Supreme Court dismisses appeal for failure to cite indictment, ruling it an inadmissible argument on evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a traffic accident. The appellant argued the appellate court failed to consider a specific indictment filed by the prosecutor, claiming this violated procedural rules. The court found that the appellate judgment explicitly stated it had reviewed all submitted documents, including the prosecutor's indictment, and that the appellant's claim was merely a re-evaluation of evidence weight, which falls outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 C.Pol.D.; The appeal ground for failure to cite a document is inadmissible when the appellate court explicitly states it considered all submitted evidence, as such grounds challenge the court's discretionary evaluation of proof rather than a procedural defect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 326 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 326/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Κ., 2) Μ. συζ. Κ. Κ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2013 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με την από 18-3-2015 αγωγή του Ν. Σ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 737/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3263/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999).
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτήν την υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Κατά το άρθρο 12 § 1 του ΚΟΚ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή. Κατά το άρθρο 19 του ίδιου κώδικα, κατά την §1 ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ κατά την §3 "Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων...".
Κατά δε το άρθρο 26 αυτού, ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα (§1).
Η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (§4). Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά (§5). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΚΟΚ, η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 3263/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της αναίρεσης ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σε αυτό, δηλαδή του αναιρεσείοντος και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων: "Από την εκτίμηση από το Δικαστήριο αυτό, των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται και ειδικότερα από τις χωρίς όρκο καταθέσεις του ενάγοντος της πρώτης και τρίτης των ανωτέρω αγωγών, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς, τις ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, την με αριθμό 3507/2015 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος Μ.
Π., μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του εναγόμενων της πρώτης αγωγής και ενάγοντος της τρίτης αγωγής..., από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 11-9-2012 και περί ώρα 1.30 π.μ, ο ενάγων της πρώτης αγωγής - πρώτος εναγόμενος της δεύτερης και τρίτης αγωγής Μ. Π.ς, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...10 δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο επί της οδού Μ. στην περιοχή της Άνω Γλυφάδας με κατεύθυνση από Α. προς Β. Η μοτοσικλέτα αυτή τύγχανε ασφαλισμένη κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...
LTD" (δεύτερη εναγόμενη στην δεύτερη και τρίτη των ανωτέρω αγωγών). Η προαναφερθείσα οδός είναι μονής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,80 μέτρων, ευθεία οριζόντια και διασταυρώνεται καθέτως με την οδό Κ. Α. που είναι διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14 μέτρων, και με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.
Επιπλέον η τελευταία αυτή οδός και ειδικότερα το ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από τη Λ. Β. προς το βουνό παρουσιάζει ανωφέρεια με μεγάλη κλίση. Κατά τον παραπάνω χρόνο, ήταν νύχτα, με επαρκή τεχνικό φωτισμό, καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από σταθερά ή φυσικά εμπόδια, η κυκλοφορία οχημάτων αραιή και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα την ώρα (κατοικημένη περιοχή).
Η κυκλοφορία στον ανωτέρω κόμβο ρυθμίζεται με υπάρχουσα σήμανση και δη με πινακίδα STOP (υποχρεωτική διακοπή πορείας) επί της οδού Μ., επί της οποίας εκινείτο ο οδηγός της μοτ/τας. Την ίδια ώρα ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής Χ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...83 αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της μητέρας του, δεύτερης εναγομένης της πρώτης αγωγής - ενάγουσας της δεύτερης αγωγής, που τον είχε προστήσει στην οδήγηση αυτού, Μ.
Κ., εκινείτο επί της οδού Κ. Α. με κατεύθυνση από τη Λ. Β. προς το βουνό, ήτοι κινείτο εκ δεξιών της πορείας του οδηγού της μοτ/τας. Το αυτοκίνητο αυτό ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." (τρίτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής και τέταρτη εναγόμενη της τρίτης αγωγής).
Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ο οποίος επιθυμούσε να διασχίσει καθέτως την οδό Κ. Α., προκειμένου να συνεχίσει ευθεία την πορεία του επί της οδού Μ., όταν έφθασε στην παραπάνω συμβολή των οδών δεν διέκοψε την πορεία του, όπως είχε υποχρέωση από την προαναφερθείσα σήμανση, αλλά συνέχισε ανέλεγκτα αυτή, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το κανονικά κινούμενο όχημα επί της οδού Κ.
Α. του οδηγού Κ.. Ο οδηγός Π. ισχυρίζεται ότι η υπάρχουσα στην πορεία του σήμανση με την ένδειξη ΣΤΟΠ, δεν ήταν ορατή, για το λόγο ότι καλύπτονταν από τις υπάρχουσες στο πεζοδρόμιο της ανωτέρω οδού φυλλωσιές δέντρων. Και είναι βέβαια γεγονός ότι η ορατότητα της ως άνω σημάνσεως περιοριζόταν από φυλλοβόλα δέντρα που βρίσκονταν στο σημείο αυτό, όπως σημειώνεται στην συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε το τμήμα τροχαίας Ελληνικού, αλλά ακόμη και στην περίπτωση αυτή, ο οδηγός Π., είχε υποχρέωση, προσεγγίζοντας τον ανωτέρω κόμβο να παραχωρήσει προτεραιότητα στο όχημα που οδηγούσε ο οδηγός του αυτοκινήτου Κ.ς, εφόσον ερχόταν εκ των δεξιών του.
Αντίθετα, αυτός ενώ κινούνταν από αριστερά με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, δεν σταμάτησε πριν από την επίδικη διασταύρωση, προκειμένου να παραχωρήσει την προτεραιότητα στον κινούμενο από δεξιά του οδηγό του αυτ/του, παρά το γεγονός ότι τον αντιλήφθηκε, αλλά συνέχισε ανεξέλεγκτα την πορεία του για να διαβεί τη διασταύρωση, εκτιμώντας εσφαλμένως την ταχύτητα του αυτοκινήτου και την απόσταση που χώριζε το τελευταίο από την δική του μοτοσικλέτα.
Αποτέλεσμα της ανέλεγκτης αυτής κίνησης του οδηγού της μοτ/τας, ήταν η σύγκρουσή του με το αυτ/το που οδηγούσε ο διάδικος Κ.ς. Ειδικότερα το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου συγκρούστηκε με την οπίσθια και δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας (εξάτμιση, ποδιά, πλαστικά). Τις ανωτέρω συνθήκες του επιδίκου ατυχήματος επιβεβαιώνει ο ίδιος ο οδηγός της μοτ/τας, με την προανακριτική του κατάθεση και την ανωμοτί κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου χαρακτηριστικά καταθέτει: "...έλεγξα την διασταύρωση, είδα από δεξιά τον εναγόμενο, αρκετά μακριά, δεν υπολόγισα την ταχύτητά του.
Θεώρησα ότι προλάβαινα". Ισχυρίζεται βέβαια ο ως άνω οδηγός της μοτ/τας Μ. Π.ς, όπως και η ομόδικός του ασφαλιστική εταιρία, ότι ο οδηγός του αυτ/του Χ. Κ., εκινείτο στην ανωτέρω οδό με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και δη αυτή των 100 χιλ./ώρα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν κρίνεται βάσιμος αφού: η ανάπτυξη υπερβολικής ταχύτητας εκ μέρους του οδηγού του αυτ/του, ήταν δυσχερής, λόγω της μεγάλης κλίσης με ανωφέρεια, που παρουσίαζε το επίδικο οδόστρωμα στην πορεία του, όπως προαναφέρθηκε.
Μετά την προαναφερόμενη σύγκρουση της μοτ/τας με το εν λόγω αυτ/το, η πρώτη δεν ανετράπη, αλλά συνέχισε την πορεία της και επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος της στο οπίσθιο μέρος του με αριθμό κυκλοφορίας ...45 ΙΧΕ σταθμευμένου επί της οδού Μ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του ενάγοντος της τρίτης αγωγής Νικηφόρου Σταυρίδη, με αποτέλεσμα να προκληθούν στο τελευταίο υλικές ζημίες, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω, ο δε αναβάτης αυτής έπεσε στο οδόστρωμα της οδού Μ., μετά την δεύτερη πρόσκρουση, γεγονός που αποκλείει την ύπαρξη μεγάλης ταχύτητας του αυτ/του, αφού στην περίπτωση αυτή, ο οδηγός την μοτ/τας θα είχε εκσφενδονιστεί από την πρώτη σύγκρουση.
Αντίθετο συμπέρασμα ως προς την ταχύτητα του υπ' αρ. ...83 αυτ/του, δεν μπορεί να προκύψει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως με αρ. ...13/11-5-2013 έκθεση πραγμ/νης του Ε. Μ., ο οποίος εκτιμά την ταχύτητα αυτού στα 100 χιλ./ώρα, χωρίς επιστημονική ανάλυση, αφού αναιρείται από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως με αρ. 120515/12-5-2015 τεχνική έκθεση ανάλυσης συνθηκών ατυχήματος, των συμβούλων οδικής ασφάλισης ΤΡΟΧΟΓΝΩΜΩΝ, στην οποία με επιστημονικά δεδομένα εκτιμάται η ταχύτητα του εν λόγω αυτ/του στα 45 χ/ώρα.
Τέλος η εντός του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας κίνηση του αυτ/του του οδηγού Χ. Κ., συνάγεται και από την μη ενεργοποίηση των αερόσακων, που διέθετε το εν λόγω αυτ/το, δεδομένου ότι η ενεργοποίηση αυτή, σε περίπτωση σύγκρουσης όπως η προκειμένη λαμβάνει χώρα όταν η ταχύτητα του αυτ/του ξεπερνά τα 40 χιλ./ώρα.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτ/τας Μ. Π., ο οποίος προσεγγίζοντας τον ανωτέρω κόμβο, όπου, επειδή η ορατότητα της υπάρχουσας σήμανσης επ' αυτού (ΣΤΟΠ) ήταν περιορισμένη από τους οδηγούς λόγω της κάλυψής της από κλαδιά δένδρου και συνεπώς δεν δύναται να του καταλογισθεί το γεγονός ότι δεν την αντιλήφθηκε, όφειλε να διακόψει την πορεία του, για να διέλθουν τα εκ δεξιών προερχόμενα οχήματα που είχαν προτεραιότητα, δεν παρεχώρησε προτεραιότητα στο όχημα αυτό που οδηγούσε ο Χ.
Κ. και εκινείτο εκ δεξιών του, παρά το γεγονός ότι το αντιλήφθηκε, αλλ' αντιθέτως και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1 και 3 και 26 παρ. 1 και 5 του ΚΟΚ, εξήλθε από την εν λόγω διασταύρωση ανέλεγκτα, με συνέπεια τα προαναφερθέντα. Από τις ίδιες παραπάνω συνθήκες προκύπτει ότι κανένα ποσοστό συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, δεν βαρύνει τον οδηγό Κ., ο οποίος εκινείτο κανονικά στην πορεία του, δεν μπορούσε δε να θεωρήσει ως πιθανή την ανέλεγκτη έξοδο από τη διασταύρωση του οδηγού Π..
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας Μ. Π. που πρότειναν παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν νόμιμα στην παρούσα δίκη, οι εναγόμενοι της πρώτης αγωγής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος, τυγχάνουν και οι δύο ανωτέρω οδηγοί, κατά ποσοστό 80% για τον οδηγό Π.
και 20% για τον οδηγό Κ., κάνοντας εν μέρει δεκτές τις αντίστοιχες ενστάσεις συνυπαιτιότητας των εναγομένων κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά τους βάσιμους περί τούτου πρώτο λόγο της δεύτερης, πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγο της τρίτης των ανωτέρω εφέσεων... Συνακόλουθα και εφόσον αποκλειστικά υπαίτιος της επιδίκου συγκρούσεως και των ζημιών που προκλήθηκαν απ' αυτή στον ενάγοντα της πρώτης αγωγής, Μ.
Π., είναι ο ίδιος αυτός ενάγων, καμία δε υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο αυτής της αγωγής Χ. Κ., ουδέ για το λόγο αυτό γεννάται υποχρέωση αποζημιώσεως της δευτέρας των εναγομένων της ιδίας αγωγής, Μ. Κ., ιδιοκτήτριας του αυτ/του που οδηγούσε ο Χ. Κ. και προστήσασας στην οδήγηση τον ανωτέρω οδηγό και της τρίτης εναγομένης της ιδίας αγωγής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ..., που είχε ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη το αυτ/το της Μ.
Κ., η πρώτη των ανωτέρω αγωγών (σημ. η και τώρα επίδικη από 26-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων), πρέπει να απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, ενώ ορθά ερμήνευσε και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, στις παραδοχές του το Εφετείο περιλαμβάνει επαρκή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, αφού αναφέρει ότι αυτός, ενώ κινούνταν από αριστερά με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, προσεγγίζοντας τον κόμβο, όπου, επειδή η ορατότητα της υπάρχουσας σήμανσης επ' αυτού (STOP) ήταν περιορισμένη από τους οδηγούς λόγω της κάλυψής της από κλαδιά δένδρου και συνεπώς δεν δύναται να του καταλογισθεί το γεγονός ότι δεν την αντιλήφθηκε, όφειλε να διακόψει την πορεία του, για να διέλθουν τα εκ δεξιών προερχόμενα οχήματα που είχαν προτεραιότητα, δεν παρεχώρησε προτεραιότητα στο όχημα που οδηγούσε ο Χ.
Κ. και εκινείτο εκ δεξιών του, παρά το γεγονός ότι το αντιλήφθηκε, αλλ' αντιθέτως και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 19 §§ 1 & 3 και 26 §§ 1 & 5 του ΚΟΚ, εξήλθε από την εν λόγω διασταύρωση ανέλεγκτα, με συνέπεια τα προαναφερθέντα. Επίσης, το Εφετείο με πλήρη αιτιολογία αναφέρει ότι κανένα ποσοστό συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, δεν βαρύνει τον οδηγό Κ., ο οποίος εκινείτο κανονικά στην πορεία του, με ταχύτητα μη υπερβαίνουσα τα 45 χλμ/ώρα (ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ως κατοικημένη περιοχή τα 50 χλμ/ω), είχε προτεραιότητα, δεν μπορούσε δε, ως μέσος συνετός οδηγός, να θεωρήσει ως πιθανή την ανέλεγκτη έξοδο του οδηγού Π.
από τη διασταύρωση και την αιφνιδιαστική σε μικρή απόσταση απόφραξη της πορείας του, με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστεί και λόγω του αιφνιδιασμού του, να μην προλάβει να αντιδράσει με τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό. Συνακόλουθα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι α) ενώ αρχικά δέχεται ότι η κυκλοφορία στον επίδικο κόμβο ρυθμίζεται με υπάρχουσα σήμανση πινακίδας STOP και δεν διέκοψε την πορεία του, στη συνέχεια δέχεται ότι η πινακίδα αυτή δεν ήταν ορατή οπότε κατά το άρθρο 19 § 3 του ΚΟΚ δεν είχε υποχρέωση να διακόψει την πορεία του αλλά να μειώσει ταχύτητα και β) δεν διευκρινίζει 1) με πόση ταχύτητα κινείτο ο ίδιος κατά την είσοδό του στη διασταύρωση, από πόση απόσταση τον αντιλήφθηκε ο οδηγός του αυτοκινήτου ή όφειλε να τον αντιληφθεί να μπαίνει στη διασταύρωση για να διαπιστωθεί αν ο τελευταίος μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση και 2) εάν ο τελευταίος ανέκοψε ταχύτητα πλησίον του ισόπεδου κόμβου και αν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή σύμφωνα με το άρθρο 12 § 1 του ΚΟΚ είναι απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κρίθηκε υπαίτιος γιατί παραβίασε την εκ δεξιών προτεραιότητα (ΚΟΚ 26 § 5), ο δε πρώτος αναιρεσίβλητος κινείτο κανονικά με ταχύτητα μικρότερη του επιτρεπομένου ορίου, είχε προτεραιότητα στον κόμβο, εύλογα δε ανέμενε, ως μέσος συνετός οδηγός, ότι και οι άλλοι οδηγοί που κινούντο στον οδικό κόμβο (δηλ.
ο αναιρεσείων) θα τηρούσαν τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα προ της αιφνίδιας και απροειδοποίητης απόφραξης της πορείας του από τη μοτοσικλέτα σε μικρή απόσταση, να αιφνιδιαστεί και να μην προλάβει να αντιδράσει με τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθούν και άλλα περιστατικά για την πληρότητα της αιτιολογίας, πέραν των όσων αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 335, 338, 339, 340, 591 § 1 και 681Α ΚΠολΔ (όπως το άρθρ. 681Α ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015), προκύπτει ότι το δικαστήριο και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασής του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.
Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 240/2011, ΑΠ 704/2008). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το προσκομισθέν μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. ΑΒΜ ΙΑ: 81/2013/1952 από 24-3-2015 κατηγορητήριο της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου για αμέλειά του στην πρόκληση του ένδικου τραυματισμού του αναιρεσείοντος.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αναφέρεται παραπάνω, σ' αυτήν μνημονεύεται ειδικώς ότι έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής δικογραφίας...".
Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας (αναιρεσείοντος), την οποία συνήγαγε κατ' εκτίμηση των συνθηκών του ατυχήματος που αποδείχθηκαν και εκ τούτου να απορρίψει την έφεση και την αγωγή του, έλαβε υπόψη του και το περί ου ο αναιρετήριος λόγος κατηγορητήριο, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς αυτό.
Στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση του αναιρεσείοντος ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας του εν λόγω αποδεικτικού μέσου και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους του προσέγγιση, που εκτιμά διαφορετικά το αποδεικτικό αυτό μέσο, το οποίο θεωρεί μείζονος σπουδαιότητας, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο λόγος αυτός (πρώτος) της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Μετά από όλα αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2017 και με αριθμό καταθέσεως 8601/820/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3263/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ