Supreme Court dismisses appeal for misreading document, ruling it was merely an error in fact-finding evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a traffic accident compensation claim. The appellant argued the lower court misread a specific document, but the court found this claim invalid because the document was only used to support one of several pieces of evidence. Consequently, the court determined the lower court's evaluation of facts was within its discretion and not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged misreading of a document is inadmissible if the document was merely one of several evidentiary means and the lower court's conclusion resulted from an evaluation of facts rather than a diagnostic error in reading the text.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 255 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 255/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ο. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπρούζο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχήν, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 247/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί.
Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 666/2010). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα, "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (παρ. 1) και "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εν λόγω πενταετής παραγραφή που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στην πενταετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της πενταετούς παραγραφής. Για την έναρξη της πενταετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το άρθρο 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, γιατί τούτο ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του κ.ν. 489/1976, η οποία ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος, όχι από αδικοπραξία αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 732/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 1993/2013). Η παραπάνω πενταετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα πενταετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 52/2018).
Και στην πενταετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή και διακοπή της παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του ΑΚ (ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010). Στην περίπτωση που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη και, συνεπώς, για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης παραγραφής.
Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεστεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ένστασής του (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1010/2015, ΑΠ 323/2013, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 666/2010 - αντίθετες, πάντως, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 59/2016, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις (ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή), ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/2011, ΑΠ 938/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την πληττόμενη 135/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση των λόγων αναίρεσης ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [...Στις 20-11-2008...
ο πρώτος των εναγομένων οδηγούσε το... ... επιβατηγό αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ..., στην πόλη του Βόλου, με κατεύθυνση προς δυσμάς, στη δε αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ιδίας οδού εκινείτο ο ενάγων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του συνεπιβάτη του Η. Κ.. Η οδός ... είναι κεντρικός οδικός άξονας της πόλης του Βόλου, διαθέτει 4 λωρίδες κυκλοφορίας, είναι μονής κατευθύνσεως και στο σημείο που διασταυρώνεται με την οδό ..., όπου και έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, έχει πλάτος οδοστρώματος 17,20μ. Ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας σκοπό να εισέλθει από την οδό ...
στην, τεμνόμενη αυτή καθέτως, οδό ..., επιχείρησε απότομο και αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά, ώστε να περάσει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να πραγματοποιήσει στη συνέχεια αριστερή στροφή προς την οδό ..., χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο ή να παρακωλύσει τους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία του κινούμενου, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ..., δίκυκλου μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο ενάγων και να επέλθει σύγκρουση των δύο οχημάτων, καθώς το μοτοποδήλατο επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο πλάγιο οπίσθιο αριστερό τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ενάγων και να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση.
Μετά το ατύχημα διακομίστηκε στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Βόλου "Αχιλλοπούλειου" με διαταραχή του επιπέδου συνείδησης σε διεγερτική κατάσταση και δεξιά ημιπάρεση. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας, όπου υποβλήθηκε σε CT εγκεφάλου, που ανέδειξε ενδοεγκεφαλικό αιμάτωμα, του οποίου το μέγεθος αυξήθηκε σε επαναληπτική εξέταση που πραγματοποιήθηκε.
Μετά την είσοδό του στη ΜΕΘ, του τέθηκε ενδοκράνιος καθετήρας, ο οποίος του αφαιρέθηκε την 12η ημέρα νοσηλείας, ενώ την 7η ημέρα νοσηλείας του υποβλήθηκε σε τραχειοστομία. Κατά τη νοσηλεία του έγινε προσπάθεια σταδιακής αποδέσμευσής του από τον αναπνευστήρα έως την 14η ημέρα που τέθηκε σε μάσκα τραχειοστομίας 35%, διατηρώντας ικανοποιητικά αέρια αίματος.
Την 10η ημέρα νοσηλείας του εμφάνισε πυρετική κίνηση με συνοδό ακτινολογική εικόνα πνευμονίας ΔΕ, ενώ την 19η ημέρα παρουσίασε βελτίωση της νευρολογικής του εικόνας και θετική δοκιμασία κατάποσης. Στις 9/12 εξήλθε από τη ΜΕΘ με επίπεδο συνείδησης κατά την κλίμακα Γλασκώβης 11/15, ΔΕ ημιπάρεση, αιμοδυναμικά σταθερός και συνέχισε τη νοσηλεία του στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας.
Εκεί, στις 17/12 υποβλήθηκε σε MRI εγκεφάλου που ανέδειξε ενδοεγκεφαλική αιμορραγία και στις 19/12 μίσθωσε ασθενοφόρο για τη μετάβασή του στο Διαγνωστικό Κέντρο Αθηνών "Υγεία ΑΕ", όπου υποβλήθηκε σε ψηφιακή αγγειογραφία εγκεφάλου στην οποία δεν διαπιστώθηκε ανεύρυσμα, αγγειακή δυσπλασία ή άλλου τύπου αγγειακή βλάβη.
Την επόμενη ημέρα (20/12) έγινε αφαίρεση της τραχειοστομίας και στις 23/12 εξήλθε από την ΜΑΦ με επίπεδο συνείδησης κατά την κλίμακα Γλασκώβης 15/15, ήπια μυϊκή αδυναμία ΔΕ, αιμοδυναμικά σταθερός, απύρετος, με ικανοποιητική οξυγόνωση χωρίς παροχή οξυγόνου και σίτιση από το στόμα... Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 19.12.2013 και επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 20.12.2013 (βλ.
την υπ' αριθμ. ...20.12.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Β. Α. και την υπ' αριθμ. .../20.12.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Γ., αντίστοιχα). Ενόψει των περιστατικών αυτών, το κρίσιμο ζήτημα που τίθεται είναι εάν από το χρόνο που ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας του, γενικά ως δυνατή συνέπεια της σε βάρος του τελεσθείσης άδικης πράξης -χωρίς να απαιτείται ο επακριβής προσδιορισμός του μεγέθους της- και του υποχρέου και μέχρι την άσκηση απ' αυτόν της ένδικης αγωγής, παρήλθε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής της εξ αδικοπραξίας απορρέουσας αξιώσεώς του έναντι του πρώτου εναγομένου.
Ο ενάγων, τοποθετώντας το χρόνο γνώσεως της ζημίας του στις 23.12.2008, μετά δηλαδή την έξοδό του από το νοσοκομείο, θεωρεί ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής του στις 20.12.2013 δεν είχε παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής. Αντίθετα, ο πρώτος εναγόμενος, θεωρώντας ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας από την ημέρα τέλεσης του ατυχήματος, στις 10.11.2008, και το αργότερο μέχρι την έξοδό του από την ΜΕΘ, στις 9.12.2008, ισχυρίζεται ότι η αξίωσή του έχει υποπέσει σε παραγραφή.
Από τα ίδια ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το χρόνο που ο ενάγων νοσηλευόταν στη ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έως εκείνο το χρονικό σημείο είχε γνώση των πραγματικών περιστατικών που θεμελίωναν την αξΐωσή του, σε βαθμό ώστε να καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Όμως, μετά τις 9/12, που εξήλθε από τη ΜΕΘ για να συνεχίσει τη νοσηλεία του στη ΜΑΦ, έχοντας επίπεδο συνείδησης κατά τη κλίμακα Γλασκώβης 11/15, παρουσίασε ραγδαία βελτίωση της νευρολογικής του εικόνας, με αποτέλεσμα στις 19/12, όταν υποβλήθηκε σε ψηφιακή αγγειογραφία εγκεφάλου, να μην διαπιστωθεί ανεύρυσμα, αγγειακή δυσπλασία ή άλλου τύπου αγγειακή βλάβη.
Εξαιτίας δε της πολύ καλής κατάστασης που ευρίσκετο, αποφασίστηκε η αφαίρεση της τραχειοστομίας, η οποία έλαβε χώρα την επόμενη ημέρα, και -προφανώς για λόγους προληπτικούς- εξήλθε λίγες ημέρες μετά από το Νοσοκομείο (23.12.2008) με επίπεδο συνείδησης κατά την κλίμακα Γλασκώβης 15/15, ήτοι πλήρες, με ήπια μυϊκή αδυναμία ΔΕ, αιμοδυναμικά σταθερός, απύρετος, με ικανοποιητική οξυγόνωση χωρίς παροχή οξυγόνου και σίτιση από το στόμα.
Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι ο ενάγων ήδη μετά την έξοδό του από τη ΜΕΘ, και σίγουρα στις 18.12.2008, ήταν σε θέση να αντιληφθεί τόσο τις συνθήκες του ατυχήματός του και την αιτιώδη συνάφεια αυτού με τον τραυματισμό του, όσο και το υπαίτιο πρόσωπο, το οποίο μάλιστα ήταν εξαρχής γνωστό, καθώς τα στοιχεία του ήταν καταγεγραμμένα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας από την ημέρα του ατυχήματος.
Αλλωστε, από κανένα ιατρικό πιστοποιητικό δεν προκύπτει η πλήρης απώλεια νοητικής αντίληψης του ενάγοντος, ο οποίος τουλάχιστον από τις 18.12.2008, ήτοι πέντε ημέρες πριν εξέλθει από το Νοσοκομείο με πλήρες επίπεδο συνείδησης, ήταν σε θέση να γνωρίζει τόσο τις συνθήκες του ατυχήματος όσο και το υπαίτιο πρόσωπο που τις προκάλεσε.
Εξάλλου, παρών στο ατύχημα, ήταν και ο συνεπιβάτης του ενάγοντος και ιδιοκτήτης του μοτοποδηλάτου, Η. Κ., ο οποίος γνώριζε τις συνθήκες του ατυχήματος και τον εμπλεκόμενο οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ενημέρωσε σχετικά και αυτός τον ενάγοντα μετά από ένα μήνα που βρισκόταν στην εντατική, σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε ο ίδιος (ο ενάγων) προανακριτικά.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η βλάβη που υπέστη στην υγεία του ήταν από την αρχή απρόβλεπτη και επομένως ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει αφότου έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, διακομίστηκε στο νοσοκομείο με κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εισήλθε στη ΜΕΘ, όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις που διέγνωσαν την ύπαρξη ενδοεγκεφαλικού αιματώματος και κατά τον μετέπειτα χρόνο υπεβλήθη σε ψηφιακή αγγειογραφία και μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, δηλαδή σε προβλεπτές και αναμενόμενες εξετάσεις για την παρακολούθηση της πορείας της υγείας του.
Επομένως, από τη ζημιογόνο πράξη δεν προέκυψε κάποια δυσμενής συνέπεια απρόβλεπτη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα ιατρικά δεδομένα, ώστε να υφίσταται ιδιαίτερη παραγραφή, που δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ενώ το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορούσε εξαρχής να προσδιορίσει επακριβώς το μέγεθος της ζημίας που υπέστη ή κάποια μέλλουσα να επέλθει ζημία, δεν εμποδίζει, όπως προαναφέρθηκε, την έναρξη της παραγραφής...
Ούτε, εξάλλου, επικαλείται ο ενάγων ότι εμποδίστηκε από λόγους ανωτέρας βίας να ασκήσει την αξίωσή του για όσο χρόνο παρέμεινε στο νοσοκομείο, ήτοι μέχρι 23.12.2008, οπότε θα ερευνάτο τυχόν ζήτημα αναστολής της παραγραφής της αξιώσεώς του, κατ' άρθρο 255 ΑΚ. Επίσης, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι επειδή η πρόκληση της ένδικης αδικοπραξίας συνιστά την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, το οποίο αποτελεί πλημμέλημα και επομένως η σχετική αξίωση υπόκειται σε μακρύτερη παραγραφή, που είναι οκταετής, συνυπολογιζομένης και της τριετούς αναστολής λόγω κύριας διαδικασίας κατ' άρθρο 111 παρ. 2 ΠΚ, είναι μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στην παραπάνω αστική παραγραφή δεν γίνεται συνυπολογισμός και της ποινικής αναστολής.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος κατά μεν του πρώτου εναγομένου ξεκίνησε το αργότερο στις 18.12.2008, ημερομηνία κατά την οποία μπορούσε και έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, και συμπληρώθηκε στις 19.12.2013, ήτοι προτού ο ενάγων επιδώσει στους εναγόμενους την κρινόμενη αγωγή του (20.12.2013) (άρθρο 937 ΑΚ), κατά δε της δεύτερης εναγομένης - ασφαλιστικής εταιρίας, η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος ξεκίνησε νωρίτερα, ήτοι την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, δηλαδή από 21.11.2008 και επομένως συμπληρώθηκε πριν από την επίδοση της αγωγής (20.12.2013), χωρίς η έναρξη αυτή να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007).
Κατά συνέπεια, οι αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποπέσει σε παραγραφή, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης των εναγομένων, την οποία πρόβαλαν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν στο Εφετείο...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 937 παρ.1 εδάφ.
α' και 10 παρ.2 κ.ν. 489/1976, κατά παραδοχή, ως βάσιμης, της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων, και, ακολούθως, απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την από 12-1-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 190/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που είχε κρίνει, κατ' αποτέλεσμα, ομοίως, απορρίπτοντας, ως παραγεγραμμένη, την ένδικη, από 17-12-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 552/19-12-2013, αγωγή του αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το επίμαχο ουσιώδες ζήτημα της ένστασης παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα του χρόνου έναρξης της παραγραφής αυτής, το οποίο τέθηκε ενώπιόν του με τους λόγους έφεσης της αναιρεσείοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές και, άρα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο, μετά τις ανέλεγκτες παραδοχές ότι ο ζημιωθείς αναιρεσείων έλαβε γνώση των επιζήμιων για την υγεία του συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση μετά την έξοδό του από τη ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας στις 9-12-2008 και, σε κάθε περίπτωση, στις 18-12-2008 και ότι οι δυσμενείς αυτές συνέπειες αποτελούσαν όλες προβλεπτές από την αρχή ζημίες, ήτοι το μέγεθος των σωματικών βλαβών του παθόντος και η αναμενόμενη εξέλιξή τους ήταν αμέσως μετά το ατύχημα προβλεπτές, χωρίς να υπάρξει απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του παθόντος, προσδιορίζει επακριβώς το σημείο έναρξης της παραγραφής, και συγκεκριμένα, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, τοποθετεί το σημείο γνώσης της ζημιών και, ειδικά, των επιζήμιων συνεπειών τους και του υπόχρεου προς αποζημίωση, το αργότερο, στις 18-12-2008 και διαλαμβάνει, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη - ασφαλιστική εταιρεία, ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις γεννήθηκαν από την επόμενη ημέρα του χρόνου του ατυχήματος, ήτοι στις 21-11-2008.
Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμοι, κατά τα οικεία σκέλη τους, οι δύο λόγοι αναίρεσης (πρώτος και δεύτερος), από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους ο χρόνος έναρξης παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος συναρτήθηκε, εσφαλμένα, με τους παραπάνω χρόνους (9-12-2008, αλλιώς, 18-12-2008 αφενός, χρόνο του ατυχήματος αφετέρου) και όχι από τότε που έλαβε γνώση του υπόχρεου προς αποζημίωσή του και έγιναν αντιληπτές για αυτόν - παθόντα αναιρεσείοντα οι (μεταγενέστερες απρόβλεπτες, κατά την άποψή του) επιζήμιες συνέπειες, δηλαδή από τις 12-2-2009 (όταν τον πληροφόρησε σχετικά ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος), αλλιώς, από τις 24-12-2008 (όταν εξήλθε από το νοσοκομείο).
Ήτοι, στην παρούσα περίπτωση, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Όσον αφορά, ειδικά, την αιτίαση που περιέχεται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ότι η παραδοχή του Εφετείου πως ο αναιρεσείων ενημερώθηκε από το συνεπιβάτη του μοτοποδηλάτου Η. Κ. "μετά από ένα μήνα που βρισκόταν στην εντατική" και, κατά συνέπεια, η γνώση του αναιρεσείοντος για τα κρίσιμα γεγονότα αρχίζει στις 9-1-2009 (ένα μήνα μετά την έξοδό του από τη ΜΕΘ στις 9-12-2008) και, άρα, δεν συμπληρώθηκε η πενταετής παραγραφή (τουλάχιστον ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο), είναι αλυσιτελής.
Και τούτο, διότι η αιτίαση αυτή αναφέρεται σε πλεοναστική αιτιολογία που εκ περισσού διατυπώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, όχι για να στηρίξει, και μάλιστα αποκλειστικά, την κρίση του Εφετείου για το επίμαχο ζήτημα, αλλά για να ενισχύσει απλώς την κρίση του αυτή και δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της (ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 763/2016).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους ίδιους (πρώτο και δεύτερο) λόγους της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 εδάφ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του, αναφορικά με το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, όπως αυτοί εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας. Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, κατά το μέρος τους τούτο, διότι με το πρόσχημα θεμελίωσής τους στις πιο πάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς των λόγων αυτών ισχυρισμούς που πρότεινε ο αναιρεσείων και τους απέρριψε με την αιτιολογία που έχει προπαρατεθεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους ίδιους λόγους της αναίρεσης, προβάλλει την, κατ' άρθρ. 559 αριθμ.11γ' ΚΠολΔ, αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του έγγραφα - ιατρικά πιστοποιητικά, τις αναφερόμενες ιατρικές μελέτες των Ά.
Κ., Χ. Α. και Ε. Γ. και την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με την επιμέλειά του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επικαλέστηκε και προσκόμισε, για την απόδειξη των ισχυρισμών του, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα. Ο λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποία ακριβώς έγγραφα δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε το Εφετείο, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (9η σελίδα αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ορισμένα, μάλιστα, από τα οποία ρητά μνημονεύει και αξιολογεί.
Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων, αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου.
Η τελευταία αυτή κρίση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο Για να είναι όμως ορισμένος και, άρα, παραδεκτός λόγος αναίρεσης που προβάλλεται με βάση τη διάταξη αυτή, πρέπει να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποίο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασής του (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 750/2018).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το σχετικό μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτόν, στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, με την προπαρατιθέμενη αιτιολογία, την ένσταση παραγραφής των αναιρεσιβλήτων, μολονότι ο αναιρεσείων έμαθε τη ζημία του και τον υπόχρεο προς αποζημίωσή του στις 12-2-2009, αλλιώς, στις 24-12-2008, καθώς και ότι οι επίδικες ζημίες του ήταν από την αρχή απρόβλεπτες.
Ο παρών λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και σε ποίο επακριβώς αποδεικτικό μέσο, ώστε το Εφετείο να υποπέσει στο επικαλούμενο σφάλμα (παραδοχής της ένστασης παραγραφής). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ.15 ν.2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1864/2017). Εξάλλου, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, "Τo δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματός του δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 96/2019, ΑΠ 213/2017, ΑΠ 237/2016).
Συνεπώς, είναι, κυρίως, απαράδεκτος ο πρώτος, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αίτημα του αναιρεσείοντος (που υποβλήθηκε μάλιστα με την από 1-2-2007 προσθήκη - αντίκρουση των από 26-1-2017 εφετειακών προτάσεών του, μετά τη συζήτηση της έφεσης) προς διεξαγωγή (ιατρικής) πραγματογνωμοσύνης για μελέτη των (ιατρικών) εγγράφων, προκειμένου να διακριβωθούν οι (απρόβλεπτες) επιπτώσεις στην κατάσταση της υγείας του εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του, καθόσον δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης για την αντίληψη του ζητήματος αυτού.
Κατά τα λοιπά, και με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης γίνεται επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το ίδιο άρθρο 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ, με την απλή αναφορά της διάταξης αυτής, χωρίς, όμως, να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να τον στοιχειοθετεί. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, κατά το μέρος τούτο (άρθρ. 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και, συγκεκριμένα, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο αναιρεσείων απλώς, με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο πιο πάνω άρθρο, πλήττει την, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.
Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1217/2018, ΑΠ 1953/2017).
Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει επιπλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα. Αντίθετα, αν το έγγραφο αφορά απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 2060/2007).
Πρόκειται, συνεπώς, για έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου της παραβίασης προς σφάλμα του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1548/2018). Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης γίνεται επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας και από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την απλή αναφορά της διάταξης αυτής, χωρίς, όμως, να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να τον στοιχειοθετεί.
Άρα, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, κατά το μέρος τούτο (άρθρ. 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 25/12-7-2017 αίτηση του Δ. Θ. Ο. για αναίρεση της 135/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ