Supreme Court allows appeal against enforcement order due to lack of written power of attorney evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's enforcement order, remanding the case for retrial. The defendant argued that the plaintiff failed to prove the power of attorney was executed with the required four-part monastery seal, a condition mandated by the Monastery's Internal Regulations. The Court found the lower court's reasoning insufficient regarding this critical procedural requirement, as it merely noted the seal's existence without verifying its authenticity or compliance with the specific seal format. Consequently, the Court held that the lack of written proof of the power of attorney's validity rendered the enforcement order procedurally void and remanded the case for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 623, 624, 628, 632, 633 of the Code of Civil Procedure; Article 11 of Law 5960/1933; Articles 6 § 2 of Law 5960/1933, Articles 90 and 99 of the Charter of the Holy Mountain; Articles 10, 27 and 36 of the Internal Regulations of the Monastery: A procedural defect in the issuance of a payment order due to the failure to prove the written power of attorney with the requisite four-part seal renders the order voidable via appeal, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 300 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 300/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Π. Τ. Α..Ε..", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Ναούμ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. Χ., που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέκο Τευτσή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13300/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 504/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αποστολάκης ανέγνωσε την έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αγαθής Δερέ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ανακοπή από το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (Α.Π. 631/2020, Α.Π. 1443/2017).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, και εάν παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1166/2020). Περαιτέρω, από το άρθρο 11 του ν. 5960/1933 συνάγεται ότι η επιταγή μπορεί να εκδοθεί μέσω τρίτου προσώπου, ως αμέσου αντιπροσώπου, ο οποίος με τη θέση της δικής του υπογραφής εγκύρως δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο, στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου ενεργεί (άμεση αντιπροσώπευση), εφόσον γίνεται μνεία επί του σώματος της επιταγής ότι ο τρίτος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου (Α.Π. 1723/2007) και εφ' όσον η ενέργεια του αντιπροσώπου στηρίζεται σε εγγράφως παρασχεθείσα πληρεξουσιότητα (Α.Π. 1503/2009).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 Α.Κ. συνάγεται ότι η πληρεξουσιότητα αποτελεί δικαιοπραξία, που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτο, δηλαδή τον πληρεξούσιο, της εξουσίας αντιπροσώπευσής του και ότι, όταν δοθεί πληρεξουσιότητα για χρόνο αόριστο, η εξουσία αντιπροσώπευσης διατηρείται μέχρι να συμβεί κάποιο γεγονός καταλυτικό της σχέσης μεταξύ αντιπροσωπευομένου και πληρεξουσίου, όπως είναι η ανάκληση ή η παύση της πληρεξουσιότητας (Α.Π. 1605/2022).
Από τις διατάξεις του άρθρου 217 §§ 1 και 2 Α.Κ., κατά τις οποίες "η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία" (παρ. 1) και "εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα (παρ. 2)", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 6 § 2, 10 και 11 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", κατά τις οποίες για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης από επιταγή απαιτείται έγγραφη δήλωση βουλήσεως επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο, προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 217 § 2 Α.Κ.
τυγχάνει εφαρμογής και επί των αξιογράφων, όπως είναι και η επιταγή. Επομένως, η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από την επιταγή πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του εγγράφου του τίτλου της επιταγής, αφού, από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της επιταγής, συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο η εξουσιοδότηση προς υπογραφή να προκύπτει από τον τίτλο.
Η τήρηση του εγγράφου τύπου στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, γιατί ο αντιπροσωπευόμενος δεν ευθύνεται, διαφορετικά, ούτε έναντι του καλής πίστεως τρίτου, αφού δεν υπήρξε βούλησή του να δεσμευθεί υπό τον αυστηρό τύπο του αξιογράφου της επιταγής, έτσι δε και ο καλόπιστος τρίτος παραμένει απροστάτευτος.
Η αντίθετη άποψη, κατά την οποία αρκεί η σιωπηρή πληρεξουσιότητα, δηλαδή η δήλωση προς αντιπροσώπευση, που συνάγεται εκ των περιστάσεων, δεν βρίσκει ασφαλές έρεισμα στο ν. 5960/1933, δεδομένου ότι παραβλέπει την τυπικότητα του νόμου αυτού για την ανάληψη υποχρέωσης εκ του τίτλου μόνο με την υπογραφή του, ενώ προσβάλλονται οι ανωτέρω αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση αυτή, λόγω της φύσης των αξιογράφων και της ακώλυτης διακίνησής τους κατά τις συναλλαγές, θα οδηγούσε δε στο αποτέλεσμα να δεσμεύεται υπέρμετρα από τον τίτλο της επιταγής ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση βουλήσεως αυτού περί αντιπροσώπευσης, ούτε μεταγενέστερη έγκριση (Α.Π. 672/2020, Α.Π. 1096/2019, Α.Π. 485/2015, ομοίως επί συναλλαγματικής Ολ.Α.Π. 19/2003).
Εφόσον δε, η πληρεξουσιότητα, για την ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή, πρέπει να είναι έγγραφη, τον ίδιο έγγραφο τύπο πρέπει να περιβληθεί και η τυχόν έγκριση κατ' άρθρο 238 Α.Κ., εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 217 § 2 Α.Κ. (Α.Π. 1096/2019, Α.Π. 485/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 Α.Κ.
προκύπτει ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του, δεν το δεσμεύει (Α.Π. 1605/2022, Α.Π. 477/2021, Α.Π. 630/2019, Α.Π. 1552/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 111 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους 'Αθω, που εγκρίθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και επικυρώθηκε με το ν.δ.
από 10/16-9-1926 "Περί καταστατικού χάρτου του Αγίου Όρους", έχει ισχύ νόμου κατά το άρθρο 44 του ίδιου ν.δ. και καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας των αγιορειτικών μονών κατά το άρθρο 105 § 3 του Συντάγματος, οι κοινοβιακές μονές διοικούνται από τον Ηγούμενο, την Επιτροπή και τη Γεροντία, κατά δε το άρθρο 90 αυτού, "Ο ηγούμενος μετά της επιτροπής εν τοις κοινοβίοις και η διοικούσα επιτροπή εν τοις ιδιορρύθμοις κρατούν τα κλείθρα του ταμείου και την σφραγίδα της μονής και ενεργούσι τα της διοικήσεως και διαχειρίσεως αυτής, συμφώνως τω εσωτερικώ κανονισμώ πλην των γενικωτέρας φύσεως ζητημάτων, οποία είναι οι δικαστικές υποθέσεις, συνομολογήσεις δανείων, ανταλλαγή κτημάτων, απότισης χρέους, νέαι οικοδομαί ή ουσιώδεις επισκευαί κτιρίων, προσλήψεις δοκίμων, κουρά μοναχών, προαγωγαί και χειροτονίαι εν γένει, διορισμοί οικονόμων εν τοις μετοχίοις, αποστολαί, αγοραί κειμηλίων ή κτημάτων, μισθώσεις και εκποιήσεις εν γένει, άτινα δέον να φέρωσιν υπό την κρίσιν της Συνάξεως, αρμοδίας να αποφασίση." Στο άρθρο 119 του Καταστατικού Χάρτη ορίζεται ότι "η επιτροπή διμελής ή τριμελής εκλέγεται κατ' έτος υπό της Γεροντίας εκ των μελών αυτής.
Αύτη συνεργάζεται μετά του ηγουμένου υπό την προεδρίαν αυτού και ασκούσιν ομού την διοίκησιν και διαχείρισιν. Ουδεμία εντεύθεν μονομερής πράξις του ηγουμένου ή της επιτροπής είναι έγκυρος." Επίσης, κατά το άρθρο 99 του Καταστατικού Χάρτη, "τα έγγραφα των μονών υπογράφουσι των κοινοβίων μεν ο ηγούμενος, των δε ιδιορρύθμων οι επίτροποι, και φέρουσι τη σφραγίδα της μονής, ο δε τύπος της υπογραφής του ηγουμένου είναι ούτος: "ο καθηγούμενος της ιεράς μονής... (δείνα) και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί", ο δε της επιτροπής των ιδιορρύθμων ούτος: "οι επίτροποι της ιεράς μονής... (δείνα) και οι συν ημίν εν Χριστώ αδελφοί ή και οι λοιποί προϊστάμενοι"." Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 του Καταστατικού Χάρτη, "αι ιεραί μοναί εισίν αυτοδιοίκητοι, διοικούνται δε συμφώνως τω εσωτερικώ αυτών κανονισμώ, τον οποίον ψηφίζουν αύται και εγκρίνει η Ιερά Κοινότης, ήτις ασκεί την εποπτείαν επί της τηρήσεως και ομαλής λειτουργίας αυτού, μη δυναμένου να αντίκειται εις τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού Χάρτου." Κατ' επίκληση της διάταξης αυτής και κατόπιν της ΛΣΤ'/14-7-1992 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας, την 17-9-1992 επικυρώθηκε από την Ιερά Επιστασία του Αγίου Όρους ο από 10-9-1991 Εσωτερικός Κανονισμός της Ιεράς κοινοβιακής Μονής Χ..
Κατά το άρθρο 10 του Εσωτερικού Κανονισμού, όργανα διοίκησης της Μονής είναι ο ηγούμενος, η επιτροπή (διμελής κατά τα άρθρα 11 και 41) και η γεροντία, ενώ κατά το άρθρο 11 αυτού, "ο Καθηγούμενος μετά των δύο (2) Επιτρόπων είναι η Εκτελεστική Εξουσία των αποφάσεων της Γεροντίας και η διαχειριστική αρχή του Κοινοβίου, η διαχειριζομένη πάσαν την Μοναστηριακήν περιουσίαν αυτού και η έχουσα την εποπτείαν αυτής, κρατούσα συγχρόνως και τας κλείδας του ταμείου της Μονής." Οι αρμοδιότητες του ηγούμενου κατά την άσκηση των καθηκόντων του (πνευματικών και διοικητικών) καθορίζονται από τα άρθρα 15 έως 27 του κανονισμού.
Στο άρθρο 25 ορίζεται ότι "ο Ηγούμενος επί τοις διοικητικοίς ζητήμασιν ενεργεί από κοινού μετά της Επιτροπής. Βουλεύεται μετά της Επιτροπής και της Γεροντίας, τακτικώς μεν ανά 15ήμερον, εκτάκτως δε οσάκις ήθελον παρουσιασθεί σπουδαία ζητήματα εν τη Μονή. Πλην των ρητώς εν τω παρόντι κατονομαζομένων περιπτώσεων, η γνώμη της Γεροντίας είναι απαραίτητος επί παντός διαχειριστικού ή οικονομικού ζητήματος", στο άρθρο 27 ορίζεται ότι "πάντα τα εκδιδόμενα εκ της Μονής έγγραφα τη αποφάσει της Επιτροπής και της Γεροντίας, σφραγίζονται τη Μοναστηριακή σφραγίδι, υπογράφονται υπό μόνου του Ηγουμένου διά του συνήθους τύπου "Ο Καθηγούμενος, και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί", και στο άρθρο 36 ορίζεται ότι "πάσαν αλληλογραφίαν της Μονής διεξάγει η Επιτροπή και παν έγγραφον Διοικητικής τε και Οικονομικής φύσεως υπογράφεται υπό του Ηγουμένου εν ονόματι της Συνάξεως, σφραγίζεται δε με την μεγάλην της Ι.
Μονής σφραγίδα. Η Επίσημος Σφραγίς της Μονής αποτελείται εκ τεσσάρων μερίδων, των οποίων αι δύο φυλάττονται πάντοτε υπό των Επιτρόπων και αι δύο υπόλοιποι υπό δύο μελών της Συνάξεως της εκλογής και εμπιστοσύνης αυτής.... Διά της σφραγίδος ταύτης σφραγίζεται παν απολυόμενον έγγραφον της Μονής Διοικητικής και Οικονομικής φύσεως." Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για να υποχρεωθεί από δικαιοπραξία η αποτελούσα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου κοινοβιακή Μονή, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί από τον ηγούμενό της και την Επιτροπή, που ασκούν από κοινού, όπως αναφέρθηκε, τη διοίκηση και διαχείριση της Μονής, ουδεμία δε μονομερής πράξη είτε του ηγουμένου ή της επιτροπής είναι έγκυρη.
Επομένως, η εξουσία για την έκφραση έγκυρης δήλωσης βουλήσεως δεσμευτικής για την Μονή, ως πράξη διοίκησης αυτής και διαχείρισης της περιουσίας της, δεν ανήκει αποκλειστικά στον ηγούμενο αλλά, από κοινού, σε αυτόν και την επιτροπή, ή στον ηγούμενο μεν, εφόσον όμως είναι εξουσιοδοτημένος από την επιτροπή (Α.Π. 783/2000).
Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά την κοινοβιακή Ι. Μ. Χ., εκπροσωπούν και διοικούν αυτήν και διαχειρίζονται όλες της υποθέσεις της, εκτός από εκείνες που υπάγονται στη γεροντία, ο ηγούμενος και διμελής επιτροπή. Επομένως, και για την έκδοση επιταγής μέσω τρίτου προσώπου, ως άμεσου αντιπροσώπου της Μονής, και την ανάληψη από αυτή σχετικής υποχρέωσης, για την οποία, όπως εκτέθηκε, απαιτείται έγγραφη πληρεξουσιότητα, είναι απαραίτητη για την εγκυρότητα της σχετικής δήλωσης βουλήσεως η σύμπραξη ηγουμένου και επιτροπής.
Ωστόσο, όλα τα εκδιδόμενα από τη Μονή, με απόφαση της επιτροπής, έγγραφα σφραγίζονται με τη μοναστηριακή σφραγίδα αλλά υπογράφονται μόνον από τον ηγούμενο, με τον προβλεπόμενο ως άνω συνήθη τύπο, κατ' άρθρο 27 του Εσωτερικού Κανονισμού. Επομένως, και το έγγραφο πληρεξούσιο, με το οποίο παρέχεται η συγκεκριμένη πληρεξουσιότητα στον τρίτο, σφραγίζεται με τη μοναστηριακή σφραγίδα και υπογράφεται μόνον από τον ηγούμενο, για την εγκυρότητα δε αυτού, αρκεί να υπάρχει αντίστοιχη δήλωση βουλήσεως της επιτροπής, της οποίας η σύμπραξη μπορεί να αποτυπώνεται και σε ξεχωριστό έγγραφο της Μονής.
Όμως, η αναγκαία αυτή σύμπραξη μπορεί να εκδηλώνεται και, συνακόλουθα, ο έγγραφος τύπος να καλύπτεται, και από τη θέση της μοναστηριακής σφραγίδας επί του πληρεξουσίου εγγράφου, που εκδίδεται από την ανωτέρω Ιερά Μονή και υπογράφεται μόνο από τον ηγούμενο, αφού από την επίθεση επ' αυτού των δύο (από τις τέσσερεις) μερίδων της σφραγίδας, που φυλάσσονται από τους επιτρόπους κατ' άρθρο 36 του Εσωτερικού Κανονισμού, προκύπτει σαφής συναίνεση των μελών της διμελούς επιτροπής στο περιεχόμενο του εγγράφου.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 37 του ανωτέρω από 10/16-9-1926 ν.δ/τος "Περί καταστατικού χάρτου του Αγίου Όρους" "Τα υπό της Ιεράς Κοινότητος ή των Μοναστηριακών Αρχών συντασσόμενα έγγραφα και ιδία τα πληρεξούσια γράμματα επικυρούμενα υπό της ιεράς επιστασίας, έχουσι πλήρη ισχύν δημοσίων εγγράφων ενώπιον πασών των αρχών του κράτους".
Κατά συνέπεια, ενόψει της ειδικότητας των παραπάνω διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη, υποχωρεί ο κανόνας του άρθρου 160 § 1 Α.Κ., κατά τον οποίο το έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επί της από 26-6-2008 αιτήσεως της εκκαλούσας - καθ' ης η ανακοπή τράπεζας [αναιρεσείουσας], εκδόθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας ... [αναιρεσίβλητης], που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εκ των 20 κοινοβιακών μονών οι οποίες συνιστούν το αγιώνυμον όρος του Άθω, και του μη διαδίκου στη δίκη αυτή Η.
Α., η με αριθμό 23264/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας στην άνω Τράπεζα το ποσό των 65.000 ευρώ με το νόμιμο [εννοείται: τόκο], για μεν το ποσό των 35.000 ευρώ από 30-5-2008 για δε το ποσό των 30.000 ευρώ από 14-6-2008.
Η διαταγή αυτή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τις μεταχρονολογημένες με αριθμούς... και... επιταγές της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." που φέρουν ημερομηνία εκδόσεως 25-5-2008 και 10-6-2008 αντίστοιχα, πληρωτέες στις Καρυές Χαλκιδικής εκ μέρους της προαναφερόμενης Τράπεζας (υποκατάστημα Αγίου Όρους) με χρέωση του με αριθμό...
λογαριασμού της εφεσίβλητης - ανακόπτουσας Ιεράς Μονής, σε διαταγή του Η. Α...., οι οποίες μεταβιβάσθηκαν από αυτόν με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην καθ' ης - εκκαλούσα "Π. Τ. Α..Ε.." την 31-10-2007 και 13-11-2007 αντίστοιχα, η οποία ως νόμιμη κομίστρια αυτών... τις εμφάνισε προς πληρωμή νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι την 29-5-2008 και 13-6-2008 αντίστοιχα, στην πληρώτρια Τράπεζα (υποκατάστημα Θεσσαλονίκης), πλην όμως δεν πληρώθηκαν, λόγω ανακλήσεως αυτών, με την από 14-1-2008 εντολή του ιερομονάχου στην ανακόπτουσα Μ.
και κατά κόσμο Β. Μ., όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική σημείωση της πληρώτριας Τράπεζας στο σώμα των επιταγών, σε συνδυασμό με την από 14-1-2008 αίτηση - υπεύθυνη δήλωση περί ανακλήσεως αυτών, από τον προαναφερθέντα ιερομόναχο... Τις επιταγές αυτές στη θέση του εκδότη όπως συνομολογείται, υπέγραψε ο προαναφερθείς Β.
Μ., και όχι ο ηγούμενος της ανακόπτουσας αρχιμανδρίτης Μ. μετά από απόφαση της ως άνω Επιτροπής, με βάση το από 18-7-2003 πληρεξούσιο με το οποίο χορηγείται στον προαναφερόμενο και στους ιερομονάχους στην ανακόπτουσα 1)... και 2)... όπως χωριστά ο καθένας ανοίγουν, κινούν και κλείνουν τους επ' ονόματι της ... παρά την Α.Τ.Ε.
Καρυών τραπεζικούς λογαριασμούς όψεως που τηρούνται σε ευρώ. Σημειώνεται εδώ ότι η κίνηση των εν λόγω λογαριασμών γίνεται συνήθως με επιταγές που σύρονται επ' αυτών. Το εν λόγω πληρεξούσιο υπογράφει ο ως άνω ηγούμενος της ανακόπτουσας - εφεσίβλητης με τον τύπο "Ο Καθηγούμενος της ...... Α.. Μ. και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί" ενώ στο πίσω μέρος αυτού υπάρχει η στρογγυλή σφραγίδα της Ιεράς Επιστασίας και έντυπη σφραγίδα με την οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του καθηγουμένου δια της επιθέσεως της κοινής σφραγίδος και των υπογραφών των επιστατών (τεσσάρων).
Έτσι ο ιερομόναχος Μεθόδιος που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές δεν έλαβε πληρεξουσιοδότηση από την Επιτροπή της εφεσίβλητης Μονής δυνάμει του πληρεξουσίου αυτού για να εκδώσει τις εν λόγω επιταγές, έγγραφο δε, που να εκφράζει τη σχετική δήλωση του εν λόγω οργάνου της τελευταίας (δηλαδή για παροχή πληρεξουσιότητας στον Β.
Μ. να εκδώσει τις επίμαχες επιταγές ως αντιπρόσωπος της Μονής) με τις υπογραφές των μελών που το συνιστούν, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει η εκκαλούσα ούτε από τα σώματα των προσκομιζόμενων με επίκληση επιταγών, προκύπτει τέτοια δήλωση βουλήσεως της εν λόγω Επιτροπής.
Συνεπώς εφόσον οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από πρόσωπο το οποίο δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης της ανακόπτουσας Μονής δεν υπάρχει νομική δέσμευση αυτής για την ανάληψη της οφειλής από τις ένδικες επιταγές, δοθέντος ότι δεν αποδεικνύεται ότι η τελευταία ενέκρινε μεταγενεστέρως εγγράφως την εν λόγω πράξη της έκδοσης των επιταγών από τον προαναφερόμενο ιερομόναχο, μη αρκούσης της επικαλούμενης από την εκκαλούσα σιωπηρής πληρεξουσιότητος και σιωπηρής έγκρισης εκ των υστέρων της πράξης της έκδοσης των επιταγών αυτών και του ότι αυτή ήταν καλόπιστη κομίστριά των, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής.
Κατ' ακολουθία αυτών η ένσταση της ανακόπτουσας περί ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεώς της κατά την έκδοση των επιδίκων επιταγών και συγκεκριμένα ότι ο ως άνω ιερομόναχος που εξέδωσε αυτές ουδεμία εξουσία εκπροσωπήσεώς της είχε, με συνέπεια να μην ενέχεται προς πληρωμή των, που περιέχεται στον παραπάνω δεύτερο λόγο της ανακοπής της κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και ουσιαστικά, απορριπτομένης ως αβάσιμης της αντένστασης της καθ' ης, που υπέβαλε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, περί εξουσίας του ως άνω προσώπου για την έκδοση αυτών, συνεπεία εξουσιοδοτήσεώς του για την πράξη αυτή από την ανακόπτουσα Μονή, δυνάμει του άνω πληρεξουσίου, την οποία αντένσταση επαναφέρει στο δικαστήριο αυτό με τον τρίτο λόγο της έφεσής της.
Ακόμη οι ισχυρισμοί της τελευταίας, περί σιωπηρής σε κάθε περίπτωση πληρεξουσιότητας του εν λόγω ιερομονάχου να προβεί στην πράξη εκδόσεως των επίδικων επιταγών και περί σιωπηρής εκ των υστέρων έγκρισης αυτής (πράξης έκδοσης), που προβλήθηκαν ως άνω στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρονται στο δικαστήριο αυτό με τον ως άνω τρίτο, πέμπτο και έκτο λόγο της έφεσής της, πρέπει ν' απορριφθούν ως μη νόμιμοι, αφού...
τόσο η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρεώσεως από επιταγή όσο και η εκ των υστέρων έγκριση της εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου, πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο τουλάχιστον ιδιωτικό έγγραφο." Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού αντικατέστησε εν μέρει την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτός ο παραπάνω λόγος της ανακοπής και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο ιερομόναχος, που υπέγραψε τις ένδικες επιταγές στη θέση του εκδότη, δεν είχε την απαραίτητη προς τούτο έγγραφη εξουσιοδότηση της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής, διότι δεν προσκομίζεται σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο με τις υπογραφές των μελών της επιτροπής, χωρίς να αρκεί το από 18-7-2003 έγγραφο πληρεξούσιο, με το οποίο χορηγείται στον προαναφερόμενο η εξουσία να κινεί επ' ονόματι της Μονής τους τραπεζικούς λογαριασμούς της στην Α.Τ.Ε.
Καρυών, αφού το έγγραφο αυτό φέρει μόνο την υπογραφή του ηγουμένου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη έγγραφης πληρεξουσιότητας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 217 §§ 1 και 2 Α.Κ., αλλά και των διατάξεων των άρθρων 6 § 2 ν. 5960/1933, 90 και 99 του Καταστατικού Χάρτη Αγίου Όρους, που κυρώθηκε με το ν.δ.
από 10/19-9-1926, και 10, 27 και 36 του Εσωτερικού Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Και τούτο διότι το Εφετείο δεν διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή, αναφορικά με το εάν στο ανωτέρω από 18-7-2003 έγγραφο πληρεξούσιο προς τον εκδότη των επιταγών, το οποίο υπογράφεται από τον ηγούμενο της αναιρεσίβλητης με τον τύπο "Ο Καθηγούμενος της ......
και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί", έχει τεθεί ή όχι η αποτελούμενη από τέσσερεις μερίδες σφραγίδα της Μονής, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 36 του Εσωτερικού Κανονισμού της, αλλά γίνεται μόνο μνεία της ύπαρξης στο πίσω μέρος του εγγράφου της στρογγυλής σφραγίδας της Ιεράς Επιστασίας και έντυπης σφραγίδας αυτής περί βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής του ηγουμένου, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να κριθεί η εγκυρότητα ή μη του πληρεξουσίου, και συνακόλουθα η βασιμότητα ή μη του σχετικού δεύτερου λόγου της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η απαραίτητη έγγραφη συναίνεση της διμελούς επιτροπής της αναιρεσίβλητης για παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εκδότη των επιταγών για κίνηση των αντίστοιχων τραπεζικών λογαριασμών (η οποία γινόταν συνήθως με επιταγές, όπως δέχεται το Εφετείο), μπορεί να συναχθεί από την τυχόν ύπαρξη στο πληρεξούσιο της σφραγίδας της Μονής, και ειδικότερα από την επίθεση στο έγγραφο των δύο μερίδων, που κατέχουν και φυλάσσουν οι επίτροποι, σε συνδυασμό και με τη βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του ηγουμένου και της σφραγίδας της Μονής από την Ιερά Επιστασία.
Επομένως ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος εκτιμάται ως λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αρ. 1, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, και η αναιρετική εμβέλειά του καταλαμβάνει ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, παρελκομένης της έρευνας των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 504/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ