Legislator Case Law & Legislation
96/2020 AI generated

Appeal dismissed as inadmissible because the new argument regarding the critical date was raised for the first time before the Supreme Court.

Case Number 96/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal and additional argument as inadmissible because the claim regarding the critical date for compensation was raised for the first time before this court. The appellants argued that the date of the first-instance hearing in 2007 should be used, while the lower court had selected the 2011 date. The court ruled that since this specific legal argument was not previously presented, it lacked admissibility under Article 562 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 KPolD; An appeal argument raised for the first time before the Supreme Court is inadmissible as it does not constitute a legitimate ground for admissibility.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal first time argument critical date compensation Supreme Court procedure Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 189 para. 1 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 96 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 96/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) α. Ε. χήρας Π. Ζ., το γένος Δ. Ν., β. Γ. Ζ. του Π., Δ. Ζ. του Π., δ. Φ. Ζ. του Π., ως καθολικών διαδόχων και κληρονόμων του κατά την 16-12-2012 αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Π. Ζ. του Γ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 2) α. Ν. Δ. του Κ., β. Α. συζ. Ν. Δ., το γένος Α. Μ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 3) Α.

συζ. Ν. Δ., το γένος Α. Μ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 4) Κ. συζ. Κ. Κ., το γένος Σ. Β. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 5) α. Ν. Δ. του Κ., β. Α. συζ. Ν. Δ., το γένος Α. Μ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 6) Κ. Π. του Δ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 7) Δ. Κ. του Δ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 8) Κ. Π. του Δ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 9) Β.

συζ. Χ. Μ., το γένος Ι. Θ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 10) Χ. Σ. του Ι. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 11) Φ. συζ. Κ. Κ., το γένος Η. Α. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 12) Θ. Κ. του Κ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 13) Μ. Κ. του Α. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 14) Μ. συζ. Π. Ν., το γένος Κ. Μ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 15) Π. Κ. του Δ. (για την υπ' ...

ΚΠ ιδιοκτησία), 16) Γ. Κ. του Δ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 17) Α. χήρας Ι. Κ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 18) α. Β. Κ. Μ., β) Α. χήρας Κ. Μ., το γένος Γ. Α. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 19) α. Ι. Π. του Β., β. Δ. Π. του Β. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 20) Α. συζ. Α. Κ., το γένος Π. Τ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 21) Ι.

Π. του Β., β. Δ. Π. του Β. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 22) α. Β. Κ. του Π., β. Π. χήρας Π. Κ., το γένος Χ. Γ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 23) Κ. Ν. του Α. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 24) α. Μ. χήρας Χ. Γ., το γένος Γ. Τ., Ε. θυγ. Χ. Γ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 25) α. Κ. Δ. του Α., β. Β. Σ. Β., το γένος Α.

Δ., Α. Δ. του Κ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 26) Ε. συζ. Π. Ζ., το γένος Δ. Ν. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 27) Γ. χήρας Δ. Λ., το γένος Χ. Α. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 28) Κ. Ν. του Α. (αιτούντος για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 29) Μ. συζ. Π. Θ., το γένος Χ. Κ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 30) Μ. Κ. του Α. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 31) Ν.

Κ. του Κ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 32) Α. Δ. του Κ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 33) α. Κ. Κ. του Β. και β. Κ. συζ. Κ. Κ., το γένος Σ. Β. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 34) Β. συζ. Σ. Β., το γένος Α. Δ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 35) Α. χήρας Χ. Β., το γένος Γ. Κ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 36) Δ. Ν. του Σ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 37) Α.

συζ. Χ. Α., το γένος Ν. Λ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 38) Σ. συζ. Χ. Β. (για την υπ' ... κτηματολ πίνακα ιδιοκτησία), 39) α. Ν. Α. του Α., β. Π. Α. του Α., με την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων και κληρονόμων της κατά την 31-5-2012 αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου ... το γένος Α. Β. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 40) Γ.

Δ. του Κ. (για τις υπ' αρ. ... ΚΠ ιδιοκτησίες), 41) Δ. Κ. του Δ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 42) α. Γ. Π. του Α. και β. Σ. Π. του Α. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 43) Κ. Π. του Δ. (αιτούντος για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 44) Κ. Π. του Δ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 45) Κ. Π. του Δ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 46) Σ. Π. του Α. (για την υπ' ...

ΚΠ ιδιοκτησία), 47) Ν. Μ. του Γ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 48) Κ. Μ. συζ. Ν. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 49) Π. Μ. του Α. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 50) α. Γ. Β. Κ., Μ. Β. Κ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 51) α. Α. χήρας Ν. Τ., θυγ. Δ. Π., β. Α. Ν. Τ., γ. Γ. Ν. Τ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 52) Γ. Τ. του Κ. (για την ...

ΚΠ ιδιοκτησία), 53) Χ. Τ. του Κ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 54) Α. Χ. του Ν. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 55) Κ. Χ. του Α. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 56) Γ. συζ. Ι. Χ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 57) Α. Χ. του Κ. (για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία) και 58) α. Μ. Κ. του Α., β. Δ. συζ. Μ. Κ., το γένος Π. Κ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία).

Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 2α (5α), 2β (3ης, 5β), 6ου, 9ης, 14ης, 16ου και 23ου (28ου) των αναιρεσειόντων, που δεν παραστάθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Σοφό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:

α) η Α. συζ. Ν. Δ., 2β (καθώς) και 3η και 5β των αναιρεσειόντων, απεβίωσε στις 19-11-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της α. Σ. Δ. του Ν. και β. Α. Δ. του Ν., β) ο Κ. Π. του Δ., 6ος των αναιρεσειόντων, απεβίωσε στις 20-2-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος του Π.

χα Κ. Π., το γένος Α. Θ., γ) η Β. συζ. Χ. Μ., 9η των αναιρεσειόντων, απεβίωσε στις 17-10-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη κληρονόμος της Ε. Μ. του Χ., εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, δ) η Μ. συζ. Π. Ν., 14η των αναιρεσειόντων, απεβίωσε στις 26-12-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Π.

Ν., εκπροσωπούμενος από τον ίδιο, ε) ο Γ. Κ. του Δ., 16ος των αναιρεσειόντων, απεβίωσε στις 11-5-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Α. Κ. του Γ., εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, στ) ο Κ. Ν. του Α., 23ος (καθώς) και 28ος των αναιρεσειόντων, απεβίωσε στις 4-5-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Α.

Ν. του Κ., εκπροσωπούμενος από τον ίδιο και ζ) οι ως άνω α. Σ. Δ. του Ν., β. Α. Δ. του Ν., κληρονόμοι της 2β (καθώς) και 3ης και 5β των αναιρεσειόντων, Π. χα Κ. Π., κληρονόμος του 6ου των αναιρεσειόντων, καθώς επίσης και οι υπό στοιχ. 1α, 1β, 1γ, 1δ, 10ος, 11η, 12ος, 17η, 18β, 19α, 19β, 20η, 21α, 21β, 22α, 22β, 24α, 25β, 26η, 29η, 31ος, 33α, 34η, 35η, 36ος, 38η, 40ος, 42α, 42β, 46ος, 47ος, 48η, 49ος, 50α, 50β, 51α, 51β, 51γ, 52ος, 56η, 58α και 58β των αναιρεσειόντων παραιτούνται από τα δικόγραφα της από 8-11-2012 αίτησης αναίρεσης και του από 12-9-2018 προσθέτου λόγου αυτής.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης (μετά την έκδοση της 17/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 22-7-2008 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 192/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2012 αίτησή τους και τον από 12-9-2018 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 5-10-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ.8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναίρεσης, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 - 3 και 97 ΚΠολΔ (ΑΠ 990/2018, ΑΠ 78/2018, ΑΠ 262/2017, ΑΠ 545/2016, ΑΠ 374/2016).

Η νομότυπη πιο πάνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση, από 8-11-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 33/12-11-2012, αίτησης αναιρέσεως, καθώς και του από 12-9-2018 πρόσθετου λόγου αυτής (αριθμ.

κατάθεσης 90/17-9-2018), επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων (βλ. τις σχετικές .../10-11-2017 και .../17-9-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ. Π.). Κατά τη συζήτηση αυτών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, 1) δεν εμφανίστηκε, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ο 2α - 5α αναιρεσείων (Ν.

Κ. Δ.), ο οποίος είχε παραστεί νόμιμα κατά την αρχική δικάσιμο που είχε οριστεί (της 19-10-2018), όταν η υπόθεση αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο (άρθρ. 226 παρ.4 εδάφ.δ' και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), 2) ο (φερόμενος ως) πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των αναιρεσειόντων Μιχαήλ Σοφός δήλωσε στο ακροατήριο (βλ. τα πρακτικά της παρούσας) ότι:

α) η Α. σύζ. Ν. Δ. (2β-3η-5β αναιρεσείουσα) πέθανε στις 19-11-2016 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Σ. Ν. Δ. και Α. Ν. Δ., β) ο Κ. Δ. Π. (6ος αναιρεσείων) πέθανε στις 20-2-2013 και ότι τη δίκη συνεχίζει η νόμιμη από διαθήκη κληρονόμος του Π. χήρα Κ. Π., γ) η Β. σύζ. Χ. Μ. (9η αναιρεσείουσα) πέθανε στις 17-10-2017 και ότι τη δίκη συνεχίζει η νόμιμη κληρονόμος της Ε.

Χ. Μ., ) Μ. σύζ. Π. Ν. (14η αναιρεσείουσα) πέθανε στις 26-12-2016 και ότι τη δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Π. Ν., ε) ο Γ. Δ. Κ. (16ος αναιρεσείων) πέθανε στις 11-5-2013 και ότι τη δίκη συνεχίζει η νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Α. Γ. Κ. και στ) ο Κ. Α. Ν. (23ος-28ος αναιρεσείων) πέθανε στις 4-5-2014 και ότι τη δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Α.

Κ. Ν., 3) ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε στο ακροατήριο (βλ. επίσης τα πρακτικά της παρούσας) ότι οι 1α, 1β, 1γ, 1δ, 10ος, 11η, 12ος, 17η, 18β, 19α, 19β, 20η, 21α, 21β, 22α, 22β, 24α, 25β, 26η, 29η, 31ος, 33α, 34η, 35η, 36ος, 38η, 40ος, 42α, 42β, 46ος, 47ος, 48η, 49ος, 50α, 50β, 51α, 51β, 51γ, 52ος, 56η, 58α και 58β των αναιρεσειόντων, καθώς και οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι των 2β-3ης-5β και 6ου των αναιρεσειόντων (Α.

συζ. Ν. Δ. και Κ. Δ. Π., αντίστοιχα), παραιτούνται από τα δικόγραφα της αίτησης αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής και 4) οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες (4η-33β, 7ος-41ος, 8ος-43ος-44ος-45ος, 13η-30η, 15ος, 18α, 24β, 25α, 25γ-32ος, 27η, 37η, 39α, 39β, 53ος, 54ος, 55ος και 57ος), καθώς και οι παραπάνω κληρονόμοι των 9ης, 14ης, 16ου και 23ου-28ου των αναιρεσειόντων, εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο Μιχαήλ Σοφό, ο οποίος και προσκόμισε τα σχετικά ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, από τα οποία προκύπτει ότι αυτός έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων αυτών (και των εν λόγω κληρονόμων), όπως επίσης προσκόμισε και τα σχετικά νομιμοποιητικά για τους κληρονόμους έγγραφα, των οποίων (κληρονόμων), άλλωστε, η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται.

Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι α) ο απολειπόμενος 2α-5α αναιρεσείων, β) οι πιο πάνω αναιρεσείοντες που παραιτήθηκαν από τα δικόγραφα της αίτησης αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής και γ) οι 2β-3η-5β και 6ος των αναιρεσειόντων (που πέθαναν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως), των οποίων οι κληρονόμοι παραιτήθηκαν από τα εν λόγω δικόγραφα, είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ.3 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες αυτοί έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους παριστάμενους, ομοδίκους, αναιρεσείοντες που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από την αναιρεσίβλητη. Σε κάθε περίπτωση, αναφορικά με τους παραιτούμενους αναιρεσείοντες, ο ίδιος δικηγόρος δεν προσκομίζει ούτε σχετικά πληρεξούσια, με τα οποία να του παρέχεται η, γενική έστω, πληρεξουσιότητα για την παραίτηση που έγινε και, επομένως, οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν παραστάθηκαν νόμιμα για την παραίτηση από τα δικόγραφα της αίτησης αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου της (ΑΠ 78/2018) που είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει τα οικεία έννομα αποτελέσματα.

Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.3 εδάφ.β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφ.β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς τους 1α, 1β, 1γ, 1δ, 2α-5α, 10ο, 11η, 12ο, 17η, 18β, 19α, 19β, 20η, 21α, 21β, 22α, 22β, 24α, 25β, 26η, 29η, 31ο, 33α, 34η, 35η, 36ο, 38η, 40ο, 42α, 42β, 46ο, 47ο, 48η, 49ο, 50α, 50β, 51α, 51β, 51γ, 52ο, 56η, 58α και 58β των αναιρεσειόντων, καθώς και ως προς τους προαναφερόμενους κληρονόμους των 2β-3ης-5β και 6ου των αναιρεσειόντων (Α.

συζ. Ν. Δ. και Κ. Δ. Π., αντίστοιχα), και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η αίτηση να ερευνηθεί πλέον ως προς τους υπόλοιπους μόνο παριστάμενους αναιρεσείοντες. Σημειώνεται ότι η αίτηση αναίρεσης, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, είναι παραδεκτή, διότι: 1) ασκήθηκε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 2882/2001, μέσα στην ετήσια προθεσμία του ενός έτους από τη δημοσίευση, στις 9-11-2011, της προσβαλλόμενης 192/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, αφού η προθεσμία αυτή που άρχισε την επόμενη της δημοσίευσης ημέρα (στις 10-11-2011) έληγε στις 12-11-2012, ημέρα Δευτέρα, οπότε και ασκήθηκε η αναίρεση (άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), λόγω της παρεμβολής των εξαιρετέων και μη εργάσιμων ημερών Σαββάτου και Κυριακής (άρθρ. 144 παρ.1 και 3, 145 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, 1 παρ.12 εδάφ.

α' ν. 1157/1981) και 2) η 422/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε, κατά ένα μέρος, η παραπάνω 192/2011 εφετειακή απόφαση, δεν αφορά στα ακίνητα των αναιρεσειόντων, ούτε και στα ίδια κεφάλαια που προσβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής (βλ. ιδίως την 117η σελίδα της εν λόγω απόφασης).

ΙΙ. Εισάγονται, κατά τα λοιπά, προς συζήτηση η από 8-11-2012 αίτηση αναίρεσης και ο από 12-9-2018 πρόσθετος λόγος αυτής που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ.1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα), ως προς τους προαναφερόμενους μόνο αναιρεσείοντες (και κληρονόμους).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και κατά τα τρία (κύρια) σκέλη του, προβάλλουν την, κατ' άρθρ. 559 αριθμ.11γ' ΚΠολΔ, αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, τα αναφερόμενα, στο λόγο αυτόν, έγγραφα, ήτοι:

α) το .../2009 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δερβενίου Α. Κ., β) την από 29-9-2010 αίτηση της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, κατά του Ελληνικού Δημοσίου και γ) τις αεροφωτογραφίες και την οριζοντιογραφία ολόκληρης της απαλλοτριωμένης έκτασης, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, ενώ, αν τα λάμβανε πράγματι υπόψη, θα καθόριζε μεγαλύτερες τιμές μονάδας αποζημίωσης.

Κατ' αρχάς, μολονότι είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης, τα επίμαχα, υπό στοιχ. β' και γ', πιο πάνω έγγραφα δεν προσκομίζονται και, ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη από το Εφετείο (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 12/2015) και, συνεπώς, ο κρινόμενος λόγος, κατά το μέρος του τούτο, είναι αβάσιμος.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αναφορικά με όλα τα έγγραφα αυτά, διότι, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (στις 148η, 160η και 167η σελίδες αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, με τη ρητή μνεία "έστω και αν δεν αναφέρονται ειδικότερα", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά.

Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ανάγονται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων (εγγράφων) και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

IV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος του, οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, καθορίζοντας, τελικά, οριστική αποζημίωση κατώτερη των 80 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους για όσα από τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους βρίσκονται εκτός οικισμού και δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα, δεν έλαβε υπόψη τον παρατιθέμενο στις σελίδες 36η έως και 41η του αναιρετηρίου νόμιμο, κατ' αυτούς, ισχυρισμό τους που προέβαλαν παραδεκτά στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και που αφορούσε την αξία των απαλλοτριωμένων αυτών ακινήτων τους, και ειδικότερα το ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη με την προαναφερόμενη, από 29-9-2010, αίτησή της, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, για οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης παρακείμενων, μη άρτιων και μη οικοδομήσιμων, εκτός οικισμού, απαλλοτριωμένων ακινήτων της (άλλης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης), ζήτησε να καθοριστεί η τιμή μονάδας αποζημίωσής τους σε 80 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, εκτιμώντας ότι η αξία τους ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό αυτό.

Κατ' αρχάς, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής και, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά συνιστά επιχείρημα των αναιρεσειόντων (που συνάγεται από την αξιολόγηση του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου - αίτησης της αναιρεσίβλητης) για την υποστήριξη των απόψεών τους ως προς την πραγματική αξία των ακινήτων τους και, άρα, ο παρών λόγος, κατά το σκέλος του αυτό, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, αναφορικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και, επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο επικουρικό σκέλος του, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Στην πραγματικότητα, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το εν λόγω ζήτημα.

V. Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην πιο πάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1221/2018 , ΑΠ 2062/2017 ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 192/2011 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού συνεκδίκασε τις αναγραφόμενες είκοσι μία (21) αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την από 22-7-2008 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-7-2008) αίτηση των αναιρεσειόντων, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα ακίνητα που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια των Δήμων Ξυλοκάστρου και Ευρωστίνης του νομού Κορινθίας και που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και ειδικότερα, με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1082947/6249/0010/14-9-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, για την κατασκευή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής, κανονικού πλάτους και υψηλών ταχυτήτων, μεταξύ Κορίνθου - Πατρών, στο τμήμα από χ.θ. 40+000 έως χ.θ. 59+250, υπότμημα χ.θ. 40+000 έως χ.θ. 53+620, δέχθηκε, τελικά, κατά ένα μέρος, αυτές και καθόρισε την οριστική αποζημίωση για τις εδαφικές εκτάσεις (και τα επικείμενά τους που συναπαλλοτριώθηκαν) στις αναγραφόμενες τιμές ανά περιοχή και κατηγορία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), κρίση του.

Ήδη, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την απόφασή του καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για εκείνα από τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους, τα οποία έχουν πρόσωπο στη νέα εθνική οδό ή σε άλλες οδούς (εθνική ή επαρχιακή), χωρίς να υπολογίσει στην τιμή αυτή τον αυξητικό συντελεστή 1,30 που προβλέπεται στην 1107354/5683/ ΔΟΟΤΥ/ΠΟΛ 1218/16-11-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία τροποποίησε την 1144814/26361/ΠΟΛ 1310/30-12-1998 απόφαση του ίδιου Υπουργού, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 41 του ν.1249/1982, παραβιάζοντας, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις αυτές, που είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/1995, ΑΠ 582/1995, ΑΠ 566/1995), καθώς και εκείνες των άρθρων 17 παρ.2 του Συντάγματος και 13 παρ.1 του ν.2882/2001.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έστω και ευσύνοπτα, ως προς το επίμαχο ζήτημα (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 702/2017, ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1474/2011), το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασής του, εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής, συγκριτικά - πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία, δικαστικές αποφάσεις, 17/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης κ.λπ.), τα οποία, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, χωρίς μάλιστα να υπάρχει σχετική παραδοχή για το ότι δεν εφάρμοσε τον επικαλούμενο αυξητικό συντελεστή και, συνακόλουθα, με το λόγο αυτόν της αναίρεσης, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

VI. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην παρούσα περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την εξής αιτίαση που, όπως υποστηρίζουν, παραδεκτά προβάλλουν, πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την επίκληση ότι ο θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός, σχετικά με τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της αποζημίωσης, αφορά τη δημόσια τάξη:

Το Εφετείο, με την απόφασή του, έλαβε υπόψη, κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, όπως προκύπτει από την απόφασή του αυτή, την αξία που τα εν λόγω ακίνητα είχαν κατά το χρόνο συζήτησης των αιτήσεων για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που έγινε ενώπιόν του (18-5-2011), επειδή, κατά τη σχετική παραδοχή, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα ενός και πλέον έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου (26 Σεπτεμβρίου 2007) και, τελικά, καθόρισε χαμηλότερες τιμές μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων σε σχέση με εκείνες που είχαν καθοριστεί προσωρινά με τη 17/2008 απόφαση του πιο πάνω Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, λαμβάνονοντας υπόψη τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε (κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου), ενώ ήταν γνωστές οι μειωτικές επιπτώσεις στις αξίες όλων των ακινήτων εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στην Ελλάδα από το τέλος του έτους 2009 και εφεξής, γι' αυτό και έπρεπε να λάβει υπόψη, ως κρίσιμο χρόνο για τον καθορισμό και της οριστικής αποζημίωσης, εκείνον του προσωρινού προσδιορισμού.

Με την κρίση του, όμως, αυτή, συνεχίζουν οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο, παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος και ειδικότερα τη διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, που προστέθηκε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, κατά το οποίο "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό...", καθώς και, κατ' εκτίμηση όσων αναγράφονται στο δικόγραφο, τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 εδάφ.

β' του ν. 2882/2001 και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος). Και τούτο, διότι η προεκτιθέμενη νέα νομοθετική ρύθμιση, με την οποία θεσπίστηκε, κατά την άποψή τους, "εγγύηση" μόνο υπέρ των ιδιοκτητών των απαλλοτριωμένων ακινήτων, όχι όμως και υπέρ του φορέα της απαλλοτρίωσης - υπόχρεου προς αποζημίωση, προβλέφθηκε και εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που έχει επέλθει αύξηση - ανατίμηση, και όχι υποτίμηση (όπως συμβαίνει στην επίδικη περίπτωση), της αξίας των απαλλοτριωμένων από το χρόνο συζήτησης του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης μέχρι εκείνον του οριστικού προσδιορισμού.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι, κυρίως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον θεμελιωτικό του λόγου τούτου ισχυρισμό δεν είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή η αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων, εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στην Ελλάδα από τα τέλη του έτους 2009, είχε υποτιμηθεί και, συνακόλουθα, έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ως κρίσιμος χρόνος, εκείνος της συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (της 26ης-9-2007), όταν δεν είχαν εκδηλωθεί ακόμη οι μειωτικές επιπτώσεις στις αξίες των ακινήτων εξαιτίας της οικονομικής αυτής κρίσης.

Αντίθετα, οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες ανέφεραν στις από 17-5-2011 εφετειακές προτάσεις τους (σελίδες 8η και 9η αυτών) ότι, ως κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, πρέπει να ληφθεί η 18η-5-2011 που συζητήθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, με την επίκληση ότι από τότε που έγινε η συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό (στις 26-9-2007) μέχρι τη συζήτηση για τον οριστικό καθορισμό (18-5-2011) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους.

Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται, πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, ανεξάρτητα από τη νομιμότητά του ή όχι, είναι απαράδεκτος.

VII. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, καθώς και ο πρόσθετος λόγος της, ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν αυτοί, που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλοι οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 60/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8 Νοεμβρίου 2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 33/12-11-2012 αίτησης και του από 12 Σεπτεμβρίου 2018 (αριθμ. κατάθεσης 90/17-9-2018) πρόσθετου λόγου αυτής για αναίρεση της 192/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τους 1α, 1β, 1γ, 1δ, 2α-5α, 10ο, 11η, 12ο, 17η, 18β, 19α, 19β, 20η, 21α, 21β, 22α, 22β, 24α, 25β, 26η, 29η, 31ο, 33α, 34η, 35η, 36ο, 38η, 40ο, 42α, 42β, 46ο, 47ο, 48η, 49ο, 50α, 50β, 51α, 51β, 51γ, 52ο, 56η, 58α και 58β των αναιρεσειόντων, καθώς και ως προς τους κληρονόμους των 2β-3ης-5β και 6ου των αναιρεσειόντων (Α. συζ. Ν. Δ. και Κ. Δ. Π., αντίστοιχα) που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Διατάζει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.

Συνεκδικάζει, κατά τα λοιπά, την αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής ως προς τους 4η-33β, 7ο-41ο, 8ο-43ο-44ο-45ο, 13η-30η, 15ο, 18α, 24β, 25α, 25γ-32ο, 27η, 37η, 39α, 39β, 53ο, 54ο, 55ο και 57ο των αναιρεσειόντων, καθώς και ως προς τους κληρονόμους των 9ης, 14ης, 16ου και 23ου-28ου των αναιρεσειόντων που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Απορρίπτει την αναίρεση και τον πρόσθετο λόγο της ως προς τους παριστάμενους αυτούς αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ