Legislator Case Law & Legislation
694/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to appear and vague grounds citing Article 559(19) of CPC.

Case Number 694/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellants failed to appear at the hearing or submit a power of attorney, yet the court proceeded with the discussion. Furthermore, the grounds for appeal were rejected as vague and insufficient because they did not specify the factual errors or legal reasoning flaws required by Article 559(19) of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 576(2), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or provide representation, and grounds citing lack of legal basis must explicitly detail factual omissions or contradictions to allow judicial review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to appear lack of legal basis vague grounds Code of Civil Procedure judicial review costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 566(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 24/1992
OLAP 32/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 694 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 694/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάλα, 3. Χ3, κατοίκου ... και 4. Ψ4 και νυν Ψ5, κατοίκου ..., οι οποίοι (3ος, 4η) δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Ψ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ισίδωρο Μποτωνάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/1997 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας λόγω αρμοδιότητας, 57/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας και 175/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση των 175/2006 και 57/2003 αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11-9-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις εκθέσεις επίδοσης ... και ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας ..., τις οποίες προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 5-4-2007 αίτησης για αναίρεση της 175/2006 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 24-9-2008, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων Ψ3 και Ψ4, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς.

Όμως οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά την τελευταία πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α'και γ' ίδιου Κώδικα). Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 765/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚπολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την πρoσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚπολΔ, θεμελιώνει η πρoβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και επί πλέον, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν τον λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1,2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση.

Κατά συνέπεια ο πρώτος, ο δεύτερος αλλά και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με την γενική αναφορά "η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει και για τους κάτωθι λόγους", κατά τα μέρη που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται ποια συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου παραβιάστηκε, ποιο το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου και ποιες είναι οι παραδοχές του Δικαστηρίου με τις οποίες αυτό υπέπεσε στην πλημμέλεια που συγκροτεί τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τα σχετικά μέρη του πρώτου, δεύτερου, και τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πρoσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις νομίμως και παραδεκτώς προταθείσες ενστάσεις τους περί ιδίας κυριότητας επί της από 23-3-1996 αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής των αναιρεσιβλήτων, και περί πλαστότητας του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου από τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτoυς από 6-3-1954 ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε τις πιο πάνω ενστάσεις των αναιρεσειόντων εναγομένων. Μάλιστα ειδικότερα ως προς την ένσταση πλαστότητας του άνω ιδιωτικού εγγράφου, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " ... οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) προσβάλλουν και πάλι ως πλαστό το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες σε επικυρωμένο αντίγραφο από 6-3-1954 ιδιωτικό έγγραφο ως προς το περιεχόμενό του και τις υπογραφές των πωλητών και μαρτύρων και κατονομάζουν ως πλαστογράφους τους ενάγοντες.

Η ένσταση αυτή πλαστότητας παραδεκτά πρoβάλλεται με τις προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 98 περ. β' μόνο ως προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων που είχαν εγκρίνει την προβολή τους με την παρουσία τους στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απαράδεκτη όμως ως προς την πρώτη και τέταρτη των εναγομένων, καθόσον οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, από τους οποίους εκπροσωπήθηκαν, δεν είχαν την προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα.

Όμως το ως άνω έγγραφο δεν είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης γιατί η βάση της αγωγής για κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τους ενάγοντες με έκτακτη χρησικτησία, αποδείχθηκε πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως, δε συντρέχει περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 462 ΚΠολΔ, να διαταχθούν για την προτεινόμενη πλαστογραφία νέες αποδείξεις και διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, όπως ζητούν οι εναγόμενοι, οι οποίες μόνο διαιώνιση της δίκης θα επιφέρουν".

Επίσης με τα σχετικά μέρη των ίδιων λόγων αναίρεσης προβάλλονται από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη το δικόγραφο της από 25-6-2003 έφεσής τους, τους λόγους έφεσης, τις πρωτόδικες και στο δεύτερο βαθμό προτάσεις τους, τις ενστάσεις τους και τους ισχυρισμούς τους.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα δικόγραφα, τις ενστάσεις και τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων τους οποίους και απέρριψε. Ειδικότερα, με τα σχετικά μέρη των ίδιων λόγων αναίρεσης προβάλλεται από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που είχαν προτείνει νόμιμα οι αναιρεσείοντες στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν παραδεκτά στο δεύτερο, κατά τον οποίο η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ήταν εντελώς ψευδής και ότι ουδέποτε απέκτησαν τη νομή του επιδίκου ακινήτου, το οποίο τους παρεχωρήθη μόνο κατά χρήση.

Οι λόγοι αυτοί κατά τα σχετικά μέρη τους πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν αφορούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των πρoβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Bέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή μη ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση με τα σχετικά μέρη του δεύτερου λόγου και του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ ιθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων τους και την ...

πράξη αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Κωνσταντίνου Σοφού, που νόμιμα και παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, καθόσον οι δύο πρώτοι των εναγόντων αναιρεσιβλήτων αποδέχθηκαν με την πράξη αυτή την κληρονομία του θανόντος στις 22-3-1963 δικαιοπαρόχου τους, χωρίς να περιγράφουν στη πράξη αποδοχής το επίδικο ακίνητο, ακριβώς επειδή αυτό δεν ήταν στην κυριότητα, νομή και κατοχή του δικαιοπαρόχου τους κατά το χρόνο του θανάτου του και ποτέ δεν το θεώρησαν ως περιουσιακό στοιχείο της κληρονομίας αυτού.

Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με τις προτάσεις τους στο παρόν Δικαστήριο επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, τις ..., ...και ...

ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων (ήτοι των αναιρεσειόντων) ενώπιον της συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Ελένης Φάσα, μετά από προηγούμενη νομότυπα κλήτευση των εναγόντων ...", συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιo ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, και δη τις ένορκες καταθέσειν των μαρτύρων των αναιρεσειόντων καθώς και την αναφερόμενη ...

δήλωση αποδοχής κληρονομίας, για την οποία μάλιστα το Εφετείο στο σκεπτικό του ειδικώς αναφέρεται, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων - αναιρεσειόντων προβληθέντα με λόγο της έφεσής τους, ότι δεν είχε εκτιμηθεί η ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης κατά τα σχετικά τους μέρη είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως οι ίδιοι λόγοι της αναιρέσεως κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην πρoσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχτηκε την αγωγή κατά κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, ότι έγινε δεκτή η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων ... και δόθηκε βάρος στη κατάθεσή του παρά τις πλείστες αντιφάσεις της, χωρίς να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του και ότι δόθηκε βάρoς στο από 15-3-1995 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού ... , που δεν είχε καμιά αποδεικτική δύναμη, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι στον έλεγχο του Ακυρωτικού δεν υπόκειται η εκτίμηση των αποδείξεων που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ επίσης το αξιόπιστο της μαρτυρικής κατάθεσης ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, αλλά για να δημιουργηθεί κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη αυτής, πρέπει να γίνει επίκλησή της από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επομένως, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην πρoσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, όπως οι αναιρεσείοντες την ονομάζουν, περιεχόμενη στο με ημερομηνία 6-3-1954 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως και την ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβoλαιoγράφoυ Κυπαρισσίας Κωνσταντίνου Σοφού, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της ομολογίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 66/2005).

Επομένως στην προκείμενη περίπτωση, εκ του ότι το Εφετείο, κατά τους αναιρεσείοντες σε σχέση με την απόδειξη της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγή που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία και της ένστασης ιδίας κυριότητας απέδωσε στις καταθέσεις των μαρτύρων τους μικρότερη βαρύτητα σε σχέση με αυτή που απέδωσε στα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης και δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και ότι δεν αποδείχθηκε η ένσταση ιδίας κυριότητας, δεν στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος, αναιρέσεως και οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην πρoσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 24/1992).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνoνται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς το τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.Α.Π. 32/1996).

Κατά συνέπεια ο πρώτος, ο δεύτερος καθώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με την γενική αναφορά "η πρoσβαλλόμενη απόφαση πάσχει και για τους κάτωθι λόγους", κατά τα μέρη που προσάπτεται στην πρoσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο ένα ιστορικό της υπόθεσης, το κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του δικαστηρίου, χωρίς να παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα

αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα για να στηρίζει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, παραδοχές που είναι αναγκαίες για τη διαπίστωση της έλλειψης ή μη νόμιμης βάσης της πρoσβαλλόμενης απόφασης, επιπροσθέτως δε διότι υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-4-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4 για αναίρεση της 175/2006 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ