Supreme Court dismisses appeal on payment order appeal due to lack of required identification data in the served copy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Athens' decision rejecting their appeal against a payment order. The appellants argued the original payment order was defective because the served copy lacked necessary identification details required for its validity. The Court held that the existence of a complete original document does not cure the defect in the served copy, which was the basis for the lower court's rejection. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 623 and 624 of the Code of Civil Procedure; A payment order issued without the required identification data in the served copy is void, and the existence of a complete original document does not cure this procedural defect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 674 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 674/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φαίδωνα Δημόπουλο και Αθηνά Δημοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Π. του Μ., κατοίκου ... οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Δημοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2011 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1605/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4991/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/6/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4991/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά της 1605/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 4-4-2011 ανακοπή των αναιρεσειόντων και είχε ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αυτήν 3720/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά δε την εξαφάνιση της απόφασης αυτής, απέρριψε την ως άνω ανακοπή. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσόν της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα αποδείξεως της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΠ 10/1997, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 412/1999). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη.
Πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α, β, ε, στ και ζ του άρθρου 630 του ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ' αυτήν η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής.
Δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1215/1995, ΑΠ 54/1990).
Συνεπώς, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσεται ο καθ' ού να πληρώσει, ως εγγυητής, το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια συμβάσεως παροχής πιστώσεως από Τράπεζα σε τρίτον, αρκεί να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, η κατάρτιση της συμβάσεως πιστώσεως από την αιτούσα δανείστρια Τράπεζα με τρίτον, η εκ μέρους του καθ' ού παροχή εγγυήσεως για την πληρωμή του καταλοίπου, το κλείσιμο του λογαριασμού, καθώς και ότι το ποσό, το οποίο διατάσσεται ο καθ' ού να πληρώσει, αποτελεί το σε βάρος του πρωτοφειλέτου κατάλοιπο (ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 1215/1995).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1756/2011).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η, από το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, και ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 96/1985, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 1735/2008, ΑΠ 1726/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με βάση την υπ' αρ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό η εκκαλούσα - καθ' ης η ανακοπή τράπεζα χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." πίστωση του ποσού των [800.000 €].
Με την ίδια σύμβαση εγγυήθηκαν υπέρ της πιστούχου προς την άνω τράπεζα οι εφεσίβλητοι, ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρον μ' αυτήν, αφού έλαβαν γνώση των όρων της σύμβασης πίστωσης και παραιτήθηκαν ρητά και ανεπιφύλακτα των άρθρων 855 και 862-869 ΑΚ. Σε παρακολούθηση αυτής της σύμβασης τηρήθηκε ο υπ' αρ. ... λογαριασμός χορηγήσεων, ο οποίος μετά από σειρά χρεοπιστώσεων κινήθηκε μέχρι την 13/3/2009, κατά την οποία παρουσίαζε χρωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου [816.331,17 €], οπότε η τράπεζα έκλεισε αυτόν μεταφέροντας το άνω χρεωστικό υπόλοιπο στον υπ" αρ. ...
λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. II εκκαλούσα τράπεζα γνώρισε το κλείσιμο του άνω λογαριασμού χορηγήσεων στους εφεσίβλητους - εγγυητές με την από 14/4/2009 σχετική εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση, η οποία κοινοποιήθηκε σ' αυτούς στις 16/4/2009 και 21/4/2009 η τράπεζα καλώντας τους συγχρόνως σε καταβολή αυτού του ποσού.
Σημειωτέον (ότι η πιστούχος εταιρία, η οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ1 αρ. 321/31-3-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε αναγνωρίσει με την από 30/8/2007 υποσχετική επιστολή της προς την τράπεζα ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της συγκεκριμένης χορήγησης με τους τόκους ανερχόταν στις 30/8/2007 σε 815.026.66 €.
Στη συνέχεια η εκκαλούσα τράπεζα, επειδή οι εφεσίβλητοι δεν κατέβαλαν ουδέν ποσό, με την από 12/3/2010 αίτησή της ζήτησε και πέτυχε σε βάρος των εφεσιβλήτων την υπ" αρ. 3720/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι εφεσίβλητοι διατάσσονταν να καταβάλουν στην άνω τράπεζα το ποσό των [816.331,17 €] πλέον τόκων και εξόδων.
Η εν λόγω διαταγή πληρωμής αποτελείται από (7) σελίδες και περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής. Στις 14/3/2011 η εκκαλούσα τράπεζα επέδωσε στους εφεσίβλητους - ανακόπτοντες αντίγραφο της άνω διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτής επιταγή προς πληρωμή [σχετ. οι υπ' αρ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.
Σ. και Δ. Π.]. Από παραδρομή όμως κατά τη φωτοτύπηση των αντιγράφων της εν λόγω διαταγής πληρωμής από τα επιδοθέντα στους ανακόπτοντες αντίγραφα λείπουν οι σελίδες 2η και 3η. Στις σελίδες αυτές αναφέρονται τα αντίγραφα του λογαριασμού χορηγήσεων της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, οι λογαριασμοί εξυπηρέτησης, ο λογαριασμός καθυστέρησης, η από 30/8/2007 υποσχετική επιστολή της πιστούχσυ εταιρίας και αναγνώρισης του χρεωστικού υπολοίπου αυτής, η από 14/4/2009 επιστολή κλεισίματος με τις εκθέσεις επίδοσης και ότι οι ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρον υπέρ της πιστούχου προς την καθ' ης η ανακοπή τράπεζα.
Ωστόσο, από τα ελλιπή επιδοθέντα αντίγραφα στους ανακόπτοτνες προκύπτουν, χωρίς αμφιβολία, όλα τα αναγκαία στοιχεία, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, για το ορισμένο του περιεχομένου της ένδικης διαταγής πληρωμής και την εγκυρότητα της, ήτοι: α) 1) Το ονοματεπώνυμο του δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής (σελίδα 1η). 2) Το ονοματεπώνυμο, η έδρα και η διεύθυνση της αιτούσας τράπεζας που ζήτησε την έκδοση της διαταγής πληρωμής και το ονοματεπώνυμο, η κατοικία και η διεύθυνση των καθ' ων η διαταγή πληρωμής κατά του οποίων στρεφόταν η αίτηση (σελίδα 1η). 3) Η αιτία της πληρωμής, δηλαδή τη σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείτο η έκδοσή της, χωρίς να είναι ανάγκη να περιγράφονταν σ' αυτήν όλα τα συγκροτούντα την αιτία αυτή περιστατικά, ήτοι ότι οι καθών η διαταγή πληρωμής είχαν εγγυηθεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος υπέρ της πιστούχου στην υπ' αρ. ...
σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό (σελίδες 1 και 4). 4) Το ποσό των χρημάτων που έπρεπε να καταβάλουν οι ανακόπτοντες ως χρεωστικό κατάλοιπο κατά το κλείσιμο του άνω λογαριασμού (σελίδα 4). 5) Τη διαταγή πληρωμής (σελίδα 4). 6) Υπόμνηση στους καθ' ων η διαταγή πληρωμής ότι έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή μέσα σε (15) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της διαταγής (σελίδα 4) και 7) η υπογραφή του δικαστή (σελίδα 4).
Επομένως, από το όλο περιεχόμενο των επιδοθέντων στους καθ' ων η διαταγή πληρωμής ανακόπτοντες αντιγράφων της ένδικης διαταγής πληρωμής δεν δημιουργείται αμφιβολία σ' αυτούς ως προς την αιτία της πληρωμής και δεν είναι απαραίτητο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή....".
Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, δεχόμενο ότι η διαταγή πληρωμής ήταν αόριστη, λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν των μνημονευόμενων απαραίτητων για την πληρότητά της στοιχείων, εξαφάνισε, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας την ασκηθείσα κατά της διαταγής πληρωμής ανακοπή των αναιρεσειόντων, απέρριψε αυτήν.
Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 847, 848 και 849 ΑΚ, δεχόμενο ότι δεν αποτελεί στοιχείο της αιτίας της πληρωμής που θα έπρεπε να αναφέρεται στην 3720/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η (όποια) ανάμεσα σε αυτούς και την υπέρ της οποίας η διαταγή πληρωμής αναιρεσίβλητης, σύμβαση εγγυήσεως, ούτε ότι θα έπρεπε να αναφέρεται στην επιδοθείσα σε αυτούς διαταγή πληρωμής το όνομα της πρωτοφειλέτιδας, η οποία είχε συνάψει τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού με την αναιρεσίβλητη, υπέρ της οποίας φέρεται ότι εγγυήθηκαν, ούτε ότι θα έπρεπε να αναφέρονται τα γεγονότα που συνιστούν το κλείσιμο του λογαριασμού και τη δημιουργία βασικής οφειλής και μολονότι δέχεται ότι τα στοιχεία αυτά δεν περιλαμβάνονται στη διαταγή πληρωμής που κοινοποιήθηκε σ' αυτούς έκρινε ότι οι ελλείψεις αυτές δεν συνιστούν αοριστία και εντεύθεν ακυρότητα της διαταγής πληρωμής.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι, το Εφετείο, σαφώς στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του δέχεται ότι από τα ελλιπή αντίγραφα που επιδόθηκαν στους αναιρεσείοντες, προκύπτουν η αιτία της πληρωμής, δηλαδή η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητήθηκε η έκδοση της διαταγής πληρωμής, ήτοι η εγγύηση, και ότι οι αναιρεσείοντες είχαν εγγυηθεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθένας υπέρ της πιστούχου στην ...
σύμβαση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, παραπέμποντας ότι τα στοιχεία αυτά αναγράφονται στις σελίδες 1 κα 4 του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής, με την παραδοχή ότι δεν ήταν αναγκαίο να περιγράφονται στη διαταγή πληρωμής όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την αιτία αυτή, τη σύμβαση πίστωσης ... με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, καθώς και το ποσό των χρημάτων που όφειλαν να καταβάλουν οι αναιρεσείοντες ως χρεωστικό κατάλοιπο κατά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού.
Δεν ήταν δε απαραίτητο για το έγκυρο της διαταγής πληρωμής να αναγράφεται το όνομα της πρωτοφειλέτιδας που κατάρτισε τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού αναφέρεται η σύμβαση αυτή, ούτε τα γεγονότα που συνιστούν το κλείσιμο του λογαριασμού, παρά μόνο ότι ο λογαριασμός αυτός έκλεισε, γεγονός που, κατά τις παραδοχές της, αναγράφεται στο επιδοθέν αντίγραφο αυτής.
Περαιτέρω, βάσει των ανωτέρω δεδομένων, το Εφετείο, αποφαίνεται, ότι προσδιορίζεται στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής με πληρότητα και κατά τρόπο που δεν δημιουργείται αμφιβολία, η αιτία του χρέους του οποίου διατάσσεται η πληρωμή και δεν είναι απαραίτητο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και κατέληξε στο διατυπωθέν πόρισμά του ότι δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, δεν παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δη τα άρθρα 847 και 848 ΑΚ, ούτε και παρά το νόμο, κατά παράβαση, δηλαδή, των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 626 παρ. 2, 627 εδ. γ', 630 και 631 ΚΠολΔ, που πράγματι εφάρμοσε αναφορικά με το αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, δεν κήρυξε ακυρότητα.
Γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά το αναιρετήριο και αρ. 14, κατ' εκτίμηση αυτού. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).
Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).
Η αντιφατικότητα είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017) , ή μεταξύ των νομικών συλλογισμών της απόφασης (ΑΠ 1376/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση με την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης διότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη, ενώ στη μείζονα σκέψη της δέχεται ότι στη διαταγή πληρωμής κατά εγγυητών, πρέπει να αναφέρεται, με ποινή την ακυρότητά της, η σύμβαση εγγυήσεως δυνάμει της οποίας οι εγγυητές υποχρεούνται στην πληρωμή του επιτασσόμενου ποσού, καθόσον αυτή (η σύμβαση) αποτελεί την αιτία της πληρωμής, στην ελάσσονα σκέψη της δέχεται, αντιφατικά προς τα ανωτέρω, ότι η παράλειψη αναφοράς στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, οποιασδήποτε σύμβασης εγγυήσεως μεταξύ αυτών, που φέρονται ως εγγυητές και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, υπέρ της οποίας η διαταγή πληρωμής, την οποία διαπιστώνει, δεν συνιστά ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, γιατί η αναφορά της σύμβασης αυτής δεν είναι απαραίτητη.
Με το περιεχόμενο τούτο, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν εντοπίζει την αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μεταξύ αυτών και της μείζονος πρότασης αυτής, η οποία, όμως, αντίφαση δεν ιδρύει τον εκ της επικαλούμενης διάταξης ανωτέρω λόγο αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ.
α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλης αίτησης ή ανταίτησης των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 2/2011, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 20/2016). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό (ΑΠ 1/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. α' άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτoυν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν πρόβαλε η αναιρεσίβλητη με την έφεσή της. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι, με την έφεση, η αναιρεσίβλητη, διατύπωσε αιτίαση κατά της πρωτόδικης απόφασης ότι δέχθηκε το λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά της 3720/2011 διαταγής πληρωμής και έκρινε ότι στα επιδοθέντα στους ανακόπτοντες αντίγραφα αυτής δεν περιέχονται τα μνημονευόμενα απαραίτητα για την πληρότητά της στοιχεία και ακύρωσε αυτήν, μολονότι στο πρωτότυπο κείμενο της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής περιέχονταν τα στοιχεία που κατά την πρωτόδικη απόφαση έλλειπαν από τα αντίγραφα.
Ότι, παρά το περιεχόμενο του λόγου της έφεσης, το Εφετείο στις παραδοχές του δέχθηκε ότι τα αντίγραφα της διαταγής πληρωμής που επιδόθηκαν στους αναιρεσείοντες περιείχαν και τα στοιχεία αυτά, χωρίς να προβληθεί ισχυρισμός της εκκαλούσας για το ορισμένο της διαταγής πληρωμής με βάση το περιεχόμενο αυτής που περιέχονταν στα επιδοθέντα αντίγραφα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Με τον πρώτο λόγο της από 4-4-2011 ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, προβάλλεται ότι η 3720/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πάσχει από αοριστία, καθόσον στα επιδοθέντα σ' αυτούς αντίγραφα της διαταγής πληρωμής δεν περιέχονται τα στοιχεία που εκθέτουν και είναι απαραίτητα για την πληρότητά της.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 1605/2014 απόφασή του, δέχθηκε το λόγο τούτο της ανακοπής, κρίνοντας ότι πράγματι στο επιδοθέν αντίγραφο της άνω διαταγής πληρωμής, δεν αναφέρονται τα μνημονευόμενα στοιχεία και συνεπώς ότι πάσχει από αοριστία. Με παραδοχή δε του ως άνω λόγου της ανακοπής, ακύρωσε την προσβαλλόμενη με αυτήν διαταγή πληρωμής.
Η αναιρεσίβλητη, άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 2-10-2014 έφεση. Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, η τελευταία παραπονείται αρχικά ότι η προσβαλλόμενη με αυτήν πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα και κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής κρίνοντας ότι στα επίδικα φωτοτυπικά αντίγραφα της διαταγής πληρωμής που επιδόθηκαν στους αναιρεσείοντες δεν αναγράφονται τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία και πάσχει αοριστίας.
Συνεπώς, προσέβαλε με το σχετικό λόγο της έφεσης την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι στο επιδοθέν αντίγραφο της διαταγής πληρωμής δεν περιέχονταν τα απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία και ορθά το Εφετείο ερεύνησε το λόγο έφεσης και τον περιεχόμενο σ' αυτόν ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης και στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Το ότι στη συνέχεια εστιάζει η αναιρεσίβλητη στο λόγο της έφεσής της ότι το πρωτότυπο της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής που υπάρχει στο δικαστήριο που την εξέδωσε περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία και κατ' ακολουθία δεν πάσχει αυτή από αοριστία ως προς την αναφορά τους, δεν αναιρεί την πρόταση της προσβολής της πρωτόδικης απόφασης ως προς τη διατυπωθείσα κρίση της στην οποία στήριξε το απορριπτικό της πόρισμα.
Επομένως,, ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 8-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 4991/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2017 αίτηση αναίρεσης των Α. Π. και Α. Π. για αναίρεση της 4991/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ