Appeal dismissed for lack of legal interest; court fees equal lawyer fees negates equal pay claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple individuals against a final judgment regarding compensation unit valuation. The appellants argued that the court fees imposed violated the constitutional principle of equal pay for equal work by being equal to their own lawyer fees. The court rejected this claim because the fees were legally justified as a single payment covering both proceedings and calculated at a statutory rate of 1%, rendering the appeal inadmissible due to lack of legal interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22(1)(b) of the Constitution and Article 9 of Law 2730/1999; The imposition of court fees equal to the lawyer's fee does not violate the principle of equal pay for equal work when the fee is legally calculated as a single percentage covering all proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 762 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 762/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Π. (αρ. ιδ. …), 2) Ν. Ζ. του Δ. (αρ. ιδ. …), 3) Σ. Τ. του Ι., χας Δ. Ζ. (αρ. ιδ…), κατοίκων ..., 4) Σ. χας Γ. Λ. (αρ. ιδ. …), 5) Σ. Λ. του Γ. (αρ. ιδ. …), 6) Μ. Λ. του Γ. (αρ. ιδ. …), κατοίκων ..., 7) Α. Γ. του Ν. (αρ. ιδ. …), 8) Ν. Γ. του Α. (αρ. ιδ. …), 9) Γ. θυγ. Α. Γ., συζ. Π. Π. (αρ. ιδ. …), κατοίκων ... 10) Α. Τ. του Γ. (αρ. ιδ. …), 11) Χ. Τ. του Γ. (αρ. ιδ. …), κατοίκων ... Αττικής, 12) Δ. Τ. του Τ. (αρ. ιδ. …), 13) Ε. συζ. Δ. Τ., το γένος Ε. Μ. (αρ. ιδ. …), 14) Ε. Τ. του Δ. (αρ. ιδ. …) και 15) Β. Τ. του Δ. (αρ. ιδ. …), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …. το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη (μετά την έκδοση της 2369/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 6620/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την απόφαση αυτή ζήτησαν να αναιρεθεί κάποιοι από τους ήδη αναιρεσείοντες με την από 7-9-2005 αίτησή τους προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το οποίο εξέδωσε την 359/2006 απόφασή του, με την οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν στη συνέχεια οι αποφάσεις: 4700/2007 μη οριστική και 1413/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21-5-2010 αιτήσή τους.
Εκδόθηκε η 76/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4733/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει την συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αναιρέσεως, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά την συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος την συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης από 18.7.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 679/2019 αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων (βλ. την με αριθμό .../8.11.2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ.). Κατά την συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται για λογαριασμό όλων.
Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στην δικογραφία και συγκεκριμένα από την επισκόπηση των προσκομιζομένων πληρεξουσίων, δεν προκύπτει ότι οι με αύξ. αριθμ. αναιρετηρίου 12ος, 13η, 14η και 15η αναιρεσείοντες είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα την συζήτηση, καθ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους πληρεξουσιότητα, με έναν από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.
Εξ άλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι πιο πάνω αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες που επισπεύδουν έγκυρα την συζήτηση ή από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα αυτοί να είναι δικονομικώς απόντες.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δικ., όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και ισχύει από τις 23.3.2013, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, πρέπει, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους παραπάνω, με αύξ. αριθμ. αναιρετηρίου 12ο, 13η, 14η και 15η, αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπούνται νομίμως από τον προαναφερθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πρέπει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως να προχωρήσει νομίμως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 1/1/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015) και 581 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω) προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
Η έκταση της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως ως ολικής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της αποφάσεως, στο οποίο αφορά ο λόγος αναιρέσεως, που έγινε δεκτός.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση. Έτσι, κατά τη νέα εκδίκαση της υποθέσεως, οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το τμήμα της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου από την αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να εξετάζονται εκ νέου τα κεφάλαια της διαφοράς που αντιστοιχούν σ' αυτές, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 322 του Κ.Πολ.Δικ., λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Α.Π. 404/2018, Α.Π. 561/2013, Α.Π. 629/2010, Α.Π. 845/2010, Α.Π. 479/2009, Α.Π. 875/2009).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 18 του Κ.Πολ.Δικ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, αφού η παραπομπή μπορεί να λάβει χώρα μετά την αναίρεση της αποφάσεως για ουσιαστικό ή δικονομικό λόγο.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση (Α.Π. 1097/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υποθέσεως (κατά το μέρος που ενδιαφέρει, εν προκειμένω, μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες) στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την από 14-6-2002 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, που εκδόθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (άρθρα 44 παρ. 1 και 72 παρ. 1 του Συντάγματος) και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 139/Α/14-6-2002), κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, υπέρ και με δαπάνες του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, για δημόσια ωφέλεια, ήτοι για την εκτέλεση του Ολυμπιακού Έργου της Μαραθώνιας Διαδρομής και ειδικότερα για την διάνοιξη - διαπλάτυνση της Λεωφόρου Μαραθώνα, στο τμήμα αυτής από τη χ.θ. 18 + 360,00 έως τη χ.θ. 22 + 580,00, εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 34.661,46 τ.μ., που βρίσκεται στις κτηματικές περιοχές του πρώην Δήμου Παλλήνης και της πρώην Κοινότητας Πικερμίου Αττικής.
Το υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 16.9. 2002 αίτησή του κατά των εικαζομένων δικαιούχων και ζήτησε να καθοριστεί η προσωρινή τιμή αποζημιώσεως της απαλλοτριούμενης εδαφικής εκτάσεως μετά των επικειμένων της. Επί της αιτήσεως αυτής, των ανταιτήσεων και παρεμβάσεων των καθ' ων φερομένων ιδιοκτητών εκδόθηκε η 2369/2002 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία καθορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την 22.11.2002, η προσωρινή τιμή μονάδας του εδάφους των απαλλοτριουμένων εκτάσεων στα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά.
Στη συνέχεια ασκήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο και τους φερόμενους ιδιοκτήτες της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, αντίθετες αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως και άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας των απαλλοτριουμένων εκτάσεων, μεταξύ των οποίων και η από 2.6.2003, με Β.Α.Β. ...2003 αίτηση των:
Ε. Τ. του Π., Ν. Ζ. του Δ., Σ. Τ. του Ι., Σ. συζ. Γ. Δ., Σ. Δ. του Γ., Μ. Δ. του Γ., Α. Γ. του Ν., Ν. Γ. του Α., Γ. θυγ. Α. Γ. συζ. Π. Π., Α. Τ. του Γ., Χ. Τ. του Γ., ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι, από κοινού με άλλους, ζήτησαν: α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας, β) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως και γ) την άρση υποχρέωσης αυτοαποζημιώσεως και αποζημιώσεως τρίτων για τις ιδιοκτησίες τους με Α.Κ.Π. ....
Επί των ανωτέρω αντίθετων αιτήσεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6620/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε, με κρίσιμο χρόνο την 04.05.2004, μεταξύ άλλων, η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες: με Α.Κ.Π. ... στο ποσό των 190 ευρώ, με Α.Κ.Π. ... στο ποσό των 370 ευρώ και με Α.Κ.Π.
… στο ποσό των 180 ευρώ, ενώ απορρίφθηκαν τα αιτήματα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως και περί άρσεως της υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως και καταβολής αποζημιώσεως προς τρίτους. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε εν μέρει, με την 359/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, κατά το μέρος που απέρριψε τα αιτήματα των ως άνω αιτούντων για άρση της υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως και για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως των εκτός απαλλοτριώσεως εναπομεινάντων τμημάτων των ως άνω ιδιοκτησιών, ακολούθως δε παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
Κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση το παραπάνω δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 4700/2007 απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τα ζητήματα που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της. Μετά δε την διεξαγωγή της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, οι προαναφερθέντες διάδικοι επανέφεραν προς συζήτηση, με την από 22.10.2008 και με αριθμό καταθέσεως 1056/2009 κλήση τους, την από 02.06.2003 αίτησή τους, επί της οποίας το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1413/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως προς τα αιτήματα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως και άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας.
Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω απόφαση: α) καθορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τις εναπομένουσες εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικές εκτάσεις, μεταξύ άλλων ιδιοκτησιών και των: με ΑΚΠ ... ιδιοκτησιών, σε ποσοστά 15%, 25%, 35%, 50% και 50%, αντίστοιχα, επί της καθορισθείσας με την 6620/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για κάθε ιδιοκτησία και β) αναγνωρίσθηκε ότι οι προαναφερθείσες ιδιοκτησίες δεν υπέχουν υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως και αποζημιώσεως τρίτων.
Ακολούθως, κατόπιν ασκήσεως κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως αφενός μεν της από 17.05.2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, αφετέρου δε της από 21.05.2010 αιτήσεως αναιρέσεως των αιτούντων της ως άνω από 02.06.2003 αιτήσεως, εκδόθηκαν: α) η υπ' αριθμ. 75/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απερρίφθη η αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και β) η υπ' αριθμ. 76/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (της από 21.05.2010 αιτήσεως αναιρέσεως των αιτούντων - ιδιοκτητών των απαλλοτριωθέντων ακινήτων), έγιναν δεκτά, κατ' ακριβή, κατά τούτο, αντιγραφή των αιτιολογιών της, τα ακόλουθα: "Πλην όμως, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας ότι τα αιτήματα των αιτούντων - νυν αναιρεσειόντων, για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης και για την άρση της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων πρέπει να γίνουν δεκτά, καθόρισε τη σχετική αποζημίωση, για μεν τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στο αναφερόμενο για το καθένα ακίνητο ποσοστό "επί της ορισθείσας με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου)", για δε την αποζημίωση την οφειλόμενη, λόγω της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, "στην οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που καθορίσθηκε για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου".
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, λαμβάνοντας προφανώς υπόψη ως κρίσιμο χρόνο, το χρόνο της πρώτης (αρχικής) συζήτησης, μετά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 6620/2004 απόφαση του Εφετείου και όχι το χρόνο της πρώτης μετά την αναίρεση (νέας) συζήτησης, (δικάσιμος 10-10-2006), μετά την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και 13 παρ. 4 του Κ.Α.Α.Α.]". Επιπροσθέτως με την προεκτεθείσα αναιρετική απόφαση (76/2012) απερρίφθησαν ως αβάσιμοι οι δεύτερος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 9 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.) και τρίτος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.) αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες απέδιδαν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες:
α) ότι η καθορισθείσα με την προσβαλλομένη απόφαση αποζημίωση για την μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων δεν ήταν πλήρης, κατά παράβαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και 13 του Κ.Α.Α.Α., διότι για τον καθορισμό της αποζημιώσεως αυτής το Εφετείο δεν συνυπολόγισε και την αξία των επικειμένων κτισμάτων, αφήνοντας αδίκαστο και το σχετικό αίτημα και υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια και β) για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την μείωση της αξίας των κτισμάτων, των επικειμένων στα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, λήφθηκε υπόψη η επιφάνεια αυτών, κατά τετραγωνικό μέτρο και όχι ο όγκος αυτών (κατά κυβικό μέτρο). Ακολούθως δε και σε συνέπεια με τις ως άνω παραδοχές της αναίρεσε την προσβαλλομένη δι' αυτής απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, που, κατ' ακριβή αντιγραφή των σχετικών παραδοχών της "αφορά στον κρίσιμο χρόνο του καθορισμού της αποζημιώσεως" και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Από το παραπάνω σημειούμενο περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 76/2012 αναιρετικής αποφάσεως προκύπτει ότι η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1413/2010 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών είναι μερική, οριοθετείται δε και εντοπίζεται μόνο στο ζήτημα του ληφθέντος υπόψη ως κρισίμου χρόνου καθορισμού της αποζημιώσεως. Το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, με την υπ' αριθμ. 4733/2018 (ήδη προσβαλλομένη) απόφασή του, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω 76/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως άλλωστε δεσμεύεται και το Δικαστήριο τούτο, και δικάζοντας μέσα στα όρια που διαγράφονται από αυτήν, επιλαμβανόμενο μόνο του προσδιορισμού της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο της 10.10. 2006, προκειμένου να υπολογιστεί η αποζημίωση για την μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και λόγω άρσεως της υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως και αποζημιώσεως τρίτων των ιδίων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, συμμορφούμενο, δηλαδή, προς αυτήν (76/2012) ως προς το ανωτέρω νομικό ζήτημα (του κρισίμου χρόνου καθορισμού της αποζημιώσεως), δέχθηκε εν μέρει την αίτηση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων και, αφού έκρινε ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, κατά το προεκτεθέντα χρόνο, ανερχόταν:
α) για τα με ΑΚΠ ... στο ποσό των 370 ευρώ/τ.μ., β) για το με ΑΚΠ … στο ποσό των 190 ευρώ/τ.μ. και γ) για τα με ΑΚΠ … στο ποσό των 190 ευρώ/τ.μ.: Α] καθόρισε, με κρίσιμο χρόνο την 10.10.2006, την ιδιαίτερη αποζημίωση για τις επίδικες ιδιοκτησίες ως εξής: 1) για την ιδιοκτησία με Α.Κ.Π. …σε ποσοστό 15% επί του ποσού των 370 ευρώ/τ.μ., 2) για την ιδιοκτησία με Α.Κ.Π.
… σε ποσοστό 25% επί του ποσού των 370 ευρώ/τ.μ., 3) για την ιδιοκτησία με Α.Κ.Π. … σε ποσοστό 35% επί του ποσού των 190 ευρώ/τ.μ., 4) για την ιδιοκτησία με Α.Κ.Π. … σε ποσοστό 50% επί του ποσού των 190 ευρώ/τ.μ. και 5) για την ιδιοκτησία με Α.Κ.Π. … σε ποσοστό 50% επί του ποσού των 190 ευρώ/τ.μ. και Β] αναγνώρισε ότι οι ανωτέρω ιδιοκτησίες δεν υπέχουν υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως και αποζημιώσεως τρίτων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω 76/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι η καθορισθείσα αποζημίωση για την μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων δεν ήταν πλήρης, κατά παράβαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, 6 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 954 του Α.Κ., διότι, κατά την άποψή τους, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως αυτής το Εφετείο δεν συνυπολόγισε και την αξία των επικειμένων κτισμάτων, καθώς επίσης ότι για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την μείωση της αξίας των κτισμάτων λήφθηκε υπόψη η επιφάνεια αυτών, κατά τετραγωνικό μέτρο και όχι ο όγκος αυτών, κατά κυβικό μέτρο, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθ' όσον, όπως έχει ήδη εκτεθεί, τα παραπάνω ζητήματα κρίθηκαν αμετάκλητα με την προαναφερόμενη αναιρετική απόφαση, με την οποία, και μετά την απόρριψη των συναφών λόγων της ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως των αιτούντων ιδιοκτητών των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθορίστηκε ειδικότερα το πλαίσιο εντός του οποίου το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφούμενο με αυτήν, εξέτασε την υπόθεση, δεν μπορούσε δε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη οικεία νομική σκέψη, να εξετάσει εκ νέου το κεφάλαιο αυτό της υποθέσεως, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου από την αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού τότε θα προσέβαλε το δεδικασμένο, που, κατ' άρθρο 322 του Κ.Πολ.Δικ., λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Όμοια αρνητικά και για τους ίδιους λόγους αξιολογούνται και οι λοιποί, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 9 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. με τις αιτιάσεις ότι η καθορισθείσα αποζημίωση για την μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων δεν ήταν πλήρης, κατά παράβαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των προαναφερομένων διατάξεων, διότι για τον καθορισμό της αποζημιώσεως αυτής το Εφετείο δεν συνυπολόγισε και την αξία των επικειμένων κτισμάτων, αφήνοντας αδίκαστο και το σχετικό αίτημα (δεύτερος λόγος), καθώς επίσης ότι για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την μείωση της αξίας των κτισμάτων λήφθηκε υπόψη η επιφάνεια αυτών, κατά τετραγωνικό μέτρο και όχι ο όγκος αυτών, κατά κυβικό μέτρο (τρίτος λόγος).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32), αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Προκειμένου περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του ν. 3693/1957. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας αποτελεί ως προς την δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20.
Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για την δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως. Από την διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημιώσεως και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως, που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 17/2000), προκύπτει ότι στην δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 του ως άνω νόμου (Κ.Α.Α.Α.), ένα είναι τα αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων (Α.Π. 68/2017, Α.Π. 205/2017, Α.Π. 326/2014, Α.Π. 359/2006).
Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) Τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημιώσεως και δη 2% για την σύνταξη της αιτήσεως, ανταιτήσεως ή παρεμβάσεως και 1% για την σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της αιτήσεως, ανταιτήσεως ή παρεμβάσεως επιπλέον δε 1% για την σύνταξη προτάσεων επί εκάστης των επομένων συζητήσεων (άρθρα 107 παρ. 2, 110 παρ. 3 και 114 παρ. 5 Κώδικα Δικηγόρων - ΑΠ 251/ 2017, ΑΠ 1347/2006).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999 στις δίκες προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998, η επιδικαζομένη από το δικαστήριο δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου, βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημιώσεως, η δε αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο 2.500.000 δραχμές.
Εντεύθεν παρέπεται ότι επί απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων, η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως για τον προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό αυτής, ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί της καθοριζομένης αποζημιώσεως, μη δυναμένη να υπερβεί κατά δικαιούχο το ποσό των 2.500.000 δραχμών (7.336.78 ευρώ).
Η παραπάνω διάταξη, που θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισμό της δαπάνης εκτελέσεως των Ολυμπιακών Έργων προς τον σκοπό επιτυχούς διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς την συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 και 2), ούτε προς τα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης και 6 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού με την ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων (άρθρο 100 επ.) και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 251/2017, ΑΠ 588/2014, ΑΠ 76/2012, ΑΠ 359/2006).
Με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως: α) την διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730/1999, την οποία εφάρμοσε, αν και αντιβαίνει στο Σύνταγμα και περιόρισε έτσι την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατ' ανώτατο όριο στο ποσό των 7.336,75 ευρώ και β) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, επιδικάζοντας την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ενιαίως τόσο για την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού όσο και για την δίκη του οριστικού προσδιορισμού και καθορίζοντας αυτήν (αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους) σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημιώσεως, αντί ποσοστού 3%, όπως έπρεπε, διότι δεν συνυπολόγισε την αμοιβή αυτού και για την σύνταξη των προτάσεων επί των επομένων συζητήσεων της αιτήσεώς τους, που έλαβαν χώρα ενώπιον του Εφετείου, στις δικασίμους: 1) της 10.10.2006, μετά την οποία εκδόθηκε η 4700/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, 2) της 20.10.2009, μετά την οποία εκδόθηκε η 1413/2010 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία αναιρέθηκε με την 76/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου και 3) της 24.4.2018, μετά την οποία εκδόθηκε η 4733/2018 (ήδη προσβαλλομένη) απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, ανερχομένη, συνακολούθως, αυτή (αμοιβή) στο συνολικό ποσοστό 9% [3% (2%+1%) για την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού +3% (2%+1%) για την αρχική δίκη του οριστικού προσδιορισμού +1%+1%+1% για την σύνταξη των προτάσεων των ως άνω συζητήσεων)] επί του ποσού της αποζημιώσεως διά 3 (σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730/1999) = 3%.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα δέχθηκε τα εξής: "...και να καταδικαστεί το καθ' ου υπόχρεο προς αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των εν γένει δικαστικών εξόδων των δικαιούχων της αποζημίωσης αιτούντων (άρθρο 18 παρ. 4 του Κ.Α.Α.Α.).
Στην προκειμένη απαλλοτρίωση εφαρμόζεται ως προς την εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης, η ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 7 του ν. 2730/1999, διότι πρόκειται για δίκη προσδιορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως για την εκτέλεση Ολυμπιακού έργου και έτσι η δικηγορική αμοιβή πρέπει να καθοριστεί σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημιώσεως με ανώτατο σχετικό όριο το ποσό των 7.336,75 ευρώ για κάθε δικαιούχο....".
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα της επιδικάσεως και του τρόπου καθορισμού της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε: α) την διάταξη του άρθρου 9 Ν. 2730/1999, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και η εφαρμογή της οποίας δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αφού, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επρόκειτο για απαλλοτρίωση προς εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων και β) την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, καθ' όσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αμέσως ανωτέρω, οι διαδικασίες για τον προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό της καταβλητέας αποζημιώσεως αφορούν στην διερεύνηση μιας και της αυτής διαφοράς, με συνέπεια να οφείλεται αμοιβή μία φορά και για τις δύο διαδικασίες.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια και, συνακολούθως, ο συναφής, κατά τα πρώτο σκέλος του, αναιρετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, τυγχάνει αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν, όπως θα έπρεπε, αν και μετά τον επικαλούμενο υπολογισμό της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου τους για τις ως άνω επόμενες συζητήσεις, αυτή (αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους) υπολείπεται ή όχι της ανώτατης αμοιβής των 7.336,75 ευρώ, που, όπως προεκτέθηκε, δικαιούνται κατ' ανώτατο όριο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ.
β' του ν. 2730/1999, ώστε στην συνέχεια να είναι εφικτή από το Δικαστήριο τούτο η έρευνα για την ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ως άνω διατάξεως περί δικαστικής δαπάνης (Α.Π. 251/2017), τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι δεν προσκομίζονται οι προτάσεις εκείνων των συζητήσεων, προκειμένου να κριθεί εάν πράγματι οι αναιρεσείοντες υποβλήθηκαν στην αντίστοιχη δικαστική δαπάνη, δικαιούμενοι, συνεπώς, της ανάλογης αμοιβής.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται δι' αυτού η αιτίαση ότι η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730/1999 παραβιάζει την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος περί ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον για την προβολή του, αφού η δικαστική δαπάνη που τους επιδικάζεται είναι ίση με τη νομίμως οφειλόμενη στον δικηγόρο τους αμοιβή (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 359/2006).
Εξ άλλου, η απόφαση έχει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την απόφανση ότι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημιώσεως και ήδη αναιρεσειόντων θα είναι μία και για τις δύο δίκες (προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως), καθώς και για το ότι επιδικάζεται αμοιβή μία μόνο φορά, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, δηλαδή, εν προκειμένω, υπολογιζόμενη στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 9 του ν. 2730/1999, σε ποσοστό 1%.
Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το τελευταίο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσεως, διότι "δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες αν επιδικάζεται αμοιβή για κάθε συζήτηση ή για μία, ανεξαρτήτως του πόσες συζητήσεις διεξήχθησαν επί της υποθέσεως και για ποιο λόγο επιδικάζει αμοιβή ποσοστού 1% και όχι 9% επί της οριστικής αποζημιώσεως" κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς τους με αυξ. αριθμ. αναιρετηρίου 1ο, 2ο, 3η, 4η, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9η, 10ο και 11η αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423/18-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλοι οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (Α.Π. 1863/2017, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 60/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 18.7.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 679/2019 αιτήσεως για αναίρεση της 4733/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 12ο, 13η, 14η και 15η των αναιρεσειόντων.
Διατάζει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (1ο, 2ο, 3η, 4η, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9η, 10ο και 11η).
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ