Supreme Court allows appeal against bank judgment for awarding more debt than claimed under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court judgment that awarded a bank more debt than originally claimed. The appellant argued the court erred by calculating the total debt at a higher amount and failing to deduct payments made, resulting in a judgment exceeding the requested sum. The court found this violation of Article 559(9) of the Code of Civil Procedure and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558 and 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the court awards more than what was requested, constituting a procedural error requiring remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 301 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 301/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ήδη λυθείσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Πανέρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή της, ήτοι από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Στεφανία Κατσιάπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2013 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1126/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6070/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 558 του Κ.Πολ.Δικ., η αναίρεση απευθύνεται κατά των νικησάντων διαδίκων, αντιδίκων του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Σε περίπτωση ομοδικίας, αναγκαίας ή απλής, η αίτηση αναιρέσεως του ενός των ομοδίκων δεν μπορεί να απευθύνεται και κατά των λοιπών ομοδίκων του, εκτός εάν στην δίκη ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας μεταξύ τους (π.χ. δίκη διανομής) ή εάν η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει διάταξη ή αιτιολογία επωφελή για τον ομόδικό του και δυσμενή για τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 15, 16/1996, ΑΠ157/2018, ΑΠ 1229/2010).
Εν προκειμένω ασκήθηκε η από 17-1-2013 αγωγή από την πρώτη αναιρεσίβλητη και ήδη τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση τράπεζα "..." κατά της εταιρείας "..." με αίτημα την επιδίκαση των κατ' αυτής απαιτήσεων συνισταμένων στο τίμημα από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, οι οποίες (απαιτήσεις) εκχωρήθηκαν στην ενάγουσα από την πελάτιδά της και προμηθεύτρια της εναγομένης "..." και νομίμως αναγγέλθηκαν.
Η άνω αγωγή έγινε δεκτή με την 1126/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση και πρόσθετοι λόγοι από την ήδη αναιρεσείουσα και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως οιονεί καθολικών διαδόχων της αρχικής εναγόμενης εταιρείας κατόπιν διάσπασης με απορρόφηση.
Το Εφετείο Αθηνών με την 6070/2019 απόφασή του απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους ως απαράδεκτους όσον αφορά την πρώτη εκκαλούσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη), δέχθηκε αυτούς (έφεση και προσθέτους λόγους) ως προς την δεύτερη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η δεύτερη εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "...", ομοδίκου της ήδη αναιρεσείουσας, αφού η αιτιολογία και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία κρίθηκε ότι νομιμοποιείται παθητικά η αναιρεσείουσα "..." και όχι η ως άνω αναιρεσίβλητη, είναι επωφελής για την τελευταία και βλαπτική για την αναιρεσείουσα κατά τα προεκτεθέντα.
Στο ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" προσετέθησαν με το Π.Δ. 498/1987, μεταξύ άλλων διατάξεων, και τέσσερα κεφάλαια 12, 12α, 12β και 12γ, αποτελούμενα από τα άρθρα 81, 82 - 87, 88 και 89 αντιστοίχως, και αναφερόμενα στη διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών, προς προσαρμογή του νόμου αυτού στις διατάξεις της από 17.12.1982 έκτης οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Το άρθρο 81 ορίζει τα εξής: "1. Η διάσπαση ανωνύμων εταιρειών πραγματοποιείται είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση νέων εταιρειών, είτε με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιρειών. 2. Διάσπαση με απορρόφηση είναι η πράξη με την οποία μία ανώνυμη εταιρεία (διασπώμενη), η οποία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζει σε άλλες υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες (επωφελούμενες) το σύνολο της περιουσίας της (ενεργητικό και παθητικό) έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών εκδιδόμενων από τις επωφελούμενες εταιρίες και, ενδεχομένως, καταβολής ενός χρηματικού ποσού σε μετρητά προς συμψηφισμό μετοχών τις οποίες δικαιούνται.... 3.
Διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών είναι η πράξη, με την οποία μία ανώνυμη εταιρεία (διασπώμενη), η οποία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζει σε άλλες ανώνυμες εταιρείες, που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) το σύνολο της περιουσίας της (ενεργητικό και παθητικό) έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών εκδιδομένων από τις επωφελούμενες εταιρείες και, ενδεχομένως, καταβολής ενός χρηματικού ποσού σε μετρητά προς συμψηφισμό μετοχών τις οποίες δικαιούνται.. 4 ".
Περαιτέρω, το άρθρο 85 ορίζει τα εξής: "1. Από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 84, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση τόσο για τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση όσο και έναντι τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα:
α) Η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας (ενεργητικού και παθητικού) της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες. β) ...γ) Η διασπώμενη εταιρεία παύει να υπάρχει 2. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τις επωφελούμενες εταιρείες ή κατ' αυτών, κατά την προβλεπόμενη κατανομή από το σχέδιο σύμβασης διάσπασης της παρ. 2 του άρθρου 82 ή από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 82.
χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση από μέρους των εταιρειών αυτών για τη συνέχιση, χωρίς να επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους". Από τις διατάξεις αυτές του ν. 2190/1920 προκύπτει ότι σε περίπτωση διασπάσεως ανωνύμου εταιρείας με σύσταση νέων εταιρειών και από το χρονικό σημείο της καταχωρήσεως στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της σχετικής εγκριτικής αποφάσεως της διασπάσεως, η μεν διασπώμενη εταιρεία λύεται και παύει να υπάρχει, οι δε επωφελούμενες νέες εταιρείες, κατά το μέρος της περιουσίας, η οποία μεταβιβάζεται σε κάθε μία από αυτές, καθίστανται, ακόμη και έναντι τρίτων, αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως χωρίς καμία άλλη περαιτέρω διατύπωση, καθολικοί διάδοχοι αυτής (ΟλΑΠ 12/1999, ΣτΕ 1954/2013, ΑΠ 828/2011, ΑΠ 830/2011, ΑΠ 736/2002).
Ακόμη κατ' ακολουθία των ανωτέρω, από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της σχετικής εγκριτικής αποφάσεως της διασπάσεως, επί δικών που έχουν αρχίσει με την συμμετοχή της απορροφούμενης εταιρίας, νομιμοποιείται παθητικώς για την απεύθυνση κατ' αυτής μόνο η απορροφούσα εταιρία ως οιονεί καθολική διάδοχος της απορροφούμενης, αφού η τελευταία έχει παύσει να υπάρχει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και επομένως δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος (AΠ 339/2018, ΑΠ 913/2001).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ185/2004, ΑΠ 1503/2005).
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, ΑΠ 1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 10/2015).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 832/2009, ΑΠ 715/2010).
Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Περαιτέρω, οι ίδιοι ως άνω κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως, α) όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 10/2015), β) όταν το δικαστήριο περιορίστηκε απλώς στο ερμηνευτικό πόρισμά του, χωρίς καθόλου, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να αναφέρει τις ερμηνευτέες δηλώσεις των μερών (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 597/2005, ΑΠ 838/2005), γ) όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση που προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων (ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 10/2015), έστω και αν παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και δ) όταν δεν προκύπτουν καθόλου ή εκτίθενται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 232/2016), με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016).
Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στην "κανονιστική" μόνο διάστασή της, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνο αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1248/2019, ΑΠ 825/2019, ΑΠ 1453/2017, ΑΠ 1215/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος και δη ως προς το ζήτημα ποία εκ των δύο εκκαλουσών εταιρειών υποκαταστάθηκε στη θέση της αρχικής εναγόμενης εταιρείας στην επίδικη διαφορά, τα ακόλουθα: "...Με την αριθ. 2047/24.5.2013 απόφαση της Αντιπεριφερειάρχη Ανατολικής ..., η οποία καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ.
με κωδικό αριθμό .../24.5.2013 (ΦΕΚ 3163/τ. Α.Ε.-Ε.Π.Ε. & Γ.Ε.ΜΗ./3.6.2013), εγκρίθηκε η διάσπαση της ενανομένης ανώνυμης εταιρίας "...", σε δύο τμήματα, Α και Β, με απορρόφηση αυτών από τις εκκαλούσες (επωφελούμενες), σύμφωνα με τις οπό 27.12.2012 αποφάσεις των Γ.Σ. της διασπώμενης και των επωφελούμενων ανωνύμων εταιριών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 81-88 του K.Ν. 2190/1920, τις διατάξεις των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993 και την υπ' αριθμ.
…/13.5.2013 σύμβαση διάσπασης δι' απορροφήσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίας Μανάρα. Πρόκειται, όσον αφορά τη διασπώμενη, για εταιρία, η οποία προήλθε κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρίας "..." από την ανώνυμη εταιρία "...", μετονομασθείσα, αρχικά, σε "..." και κατόπιν, σε "...", ενώ η ίδια εταιρία, ακολούθως, προχώρησε σε συγχώνευση με απορρόφηση και της θυγατρικής της ανώνυμης εταιρίας "...".
Σκοπός της διασπώμενης εταιρίας ήταν, καταρχάς, η εμπορία, χονδρικώς και λιανικώς, η παραγωγή, η συναρμολόγηση, η εισαγωγή και η εξαγωγή κάθε είδους τηλεπικοινωνιακού υλικού, υπολογιστών, πάσης φύσεως συσκευών (ενσύρματων και ασύρματων) και ειδών εφαρμογής ηλεκτρισμού, ειδών ηλεκτρονικής και επικοινωνίας και εν γένει, κάθε είδους ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού υλικού και συσσωρευτών (μπαταριών), αλλά και ειδών βιβλιοχαρτοπωλείου, παιχνιδιών (ηλεκτρονικών και μη), ενδυμάτων, υφασμάτων και συναφών ειδών, όπως, επίσης, η αντιπροσώπευση οίκων εξωτερικού, καθώς και η εκμετάλλευση καταστημάτων εστίασης, η οργάνωση εκδηλώσεων και η παροχή υπηρεσιών διαδικτύου.
Όσον αφορά τις επωφελούμενες εταιρίες, από αυτές η πρώτη εκκαλούσα, "..." (δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία συστήθηκε το έτος 2002, είχε κατά τη σύστασή της, ως σκοπό, την εκμετάλλευση ακινήτων, την αγορά, πώληση, εκμίσθωση και μίσθωση ακινήτων, όπως και την κατασκευή οικοδομών προς εκμετάλλευση, τη δημιουργία και την εκμετάλλευση τουριστικών μονάδων, την κατασκευή και εκμετάλλευση εμπορικών κέντρων, την εκτέλεση τεχνικών έργων και τη διαχείριση έργων, ενώ, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της το έτος 2004, προστέθηκαν στους σκοπούς της και οι βασικοί σκοποί της "...", που πιο πάνω αναφέρθηκαν, πλην εκείνων της εμπορίας κλπ υφασμάτων και λοιπών ακολούθως αναφερομένων.
Η δεύτερη εκκαλούσα, "..." (αναιρεσείουσα) συστήθηκε το έτος 2005 ως "...", ακολούθως μετονομάσθηκε σε "..." και τελικά, μετά την απορρόφηση, κατά το έτος 2011, της "...", μετονομάσθηκε σε "...". Ο σκοπός της, δε, από την ίδρυσή της, που έγινε από την "...", είναι όμοιος με εκείνους που εκτέθηκαν παραπάνω για την τελευταία. Από τη δεύτερη εκκαλούσα "..." απορροφήθηκε, κατά τη διάσπαση της εναγομένης, το μεγαλύτερο τμήμα της, το Τμήμα Α, στο οποίο, όπως αναφέρεται στο σχέδιο και τη σύμβαση διάσπασης, περιλαμβάνονται, εν πολλοίς, όλες οι δραστηριότητες και τα περιουσιακά στοιχεία της διασπώμενης εταιρίας, πλην αυτών που σχετίζονται με την πώληση ειδών ρουχισμού, τη λειτουργία του δικτύου καταστημάτων με το εμπορικό σήμα ...
μέσω συμβάσεων δικαιόχρησης, καθώς και του δικτύου καταστημάτων ... στη ..., περιλαμβανομένης στο ίδιο Τμήμα Α και της λειτουργίας των ηλεκτρονικών καταστημάτων που διατηρούσε η διασπώμενη εταιρία. Όσον αφορά το Τμήμα Β, που απορροφήθηκε από την πρώτη εκκαλούσα, "...", αυτό ήταν πολύ μικρότερο και περιελάμβανε, σύμφωνα με το σχέδιο και τη σύμβαση διάσπασης, τις δραστηριότητες και τα συναφή περιουσιακά στοιχεία της πώλησης ειδών ρουχισμού, το δίκτυο καταστημάτων ...
στη ... και τη λειτουργία του δικτύου καταστημάτων με το εμπορικό σήμα ... μέσω συμβάσεων δικαιόχρησης, το οποίο είχε, πλέον, συρρικνωθεί σημαντικά κατά τον χρόνο διάσπασης, αφού μόνο οι οκτώ από τις είκοσι έξι σχετικές συμβάσεις, όπως προκύπτει από τον σχετικό πίνακα (σελ. 18 σύμβασης), που εισφέρθηκαν στην επωφελούμενη εταιρία, ήταν σε ισχύ, ενώ οι υπόλοιπες είχαν, ήδη, λήξει, χωρίς η συνεργασία των συμβαλλομένων μερών να έχει ανανεωθεί, τουλάχιστον όχι με αυτή τη μορφή, της σύμβασης δικαιόχρησης.
Στο σχέδιο διάσπασης ορίζεται ότι, τυχόν περιουσιακά στοιχεία της διασπώμενης εταιρίας, τα οποία στο σχέδιο, είτε παραλείπονται εν όλω ή εν μέρει είτε περιγράφονται ελλιπώς ή ανακριβώς, θα λογίζεται ότι ανήκουν και συμμεταβιβάζονται με εκείνα από τα περιουσιακά στοιχεία της διασπώμενης εταιρίας, προς τα οποία εγγύτερον προσομοιάζουν, συνδέονται ή άλλως προέρχονται.
Τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της διασπώμενης εταιρίας, που μεταβιβάστηκαν με τη διάσπαση στις επωφελούμενες εταιρίες καταγράφονταν στο σχέδιο υπό το στοιχείο [Η.] και αναλύονταν περαιτέρω στους συνημμένους στο Παράρτημα λογαριασμούς, η, δε, κατανομή των περιουσιακών στοιχείων της διασπώμενης εταιρίας έγινε, όπως το σχέδιο και η σύμβαση ρητώς αναφέρουν, με κριτήριο τις κύριες δραστηριότητες των επωφελουμένων εταιριών, ώστε αυτά να είναι χρήσιμα και αποδοτικά για τις εταιρίες στις οποίες περιέρχονται.
Από την καταχώρηση της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, η εναγομένη ανώνυμη εταιρία "..." έπαυσε να υφίσταται ως διάδικος στην παρούσα υπόθεση, αλλά εν γένει και ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και υπεισήλθαν στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οι άνω επωφελούμενες ανώνυμες εταιρίες (εκκαλούσες), ως οιονεί καθολικές διάδοχοι, η καθεμία κατά το τμήμα της περιουσίας της διασπώμενης, το οποίο της μεταβιβάστηκε.
Ωστόσο, στο παθητικό της διασπώμενης, όπως τα στοιχεία του, μαζί με τα στοιχεία του ενεργητικού της, καταγράφηκαν και περιγράφηκαν στο σχέδιο και τη σύμβαση διάσπασης, τον προσαρτώμενο στην τελευταία ισολογισμό μετασχηματισμού της 31.12.2012 και την από 28.2.2013 έκθεση διαπίστωσης της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων της διασπώμενης εταιρίας, με βάση τα εμπορικά βιβλία της, που συντάχθηκε από ορκωτό ελεγκτή λογιστή, δεν έχουν περιληφθεί οι προκείμενες επίδικες απαιτήσεις, που προέρχονται από διαδοχικές πωλήσεις προϊόντων κινητής τηλεφωνίας, κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου 2010-Ιουλίου 2010, προς τη διασπώμενη, από την εταιρία "..." και εκχωρήθηκαν από την τελευταία στην ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη), στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τα παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενα στοιχεία, κρίνεται ότι, κατά παρεχόμενη από την ερμηνεία του σχεδίου διάσπασης δυνατότητα, πρέπει, με βάση και τα ερμηνευτικά κριτήρια, που το ίδιο το σχέδιο και η σύμβαση διάσπασης θέτει, αλλά και οι εκκαλούσες επωφελούμενες εταιρίες υιοθετούν ως κρίσιμα, να κατανεμηθεί το στοιχείο αυτό του παθητικού της διασπώμενης, που συνίσταται στις επίδικες απαιτήσεις, στη δεύτερη εκκαλούσα, "..." στην οποία και κρίνεται, ότι θα είχαν κατανεμηθεί, εάν η ύπαρξη των απαιτήσεων αυτών είχε τεθεί υπόψη των συμμετεχόντων στη διάσπαση εταιριών.
Ειδικότερα: α) Η κατανομή των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της διασπώμενης εταιρίας έγινε, όπως ρητώς το σχέδιο και η σύμβαση αναφέρει, με κριτήριο τις κύριες δραστηριότητες των επωφελούμενων εταιριών, η, δε, άνω προμηθεύτρια εταιρία δραστηριοποιείται στον τομέα του εμπορίου ειδών κινητής τηλεφωνίας, δηλαδή σε τομέα που δραστηριοποιείται κυρίως η δεύτερη από τις εκκαλούσες, ...
β) Ρητώς, επίσης, το σχέδιο αναφέρει, ότι τυχόν περιουσιακά στοιχεία της διασπώμενης εταιρίας, που, είτε παραλείπονται στο σχέδιο, εν όλω ή εν μέρει, είτε περιγράφονται κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, θα λογίζεται ότι ανήκουν και ότι μεταβιβάζονται μαζί με εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία της διασπώμενης, προς τα οποία εγγύτερα προσομοιάζουν, συνδέονται ή άλλως προέρχονται, οι, δε, απαιτήσεις της "..." αποτελούν απαιτήσεις για την προμήθεια τηλεπικοινωνιακού υλικού και επομένως, το στοιχείο αυτό του παθητικού της διασπώμενης συνδέεται εγγύτερα με τα περιουσιακά στοιχεία της, που μεταβιβάσθηκαν κατά τα προαναφερόμενα στη δεύτερη εκκαλούσα "...".
γ) Με τη σύμβαση καθιερώνεται ουσιαστικά τεκμήριο κατανομής υπέρ της επωφελούμενης εταιρίας "...", καθόσον, όπως αναφέρει ρητώς και αυτολεξεί το κείμενό της, "όλα τα περιουσιακά στοιχεία της διασπώμενης εταιρίας (πλην αυτών που σχετίζονται με τις δραστηριότητες της πώλησης ειδών ρουχισμού, της λειτουργίας του δικτύου καταστημάτων με το εμπορικό σήμα ...
μέσω συμβάσεων δικαιόχρησης, καθώς και του δικτύου καταστημάτων ... στη ... και των προς αυτές συναφών εκκρεμών δικαστικών απαιτήσεων, καθώς επίσης και εκκρεμών δικών που σχετίζονται με μισθωτικές συμβάσεις πρώην καταστημάτων υπό το εμπορικό σήμα ... ή/και getitnow, οπότε και συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη δεύτερη επωφελούμενη εταιρία ή κατ' αυτής (ενν. ...), χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της διάσπασης, βίαια διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους), όπως, ενδεικτικά, ιδιωτικά συμφωνητικά προμήθειας προϊόντων, ασφαλιστήρια συμβόλαια πιστώσεων, απαιτήσεις από εργατικές συμβάσεις, μεταβιβάζονται στην πρώτη επωφελούμενη εταιρία (ενν. ...).
Επίσης, στην όλη περιουσία της διασπώμενης εταιρίας, η οποία μεταβιβάζεται λόγω οιονεί καθολικής διαδοχής στην πρώτη επωφελούμενη εταιρία (ενν. ...) περιλαμβάνονται: α)...β),...γ)... και δ) κάθε άλλο πράγμα, δικαίωμα, άυλο αγαθό, απαίτηση, αξίωση και άλλα περιουσιακά στοιχεία και αν ακόμη τα στοιχεία αυτά του ενεργητικού δεν περιλαμβάνονται ή περιγράφονται ελλιπώς ή ανακριβώς στην παρούσα πράξη ή στην άνω από 28 Φεβρουαρίου 2013 έκθεση διαπιστώσεως της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων της διασπώμενης εταιρίας του Ορκωτού Ελεγκτή ...
και στο από 15 Μαρτίου 2013 Σχέδιο Σύμβασης Διάσπασης, είτε λόγω παραλείψεώς τους εν όλω ή εν μέρει είτε εκ παραδρομής είτε διότι αυτά είναι ανεπίδεκτα συγκεκριμένης αποτίμησης, όπως είναι ιδίως η φήμη, πελατεία, τίτλος, οργάνωση κλπ είτε ακόμη και επειδή δεν τα γνώριζε η διασπώμενη εταιρία, εκτός από εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία της διασπώμενης εταιρίας που ρητώς αναφέρεται στο παρόν ότι μεταβιβάζονται στη δεύτερη επωφελούμενη εταιρία (ενν.
την ...)". Βέβαια, οι εκκαλούσες ισχυρίζονται, ότι οι επίδικες απαιτήσεις συνδέονται εγγύτερα, κατά το πιο πάνω ερμηνευτικό κριτήριο του σχεδίου διάσπασης περί εγγύτερης σύνδεσης/σχέσης, με τη λειτουργία του δικτύου καταστημάτων με το εμπορικό σήμα ... μέσω συμβάσεων δικαιόχρησης, που έχει περιέλθει στην πρώτη από αυτές, "...".
Τούτο, διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, επρόκειτο για προμηθευτή που αναζητήθηκε από τη διασπώμενη εταιρία και χρησιμοποιήθηκε για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της έναντι των franchisees, ιδίως της ... τους οποίους προμήθευε η ίδια με τα προϊόντα κινητής τηλεφωνίας, που μεταπωλούσαν με το σήμα ..., επειδή στα καταστήματά τους, κατά το μήνα Δεκέμβριο 2009, παρουσιάσθηκε αυξημένη ζήτηση σε προϊόντα και αξεσουάρ κινητής τηλεφωνίας, οπότε απευθύνθηκε η δικαιοπάροχός τους στη συγκεκριμένη εταιρία, με έδρα το ..., η οποία ανέλαβε την αποκλειστική προμήθεια των franchisees στη ευρύτερη περιοχή, εκδίδοντας, κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου 2010 - Ιουλίου 2010, τα ένδικα τιμολόγια.
Το γεγονός, ωστόσο, αυτό, ως ερμηνευτικό κριτήριο για την κατανομή του συγκεκριμένου στοιχείου του παθητικού της διασπώμενης εταιρίας, που δεν έχει περιληφθεί στο σχέδιο διάσπασης, δεν αποδεικνύεται ότι ευσταθεί, καθόσον από το αποδεικτικό υλικό δεν επιβεβαιώνεται ότι επρόκειτο για προμηθευτή που κλήθηκε ειδικώς καλύψει τη συγκεκριμένη ανάγκη, αφού η εν λόγω εταιρία εξακολουθεί να εμφανίζεται ως προμηθεύτρια της διασπώμενης εταιρίας μέχρι και τη διάσπασή της, περιλαμβανομένη στο ισοζύγιο προμηθευτών της 31.12.2012 (αν και με μηδενικό τότε υπόλοιπο), αλλά επίσης εμφανίζεται ως προμηθεύτριά της και στο ηλεκτρονικό μήνυμα που ανταλλάσουν, το μήνα Δεκέμβριο 2009, ο επικεφαλής του δικτύου των καταστημάτων της (...), ιδιόκτητων και franchise, με τον υπεύθυνο προϊόντων (Product Manager), τα οποία επικαλούνται προς απόδειξη του ισχυρισμού τους οι εκκαλούσες, πρόκειται δηλαδή για εταιρία, με την οποία η εναγομένη (διασπώμενη) διατηρούσε συνεργασία, προκειμένου να προμηθεύει τα καταστήματά της με προϊόντα κινητής τηλεφωνίας και όχι για εταιρία που η μόνη σχέση την οποία είχε με τη διασπώμενη ήταν η εν λόγω προμήθεια για συγκεκριμένη χρονική περίοδο συγκεκριμένων καταστημάτων της.
Επομένως, το γεγονός ότι οι επικαλούμενες αιφνίδιες ανάγκες των franchisees εκείνης της χρονικής περιόδου καλύφθηκαν αποκλειστικά από τη συγκεκριμένη προμηθεύτρια εταιρία, ακόμη και αν αυτό γίνει δεκτό ως αληθινό,... δεν αποδεικνύει ότι τα ένδικα τιμολόγια αφορούσαν όλα, αποκλειστικά και σε όλη την έκτασή τους προμήθεια προϊόντων μόνο των καταστημάτων των franchisees, ώστε, περαιτέρω, από το γεγονός αυτό, να μπορεί, ενδεχομένως, να εξαχθεί, με βάση το άνω ερμηνευτικό κριτήριο, η βούληση των συμμετεχόντων στη διάσπαση εταιριών, αν γνώριζαν την ύπαρξη των επιδίκων απαιτήσεων, να τις κατανείμουν, ως στοιχείο παθητικού της διασπώμενης εταιρίας, μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που περιήλθαν στην πρώτη εκκαλούσα, ως εγγύτερα συνδεόμενες/σχετιζόμενες με τη λειτουργία του δικτύου καταστημάτων με το εμπορικό σήμα ...
μέσω συμβάσεων δικαιόχρησης. Κατά συνέπεια, οιονεί καθολική διάδοχος της εναγομένης, κατά το περιουσιακό αυτό στοιχείο του παθητικού της, που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης και συνίσταται στις απαιτήσεις της ενάγουσας σε βάρος της, οι οποίες απορρέουν από την εκχώρηση των ένδικων τιμολογίων της συγκεκριμένης προμηθεύτριας εταιρίας, είναι η δεύτερη εκκαλούσα, η οποία είναι και εκείνη που νομιμοποιείται, με την ιδιότητά της αυτή, κατά το άρθρο 516 ΚΠολΔ, να ασκήσει την κρινόμενη έφεση, διαδεχόμενη την εναγομένη, τόσο στη δικονομική της θέση όσο και στην ουσιαστική έννομη σχέση...".
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους ως προς την πρώτη εκκαλούσα, ενώ τους δέχθηκε ως προς τη δεύτερη εκκαλούσα , εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την τελευταία. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.
παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζόμενη (κατ'ορθή νοηματική του εκτίμηση) ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα ποια εκ των δύο εκκαλουσών εταιρειών στις οποίες διασπάσθηκε η αρχική εναγόμενη (με απορρόφηση από εκάστη εξ αυτών αντιστοίχου μέρους της περιουσίας της) νομιμοποιείται ως οιονεί καθολικός της διάδοχος και υπόχρεος διάδικος σε σχέση με τις ένδικες απαιτήσεις, μολονότι διαπίστωσε εμμέσως κενό στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων σχετικά με τον όρο της σύμβασης διάσπασης ως προς το σε ποια από τις επωφελούμενες εταιρείες περιέρχονται (μεταβιβάζονται) με τη διάσπαση ως στοιχείο του παθητικού οι άνω απαιτήσεις της ενάγουσας εκδοχέως και προέβη σε ερμηνεία αυτού, παρ' όλα αυτά εξέφερε τελικώς κρίση εκ διαμέτρου αντίθετη από εκείνη που υπαγορεύουν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., καθόσον, αφού δέχθηκε ότι οι υποχρεώσεις και απαιτήσεις των καταστημάτων τηλεπικοινωνιακού, ηλεκτρονικού και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού που λειτουργούσαν υπό τον διακριτικό τίτλο "..." μέσω συμβάσεων δικαιόχρησης περιήλθαν με τη σύμβαση διάσπασης στην "..." και ότι δεν λειτουργούσαν άλλα καταστήματα της διασπασθείσας εταιρείας με αντίστοιχη δραστηριότητα, έπρεπε να δεχθεί κατ' ορθή ερμηνεία αυτών, ότι και οι ένδικες απαιτήσεις περιήλθαν ως παθητικό στην εταιρεία "..." και όχι στην "..." .
Επιπροσθέτως ισχυρίζεται ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη του την βούληση αμφοτέρων των επωφελούμενων εταιρειών όπως εκφράζεται αυθεντικά από τις ίδιες με την έφεσή τους ότι συμφωνούν πως οι ένδικες απαιτήσεις περιήλθαν ως παθητικό στην εταιρεία ... AE". Επί πλέον δε, σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο θέμα της ερμηνείας της σύμβασης διάσπασης, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., διότι ενώ δέχεται ότι η κατανομή των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού έγινε με κριτήριο τις κύριες δραστηριότητες των επωφελούμενων εταιρειών, ότι η προμηθεύτρια (Μ.Σ.) όπως και η αναιρεσείουσα δραστηριοποιούνται κυρίως στον τομέα του εμπορίου κινητής τηλεφωνίας, ότι οι επίδικες απαιτήσεις (προμήθειας τηλεπικοινωνιακού υλικού) συνδέονται εγγύτερα με τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν στην τελευταία, δεν αιτιολογεί με ποια από τα περιουσιακά στοιχεία της διασπασθείσας εταιρείας που μεταβιβάστηκαν στην αναιρεσείουσα οι άνω απαιτήσεις συνδέονται και γιατί δεν συνδέονται με τα καταστήματα που λειτουργούσαν υπό τη μορφή συμβάσεων δικαιόχρησης που μεταβιβάσθηκαν στην άλλη εταιρεία (...), προς εφοδιασμό των οποίων (καταστημάτων) κυρίως κατά τις παραδοχές του Εφετείου αγοράσθηκαν τα επίδικα εμπορεύματα από την εταιρεία Μ.Σ..
Ωστόσο, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, για την διαμόρφωση της κρίσεώς του, ότι οιονεί καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγομένης εταιρείας, κατά το ένδικο περιουσιακό στοιχείο του παθητικού της που συνίσταται στις απαιτήσεις της ενάγουσας - πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι η αναιρεσείουσα, η οποία και υποκαταστάθηκε στη θέση της νομιμοπούμενη παθητικά στην επίδικη διαφορά, δεν διαπίστωσε - ούτε εμμέσως - την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας στους σχετικούς όρους του σχεδίου και της σύμβασης διάσπασης, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνακόλουθα ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, την οποία πραγματοποίησε, με αναζήτηση του αληθούς νοήματος των όρων αυτών, καταλήγοντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, και, επομένως, η κρίση του αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των ανωτέρω όρων, αλλά, αντιθέτως, αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα με βάση το περιεχόμενο των όρων του σχεδίου και της σύμβασης διάσπασης και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, μη υποκείμενη ως εκ τούτου σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Δηλαδή, το Εφετείο δέχθηκε ότι οιονεί καθολική διάδοχος, ως προς την ένδικη υποχρέωση της αρχικώς εναγομένης, είναι η αναιρεσείουσα, εκτιμώντας απλώς το περιεχόμενο των συγκεκριμένων όρων, χωρίς να ερμηνεύσει αυτούς με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν είχαν έδαφος εφαρμογής. Αλλά ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις άνω διατάξεις το Εφετείο, αφού από κανένα σημείο της απόφασης δεν προκύπτει ασάφεια ως προς την ύπαρξη ή μη κενού, καθόσον αφορά το περιεχόμενο των προαναφερόμενων όρων.
Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο, αφού διαπίστωσε εμμέσως κενό στην περιεχόμενη στους ανωτέρω όρους δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων σχετικά με τον όρο της σύμβασης διάσπασης και προέβη σε ερμηνεία, χωρίς να μνημονεύσει τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αφ' ενός μεν η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, με την παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που έλαβε υπόψη, αφ' ετέρου δε, ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία των επίμαχων όρων του σχεδίου και της σύμβασης διάσπασης κατέληξε το δικαστήριο, είναι σύμφωνο προς τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων και το αληθές περιεχόμενό της, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι, ενώ προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους εφάρμοσε εσφαλμένα, γιατί κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 123/2017).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης (ΑΠ 1091/2020).
Η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, ειδικότερα δε, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 25/2008, ΑΠ1308/2021,AΠ 1979/2017, ΑΠ 1006/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, 1725/2014).
Το ίδιο ισχύει και επί της εκχωρήσεως που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση). Και στη μορφή αυτή εκχωρήσεως αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ` αυτό.
Έτσι, και στην περίπτωση αυτή, ο εκχωρητής απαραδέκτως ασκεί κατά του οφειλέτη αγωγή με την οποία επιδιώκει να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον εκδοχέα την απαίτηση (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 114/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του ν. 2076/1992, ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 35: "Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οσάκις εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον απαίτησιν α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε επ` ανοικτώ λογαριασμώ, β) ...". Άρθρο 36 παρ. 1: "Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβασις ενεχυριάσεως ...". Άρθρο 39: "1. Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2.
Αντίγραφον της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν". Άρθρο 44: "Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια δικαιούται ίνα εισπράξη την απαίτησιν ως εκδοχεύς, το δε μετά την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη".
Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαιτήσεως συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαιτήσεως, αλλά την εκ του νόμου εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαιτήσεως, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει.
Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 1447/2018, ΑΠ 1564/2017), συνήθως τράπεζα, η οποία θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, και συνεπώς η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1616/2018, ΑΠ 422/2018, ΑΠ 1168/2015 ).
Επομένως, μετά την, κατά τα εκτεθέντα, αναγγελία ο οφειλέτης δεν δικαιούται, πλέον, να καταβάλει την απαίτηση ούτε στον αρχικό δανειστή (εκχωρητή), ούτε σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έλκουν δικαιώματα από έννομη σχέση με τον εν λόγω δανειστή, αλλά οφείλει να καταβάλει το ποσό της απαιτήσεως μόνον στον εκδοχέα. (ΑΠ4/2020).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1905/1990, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων - ... είναι μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ανώνυμη εταιρία, και μιας επιχείρησης - εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου, που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.
Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία ... (εφεξής πράκτορες ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες).
Πρόκειται για νέο χρηματοδοτικό μηχανισμό με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός), σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες. Κατά ρητή δε πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1905/1990), η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο αποτελεί συστατικό τύπο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης.
Η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία ελεύθερα στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του ... (γνήσιο ή μη γνήσιο, εμφανές ή αφανές), το ανώτατο ποσό (πλαφόν) μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων.
Η λειτουργία της σύμβασης αυτής επιτελείται με τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και τις πιστώσεις από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, αμέσως μετά την εκχώρηση ή μετά την είσπραξη των απαιτήσεων, ανάλογα με το είδος του ..., που έχει συμφωνηθεί.
Δεδομένου του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής που δημιουργείται με τη σύμβαση ..., της συνεχούς εκχωρήσεως απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή με τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν (ανάλογα με το συμφωνηθέν είδος ...), μείον αμοιβές, προμήθειες, προεξοφλητικούς τόκους, η εξυπηρέτηση της σύμβασης ..., γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού στο όνομα του προμηθευτή.
Στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών το ..., διαμορφούμενο από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.
Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία, στη δημιουργία διαφόρων τύπων του .... Κατά κανόνα συμφωνείται όπως ο factor τηρεί ένα λογαριασμό, στον οποίο πιστώνει τα ποσά των εισπραττομένων ή εισπραχθησομένων απαιτήσεων του προμηθευτή και αντίστοιχα χρεώνει τις αναλήψεις, στις οποίες προβαίνει ο τελευταίος, την προμήθειά του, τους τόκους, τα έξοδά του κ.λπ.
Η συμφωνία αυτή, η οποία συνήθως είναι ρητή, χωρίς να αποκλείεται και η σιωπηρή κατάρτισή της, περιέχει τα στοιχεία συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού μεταξύ των συμβαλλομένων υφίστανται εκατέρωθεν απαιτήσεις και καταβολές. Μεταξύ των συμβαλλομένων υφίστανται εκατέρωθεν απαιτήσεις και καταβολές και για το λόγο αυτό συνήθως συμφωνείται ότι τα υπέρ του προμηθευτή πιστούμενα ποσά θα είναι τοκοφόρα, με επιτόκιο όμως χαμηλότερο από αυτό που χρεώνει ο factor για τις εκ μέρους του πελάτη προκαταβολικές αναλήψεις.
Επίσης δεσμεύονται να μην επιδιώκουν την ικανοποίηση κάθε μιας απαιτήσεως ξεχωριστά, αλλά να αναμένουν την περιοδική εκκαθάριση κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Τέλος, η σύμβαση ..., ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι:
α) γνήσιο και μη γνήσιο ..., β) εμφανές και αφανές, γ) ... με ή χωρίς προεξόφληση και δ) εσωτερικό και διεθνές .... Ειδικότερα γνήσιο χαρακτηρίζεται το ..., όταν ο πράκτορας αγοράζει το σύνολο των υπαρχουσών και μελλουσών απαιτήσεων του προμηθευτή κατά των πελατών του και αναλαμβάνει συγχρόνως τον κίνδυνο μη πληρωμής τους λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών, ενώ για μη γνήσιο ...
γίνεται λόγος, όταν τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη δεν αναλαμβάνει ο πράκτορας, αλλά τον διατηρεί ο προμηθευτής. Εξάλλου, η διάκριση του ... με ή χωρίς προεξόφληση έχει ως κριτήριο το χρόνο εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα προς τον προμηθευτή. Αν ο πράκτορας εξοφλεί τις απαιτήσεις (πιστώνει με το ποσό τους το λογαριασμό του προμηθευτή), κατά το χρόνο που γίνονται αυτές ληξιπρόθεσμες, δεν υπάρχει προεξόφληση.
Αντίθετα, αν η πίστωση του λογαριασμού του προμηθευτή γίνεται αμέσως μετά την εκχώρηση, δηλαδή τη χορήγηση στον πράκτορα αντιγράφων των τιμολογίων ή καταστάσεων με τις εκχωρούμενες αξιώσεις, τότε πρόκειται για σύμβαση ... με προεξόφληση (ΑΠ260/2021, AΠ59/2013, 1235/2012,ΑΠ 1234/2012,ΑΠ 1233/2012, ΑΠ 667/2010, ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1482/2010, ΑΠ 1136/2000).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../29.4.2009 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και των υπ' αριθ. .../1/3.7.2009 και .../2/28.7.2010 πρόσθετων πράξεων, η ενάγουσα και, ήδη, εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία "... (πρώτη αναιρεσίβλητη) χορήγησε στη (μη διάδικο) μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης "..." έντοκη πίστωση μέχρι το ποσό των 1.000.000 ευρώ, ενώ ο διαχειριστής και μοναδικός εταίρος της, Μ.
Σ. του Α., εγγυήθηκε για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της πιστούχου από την παραπάνω σύμβαση, ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος από την ένσταση της δίζησης και τις λοιπές ενστάσεις του εγγυητή, τηρήθηκε, δε, από την ενάγουσα, στο πλαίσιο λειτουργίας της παραπάνω σύμβασης ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός. Προς εξασφάλιση κάθε απαίτησης της ενάγουσας από την παραπάνω σύμβαση, η πιστούχος εταιρία, που είχε ως αντικείμενο της δραστηριότητάς της την εμπορία ειδών κινητής τηλεφωνίας, ενεχυρίασε και εκχώρησε στην ενάγουσα με δεκαοκτώ (18) διαδοχικές συμβάσεις, τις χρηματικές απαιτήσεις που διατηρούσε σε βάρος της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας "... (πρώην επωνυμίας "...
S.A."), ως προμηθεύτρια η ίδια της τελευταίας, από συμβάσεις πώλησης διαφόρων προϊόντων κινητής τηλεφωνίας, που είχαν συναφθεί μεταξύ τους, για τις οποίες εκδόθηκαν τα παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενα τιμολόγια πώλησης αγαθών, ποσού (123.755,51 + 30.293,83 + 13.082,86 + 82.847,35 + 165.247,89 + 20.848,54 + 14.472,33 + 62.209 + 24.128,37 + 44.471,13 + 23.329,77 + 7.744 + 9.680 + 20.936,45 + 18.381,12 + 29.053,22 + 14.228,64 + 34.501,50=) 739.211,51 ευρώ, συνολικά, τα οποία και παραδόθηκαν στην ενάγουσα από την εκχωρήτρια εταιρία κατά την υπογραφή της κάθε σύμβασης, όπως αυτά αναγράφονταν σε συνημμένη κατάσταση, που υπογράφονταν από τους συμβαλλομένους, ενώ καθεμία από τις δεκαοκτώ (18) αυτές συμβάσεις, αναγγέλθηκαν στην εναγομένη, ως οφειλέτρια, από την ενάγουσα, με την επίδοση σε αυτήν αντιγράφου της κάθε σύμβασης, με συνημμένη την κατάσταση των τιμολογίων, τα οποία αφορούσε η κάθε εκχώρηση.
Ειδικότερα, ενεχυριάσθηκαν και εκχωρήθηκαν στην ενάγουσα: 1) Με την .../α/10.2.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 10.2.2010, οι απαιτήσεις από εννέα (9) τιμολόγια, τα με αριθμούς .../25.1.2010, .../26.1.2010, .../29.1.2010, .../1.2.2010, .../ 2.2.2010 και .../2.2.2010, συνολικού ποσού (19.096,08 + 11.424 + 31.187,64 + 15.172,50 + 7.343,49 + 22.056,65 + 4.807,60 + 3.599,75 + 9.067,80=) 123.755,51 ευρώ. 2) Με την .../ β) 23.2.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 2.3.2010, οι απαιτήσεις από τρία (3) τιμολόγια, τα με αριθμούς .../11.2.2010 και .../18.2.2010, συνολικού ποσού (12.246,41 + 17.809,42 + 238 =)30.293,83 ευρώ. 3) Με την .../γ/2.3.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 5.3.2010, οι απαιτήσεις από τρία (3) τιμολόγια, τα με αριθμούς .../26.2.2010, συνολικού ποσού (6.180,86 + 6.426 + 476 =) 13.082,86 ευρώ. 4) Με την .../δ/11.3.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 16.3.2010, οι απαιτήσεις από οκτώ (8) τιμολόγια, τα με αριθμούς .../2.3.2010, .../8.3. 2010, .../9.3. 2010, .../10.3.2010 και .../11.3.2010, συνολικού ποσού (13.123,32 + 6.997,20 + 4.416,65 + 4.908,93 + 22.205,40 + 10.561,25 + 2.308,60 + 18.326=) 82.847,35 ευρώ. 5) Με την .../ε/4.5.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 11.5.2010, οι απαιτήσεις από δέκα (10) τιμολόγια, τα με αριθμούς .../23.3.2010, .../23.3. 2010, .../1.4.2010, .../8.4.2010, .../9.4.2010, .../12.4.2010, .../13.4.2010 και .../16.4.2010, συνολικού ποσού (15.609 + 4.404,40 +51.733,91 + 10.314,04 + 7.839,23 + 8.350,21 + 10.219,66 + 6.467,45 + 38.220,88 +12.089,11=) 165.247,89 ευρώ. 6) Με την .../στ/21.5.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 26.5.2010, οι απαιτήσεις από πέντε (5) τιμολόγια, τα με αριθμούς .../20.5.2010 και 1143-1144/21.5.2010, συνολικού ποσού (4.711,01 + 242 + 242 + 7.029,13 + 8.624,40 =) 20.848,54 ευρώ.7) Με την…/1/ζ/28.5.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 4.6.2010, οι απαιτήσεις από τέσσερα (4) τιμολόγια, τα με αριθμούς .../27.5.2010 και .../28.5.2010, συνολικού ποσού (4.885,50 + 2.976,60 + 5.808 + 802,23=) 14.472,33 ευρώ. 8) Με την .../η/3.6.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 4.6.2010, η απαίτηση από ένα (1) τιμολόγιο, το με αριθμό .../3.6.2010, ποσού 62.209 ευρώ. 9) Με την .../θ/7.6.2010, σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 16.6.2010, η απαίτηση από ένα (1) τιμολόγιο, το με αριθμό 1170/7.6.2010, ποσού 24.128,37 ευρώ. 10) Με την .../ι/10-6,2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 16.6.2010, η απαίτηση από ένα (1) τιμολόγιο, το με αριθμό .../10.6.2010, ποσού 44.471,13 ευρώ. 11) Με την .../ια/11.6.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 16.6.2010, η απαίτηση από ένα (1) τιμολόγιο, το με αριθμό .../11.6.2010, ποσού 23.329,77 ευρώ. 12) Με την .../ιβ/21.6.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 5.7.2010, η απαίτηση από ένα (1) τιμολόγιο, το με αριθμό .../21.6.2010, ποσού 7.744 ευρώ. 13) Με την .../ιγ/24.6.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 5.7.2010, η απαίτηση από ένα (1) τιμολόγιο, το με αριθμό .../24.6.2010, ποσού 9.680 ευρώ. 14) Με την .../ιδ/2.7.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 5.7.2010, η απαίτηση από ένα (1) τιμολόγιο, το με αριθμό .../2.7.2010, ποσού 20.936,45 ευρώ. 15) Με την .../ιε/14.7. 2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 15.7.2010, η απαίτηση από ένα (1) τιμολόγιο, το με αριθμό .../13.7.2010, ποσού 18.381,12 ευρώ. 16) Με την .../ιζ/15.7.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 22.7.2010, η απαίτηση από δύο (2) τιμολόγια, τα με αριθμούς ....../15.7.2010, συνολικού ποσού (4.354,20 + 24.699,02=) 29.053,22 ευρώ. 17) Με την .../ιη/18.7.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 22.7.2010, η απαίτηση από δύο (2) τιμολόγια, τα με αριθμούς .../19.7.2010, συνολικού ποσού (11.316 + 2.912,64=) 14.228,64 ευρώ. 18) Με την .../ιθ/20.7.2010 σύμβαση, η οποία αναγγέλθηκε στις 22.7.2010, η απαίτηση από τρία (3) τιμολόγια, τα με αριθμούς .../20.7.2010 και .../22.7.2010, συνολικού ποσού (32.078,40 +1.414,50 + 1.008,60 =) 34.501,50 ευρώ.
Η εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεση, τους πρόσθετους λόγους και τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δεν αμφισβητεί ειδικά και ως εκ τούτου, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, ενόψει και του συνόλου των ισχυρισμών της, συνομολογεί τα περιστατικά που αφορούν α) την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των αυξητικών της πίστωσης συμβάσεων μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "...", β) τη σύναψη μεταξύ της ενάγουσας και της παραπάνω εταιρίας, προς περαιτέρω εξασφάλιση των απαιτήσεών της από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης, των παραπάνω δεκαοκτώ (18) συμβάσεων εκχώρησης, λόγω ενεχύρου, δυνάμει των οποίων η εν λόγω πιστούχος εκχώρησε, λόγω ενεχύρου, προς την ενάγουσα τις απαιτήσεις της από τις συμβάσεις πώλησης που είχε συνάψει με την εναγομένη, για τις οποίες εκδόθηκαν τα προαναφερθέντα τιμολόγια, γ) την αναγγελία καθεμίας από τις συμβάσεις αυτές στην εναγομένη, κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες ημερομηνίες και δ) τη σύναψη, μεταξύ της εναγομένης και της εταιρίας "...", των συμβάσεων πώλησης, οι απαιτήσεις των οποίων εκχωρήθηκαν στην ενάγουσα και για τις οποίες εκδόθηκαν τα τιμολόγια αυτά.
Άλλωστε, η σύναψη των συμβάσεων εκχώρησης και η αναγγελία τους κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες αποδεικνύονται και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν αμφότερες οι διάδικες πλευρές. Ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι η ενάγουσα ουδέποτε κατέστη εκδοχέας των απαιτήσεων από τα τιμολόγια στα οποία αφορούν οι 4η έως και 18η από τις ένδικες συμβάσεις εκχώρησης, λόγω ενεχύρου, συνολικού ποσού 572.079,31 ευρώ, καθόσον αυτές αναγγέλθηκαν από την ενάγουσα στην εναγομένη οφειλέτρια (αλλά και καταρτίστηκαν, όλες εκτός της 4ης, μεταξύ της ενάγουσας και της "..."), από 16.3.2010 και εφεξής, ενώ, ήδη, στις 15.3.2010 είχε προηγηθεί προς την εναγομένη οφειλέτρια, η αναγγελία από τη "...", άλλης σύμβασης εκχώρησης των ίδιων απαιτήσεων προς έτερο εκδοχέα και ειδικότερα προς την Τράπεζα ....
Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί ένσταση, αφού, αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν, παρακωλύουν, κατά νόμο, έναντι της εναγομένης οφειλέτριας - και, ήδη, της εκκαλούσας καθολικής διαδόχου της τη γέννηση της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, να της επιδικαστεί το ποσό των απαιτήσεων αυτών, με την ιδιότητα της εκδοχέως, είναι, μεν, νόμιμος, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πλην, όμως, δεν αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμος.
Ειδικότερα, από τα δύο έγγραφα που η εκκαλούσα νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της..., δηλαδή την από 15.3.2010 "επιστολή αναγγελίας" της εταιρίας "...", η οποία απευθύνεται, όπως αυτολεξεί αναφέρει, "προς όλους τους πελάτες μας" και έχει παραληφθεί αυθημερόν από την εναγομένη, και την από 18.3.2010 επιστολή προς την εναγομένη της τραπεζας ...- Δ/νση Leasing-..., προκύπτει ότι, με σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (...), που συνήφθη, σε χρόνο προγενέστερο των παραπάνω ημερομηνιών, μεταξύ της εταιρίας "..." και της ..., ανατέθηκε, από την πρώτη στη δεύτερη, η είσπραξη, διαχείριση και παρακολούθηση του συνόλου των επιχειρηματικών απαιτήσεών της, υφισταμένων και μελλοντικών, σε βάρος του συνόλου των πελατών της από την εμπορική δραστηριότητά της, μεταξύ των οποίων και εκείνες της εναγομένης.
Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει από τα έγγραφα αυτά, ότι, στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης ..., εκχωρήθηκαν στην εν λόγω τράπεζα και οι απαιτήσεις της "..." σε βάρος της εναγομένης, που απορρέουν από τα τιμολόγια που αναλυτικά πιο πάνω αναφέρθηκαν. Τούτο, λαμβανομένου υπόψη, καταρχάς, του τρόπου λειτουργίας της σύμβασης ...,...., η σύναψη της οποίας, ως γεγονός, δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι εκχωρήθηκαν επιπλέον, στο πλαίσιο αυτής, όλες οι απαιτήσεις, που αφορούσε η σύμβαση ..., από την προμηθεύτρια ("....") προς την πράκτορα ("..."), γι' αυτό και δεν παρέχει απόδειξη περί της ουσιαστικής βασιμότητας του ανωτέρω ισχυρισμού της εκκαλούσας - όπως υποστηρίζει η ίδια - η αναφορά στην "επιστολή αναγγελίας" της "...", που απευθύνεται προς όλους τους πελάτες της και γνωστοποιείται και στην εναγομένη, ότι "με βάση την υπογραφείσα Σύμβαση ...
έχουμε εκχωρήσει όλες τις απαιτήσεις μας, υφιστάμενες και μελλοντικές" (ενν. στην ... bank). Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που ακολούθως, στην ίδια επιστολή, αναφερομένη η εταιρία στις απαιτήσεις που έχει ήδη εκχωρήσει στην ..., αναγράφει, επί λέξει, ότι "Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας έχει εκχωρηθεί στην ... (Δ/νση Leasing & ...) το υπόλοιπό σας, ποσού 96.606,65, όπως αυτό εμφανίζεται στις λογιστικές μας καταστάσεις να εκκρεμεί σήμερα, ανάλυση του οποίου απεικονίζεται στη συνημμένη κατάσταση", στη, δε, συνημμένη κατάσταση περιλαμβάνονται μόνο τρία (3) τιμολόγια, τα με .../16.3.2010 και .../17.3.2010, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στα ένδικα, δηλαδή αναφέρει η εταιρία ως ήδη εκχωρηθείσες μόνον τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της.
Αντίγραφα άλλων συμβάσεων εκχώρησης, που τυχόν γνωστοποιήθηκαν στην εναγομένη οφειλέτρια, είτε από την πράκτορα (...) είτε από την προμηθεύτρια ("...."), δεν προσκομίζονται από την εκκαλούσα ούτε άλλες επιστολές που τυχόν εστάλησαν στην εναγομένη οφειλέτρια, αναφορικά με μεταγενέστερες εκχωρήσεις, στις οποίες να περιλαμβάνονται και οι επίδικες απαιτήσεις.
Αντιθέτως, προσκομίζονται από την ενάγουσα φωτοαντίγραφα όλων των ενδίκων τιμολογίων, μαζί με την κάθε συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης και τη συνημμένη κατάσταση τιμολογίων, τα οποία παραδόθηκαν σε αυτήν από το διαχειριστή της εκχωρήτριας (πιστούχου) και επί των οποίων έχει τεθεί, υπό τη μορφή σφραγίδας (υπογεγραμμένη από δύο υπαλλήλους της, ο ένας από τους οποίους, ονόματι Γ.
Λ., είναι ο Υποδιευθυντής του Καταστήματος που εκπροσωπούσε, μαζί με τη Διευθύντρια αυτού, την ενάγουσα κατά τη σύναψη κάθε σύμβασης εκχώρησης), με αναφορά στη γενομένη εκχώρηση και τον τρόπο εξόφλησης του οφειλομένου ποσού. Τέλος, αξίζει να γίνει αναφορά και στο περιεχόμενο της προσκομιζομένης επιστολής της ..., όπου από τη μία γίνεται λόγος για "αναγγελλόμενη με την παρούσα εκχώρηση", από την άλλη, όμως, αναφέρεται σε εκχωρήσεις τιμολογίων οι οποίες πρόκειται να γίνουν στο μέλλον ("Σύμφωνα με τους όρους της συνεργασίας με την Τράπεζα και την σύμβαση που έχουμε υπογράψει, όλα τα τιμολόγια του προμηθευτή θα εκχωρούνται από τώρα και στο εξής στη Τράπεζα ......").
Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται, ότι στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης ..., η οποία αφορούσε το σύνολο των πελατών της "..." και των απαιτήσεών της σε βάρος τους, υφιστάμενων και μελλοντικών, έλαβαν χώρα εκχωρήσεις προς την ... και των επίδικων απαιτήσεών της σε βάρος της εναγομένης, πρέπει ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, ότι δεν δικαιούται η ενάγουσα, ως εκδοχέας αυτών, να τις εισπράξει (αλλά η ..., η οποία, μάλιστα, δεν αποδεικνύεται, ότι έχει εισπράξει ή διεκδικήσει όλα αυτά τα χρόνια τίς ίδιες απαιτήσεις) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σημειώνεται δε, ότι κατόπιν αυτού, παρέλκει η εξέταση του ισχυρισμού της εφεσίβλητης, περί επίδειξης εκ μέρους της εναγομένης συμπεριφοράς αντίθετης προς τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ), λόγω εκχώρησης των ίδιων απαιτήσεων σε δύο διαφορετικές εκδοχείς τράπεζες.
Περαιτέρω, η εκκαλούσα ισχυρίζεται με την έφεση, τους πρόσθετους λόγους και τις προτάσεις της, ότι, σε εξόφληση των επίδικων απαιτήσεων, έχει καταβάλει στην ενάγουσα η εναγομένη το συνολικό ποσό των 501.121,56 ευρώ...... Αποδεικνύεται, επομένως,... ότι... εξοφλήθηκε από την εναγομένη μέρος των επιδίκων απαιτήσεων της ενάγουσας, συνολικού ποσού... 487.065,03 ευρώ, καταλογιζόμενο στις επίδικες εκχωρηθείσες απαιτήσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 422 ΑΚ - καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι κατά τις καταβολές ορίσθηκε από την εναγομένη οφειλέτρια το εξοφλούμενο, κάθε φορά, χρέος - κατά τη χρονολογική σειρά που αναγγέλθηκαν στην εναγομένη και έγιναν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Έτσι,... με τις παραπάνω καταβολές έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς, κατά μερική παραδοχή της σχετικής ένστασης της εκκαλούσας, οι απαιτήσεις από τα τιμολόγια που εκχωρήθηκαν στην ενάγουσα με τις χρονικά πρώτες επτά (7) συμβάσεις (ποσού 450.548,20 ευρώ, συνολικά), καθώς και μέρος της απαίτησης... που εκχωρήθηκε με την 8η σύμβαση... (.../η/3.6.2010), ποσού... 36.516,83 ευρώ, με συνέπεια η εναγομένη να παραμένει οφειλέτρια της ενάγουσας μόνον για το υπόλοιπο ποσό των επίδικων απαιτήσεων που είχαν εκχωρηθεί στην τελευταία.... 252.146,48 ευρώ, το οποίο και πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα η δεύτερη εκκαλούσα, ως οιονεί καθολική διάδοχός της, κατά το περιουσιακό αυτό στοιχείο του παθητικού της, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, κατά την κύρια βάση της, ως και ουσιαστικά βάσιμης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί μερικής εξοφλήσεως, εκ μέρους της (αρχικής) εναγομένης, των ενδίκων απαιτήσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα ως, οιονεί καθολική διάδοχο της άνω εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 252.146,48 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοσή της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα περί του αν η ενάγουσα - πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα κατέστη εκδοχέας των επιδίκων απαιτήσεων, με την αναγγελία της συμβάσεως εκχώρησης στην οφειλέτιδα αρχική εναγόμενη, ώστε να νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξή τους, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, α) ενώ δέχεται ότι, σύμφωνα με την από 15-3-2010 επιστολή αναγγελίας της εταιρείας "...", που παραλήφθηκε αυθημερόν από την εναγόμενη, και την από 18-3-2010 επιστολή της ... Δ/νση Leasing-... προς αυτή, με σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (...), που συνήφθη σε χρόνο προγενέστερο των παραπάνω ημερομηνιών μεταξύ της ως άνω εταιρείας και της ..., ανατέθηκε από την πρώτη στην δεύτερη η είσπραξη, διαχείριση, παρακολούθηση του συνόλου των επιχειρηματικών απαιτήσεών της, "υφισταμένων και μελλοντικών", σε βάρος του συνόλου των πελατών της, μεταξύ των οποίων και εκείνες της εναγόμενης (με παράθεση μάλιστα και του περιεχομένου της επιστολής-αναγγελίας της άνω τράπεζας ότι "όλα τα τιμολόγια του προμηθευτή θα εκχωρούνται από τώρα και στο εξής" στη Τράπεζα ..., περιλαμβάνονται δε, μετά την ως άνω ημερομηνία, όλα τα ένδικα τιμολόγια των υπ' αριθμ...
συμβάσεων), ακολούθως, δέχεται κατά τρόπο αντιφατικό ότι "δεν προκύπτει από τα έγγραφα αυτά (δηλαδή τις επιστολές αναγγελίας εκχώρησης) ότι στο πλαίσιο της σύμβασης ... εκχωρήθηκαν στην ... και οι απαιτήσεις της εταιρείας "..." σε βάρος της (αρχικής) εναγόμενης που απορρέουν από τα επίδικα τιμολόγια, με την ασαφή αιτιολογία, ότι η σύναψη της σύμβασης ...
από μόνη της δεν αποδεικνύει ότι εκχωρήθηκαν στο πλαίσιο αυτής, από την προμηθεύτρια προς την πράκτορα όλες οι απαιτήσεις που η σύμβαση αυτή αφορούσε, μολονότι στο έγγραφο της αναγγελίας της προμηθεύτριας εταιρείας δεν έγινε επίκληση μόνον της σύμβασης ..., αλλά υπήρξε και σαφής αναφορά σε γενομένη εκχώρηση "υφιστάμενων και μελλοντικών" απαιτήσεων, και ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγράφεται ότι "με βάση την υπογραφείσα Σύμβαση ...
έχουμε εκχωρήσει όλες τις απαιτήσεις μας, υφιστάμενες και μελλοντικές", και β) δέχεται, ακόμη, το Εφετείο ότι δεν προκύπτει εκχώρηση προς την ... των ένδικων απαιτήσεων της "..." σε βάρος της εναγομένης, καθόσον στην επίμαχη επιστολή της εκχωρήτριας αναφέρεται ως αναγγελλόμενη "υφιστάμενη απαίτηση 96.606,65 ευρώ, που δεν συμπεριλαμβάνεται στις επίδικες απαιτήσεις", χωρίς να εξηγεί επαρκώς, γιατί η εκχώρηση προς την ..., με την επίμαχη αυτή αναγγελία, των ανωτέρω μη επιδίκων "υφιστάμενων απαιτήσεων", αποκλείει την εκχώρηση και των επιδίκων υφιστάμενων απαιτήσεων, ενόψει μάλιστα του ότι δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι οι ανωτέρω απαιτήσεις της εκχωρήτριας εταιρείας ύψους 96.606,65 ευρώ ήσαν και οι μόνες υφιστάμενες, και, κυρίως, γιατί η συγκεκριμένη αναφορά αποκλείει την εκχώρηση των επιδίκων μελλοντικών απαιτήσεων, ήτοι αυτών που αφορούν στα εκδοθέντα μετά τις 15-3-2010 τιμολόγια, παρά τη σαφή σχετική μνεία και στα δύο ως άνω επίμαχα έγγραφα της εκχωρήτριας εταιρείας και της τράπεζας ....
Έτσι, εξ αιτίας των ανωτέρω ασαφώς, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το εάν το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, στους προμνημονευθέντες ουσιαστικούς κανόνες, που εφάρμοσε, με συνέπεια να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 635/2017, ΑΠ 734/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος στην πρώτη αναιρεσίβλητη -ενάγουσα. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι το αιτηθέν ποσό ανέρχεται σε 718.214,51 ευρώ, αλλά το Εφετείο, παρ' όλα αυτά, δέχθηκε ότι η συνολική οφειλή της αναιρεσείουσας προς την πρώτη αναιρεσίβλητη από τις ένδικες απαιτήσεις ανέρχεται σε 739.211,51 ευρώ, ακολούθως δε, δεχόμενο την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση μερικής εξόφλησης, αντί να αφαιρέσει το καταβληθέν ποσό των 487.065,03 ευρώ από εκείνο που ζητήθηκε με την αγωγή, αφαίρεσε αυτό από το μεγαλύτερο ως άνω ποσό των 739.211,51 ευρώ, που δέχθηκε ως αποδειχθέν και, κατόπιν αυτού, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 252.146,43 ευρώ αντί του ποσού των 231.149,43 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του πράγματι αιτηθέντος και του καταβληθέντος ποσού.
Έτσι, όμως, το ως άνω Δικαστήριο επιδίκασε 20.997,05 ευρώ πλέον του αιτηθέντος, γι' αυτό και είναι βάσιμος ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή των ως άνω αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατ` άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ, να επιστραφεί το καταβληθέν παράβολο στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης κατ' ανάλογο της ήττας της μέρος (άρθρο 178, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ`αριθ. 6070/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα ένα μέρος των δικαστικών της εξόδων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ