Supreme Court quashes appeal court decision for failing to consider acquittal verdict in civil fraud case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the Athens Court of Appeal's decision because it failed to consider a specific criminal acquittal verdict presented by the appellant. The lower court relied on witness testimonies to establish fraud and a debt of 3 million drachmas, ignoring the prior finding of innocence regarding the same deceptive acts. Consequently, the appeal was allowed, the case remitted for retrial before a different panel, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11g of the Code of Civil Procedure; Art. 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure: A court of appeal must consider specific evidence adduced by parties; failure to address a crucial document like a criminal acquittal verdict renders the decision voidable and requires remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 704 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 704/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Παντινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Πολυχρονίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ......., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Φραγκούλης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2652/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2011/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 26-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν ο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ' ουσία στην περίπτωση που παρά τη γενική έκφραση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και κυρίως έγγραφο ή στην περίπτωση κατά την οποία από το σύνολο των αιτιολογιών της αποφάσεως γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων...., την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων.... όλα ανεξαρτήτως των επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα....", ότι αποδείχθηκε η (παράνομη και υπαίτια) αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης ( αναιρεσείουσας) αφού " 1) ενέχει την παραβατικότητα του ποινικού αδικήματος της απάτης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ΠΚ 386 παρ. 1 εδ.
α' (σχετικά με τις ψευδείς παραστάσεις που εμφάνισε στην ενάγουσα ως αληθείς παραβιάσεις περί της οικονομικής καταστάσεως της ταξιδιωτικής επιχείρησης του ..... και για το γεγονός ότι (τον τελευταίο) τον παρουσίασε ότι ήταν σύζυγός της, αν και είχε ή δη διαζευχθεί από αυτόν και 2) εμπεριέχει την αθέτηση της αποφάσεως για μελλοντική επιστροφή των χρημάτων της ενάγουσας (ποσού 3.000.000 δραχμές που έδωσε, υπό τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις, στην εναγομένη) που μετέχει κακής πίστεως και εμπερικλείει δόλο του αστικού δικαίου και δημιουργεί αντίστοιχη αστική ευθύνη".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.000.000 δραχμών, που αντιστοιχεί στη ζημία της τελευταίας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αφού εξαφάνισε την τ' αντίθετα δεχθείσα και απορρίψασα την αγωγή, πρωτοβάθμια απόφαση.
Όμως από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και παρά τη γενική έκφραση αυτής ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την 71359/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αθώα της αποδοθείσας σ' αυτήν πράξεως της απάτης, η αντικειμενική υπόσταση της οποίας συνιστά τη βάση της κατ' αυτής από αδικοπραξία αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Και ναι μεν το Εφετείο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της ποινικής απόφασης και μπορούσε όπως και κατέληξε σε αντίθετο με την τελευταία ποινική απόφαση πόρισμα, έπρεπε όμως, ενόψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ.
Μετά ταύτα η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Αναιρεί την 2011/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
-
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ