Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for non-argumented facts under Article 560 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding co-ownership of a property. The appellants argued that the lower court considered facts not presented by the respondent, violating Article 560 of the Civil Procedure Code. The court ruled that the contested elements were not independent arguments but rather factual circumstances derived from the evidence, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560(5) ΚΠολΔ; An appeal based on the ground that the court considered facts not presented by the opposing party is inadmissible if those elements are not independent arguments but factual circumstances derived from the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 279 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 279/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Φ. του Ε., 2) Ι. Φ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νέστορα Αποστολακίδη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Φ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δερβιτσιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατική Έδρα Λήμνου - Τακτική Διαδικασία). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 86/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατική έδρα Λήμνου), που δίκασε ως Εφετείο, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λήμνου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 21.09.2018 διεκδικητική αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης και κατά του μετέπειτα αποβιώσαντος στις 17.12.2018 παππού της Α.
Φ., με την οποία επικαλούμενοι ότι έχουν καταστεί (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας του λεπτομερώς περιγραφομένου τμήματος 80,49 τ.μ., μείζονος ακινήτου (συγ)κυριότητάς τους κατά τα ίδια εξ αδιαιρέτου ποσοστά, ευρισκομένου στη δημοτική Κοινότητα … του Δήμου … επί της …, αιτήθηκαν την αναγνώριση της (συγ)κυριότητάς τους επί του ως άνω εδαφικού τμήματος και την απόδοσή του σε αυτούς.
Επί ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 83/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λήμνου, η οποία την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου) την από 10.12.2021 έφεσή τους και επί αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 86/2021 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατά της ως άνω αποφάσεως στρέφεται η προκειμένη από 08.12.2021 αίτηση αναιρέσεως των εναγόντων - εκκαλούντων, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος, επί πλέον δε ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή δεκαετία ή εικοσαετία, αντίστοιχα με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Συνεπώς η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το βουλητικό (animus domini), το πρώτο από τα οποία εκδηλώνεται με υλικές (όχι απλώς νομικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος, το δε animus, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση, η ανοικοδόμηση κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011).
Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).
Εξάλλου η έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή ένσταση, όπως και η ατελής ή η αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την αγωγή ή την ένσταση ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση ως προς την ερμηνευτική εκδοχή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και τούτο, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στη σχετική διάταξη μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές βάσει των αποδειχθέντων ή μη πραγματικών γεγονότων, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά το στάδιο αξιολόγησης των αποδείξεων.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα κλπ αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 1567/ 2022, ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 302/2020,ΑΠ 905/2018, ΑΠ 77/2018).
Τέλος, από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι με αυτήν μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγιναν δεκτά τα εξής: "... Επίδικο είναι τμήμα 80,49 τ.μ. ενός μείζονος οικοπέδου στη δημοτική κοινότητα ….
του Δήμου …., επί της οδού … , επί του οποίου υφίσταται παλαιά διώροφη κατοικία, στο οποίο οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν καταστεί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας. Επί του κρίσιμου ζητήματος της άσκησης πράξεων έκτακτης νομής στο επίδικο εκ μέρους των εναγόντων, λεκτέα τα εξής:
Οι υπάρχοντες βοηθητικοί χώροι στο επίδικο, δηλαδή μία κουζίνα, πλυσταριό και τουαλέτα, κατασκευάσθηκαν τη δεκαετία του 1960 από τον παππού της εναγομένης, Α. Φ., χάριν βοηθείας προς τη μητέρα του και προς την άγαμη αδελφή του, Β. Φ., διαμένουσες σε όμορο οίκημα συνιδιοκτησίας τους, το οποίο στερούνταν κουζίνας και τουαλέτας.
Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, γινόταν χρήση των βοηθητικών αυτών κτισμάτων και του αύλειου χώρου από όλα τα μέλη των οικογενειών των διαδίκων, την Αθηνά Φ., τη Δ. Φ., τη Β. Φ., τον Α. Φ. και τους εργαζόμενους στην επιχείρησή του (μηχανουργείο) αλλά και από τους ίδιους τους διαδίκους, τούτο όμως συνέβαινε λόγω της στενής συγγένειας του Α.
Φ. - θείου των εναγόντων - με τους λοιπούς ως άνω, των καλών οικογενειακών σχέσεών τους, αλλά και του ότι ο Α. Φ. τύγχανε αποκλειστικός κύριος όμορης ιδιοκτησίας 558,05 τ.μ. Η χρήση εκείνη των άνω βοηθητικών χώρων και του αύλειου χώρου εκ μέρους των εναγόντων δεν αποδείχθηκε ότι έγινε με πρόθεση φυσικής εξουσίασής τους διανοία κυρίου έναντι του θείου τους (Α.
Φ.) ούτε έναντι της εναγομένης εγγονής του τελευταίου. Επ' αυτού κρίσιμη η κατάθεση του Π.. Π., στην... 8226/2018 ένορκη βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία "Τα βοηθητικά κτίσματα είναι ισόγεια... από τότε που τα θυμάμαι βρίσκονται στην ίδια κατάσταση" έχοντας την έννοια ότι δεν υπήρξε κάποια μεταβολή στα κτίσματα εκ μέρους των εναγόντων, στα πλαίσια άσκησης νομής επ' αυτών και δη διανοία κυρίων.
Εξετασθείς άλλωστε ο ίδιος ενόρκως στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Λήμνου στις 16.10.2019, ως μάρτυρας απόδειξης και κάτοικος γειτονικής οικίας, ουδέν κατέθεσε επί πράξεων (συν)νομής εκ μέρους των εναγόντων στο επίδικο, όπερ αποτελεί και το κρίσιμο αποδεικτέο εκ μέρους τους ζήτημα. Επομένως, η χρήση του επίδικου εκ μέρους των εναγόντων από το 1960 έως το 2013, οπότε ξεκίνησαν οι διαφορές μεταξύ των αντιδίκων, λάμβανε χώρα υπό την προτροπή - ανοχή - καλή θέληση του Α.
Φ.. Επομένως δεν αποδείχθηκαν από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, υλικές πράξεις (συν)νομής διανοία κυρίου εκ μέρους των εναγόντων στο επίδικο επί δεκαετία ούτε όμως και επί εικοσαετία κατοχή αυτού εκ μέρους τους και των δικαιοπαρόχων τους ώστε να έχουν καταστεί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος με την εναγομένη κατά το λοιπό 1/3, ούτε με τα προσόντα της τακτικής ούτε της έκτακτης χρησικτησίας.
Άλλωστε στις από 16.10.2019 ανωμοτί καταθέσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες ουδεμία τέτοια πράξη νομής διανοία κυρίου ή διακατοχής επί εικοσαετία εκ μέρους τους στο επίδικο αναφέρουν..." Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου), που δίκασε ως Εφετείο, επικύρωσε την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν τη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου εδαφικού τμήματος εμβαδού 80,49 τ.μ., μείζονος οικοπέδου επί του οποίου υφίστανται βοηθητικοί χώροι, όπως κουζίνα, πλυσταριό και τουαλέτα, που κατασκευάσθηκαν το έτος 1960 από τον παππού της αναιρεσίβλητης, Α.
Φ., χάριν βοηθείας προς τη μητέρα του και την άγαμη αδελφή του Β. Φ., καθόσον αυτές που διέμεναν σε όμορο οίκημα συνιδιοκτησίας τους στερούνταν κουζίνας και τουαλέτας. Ότι η χρήση των βοηθητικών αυτών χώρων και του αύλειου χώρου δεν έγινε από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων και από τους ίδιους με πρόθεση φυσικής εξουσιάσεώς τους με διάνοια κυρίου, έναντι του θείου τους Α.
Φ. και της αναιρεσίβλητης εγγονής του, καθόσον ναι μεν από το έτος 1960, οπότε κατασκευάστηκαν αυτοί οι χώροι, μέχρι το έτος 2013, όταν ξεκίνησαν οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, χρησιμοποιούνταν από όλα τα μέλη των οικογενειών των διαδίκων και των ιδίων των αναιρεσειόντων και από τους εργαζομένους στην επιχείρηση μηχανουργείου του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, Α.
Φ., ο οποίος τύγχανε κύριος της όμορης ιδιοκτησίας εμβαδού 558,05 τ.μ., πλην όμως η χρήση αυτή γίνονταν με την ανοχή και την καλή θέληση του ίδιου, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, αλλά και των καλών οικογενειακών σχέσεων που διατηρούσαν μεταξύ τους. Ότι οι αναιρεσείοντες δε απέδειξαν ότι άσκησαν επί του επιδίκου υλικές πράξεις (συν)νομής διανοία κυρίου επί δεκαετία, ούτε επί εικοσαετία και συνεπώς δεν κατέστησαν (συγ)κύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της τακτικής ούτε της έκτακτης χρησικτησίας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου) με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ, που αφορούν στη κτήση κυριότητας ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, στις οποίες και υπήγαγε την παρούσα ατομική περίπτωση, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ουδέποτε άσκησαν στην επίδικη έκταση με τους βοηθητικούς χώρους της υλικές πράξεις νομής με διάνοια (συγ)κυρίων, επί συνεχές διάστημα δεκαετίας, ούτε εικοσαετίας, απαραίτητη προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ώστε να αποκτήσουν την κυριότητα αυτών με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν συνοπτικές μεν πλην όμως σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και κατέληξε σε πλήρες και σαφές αποδεικτικό πόρισμα, εκθέτοντας στην απόφασή του τα όσα αποδείχθηκαν σχετικά με το επίδικο ζήτημα ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων και οι ίδιοι δεν απέκτησαν την (συγ)κυριότητα της επίδικης έκτασης με τους βοηθητικούς της χώρους, εφόσον ουδέποτε άσκησαν υλικές πράξεις νομής σε αυτήν με διάνοια (συγ)κυρίων, χωρίς να ήταν αναγκαίο να εκθέτει στην απόφασή του και το γιατί αποδείχθηκαν τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ως προς την περιλαμβανόμενη στους ως άνω αναιρετικούς λόγους, κατά την εκτίμησή τους, αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε σε αυτές τις αναιρετικές πλημμέλειες και διότι δεν διατύπωσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του μείζονα πρόταση, χωρίς παράθεση των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αποδεικτικό του πόρισμα, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η έλλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αλλά αρκεί οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, όπως συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση, που οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν το αγωγικό αίτημα περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και δικαιολογούν το διατακτικό της περί απορρίψεως της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, διότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή στο πρόσωπο των εναγόντων - αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους η άσκηση υλικών πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου (αύλειος χώρος και βοηθητικοί επί αυτού χώροι) επί δεκαετία ή εικοσαετία με διάνοια (συγ)κυρίων, οι διατάξεις δε ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να γίνεται σχετική μνεία τους σε αυτήν, περιλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση του παρόντος δικαστηρίου.
Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, αναφερόμενοι σε εσφαλμένη κρίση του δικάσαντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, και ειδικότερα "σε παραποίηση", από αυτό των όσων λέχθηκαν από όλους τους διαδίκους κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους και την ανωμοτί κατάθεσή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λήμνου, της "ομολογίας" της αντιδίκου τους, χωρίς μνεία σε τι συνίστατο αυτή και ποιό ήταν το ακριβές περιεχόμενό της (ΑΠ 675/2021, ΑΠ 478/2021, ΑΠ 967/2020) και σε επικαλούμενες πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων επί του επιδίκου, με τη μνεία ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ αν είχαν ληφθεί και αξιολογηθεί, κατά τα μη κατονομαζόμενα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχαν οδηγήσει το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, ώστε να δεχθεί την διεκδικητική αγωγή τους, είναι απαράδεκτοι, καθόσον αφορούν σε συμπεράσματα και επιχειρήματα των ιδίων από την εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττοντας την ανέλεγκτη αποδεικτική κρίση του δικαστηρίου.
Οι περιλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στις παραδοχές της, διότι, κατά τις επικλήσεις των ιδίων, δέχθηκε αφενός μεν ότι το επίδικο τμήμα των 80,49 τ.μ. ως τμήμα μείζονος ακινήτου αποτελεί τμήμα της συνιδιοκτησίας αυτών που βρίσκεται επί της οδού ...
της ... και αφετέρου ότι το ίδιο αποτελεί τμήμα της όμορης ιδιοκτησίας επί της ..., εμβαδού 585 τ.μ. η οποία ανήκε στον παππού και δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, Α. Φ., είναι αβάσιμες. Τούτο δε, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι επί του επίδικου ακινήτου εμβαδού 80,49 τ.μ., όπως αυτό περιγράφηκε σε αυτήν, οι αναρεσείοντες δεν απέκτησαν κυριότητα με τον επικαλούμενο από αυτούς πρωτότυπο τρόπο και όχι ότι αυτό περιλαμβάνεται στη μείζονα έκταση του ακινήτου συνιδιοκτησίας τους επί της οδού ..., όπως λανθασμένα υπολαμβάνουν οι ίδιοι.
Επιπροσθέτως, αναιρετικός λόγος ιδρύεται και από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα και όταν το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν είναι απαράδεκτος μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.(ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε, δεχόμενο ότι ο Α. Φ., παππούς και δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, τύγχανε αποκλειστικός κύριος όμορης των ιδίων ιδιοκτησίας, ήτοι του ακινήτου επί της ..., εμβαδού 558,05 τ.μ., έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη, η οποία, αντιθέτως, ισχυρίσθηκε, ότι το επίδικο περιέχεται στην δική της όμορη ιδιοκτησία των 558,05 τ.μ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον οι παραδοχές του δικαστηρίου ότι η κτήση του επιδίκου ακινήτου, ήτοι του αύλειου χώρου με τους βοηθητικούς χώρους, που κατασκευάστηκαν το έτος 1960 από τον παππού και δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, Α. Φ., των οποίων γίνονταν χρήση και από τρίτους, μεταξύ των οποίων και οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων και οι ίδιοι, λόγω στενής συγγενείας τους με αυτόν, των καλών οικογενειακών τους σχέσεων, "αλλά και του ότι ο Α.
Φ. τύγχανε και αποκλειστικός κύριος όμορης ιδιοκτησίας 558,05 τ.μ." δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο ενώ δεν προτάθηκαν, αλλά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 08.12.2021 αίτηση για αναίρεση της 86/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου), που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστούν,οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε στο δικαστήριο και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.12.2021 αίτηση για αναίρεση της 86/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου), που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ