Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds regarding evidence not properly substantiated.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a condominium assembly minutes. The appellant argued the lower court incorrectly deemed the document forged and failed to consider it, but the Supreme Court found the appeal grounds vague and insufficiently detailed. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the grounds are vague and do not specify the evidence, the proof sought, or the manner of submission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 274 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 274/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Β. του Σ., κατοίκου ..... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γεωργίας Γκόρτζη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Κ. του Ε., κατοίκου .... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Θ. Λ. του Ι., κατοίκου .... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαγδαληνής - Πολυξένης Μελά και κατέθεσε προτάσεις, 3) Κ. Φ. του Α., 4) Π. Σ. του Π., 5) Σ. Κ. του Γ., 6) Γ. Τ. του Α., 7) Π.Φ. του Α., 8) Φ. Σ. του Α., 9) Ε. Φ. του Θ., 10) Ν. Γ. του Γ., 11) Ι. Ι. του Δ., 12) Β. Κ. του Μ., 13) Α. Κ. του Π., 14) Ι. Γ. του Π., κατοίκων ….. οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/10/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 380/2022 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/1/2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108,110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 ως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 764/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 4792Ε'/20.9.2023, 5003Ε'/24.10.2023, 4755Ε'/14.9.2023, 4760Ε'/15.9.2023, 4804Ε'/21.9.2023, 5002Ε'/24.10.2023, 5001Ε'/24.10.2023, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου Γ. Β., την υπ' αριθμόν 6568β'/13.2.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, την υπ' αριθμόν 3189Γ'/20.9.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα την ...
Α. Κ. και τις υπ' αριθμόν εκθέσεις 4756Ε'/15.9.2024, 4759Ε'/15.9.2023, 4758Ε'/15.9.2023, 4791Ε'/20.9.2023 και 4793Ε'/20.9.2023 επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου Γ. Β., προκύπτει ότι οι : πρώτη, τρίτος, τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατος, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση από τον επισπεύδοντα αυτή αναιρεσείοντα.
Όμως οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σα να ήταν και αυτοί παρόντες.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 380/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα και επικύρωσε την υπ' αριθ. 17/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... με την οποία είχε απορριφθεί η από 23.10.2015 αγωγή του αναιρεσείοντα κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). 'Ετσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 292/2020, AΠ 1116/2019, AΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015).
Κατά τις διατάξεις αυτές, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό.
Απλές, όμως, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί, που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός), είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης και όχι το έγκλημα της δυσφήμησης (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 1069/2019).
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει, όμως, ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση κατ' άρθρο 362 του ΠΚ, που προσβάλλει επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 - 367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 343/2016).
Ειδικότερα, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1, ότι, ''δεν αποτελούν άδικη πράξη, α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ...'' και στην παρ. 2 ότι η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται, α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 972/2020, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 343/2016).
Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 792/2020, 2049/2017).
Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος καίτοι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 972/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1137/2019 , ΑΠ 185/2019, ΑΠ 326/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία : "Ο διάδικοι τυγχάνουν συνιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών σε πολυκατοικία, κείμενη επί της οδού ....
αριθ. 67, στην …. . Ο ενάγων δυνάμει της από 10/7/2013 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της ανωτέρω πολυκατοικίας, εξελέγη διαχειριστής των κοινόχρηστων δαπανών της άνω πολυκατοικίας αμισθί, ενώ την ιδιότητά του αυτή διατήρησε μέχρι την 30-04-2015, οπότε και παραιτήθηκε. Την ίδια ημεροχρονολογία εκλογής του ενάγοντα στην θέση του διαχειριστή της εν λόγω πολυκατοικίας, υπεγράφη και το πρακτικό No 2/10-7-2013 της Γενικής Συνέλευσης, με το οποίο ο ενάγων αναλάμβανε τα καθήκοντά του, στην δεύτερη σελίδα του οποίου υπέγραψαν οι δεκαπέντε (15) παρόντες κατά την διάρκεια της γενικής συνέλευσης, συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας.
Αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, μεταγενέστερα, χωρίς την συναίνεση των συνιδιοκτητών, νόθευσε το ανωτέρω πρακτικό, αφαιρώντας την πρώτη σελίδα αυτού, κρατώντας όμως την δεύτερη σελίδα στην οποία υπήρχαν η υπογραφές των παρευρισκομένων στην γενική συνέλευση και έθεσε νέα πρώτη σελίδα δίνοντας τον τίτλο 2α έναντι του γνησίου 2 και προβαίνοντας στις εξής διαφοροποιήσεις:
α)αφαίρεσε στην δεύτερη παράγραφο της πρώτης σελίδας, την φράση "...ειδάλλως άπαξ του έτους...." που αφορούσε την σύγκληση της γενικής συνελεύσεως από τον ίδιο με την ιδιότητα του διαχειριστή, ώστε να μην έχει υποχρέωση ο τελευταίος να την συγκαλεί έστω και μία φορά το έτος, β) πρόσθεσε νέο κεφάλαιο το οποίο δεν υπήρχε στο γνήσιο πρακτικό της γενικής συνέλευσης και στο οποίο αναγράφει " να απαιτήσει (εννοείται ο διαχειριστής) από τους ιδιοκτήτες όλα τα ποσά που οφείλουν εις την πολυκατοικίαν έως 31-1- 2013 που είναι α) Τ.
Π. ποσόν 309,34 ευρώ, β) Κ. Σ. ποσόν 691,77 ευρώ, γ) Β. Η. ποσόν 3.183,74 ευρώ, δ)Σ. Π. ποσόν 353,77 ευρώ, ε) κλη/οι Φ. ποσόν 3.183,74 ευρώ, στ) Λ. Γ. ποσόν 755,18 ευρώ και Γ. Ι. 686,55 ευρώ, γ) στην δεύτερη σελίδα του πρώτου φύλλου πρόσθεσε στην φράση "από σήμερα έχει εντολή ο διαχειριστής και τα δύο μέλη να προβούν άμεσα σε βάψιμο εσωτερικών κοινόχρηστων χώρων" την φράση "και γενικώς ότι κρίνει απαραίτητο ο διαχειριστής να αποκατασταθεί", δ) αφαίρεσε από το γνήσιο πρακτικό την φράση "τούτα τα έξοδα να μην υπερβούν το ποσό των 2.000 ευρώ".
Για την πράξη αυτή του ενάγοντα έχει σχηματισθεί η υπ'αριθμ. ΑΒΜ Γ17/10 ποινική δικογραφία και έχει ήδη παραπεμφθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ... μεταξύ άλλων και το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν έλαβε υπόψη του το Πρακτικό No 2α/10-7-2013 της γενικής συνέλευσης, το οποίο προσκόμισε ο ενάγων μετ' επικλήσεως, λόγω της αμφισβητούμενης γνησιότητάς του από τους εναγόμενους, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων διατείνεται, ότι παρά το νόμο και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κρίθηκε το εν λόγω πρακτικό μη νόμιμο και δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω ότι, ο ενάγων ως διαχειριστής ανέλαβε στα πλαίσια των καθηκόντων του όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κανονισμό της πολυκατοικίας, συνεπικουρούμενος από το δεύτερο και το δέκατο των εναγόμενων, εκ των οποίων ο δεύτερος εναγόμενος υπολόγιζε τις αναλογίες των κοινοχρήστων κάθε ιδιοκτησίας με βάση τα έξοδα της πολυκατοικίας, τα οποία αποτύπωνε ο ενάγων σε μία κατάσταση, χωρίς να την συνοδεύει από τις αντίστοιχες αποδείξεις (ΔΕΗ, ΔΕΥΑΚ κλπ) και ο δέκατος εναγόμενος, εισέπραττε από τους ενοίκους τα αναλογούντα κοινόχρηστα της κάθε ιδιοκτησίας και τα παρέδιδε στον ενάγοντα.
Ωστόσο, ο ενάγων καθ' όλο το διάστημα της θητείας του ως διαχειριστής, ουδέποτε ανήρτησε, όπως υποχρεούτο βάσει της υπ' αριθμ. 2/2013 αγορανομικής διατάξεως, σε πίνακα ανακοινώσεων της πολυκατοικίας, μηνιαίο κατάλογο κοινοχρήστων και αντίγραφα νόμιμων παραστατικών, από τα οποία αποδεικνύονται οι δαπάνες των μηνιαίων εξόδων ώστε να λαμβάνουν γνώση όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας και επίσης ουδέποτε συγκάλεσε γενική συνέλευση για τα θέματα της πολυκατοικίας και συνεπώς ως διαχειριστής αποδείχθηκε ότι εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι πέραν των ανωτέρω, ο ενάγων δεν ήταν τυπικός ούτε στην εξόφληση των κοινόχρηστων δαπανών, όπως τούτο προκύπτει και από τα στοιχεία της ΔΕΗ που ελήφθησαν κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, από τα οποία προκύπτει ότι από 11/10/2013 έως 6/5/2015 υπήρχε ανεξόφλητο ποσό ύψους 1.602 ευρώ για το κοινόχρηστο ρεύμα της πολυκατοικίας.
Επίσης, από την από 19/10/2015 υπεύθυνη δήλωση σε έντυπο του ν. 1599/1986 του Α. Τ., ο οποίος ήταν ο συντηρητής του ανελκυστήρα της πολυκατοικίας, προκύπτει ότι οφείλονταν όλες οι μηνιαίες εργασίες από το μήνα Φεβρουάριο , συνολικού ποσού 1.875 ευρώ , ενώ από την από 9/8/2016 υπεύθυνη δήλωση σε έντυπο του ν. 1599/1986 του Κ. Σ., προκύπτει ότι αυτός δεν πληρώθηκε για την προμήθεια και εγκατάσταση των γραμματοκιβωτίων στην πολυκατοικία.
Οι εναγόμενοι, μόλις πληροφορήθηκαν τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και έχοντας καταβάλλει, όλο το διάστημα που εκτελούσε χρέη διαχειριστή ο ενάγων, τις αναλογούσες στον καθένα κοινόχρηστες δαπάνες, άρχισαν να ανησυχούν για τυχόν κακοδιαχείριση των οικονομικών θεμάτων της πολυκατοικίας και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η προσωπική επικοινωνία μαζί του κατέστη ανέφικτη, καθώς αδυνατούσαν να τον βρουν στην οικία του.
απέστειλαν στον τελευταίο την από 28/9/2015 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία αναφέροντας του τις ανωτέρω οφειλές και καλώντας τον να τις εξοφλήσει από το ποσό των κοινοχρήστων που είχε εισπράξει κατά τη διάρκεια της διαχείρισης του, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 10.158,72 ευρώ, να παραδώσει στον δεύτερο των εναγόμενων αντίγραφα των αποδείξεων των δαπανών για το χρονικό διάστημα από 1/2/2013 έως 30/4/2015, βάσει των οποίων εκδίδονταν τα μηνιαία ειδοποιητήρια των κοινοχρήστων, τα ποσά των οποίων έχουν καταβάλει οι περισσότεροι ένοικοι της πολυκατοικίας, άλλως τον ειδοποίησαν ότι θα προσφύγουν στην δικαιοσύνη.
Επιπλέον, στο ως άνω εξώδικο ανέφεραν οι εναγόμενοι, ότι ενώ είχε χρεώσει ο ενάγων 120 ευρώ ως δαπάνη για την εταιρεία συντήρησης του ανελκυστήρα, είχαν προκαλέσει έρανο τον Απρίλιο του έτους 2015, στον οποίο ο ενάγων δεν συμμετείχε, για την επισκευή των ηλεκτρολογικών διατάξεων του ως άνω ανελκυστήρα. Επίσης, ανέφεραν ότι ο ενάγων ουδέποτε συγκάλεσε γενική συνέλευση, ακόμα και όταν απαιτείτο λόγω αυξημένων δαπανών, όπως η αποστολή εξώδικων σε ενοίκους που δεν κατέβαλλαν τα αναλογούντα σε αυτούς κοινόχρηστα, με σκοπό να εκδοθεί διαταγή πληρωμής σε βάρος τους, ώστε εν συνεχεία ο ενάγων να προβεί σε πλειστηριασμό των ιδιοκτησιών τους, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν.
Τέλος ανέφεραν, ότι σκοπίμως δημιουργεί ο ενάγων αυτές τις καταστάσεις για να αποκτήσει κακή φήμη η πολυκατοικία, να αποχωρήσουν οι μισθωτές και υφισταμένης της αδυναμίας ανεύρεσης διαχειριστή, να πέσει κατακόρυφα η αγοραστική αξία των διαμερισμάτων και με αυτό τον τρόπο να μπορέσει να τα αποκτήσει ο ίδιος (ο ενάγων).
Το ανωτέρω περιεχόμενο της παραπάνω εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης - διαμαρτυρίας αναφέρει γεγονότα αληθή και συνεπώς ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για συκοφάντηση του προσώπου του ενάγοντα. Το γεγονός ωστόσο, της παράνομης ιδιοποίησης των κοινοχρήστων από τον ενάγοντα που ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι, μπορεί μεν να μην απεδείχθη , ανεγράφη όμως από τους εναγόμενους στο ως άνω εξώδικο με πεποίθηση αληθείας, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι παρόλο που συγκλήθηκε γενική συνέλευση από τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας δυνάμει του Κανονισμού που διέπει την πολυκατοικία, στις 22-06-2016 με θέματα ημερήσιας διάταξης της λογοδοσία του απερχόμενου διαχειριστή (ήτοι του ενάγοντα), ο οποίος κλήθηκε ειδικά για τον σκοπό αυτό (βλ.
την 11263Γ/21-06-2016 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Γ. Β.), η οποία επαναλήφθηκε στις 29-06-2016 ο ενάγων, ουδέποτε ενεφανίσθη.
Συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας του ανωτέρω αναπόδεικτου πραγματικού γεγονότος και συνεπώς ο εν λόγω χαρακτηρισμός δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί συκοφαντικός. Ούτε όμως δυσφημιστικός μπορεί να χαρακτηρισθεί, όπως και όλο το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσης, καθόσον οι εναγόμενοι συντάσσοντας το εν λόγω έγγραφο ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, επιδιώκοντας να προασπίσουν τα συμφέροντα τους ως ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων, όπως αναφέρεται στην νομική σκέψη της παρούσας, οπότε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 περ.
γ' Π Κ ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους αίρεται ... γενομένης δεκτής της σχετικής ένστασης των εναγομένων. Εξάλλου, οι εκφράσεις που χρησιμοποίησαν οι εναγόμενοι για την απόδοση των πεποιθήσεων τους επί των γεγονότων που αναφέρονται στην ως άνω εξώδικη δήλωση δεν εκφεύγουν του αναγκαίου μέτρου και συνεπώς δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως εξυβριστικές, προσβάλλουσες την προσωπικότητα του ενάγοντα.
Επομένως, οι εναγόμενοι, δεν είχαν πρόθεση κατευθυνόμενη ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντας με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτού, αφού για να αποδώσουν, όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο των σκέψεων τους σχετικά με τα ζητήματα που ανέκυψαν σχετικά με τη λειτουργία και την οικονομική διαχείριση της πολυκατοικίας, δεν υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο, ούτε χρησιμοποίησαν υποτιμητικές εκφράσεις ή χαρακτηρισμούς για το πρόσωπο του ενάγοντα , ενώ οι κρίσεις περί της πρόθεσης του να αγοράσει τα χαμηλής αγοραστικής τιμής διαμερίσματα δεν αποτελούν καθαυτές δυσφήμιση ή εξύβριση, αλλά συνιστούν απλή εξιστόρηση γεγονότων με υποθετικό συμπέρασμα, που ουδόλως ενέχουν προσβολή της τιμής και την υπόληψης του ενάγοντος." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη υπ' αριθ. 79/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, 361, 362, 363, 367 ΠΚ, δεχόμενο : α) ότι οι διάδικοι είναι συνιδιοκτήτες πολυκατοικίας κείμενης επί της οδού ... 67 στην ... και ότι ο αναιρεσείων εκλέχτηκε διαχειριστής αυτής για το διάστημα από 10.7.2013 ως 30.4.2015, β) ότι την ημέρα εκλογής του συντάχτηκε το υπ' αριθ. 2/10.7.2013 πρακτικό γενικής συνέλευσης το οποίο υπέγραψαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι συνιδιοκτήτες, γ) ότι ο αναιρεσείων χωρίς την συναίνεση των αναιρεσιβλήτων, αφαίρεσε από το ως άνω πρακτικό την πρώτη σελίδα κρατώντας τη δεύτερη σελίδα στην οποία είχαν τεθεί οι υπογραφές των παρευρεθέντων στη γενική συνέλευση και έθεσε νέα πρώτη σελίδα δίνοντας τον τίτλο 2α αντί του γνήσιου 2 και προέβη στις ανωτέρω αναφερόμενες διαφοροποιήσεις, δ) ότι ο αναιρεσείων καθ' όλο το διάστημα της θητείας του ουδέποτε ανάρτησε μηνιαίο κατάλογο κοινοχρήστων δαπανών και αντίγραφα νομίμων παραστατικών, ουδέποτε συγκάλεσε γενική συνέλευση για τα θέματα της πολυκατοικίας και ούτε ήταν συνεπής στην εξόφληση των κοινόχρηστων δαπανών, ε) ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του στ) ότι εξαιτίας της αδυναμίας επικοινωνίας τους κατά τα προαναφερόμενα, του απέστειλαν την από 28.9.2015 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση και διαμαρτυρία με την οποία τον κάλεσαν : 1) να εξοφλήσει το ποσό των τις οφειλές της πολυκατοικίας από το ποσό των κοινοχρήστων που είχε εισπράξει κατά τη διάρκεια της θητείας του και να παραδώσει αντίγραφα των αποδείξεων δαπανών με βάση τα οποία εκδίδονταν τα μηνιαία ειδοποιητήρια των κοινοχρήστων, διαφορετικά θα κατέφευγαν στα δικαστήρια, 2) ότι ενώ είχε χρεώσει ποσό 120 ευρώ για τη συντήρηση του ανελκυστήρα αναγκάστηκαν να συγκεντρώσουν χρήματα τον Απρίλιο του 2015 για την επισκευή των ηλεκτρικών διατάξεων του ανελκυστήρα χωρίς να καταβάλει τη συμμετοχή του ο αναιρεσείων, 3) ότι δεν συγκαλούσε γενική συνέλευση ακόμη κι όταν αυτό ήταν αναγκαίο λόγω αυξημένων δαπανών όπως η αποστολή εξωδίκων σε ενοίκους της πολυκατοικίας που δεν κατέβαλαν τα αναλογούντα κοινόχρηστα με σκοπό να εκδοθεί διαταγή πληρωμής σε βάρος τους ώστε να προβεί στη συνέχεια σε πλειστηριασμό των διαμερισμάτων τους, 4) ότι σκοπίμως δημιουργεί αυτές τις καταστάσεις για να αποκτήσει κακή φήμη η πολυκατοικία, να αποχωρήσουν οι μισθωτές, και υφισταμένης δυσχέρειας ανεύρεσης διαχειριστή, να πέσει κατακόρυφα η αξία των διαμερισμάτων ούτως ώστε να μπορέσει να τα αποκτήσει στη συνέχεια ο ίδιος (αναιρεσείων), ζ) ότι το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσης ήταν αληθές, ο δε ισχυρισμός περί ιδιοποίησης του ποσού των κοινοχρήστων εκ μέρους του αναιρεσείοντος ανεγράφη με πεποίθηση αληθείας ενόψει του ότι αυτός δεν εμφανίστηκε στη συγκληθείσα αρχικά για τις 22.6.2016 και μετ' αναβολή για τις 29.6.2016 παρότι κλήθηκε ειδικά για το σκοπό αυτό, η) ότι οι αναιρεσίβλητοι απέστειλαν την ανωτέρω εξώδικη διαμαρτυρία από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και μάλιστα επιδίωκαν να προασπίσουν τα συμφέροντά τους ως ιδιοκτήτες διαμερισμάτων της πολυκατοικίας και θ) ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποίησαν στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση δεν εκφεύγουν του αναγκαίου μέτρου και ενδεικνύουν πρόθεση εξύβρισης του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, και μάλιστα ότι με την εξώδικη δήλωσή τους οι αναιρεσίβλητοι είχαν σκοπό εξύβρισής του, είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010).
Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ως μη γνήσιο το πρακτικό 2α/10.7.2013 της γενικής συνέλευσης της πολυκατοικίας δεχόμενο ότι είναι μη γνήσιο έγγραφο, και δεν το έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει τον ισχυρισμό του για την απόδειξη του οποίου επικαλέστηκε και προσκόμισε το πιο πάνω έγγραφο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.1.2023 αίτηση του Χ. Β. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 380/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ