Legislator Case Law & Legislation
328/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of attorney of record for first appellant.

Case Number 328/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the first appellant due to a lack of a valid attorney of record at the hearing. While the court allowed the appeal against the second and third parties, it found the first appellant's participation legally defective. Consequently, the appeal was dismissed for that party, and the case was divided for separate proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party fails to appear with a valid attorney of record at the hearing, rendering all proceedings void.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal attorney of record Code of Civil Procedure separation of case legal representation

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 328 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 328/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Τ. του Β., κατοίκου Ι., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ. ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Ι. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Α.", που εδρεύει στη Θ. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Π., κατοίκου Η., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2016 εν μέρει οριστική και 109/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται, ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει την συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται, ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΟλΑΠ 8/2009, ΟλΑΠ 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά την συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται, ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΟλΑΠ 4/1994, ΟλΑΠ 2/1992, ΑΠ 762/2020, ΑΠ 747/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 782/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος δήλωσε, ότι παρίσταται για λογαριασμό τους.

Από τα έγγραφα όμως, που υπάρχουν στην δικογραφία και συγκεκριμένα από την επισκόπηση των προσκομιζομένων πληρεξουσίων, δεν προκύπτει ότι ο 1ος αναιρεσείων είχε επισπεύσει και ο ίδιος έγκυρα τη συζήτηση, καθ' όσον δεν αποδεικνύεται, ότι είχε χορηγήσει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του πληρεξουσιότητα, με ένα από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ.

Εξ άλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία δεν προκύπτει, ότι ο ίδιος πιο πάνω αναιρεσείων έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες ή από τον αναιρεσίβλητο, με αποτέλεσμα αυτός να είναι δικονομικώς απών.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, πρέπει, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον παραπάνω πρώτο αναιρεσείοντα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τον αναιρεσείοντα αυτό, ενώ ως προς τις λοιπές αναιρεσείουσες εταιρείες, οι οποίες εκπροσωπούνται νομίμως από τον προαναφερθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πρέπει η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει νομίμως.

Η κρινόμενη από 21-10-2019 (αριθμ. κατάθ. .../25-10-2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 99/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) ως προς τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσες. Από τις διατάξεις των άρθρων ...7, ...8, ...9, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 705/2016). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 890/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 848/2015).

Άλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν σε ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 742/2020, ΑΠ 1030/2015).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017).

Το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11-2-2010 και περί ώρα 12:15, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, επί της Ε.

Ο., με κατεύθυνση από Ι. προς Η., στο 15ο χιλιόμετρο αυτής από Η., που βρίσκεται στο ύψος της εισόδου του δρόμου από Γ. στην Ε.. Την ίδια, περίπου, ώρα, το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε o α' εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων) - μεταφέροντας έναν ξύλινο στύλο της Δ.Ε.Η., που ήταν τοποθετημένος στο δεξιό άκρο του φορτίου, ιδιοκτησίας της β' εναγομένης εταιρίας - εργοδότριας αυτού (δεύτερης αναιρεσείουσας) - το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη γ' εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (τρίτη αναιρεσείουσα), εισήλθε από τον κόμβο της Γ. - Ψ., στην λωρίδα επιτάχυνσης και στη συνέχεια στον προαναφερόμενο δρόμο ταχείας κυκλοφορίας, Ε.

Ο., με κατεύθυνση, επίσης, προς Η.. Ο α' εναγόμενος εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Ε. Ο. προς Η., χωρίς, προηγουμένως, να ελέγξει την διέλευση οχημάτων, που κινούνταν στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας της Ε. Ο. και ότι μπορούσε να πράξει τούτο, χωρίς κίνδυνο των οχημάτων που κινούντο επί της Ε., με συνέπεια να παρεμβληθεί, προπορευόμενος, στην πορεία του οχήματος του ενάγοντος.

Τούτο προκύπτει, ιδίως, από την κατάθεση του α' εναγομένου ότι κανένα όχημα δεν εκινείτο επί της Ε., κατά την είσοδό του σε αυτήν. Εάν είχε ελέγξει επαρκώς και είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως επιτάσσει το άρθρο 12 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. - ακόμη και αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού των εναγομένων ότι ο ενάγων εκινείτο με 150 χλμ/ώρα - θα είχε αντιληφθεί την κίνηση αυτού - έστω και σε μακρινή απόσταση - δεδομένου ότι ήταν δυνατόν να την αντιληφθεί, κινούμενος επί της λωρίδας επιτάχυνσης, ώστε να μην επιχειρήσει την είσοδο στην Ε., προτού βεβαιωθεί, τουλάχιστον, ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια, λαμβανομένου υπόψη ότι το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων εντοπίζεται σε μικρή απόσταση πριν από το τέλος της λωρίδας επιτάχυνσης, δηλαδή πριν από το σημείο που ενώνεται η λωρίδα επιτάχυνσης με την λωρίδα έκτακτης ανάγκης, όπου ανευρέθησαν τα πλαστικά εξαρτήματα του οχήματος του ενάγοντος (βλ.

ιδίως σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, την από 30-11-2015 έκθεση του πολιτικού μηχανικού Θ. Ν., την από 23-11-2015 έκθεση του Χ. Γ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού). Τούτο καταδεικνύει ότι αιτία της σύγκρουσης ήταν η κίνηση του φορτηγού από τη λωρίδα επιτάχυνσης στην Ε. Ο., κατά παράβαση του Κ.Ο.Κ., διότι ο οδηγός όφειλε να παραχωρήσει την προτεραιότητα στα επί της Ε.

κινούμενα οχήματα και να μην εισέλθει σε αυτήν σε χρόνο που θα απέκοπτε την πορεία των άλλων οχημάτων. Το γεγονός ότι εκινείτο με 50 χλμ/ώρα, ήδη εισερχόμενος, μάλιστα, με ολόκληρο το φορτηγό επί της Ε. στο ως άνω σημείο, ενισχύει το συμπέρασμα ότι αποτέλεσε κινητό εμπόδιο στην πορεία του οχήματος του ενάγοντος, καθώς θα έπρεπε το όχημα που εκινείτο πίσω από αυτό, να κατορθώσει να μειώσει την ταχύτητά του κάτω από τα 50 χλμ/ώρα, ώστε να μην επέλθει η σύγκρουση.

Η Ε. Ο.ς είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο (2) λωρίδες κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 7,5 μέτρων και βοηθητική λωρίδα 2,5 μέτρων και εμφανίζει μια πολύ μικρή καμπύλη στην υπό κρίση λωρίδα, πριν από το σημείο σύγκρουσης. Η λωρίδα επιτάχυνσης εκτείνεται σε τέτοια απόσταση, ώστε οι οδηγοί να μπορούν να προσαρμόσουν την ταχύτητά τους και να εισέλθουν με ασφάλεια στην Ε.

ή, ακόμη, και να ακινητοποιήσουν το όχημά τους, εάν δεν είναι δυνατό να πράξουν τούτο. Ο ενάγων υποχρεώθηκε να τροχοπεδήσει το όχημά του, λόγω της εισόδου του φορτηγού, με αποτέλεσμα, λόγω και της ολισθηρότητας της οδού, εξαιτίας της σταδιακής χαλαζόπτωσης, να απωλέσει τον έλεγχο αυτού και να συγκρουστεί το αριστερό μέρος του οχήματος (σε σημείο, δηλαδή, που αποδεικνύει την απώλεια ελέγχου του οχήματος από τον οδηγό), δηλαδή της πλευράς του οδηγού με την πίσω αριστερή πλευρά του φορτηγού και, ειδικότερα, με τον προφυλακτήρα και το φανάρι αυτού, όπως ομολογεί και ο α' εναγόμενος, που αντιλήφθηκε την κίνηση του οχήματος του ενάγοντος από τον καθρέπτη του οχήματός του.

Αποτέλεσμα της σύγκρουσης υπήρξε η καταστροφή του αυτοκινήτου του ενάγοντος και ο βαρύτατος τραυματισμός του. Ακόμα και αν θεωρηθεί αληθής ο ισχυρισμός του α' εναγομένου ότι ο ενάγων πρώτα επέπεσε στο στηθαίο που διαχωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και κατόπιν στο όχημά του, δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος της αμελούς πρόκλησης του ατυχήματος από τον ίδιο και δεν αναιρείται η ευθύνη του για το λόγο ότι και στην περίπτωση αυτή, η σύγκρουση του οχήματος του ενάγοντος με το στηθαίο, συνδέεται αιτιωδώς με την τροχοπέδηση του οχήματος (ίχνη της οποίας δεν απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα, λόγω του ότι το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο), στην οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων, εξαιτίας της αμελούς ενέργειας του α' εναγομένου να εισέλθει στην Ε., χωρίς να ελέγξει επαρκώς την κίνηση των άλλων οχημάτων και, μάλιστα, σε χρόνο που το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο και ολισθηρό, λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών και, κατά συνέπεια, σε χρόνο που θα υποχρέωνε τους άλλους οδηγούς σε τροχοπέδηση, σε πράξη, δηλαδή, από μόνη της επικίνδυνη, δεδομένων των συνθηκών.

Η αμελής ενέργεια του οδηγού του φορτηγού (α' εναγομένου), λοιπόν, συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος. Άλλωστε, ο αποφευκτικός ελιγμός προς την αριστερή λωρίδα θα πρέπει να επιχειρείται μόνον αν δεν τίθενται σε κίνδυνο τα οχήματα που κινούνται επ' αυτής. Τέτοια δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού δεν αποδείχθηκε ότι είχε ο ενάγων.

Ωστόσο, το ταχύμετρο (κοντέρ) του οχήματος του ενάγοντος έδειξε ότι η ταχύτητα σταμάτησε στα 77 χλμ/ώρα (βλ. την από 26-11-2015 έκθεση του Γ. Χ.), από το οποίο προκύπτει ότι παρά την τροχοπέδηση, ο ενάγων δεν κατόρθωσε να μειώσει, περαιτέρω, την ταχύτητά του. Με πινακίδα (P-32) καθορίζεται η επιτρεπόμενη ταχύτητα σε 130 χλμ/ώρα στο υπό κρίση σημείο (βλ.

έκθεση αυτοψίας του Υπαρχιφύλακα Δ. Β.). Ωστόσο, δεδομένων των καιρικών συνθηκών της ημέρας του ατυχήματος και της ολισθηρότητας της οδού, ο ενάγων θα έπρεπε να κινείται με 80 χλμ/ώρα, ως ανώτατο όριο, ώστε να έχει την δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού και ελέγχου της ταχύτητάς του ανά πάσα στιγμή, για οποιονδήποτε λόγο, ακόμα και σε περίπτωση παράνομης ενέργειας εκ μέρους των λοιπών οδηγών, κατ' άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων, κρίνεται ότι δικαιολογούνται ακόμα και με βάση τη διαφορά των (77 - 50) 27 χλμ/ώρα, η οποία είναι επαρκής όρος, εν προκειμένω, για την πρόκληση των υπό κρίση σωματικών βλαβών, χωρίς να απαιτείται μεγαλύτερη ταχύτητα, π.χ. 150 χλμ/ώρα, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, προκειμένου να επέλθει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια, κατά ποσοστό 80% του Ν. Τ., οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της β' εναγομένης - εργοδότριάς του και προστήσασας αυτόν στην οδήγηση του εν λόγω οχήματος - που ήταν ασφαλισμένο στην γ' εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ο οποίος ήταν ο κύριος υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και κατά ποσοστό 20% ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου (ενάγων), λόγω του ότι δεν απέφυγε την σύγκρουση, αν και όφειλε και μπορούσε να την αποφύγει, κινούμενος με μικρότερη ταχύτητα, αντίθετα με όσα ισχυρίζεται, περί ελεγχόμενης ταχύτητας 70 - 80 χλμ/ώρα, καθώς θα μπορούσε να είχε ανακόψει έγκαιρα την πορεία του οχήματός του, όπως κάθε μετρίως συνετός οδηγός και να αποφύγει την επακολουθήσασα σύγκρουση.

Μάλιστα, ο α' εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά την οδήγηση, του ενάγοντος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών με τριετή αναστολή, με την υπ' αριθ. 309/2017 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, που πρότειναν οι εναγόμενοι, απορριπτομένων των ισχυρισμών τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, άλλως συνυπαιτιότητάς του σε μεγαλύτερο ποσοστό αλλά και του ενάγοντος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του α' εναγομένου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου λόγοι των εφέσεων των διαδίκων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η ζώνη ασφαλείας του ενάγοντος ήταν ενεργοποιημένη (βλ. την από 26-11-2015 έκθεση του Γ. Χ.), γεγονός που επιμαρτυρεί ότι ο παθών - ενάγων είχε προσδεθεί με την ζώνη ασφαλείας του καθίσματός του, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων ότι ευθύνεται ο ενάγων κατά ποσοστό 90% στην πρόκληση του τραυματισμού του, λόγω μη πρόσδεσής του με την ζώνη ασφαλείας του καθίσματός του.

Τα ίδια αφού είπε και η εκκαλουμένη δεν έσφαλε, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης των εναγομένων. Ας σημειωθεί ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων, κρίνονται δικαιολογημένες, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, που προξένησε, άλλωστε, και την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του και παρά την χρήση της ζώνης.

Ο ενάγων, ο οποίος τραυματίσθηκε, ως ανωτέρω λέχθηκε, αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο αρχικά στο Νοσοκομείο Φ. και αυθημερόν διασωληνωμένος στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ι. με κρανιοεγκεφαλική κάκωση, και νοσηλεύθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) από τις 11-02-2010 έως 30-03-2010.

Ετέθη σε καταστολή, μηχανική αναπνοή και μετά από έλεγχο διαπιστώθηκαν: επισκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά κροταφικά και διάχυτη αξονική βλάβη νευραξόνων grade

ΙΙ. Μετά την αποδρομή των οξέων συμπτωμάτων διεκόπη η καταστολή, υποβλήθηκε σε τραχειοστομία και διαπιστώθηκαν δυσαυτονομία και διάχυτη σπαστικότητα με υπερτονία μυών, για την αντιμετώπιση της οποίας χορηγήθηκε Botulinum type Α. Σταδιακά, ο ασθενής αποδεσμεύθηκε από τη μηχανική αναπνοή και διακομίστηκε για αποθεραπεία στη Νευροχειρουργική Κλινική στις 30-3-2010, στην οποία παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 19-4-2010.

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του παρουσίασε παροδικές λοιμώξεις, με κρίσεις επιληψίας και υποκορτιζολαιμία, που αντιμετωπίστηκαν. Στις 18-4-2010 υποβλήθηκε σε κρανιοανάτρηση, προς παροχέτευση χρόνιου υποσκληρίδιου υγρώματος δεξιά. Στις 19-4-2010 εισήχθη εκ νέου στη Μ.Ε.Θ., λόγω εμφάνισης status epilepticus, μετά από την ως άνω χειρουργική επέμβαση παροχέτευσης χρόνιου υποσκληρίδιου υγρώματος, διασωληνώθηκε και ετέθη σε μηχανική αναπνοή και καταστολή.

Μετά την αποδρομή των επιληπτικών σπασμών διεκόπη η καταστολή, ο ενάγων ανέκτησε συνείδηση και αποδεσμεύθηκε από τη μηχανική αναπνοή και στις 26-4-2010 διακομίσθηκε στη Νευροχειρουργική κλινική για αποθεραπεία, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 6-8-2010. Συστήθηκαν φυσιοθεραπείες και κινητοποίηση, ενδοκρινολογικός έλεγχος προς ρύθμιση της υποκοτιζολαιμίας, επανέλεγχος με αξονική τομογραφία εγκεφάλου, αιματολογικός έλεγχος και νευρολογική εκτίμηση για την παρακολούθηση της αντιεπιληπτικής αγωγής (βλ.

τις υπ' αριθ. 182/08.01.2015 και 6801/14.03.2011 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις του Π.Γ.Ν.Ι.). Σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος κατά τον Ιανουάριο του 2015, αυτός εμφανίζει σπαστική παραπάρεση των κάτω άκρων και χαλαρή πτώση άκρου ποδός αριστερά, που έχει ως αποτέλεσμα ο ασθενής να αδυνατεί να κάνει και ελάχιστα βήματα χωρίς υποστήριξη τρίτου ανθρώπου και να αυτοεξυπηρετηθεί, αποτέλεσμα το οποίο προήλθε ύστερα από πλήρες πρόγραμμα αποκατάστασης και εντατικής και στοχευμένης φυσιοθεραπείας.

Στα άνω άκρα εμφανίζει δυσχρησία εξαιτίας έντονης αταξίας. Οι εγκεφαλικές βλάβες έχουν σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό των νοητικών, κινητικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων του, ο οποίος δεν είναι πλέον σε θέση να επικοινωνήσει ικανοποιητικά λεκτικά, δεν κατανοεί ικανοποιητικά πλήρως το λόγο, ούτε και μπορεί να επεξεργαστεί ικανοποιητικά νοητικά τις εισερχόμενες πληροφορίες.

Εξακολουθεί δε να βρίσκεται υπό αντιεπιληπιική αγωγή Keppra ενώ οι προαναφερόμενες εγκεφαλικές βλάβες κρίνονται μη αναστρέψιμες (βλ. την από 08.01.2015 ιατρική βεβαίωση του Κέντρου Νευρολογίας & Αντιμετώπισης Χρόνιου Πόνου). Τέλος, ως έμμεσα ασφαλισμένος στον ΟΓΑ ο παθών εξετάσθηκε από την αρμόδια Υγειονομική επιτροπή και με την από 4-3-2014, με την αριθμό επιτροπής ...

γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ Η., κρίθηκε ότι ο ενάγων πάσχει από ομόζυγη Β μεσογειακή αναιμία και πρέπει να υποβάλλεται σε υποτακτικές μεταγγίσεις αίματος (ανά δίμηνο), αλλά και από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάχυτη αξονική βλάβη εγκεφάλου και δυσχρησία άνω άκρων, πάρεση κάτω άκρων, και ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του (χωρίς να διευκρινίζονται τα επιμέρους ποσοστά) ανέρχεται σε 85% κατά ιατρική πρόβλεψη, από 13-11-2013 και εφ' όρου ζωής...".

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 80% και του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, κατά ποσοστό 20%, ότι η συνυπαιτιότητα του πρώτου έγκειται στο ότι αυτός οδηγώντας το ΙΧΦ αυτοκίνητό του με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, αφού εισήλθε από τον κόμβο της Γ.-Ψ.

και κινήθηκε στη λωρίδα επιτάχυνσης, επιχείρησε την είσοδο στη δεξιά λωρίδα της Ε. Ο., με κατεύθυνση προς Η., χωρίς προηγουμένως να ελέγξει τη διέλευση των οχημάτων, που κινούνταν στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, έτσι ώστε να βεβαιωθεί, ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια και δη να μην αποκόψει την πορεία των άλλων οχημάτων και, μάλιστα, σε χρόνο που το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο και ολισθηρό, λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών και κατά συνέπεια σε χρόνο, που θα υποχρέωνε τους άλλους οδηγούς σε τροχοπέδηση, σε πράξη δηλαδή από μόνη της επικίνδυνη, εξαιτίας της κακοκαιρίας, λαμβανομένης υπόψη και της εισόδου του σε οδό ταχείας κυκλοφορίας με μικρή ταχύτητα (50 χλμ/ώρα).

Υπό αυτές τις συνθήκες εισήλθε στη δεξιά λωρίδα της Ε. Ο. και παρεμβλήθηκε στην πορεία του ομόρροπα κινούμενου στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, ο οποίος οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητό του με σαφώς μεγαλύτερη ταχύτητα (τελική ταχύτητα στο σημείο της σύγκρουσης 77 χλμ./ώρα), μη υπερβαίνουσα πάντως το επιτρεπόμενο όριο, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο τελευταίος να ενεργήσει τροχοπέδηση, πλην όμως, λόγω και της ολισθηρότητας της οδού, εξαιτίας της σταδιακής χαλαζόπτωσης, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και συγκρούστηκε το αριστερό μέρος του οχήματός του με την πίσω αριστερή πλευρά του φορτηγού και, ειδικότερα, με τον προφυλακτήρα και το φανάρι αυτού, το δε σημείο σύγκρουσης εντοπίζεται σε μικρή απόσταση πριν από το τέλος της λωρίδας επιτάχυνσης και δη πριν από το σημείο, που ενώνεται η λωρίδα επιτάχυνσης με τη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, όπου ανευρέθησαν τα πλαστικά εξαρτήματα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς και ο αναιρεσίβλητος τραυματίσθηκε βαρύτατα.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στις νομικές έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων ...7, ...8, 300, 330 και 914 του ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 21 και ...

παρ. 5 περ. β του ΚΟΚ, ούτε επίσης τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά το μέρος που ανάγονται στις πράξεις ή παραλείψεις του συνυπαίτιου (κατά ποσοστό 80%) στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος οδηγού του φορτηγού, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.

Αντίθετα, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου ... παρ. 5 περ. α του ΚΟΚ, που προβλέπει τις προϋποθέσεις εισόδου οδηγού οχήματος σε αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας από οδό εισόδου, που δεν συνεχίζεται με λωρίδα επιτάχυνσης, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Η παραδοχή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι οι οδηγοί, που κινούνται στη λωρίδα επιτάχυνσης, οφείλουν να ακινητοποιήσουν το όχημά τους, εάν δεν μπορούν να εισέλθουν με ασφάλεια στην Ε., συνιστά πλεοναστική αιτιολογία, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν άσκησε επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου για τη συνυπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες είναι αβάσιμα.

Επίσης, αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις των δεύτερης και τρίτης αναιρεσειουσών, ότι στην προσβαλλόμενη: α) δεν εκτίθεται σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, πριν αποκτήσει οπτική επαφή με το φορτηγό και πριν απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, β) δεν προσδιορίζεται με ποια ταχύτητα κινούνταν οι δύο οδηγοί και γ) αντιφατικά έγινε δεκτό, ότι ο εναγόμενος εκινείτο με 77 χλμ/ώρα και σε άλλο σημείο της απόφασης, ότι έβαινε με 50 χλμ/ώρα.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται, ότι δεν αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση: 1) ποια ήταν η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων, όταν ο εναγόμενος άρχισε να κινείται στη λωρίδα επιτάχυνσης, και ποια η ταχύτητά τους, όταν απέκτησαν οπτική επαφή, 2) ποιο ήταν το μήκος της λωρίδας επιτάχυνσης, 3) αν στην αριστερή λωρίδα εκινούντο άλλα οχήματα, ενώ ενδοιαστικά έγινε δεκτό, ότι "δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού δεν αποδείχθηκε ότι είχε ο ενάγων" και δεν αποκλείσθηκε το ενδεχόμενο ο ενάγων πρώτα να προσέκρουσε στο στηθαίο, που διαχωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, και κατόπιν στο όχημα του εναγομένου, διαλαμβάνοντας και στο ζήτημα αυτό ενδοιαστική κρίση, και 4) αν ο εναγόμενος είχε προβεί σε αφή του αριστερού φλας και αν με αυτήν προειδοποιήθηκε από ικανή απόσταση ο ενάγων, καθώς και αν υπήρχε πριν από την έναρξη της λωρίδας επιτάχυνσης σχετική προειδοποιητική σήμανση για τον ενάγοντα.

Οι ανωτέρω επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό, και πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με τη συνυπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Άλλωστε, επιπλέον αιτιολογίες δεν ήταν κατά το νόμο αναγκαίες για τη στοιχειοθέτηση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στην ένδικη περίπτωση, και οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Σε κάθε περίπτωση, oι υπ' αριθμ. 3 αιτιάσεις είναι και αβάσιμες, διότι ανενδοιάστως α) έγινε δεκτό, ότι ο ενάγων δεν είχε δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού προς την αριστερή λωρίδα και β) δεν έγινε δεκτό, ότι ενάγων πρώτα επέπεσε στο στηθαίο, που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και κατόπιν στο όχημα του πρώτου εναγομένου, πλεοναστικά δε αναφέρεται εν τέλει, ότι και στην υποθετική περίπτωση, που προηγήθηκε η σύγκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου με το στηθαίο, δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος της αμελούς πρόκλησης του ατυχήματος από τον πρώτο εναγόμενο, καθόσον θα ήταν αποτέλεσμα της τροχοπέδησης, στην οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων εξαιτίας της παρεμβολής στην πορεία του του φορτηγού.

Συνακολούθως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφασή του με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Στη συνέχεια, οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι, παρότι με την από 04-03-2014 πιστοποίηση αναπηρίας του υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ Η. ο ενάγων κρίθηκε εφ' όρου ζωής ανάπηρος, κατά ιατρική πρόβλεψη από 13-11-2013 και κατά ποσοστό 85%, πάσχων από ομόζυγη Β μεσογειακή αναιμία, για την οποία πρέπει να υποβάλλεται σε τακτικές μεταγγίσεις αίματος (ανά δίμηνο), αλλά και από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάχυτη αξονική βλάβη εγκεφάλου, δυσχρησία κάτω άκρων και πάρεση κάτω άκρων, εντούτοις το Εφετείο δεν αποφάνθηκε, ποια ήταν η επιρροή στην αναπηρία του ενάγοντος α) της μεσογειακής αναιμίας και β) της πάθησής του από το τροχαίο ατύχημα.

Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι κρίσιμη στην προκειμένη περίπτωση είναι η βαρύτητα των σωματικών βλαβών, που υπέστη ο ενάγων από το ένδικο ατύχημα και είναι μη αναστρέψιμες, προκαλώντας σ' αυτόν μόνιμη και σοβαρή αναπηρία, οι οποίες αποδείχθηκαν, ενώ επισημαίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η έλλειψη διαχωρισμού των ποσοστών αναπηρίας από τις δύο παθήσεις οφείλεται στο ότι στην ανωτέρω πιστοποίηση (αναπηρίας) δεν διευκρινίζονται τα επιμέρους ποσοστά.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες παραπονούνται για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων ...7, ...8, 300, 330, 914 ΑΚ και της υπ' αριθμ. Φ.11321/οικ.10219/688 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών - Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης "περί του ενιαίου πίνακα προσδιορισμού ποσοστών αναπηρίας".

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19), υποστηρίζοντας ότι δεν αιτιολογείται, πώς προκλήθηκαν τα σοβαρότατα τραύματα του αναιρεσίβλητου στο κεφάλι, παρότι, όπως έγινε δεκτό, αυτός φορούσε ζώνη ασφαλείας, και δη αν προκλήθηκαν από την καταστροφή του κουβούκλιου του οχήματος ή από την πρόσκρουση του ενάγοντος με το κεφάλι σε κάποιο τμήμα του κουβούκλιου κατά τη σύγκρουση.

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, δεδομένου ότι έγινε δεκτό, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας του καθίσματός του κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος και ότι το όχημα του αναιρεσίβλητου καταστράφηκε ολοσχερώς, δεν ασκεί επιρροή η πρόκληση του τραυματισμού του στο κεφάλι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με το κεφάλαιο της αποζημίωσης του άρθρου 932 του ΑΚ, τα ακόλουθα: "Επίσης, λόγω του βαρύτατου τραυματισμού, που υπέστη ο ενάγων και της αναπόφευκτης ψυχολογικής δοκιμασίας, στην οποία υποβλήθηκε, υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ.

Λαμβανομένων δε υπόψη και των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος (υπαιτιότητα) του 1ου εναγομένου στην πρόκληση του ατυχήματος και στην έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος, του χρόνου παραμονής του στο Νοσοκομείο και της αδυναμίας χρήσης του σώματός του, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πλην της 3ης εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, ληφθείσας, ήδη, υπόψη της αρχής της αναλογικότητας από τον νομοθέτη στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, που την εξειδίκευσε (...), το Δικαστήριο κρίνει ότι δίκαιη και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, που πρέπει να επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντος, για την αποκατάσταση της ανωτέρω ηθικής βλάβης, που υπέστη και είναι απότοκος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, είναι το χρηματικό ποσό των 150.000,00 €, το οποίο δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, μεγαλύτερο από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις...".

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο για την κατ' άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα το ποσό των 150.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει καταφανώς εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις αποζημίωσης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του, το επίμαχο ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 9...

του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.

Επιβάλλεται όμως να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 187/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την κατ' άρθρο 931 του ΑΚ αγωγική αξίωση: "Ακόμη, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα εύλογη πρόσθετη και αυτοτελής αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 931 του ΑΚ, διότι η προκληθείσα σ' αυτόν σωματική βλάβη και η, εντεύθεν, αναπηρία του, η οποία είναι μόνιμη, επιδρά στο κοινωνικό και οικονομικό του μέλλον, γιατί έχει καταστεί ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω συντρέχουσες περιπτώσεις (ηλικία 22 ετών, είδος και έκταση της αναπηρίας, επιπτώσεις αυτής), κρίνει ότι για την εν λόγω αιτία, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, ως πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 του ΑΚ, το ποσό των 150.000,00 €, για την κάλυψη της αντίστοιχης μελλοντικής του ατυχήματος περιουσιακής και κοινωνικής ζημίας του, για το οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, όσον αφορά το κονδύλιο αυτό".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο για την κατ' άρθρο 931 του ΑΚ χρηματική παροχή λόγω της μόνιμης αναπηρίας του εξαιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα το ποσό των 150.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει καταφανώς εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις αποζημίωσης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης των αναιρεσειουσών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσες και να καταδικασθούν οι τελευταίες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον πρώτο αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 762/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 838/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-10-2019 (αριθμ. κατάθ. .../25-10-2019) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 99/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Διατάζει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτόν.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσες. Και

Καταδικάζει τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ