περιλαμβάνει καλύπτει και ικανοποιεί και οποιαδήποτε ενδεχόμενη απαίτηση του μισθωτού σχετική με την λήξη της εργασίας του στην τράπεζα περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων παντός είδους, είτε νομίμων είτε συμβατικών", ο δε εναγόμενος παραιτήθηκε από κάθε αξίωσή του κατά της τράπεζας από την μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Το ποσό το οποίο κατεβλήθη αυθημερόν στον εναγόμενο με τραπεζική επιταγή Α. Β. ΑΤΕ υπ'αριθμ. … της 5-6-2008, αν και δεν αναλύεται σε επί μέρους ποσά, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται (άρθρο 352 παρ.1 ΚΠολΔ) περιελάμβανε τα εξής επί μέρους ποσά: α) ποσό 630.570 ευρώ ως συμβατική αποζημίωση απολύσεως, ήτοι μηνιαίος μισθός 29.000 ευρώ X 14,5 :12=35.031,67 X 18 μήνες =630.570 ευρώ, β) ποσό 52.380 ως προσαύξηση πρόσθετων παροχών και γ) ποσό 200.000 ευρώ πλέον φόρων και λοιπών υποχρεώσεων.

Ο τρόπος υπολογισμού της καταβληθείσας στον εναγόμενο αποζημίωσης εκ ποσού 630.570 ευρώ, είχε συμφωνηθεί με την από 5-5-2006 τροποποίηση και κωδικοποίηση της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε με την τράπεζα (όρος 9.4) και η καταβολή αυτής, άλλωστε, δεν πλήττεται ως άκυρη από την ενάγουσα. Ομοίως και το ποσό των 200.000 ευρώ το οποίο χαρακτηρίζεται στην από 26-5-2008 ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας ως πρόσθετη οικειοθελής παροχή και η καταβολή της αιτιολογείται ως αναγνώριση εκ μέρους του λόγω της μακρόχρονης συμβολής και συνεισφοράς του εναγόμενου στην πρόοδο και εξέλιξη της τράπεζας, συνιστά σαφώς την επίσης ρητώς συνομολογηθείσα με την ανωτέρω από 5-5-2006 σύμβαση εργασίας ετήσια αμοιβή (bonus) την οποία η τράπεζα είχε τη διακριτική ευχέρεια, να παρέχει στον εναγόμενο ανάλογα με την εκάστοτε πολιτική της.

Δεδομένου δε, όπως προεκτίθεται, ότι η εν λόγω σύμβαση εργασίας είχε συναφθεί κατόπιν εγκρίσεως της Τακτικής Γενικής Συνελεύσεως της τράπεζας κατ' άρθρο 23 α παρ.2 του ν. 2190/1920, η από 26-5-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για την καταβολή του bonus των 200.000 ευρώ είναι νόμιμη, συνακόλουθα δε, νόμιμο και έγκυρο είναι και το από 5-6-2008 σε εκτέλεση της απόφασης αυτής συναφθέν μεταξύ της τράπεζας και του εναγομένου ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο συνομολογείται η λύση της κωδικοποιημένης εργασιακής σύμβασης, που τους συνέδεε, και μεταξύ άλλων, προβλέπεται και η καταβολή στον εναγόμενο bonus ποσού 200.000 ευρώ.

Άλλωστε σε εκτέλεση της κωδικοποιημένης εργασιακής του σύμβασης είχε ήδη καταβληθεί στον εναγόμενο για το έτος 2007 bonus ποσού 150.000 ευρώ, δυνάμει της αυτής ως άνω αποφάσεως της Τακτικής Γενικής Συνελεύσεως (από 3-5-2006) με την οποία αποφασίστηκε η κωδικοποίηση της σύμβασης εργασίας του και χωρίς να επαναληφθεί η ήδη άπαξ χορηγηθείσα σχετική έγκριση της Τακτικής Γενικής Συνελεύσεως, αφού απετέλεσε όρο της από 5-5-2006 εργασιακής του σύμβασης (όρος 5.3).

Πρέπει δε να επισημανθεί, ότι το εν λόγω ποσό κατεβλήθη στον εναγόμενο λόγω της συνεισφοράς του βάσει της εργασιακής του σύμβασης στην πρόοδο και την εξέλιξη της τράπεζας (βλ. το από 26-5-2008 Πρακτικό του Δ.Σ. της τράπεζας) και όχι ως αμοιβή επί των κερδών της τελευταίας λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, γεγονός το οποίο δεν επικαλείται το ενάγoν και επομένως δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 24 του ν.2190/1920,όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το ενάγον".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του νυν αναιρεσίβλητου ως προς το ως άνω κεφάλαιο και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 1834/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς αυτό ως ουσία αβάσιμο. Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και ειδικότερα ότι για την καταβολή στον εναγόμενο του ποσού των 200.000 ευρώ ως bonus για την συνεισφορά του στην πρόοδο και την εξέλιξη της αρχικής ενάγουσας δεν απαιτείτο νέα απόφαση της γενικής συνέλευσης αυτής, διότι ο όρος αυτός είχε προβλεφθεί στην από 5-5-2006 κωδικοποίηση σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που υπεγράφη μεταξύ τους και που η ίδια η ενάγουσα είχε εγκρίνει με την από 3-5-2006 απόφαση της τακτικής της γενικής συνέλευσης και ότι κατά συνέπεια η από 26-5-2008 απόφαση του ΔΣ με την οποίαν καταβλήθηκε το ως άνω bonus εναγόμενο κατά την αποχώρησή του από την αρχικώς ενάγουσα ήταν νόμιμη και έτσι που έκρινε, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ούτε περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Κατ' ακολουθία ο τρίτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τις ομολογίες του εναγομένου ως προς το ότι η παροχή των 420.000 ευρώ από την προαναφερθείσα ασφαλιστική σύμβαση βασιζόταν στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που τον συνέδεε με την T-B.

ATE ή ότι συνδέεται άρρηκτα με αυτήν καθώς και την μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που κατέθεσε ότι το ποσό των 420.000 ευρώ δόθηκε λόγω της εργασιακής σχέσης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος καθότι συνέχεται, όπως εξ άλλου απορρέει και από το περιεχόμενό του, με το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος ως προς το κεφάλαιο αυτό, για το οποίο εκτέθηκαν τα ανωτέρω.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1292/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ