Legislator Case Law & Legislation
674/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling five-year period applies to debt claims not five-year limitation. Court rejects application of twenty-year limitation period. Appeal rejected due to correct application of five-year limitation period. Court rejects application of twenty-year limitation period. Appeal rejected due to correct application of five-year limitation period.

Case Number 674/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower courts' decisions rejecting his lawsuit. The appellant argued that a twenty-year limitation period should apply to his claim, but the court found the facts established a five-year limitation period under Article 937 of the Civil Code. Consequently, the lower courts correctly applied the five-year rule and the appeal was rejected as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 937 and 249 of the Civil Code; The five-year limitation period applies to debt claims where the debt has not been acknowledged or paid, excluding the twenty-year limitation period.

Keywords

AI generated
statute of limitations five year period Civil Code Article 937 debt claim limitation period appeal dismissal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 937 of the Civil Code
Article 249 of the Civil Code
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 199 of the Code of Civil Procedure
Article 203 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1909/2009 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 674 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 674/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντα: Χ. Κ., του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο, ο οποίος ορίσθηκε με την 115/2011 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Ρουμελιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3. Ζ. Ρ., κατοίκου ..., αμφότεροι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 4. Γ. αντί του λανθασμένου -Α.- χήρα Κ. Β., κατοίκου ... ή κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αικατερίνης Κουτήφαρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:143/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2010 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της 143/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και της 124/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ( Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-8-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 26-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των 1ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 7890/30-10-2012 και 3137/22-10-2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας και Αθηνών, ... και ... αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα, με τη διάταξη, του άρθρου 576 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα παρά την απουσία των πιο πάνω δευτέρου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων Ι. Κ. και Ζ. Ρ..

ΙΙ. Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (άρθρ. 577 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι επί της από 16-11-2008 αγωγής του αναιρεσείοντος που παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας με την υπ' αριθ. 67/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 143/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ κατά παραδοχή σχετικής ένστασης που προβλήθηκε εκ μέρους των εναγομένων. Κατά της αποφάσεως εκείνης ο αναιρεσείων άσκησε την από 10-8-2009 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 124/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), που απέρριψε την έφεση με τις ίδιες αιτιολογίες, όπως και η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, δηλαδή λόγω συμπληρώσεως πενταετούς παραγραφής. Με τα πιο πάνω δεδομένα που ερευνώνται και αυτεπάγγελτα η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη Εφετειακή απόφαση, ώστε η ένδικη αίτηση αναίρεσης απαράδεκτα στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 143/2009 πρωτόδικης απόφασης.

Περαιτέρω, από τα ίδια διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι με τη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 124/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά το μέρος της που απευθυνόταν εναντίον του τότε τρίτου εφεσίβλητου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου Ζ. Ρ., στη συνέχεια δε εξαφανίστηκε η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση ως προς τον ίδιο εφεσίβλητο και απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς αυτόν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Με την ένδικη, όμως, αίτηση αναίρεσης, δεν προσάπτεται οποιοδήποτε σφάλμα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά την προαναφερθείσα ειδική αιτιολογία και διάταξή της και επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτη κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, καθόσον αφορά τον τρίτο αναιρεσίβλητο Ζ. Ρ..

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση.

Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη (άρθρ. 249 ΑΚ). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, πράγμα που πάντοτε συντρέχει, αν δεν παρεμβληθεί νομικό κώλυμα για την έγερση της σχετικής αγωγής, αρχίζει αμέσως η διαδρομή του χρόνου και της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε (5) έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου.

Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας η του ποσού της αποζημίωσης. Έτσι, ο χρόνος της παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Ολ.ΑΠ 38/1996, 40/1996), όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός, το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 1368/2010).

Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνον για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.

Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές οι επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς της με την αδικοπραξία. Στην πενταετή παραγραφή ισχύουν γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.).

Ειδικώς, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 261). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ και 221 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. (ΑΠ 8/2007).

Στην προαναφερθείσα πενταετή παραγραφή ισχύει και η διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ κατά την οποία κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται ύστερα από 20 χρόνια και αν ακόμα η αξίωση υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, με την προϋπόθεση ότι η οποιαδήποτε αξίωση της οποίας επιμηκύνεται η παραγραφή δεν έχει υποπέσει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι ως εφεσίβλητοι, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, πρότειναν παραδεκτά στο Εφετείο που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, την, ως και πρωτοδίκως, προταθείσα ένσταση πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος από την αδικοπραξία. Ειδικότερα, δε ισχυρίσθηκαν ότι από τότε που ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου και μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας του άρθρου 937 ΑΚ.

Επί της ένστασης αυτής το Εφετείο, μετά συνεκτίμηση των προσκομισθέντων διαδικαστικών εγγράφων, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε την προβληθείσα ένσταση παραγραφής με τις ακόλουθες ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές: "Ο ενάγων Χ. Κ. με την από 23-3-1991, προγενέστερη της ένδικης, αγωγή του, ισχυρίζεται ότι από υπαιτιότητα του εναγομένου Γ.

Κ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, προκλήθηκε ο τραυματισμός αυτού (ενάγοντος). Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει α) το ποσό των 3.224.500 δραχμών, για αποζημίωση για θετική του ζημία, καθώς και διαφυγόν κέρδος (απώλεια εισοδήματος) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 31-1-1999 και β) το ποσό των 9.985.000 δραχμών για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά 13.209.550 δραχμές.

Η ως άνω αγωγή συνεκδικάσθηκε, αφενός μεν με την ασκηθείσα από 1-11-1991 παρεμπίπτουσα αγωγή του ως άνω εναγομένου ενάγοντος Γ. Κ. κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων Ζ. Ρ. και Κ. Β., με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν, κατ' άρθρο 927 ΑΚ, οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το 95% του ποσού, που αυτός θα πληρώσει στον κυρίως ενάγοντα, ποσοστό που αντιστοιχεί στη συνευθύνη τους στον ένδικο τραυματισμό του τελευταίου και αφετέρου με την από 2-10-1995 παρεμπίπτουσα αγωγή του παρεμπιπτόντως ενάγοντος - παρεμπιπτόντως εναγομένου στην ως άνω δεύτερη αγωγή Ζ.

Ρ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Επαγγελματική Εταιρεία Ασφαλειών Α.Ε.", με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η ως άνω εταιρεία, με βάση τη μεταξύ τους σχέση ασφάλισης του φερομένου ως ζημιογόνου οχήματος, να του καταβάλει ό,τι αυτός θα πληρώσει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα Γ. Κ.. Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών αγωγών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 470/1996 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο με την απόφαση αυτή, αφού δέχθηκε συνυπαιτιότητα των εναγομένων όλων των αγωγών (και δη κατά ποσοστό 60% του οδηγού του ως άνω οχήματος Γ. Κ. και ανά 20% των οδηγών των λοιπών οχημάτων Ζ. Ρ. και Κ. Β., οι οποίοι είχαν σταθμεύσει παράνομα τα οχήματά τους), καθώς και συνυπαιτιότητα του ενάγοντος κατά ποσοστό 20%, καθόσον αυτός οδηγούσε το υπ' αριθμ. ...

δίκυκλο μοτοποδήλατο, χωρίς να φοράει προστατευτικό κράνος, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για το κονδύλιο της θετικής ζημίας, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 375.200 δραχμών. Στη συνέχεια, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης για τα κονδύλια του διαφυγόντος κέρδους και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαγνωσθεί η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος.

Εξ άλλου, με την ίδια απόφαση έγιναν εν μέρει δεκτές οι παρεμπίπτουσες αγωγές για το ως άνω επιδικασθέν ποσό των 375.250 δραχμών. Στη συνέχεια, διενεργήθηκε η ως άνω διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, που κατατέθηκε αρμοδίως την 8-10-1999. Ο ενάγων με την από 13-5-1999 κλήση του, απευθυνόμενη προς όλους τους (κυρίως και παρεμπιπτόντως) διαδίκους, επανέφερε τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, προκειμένου να εκδοθεί, ως αυτονόητο, απόφαση για τα λοιπά κονδύλια και να καταστεί πλέον αυτή (απόφαση) οριστική.

Η συζήτηση της κλήσης προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 14-10-1999, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την 24-2-2000. Τότε ο ενάγων, με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, απόντος του εναγομένου της ως άνω από 23-3-1991 αγωγής του Γ. Κ. (καθώς και των λοιπών διαδίκων), δήλωσε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αγωγής του (βλ.

πρακτικά του δικαστηρίου). Μετά την ως άνω παραίτηση, για την οποία, αφού έλαβε χώρα κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής, δεν υπήρξε αντίρρηση, κατ' άρθρο 294 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. από τον (ούτως ή αλλιώς απόντα) εναγόμενο, η αγωγή αυτή θεωρείται, κατ' άρθρο 295 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν ασκήθηκε και ως εκ τούτου ανατρέπονται τα αποτελέσματα που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής (Ολ.ΑΠ 13/1994).

Η παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος θεωρείται ότι δεν διακόπηκε, εφόσον ο τελευταίος δεν ήγειρε και πάλι την αγωγή του εντός του εξαμήνου του άρθρου 263 παρ. 2 ΑΚ (ΑΠ 210/2009, 362/2009). Έκτοτε (24-2-2000) δεν ακολούθησε κάποια διαδικαστική πράξη έως την 9-10-2007. Τότε ο ενάγων Χ. Κ. άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας την από 9-10-2007 αγωγή του κατά των εναγομένων Ι.

Κ., Γ. Κ., Κ. Β. και Ζ. Ρ., με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 12.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 471/8-10-2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.

Τέλος, ο ενάγων Χ. Κ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας την από 16-11-2008 ένδικη αγωγή του. Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 67/19-3-2009 απόφασή του, αφού κηρύχθηκε καθ' ύλη αναρμόδιο για να δικάσει την αγωγή, παρέπεμψε αυτή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, ως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης, με την ειδική διαδικασία των άρθρων 667 επ.

Κ.Πολ.Δ. Στη συνέχεια, ο ενάγων με την από 1-4-2009 κλήση του, παραιτηθείς σιωπηρά της άσκησης έφεσης κατά της ως άνω παραπεμπτικής απόφασης, προσδιόρισε την αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο και έκδωσε την εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το χρόνο τέλεσης του αδικήματος, την 17-6-1989, και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, την 24-11-2008, οπότε το δικόγραφό της κατατέθηκε, με αριθμ.

καταθ. 527/24-11-2008, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας (δεν προέκυψε ο χρόνος επίδοσης της αγωγής προς τους εναγομένους, ενώ δεν προσκομίζονται και οι σχετικές εκθέσεις επίδοσης, ούτε, άλλωστε, και γίνεται σχετική επίκλησή τους), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Έτσι, η ένδικη απαίτηση έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, δεκτής γενομένης στην ουσία της, της σχετικής προβληθείσας εκ μέρους των εναγομένων ένστασης παραγραφής αυτής (απαίτησης).

Ειδικότερα, το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα την, 18-6-1989, όπως προαναφέρθηκε, οπότε ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου και δη του εναγομένου Γ. Κ., καθώς και του (για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή) εναγομένου Ι. Κ.. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ενάγων έμαθε τον υπόχρεο προς αποζημίωση την 23-3-1991, οπότε και άσκησε τη με την ίδια χρονολογία ως άνω αγωγή του κατά του εναγομένου Γ.

Κ.. Επίσης ο ενάγων έμαθε και τους λοιπούς εναγομένους - υπόχρεους (κατ' αυτού) προς αποζημίωση τουλάχιστον κατά τη συζήτηση, την 9-5-1996, της ως άνω από 23-3-1991 αγωγής του, οπότε και συνεκδικάσθηκαν και οι λοιπές παρεμπίπτουσες ως άνω αγωγές, καθώς, επίσης, και κατά την έκδοση, την 5-8-1996, επί των ως άνω αγωγών της υπ' αριθμ. 470/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Επίσης, ο ενάγων γνώριζε και τη ζημία που είχε υποστεί κατά τον τραυματισμό του στο ένδικο ατύχημα και δη, πέραν των άλλων, και "βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, (κατάσταση κωματώδης)", συνεπεία της οποίας εμφάνισε "ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις και διαταραχές συμπεριφοράς" (βλ. από 1-11-1991 αγωγή του). Σε κάθε δε περίπτωση ο ενάγων έμαθε τη ζημία αυτή, και αν θεωρηθεί ότι υπήρξε μεταγενέστερη τέτοια (ζημία), με την κατάθεση, την 8-10-1999, στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το δικαστήριο ιατρού Χ.

Κ., στην οποία αναφέρεται με κάθε λεπτομέρεια η κατάσταση της υγείας αυτού (ενάγοντος) και δη ότι αυτός έχει υποστεί μόνιμες βλάβες στον εγκεφαλικό ιστό και ότι συνεπώς είναι "απολύτως ανίκανος για πάσης φύσης εργασία επ' αόριστον" (βλ. έκθεση). Η δε ως άνω κατάσταση της υγείας του ενάγοντος ήταν προβλέψιμη, και έτσι αυτός γνώριζε τις επιζήμιες συνέπειες της άδικης πράξης, οι οποίες δεν οφείλονται σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του, ούτε, άλλωστε και ο ενάγων επικαλείται (αρνούμενος την ένσταση) κάτι τέτοιο.

Τέλος, δεν δύναται να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, διότι δεν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση, που να επιμηκύνει τυχόν, το χρόνο παραγραφής της ένδικης αξίωσης σε 20ετία, σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές σκέψεις. Έτσι, αφότου ο ενάγων έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση αυτής και μέχρι την κατάθεση, την 24-11-2008, της ένδικης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας του άρθρου 937 ΑΚ.

Εξάλλου, δεν υπάρχει κάποιο διακοπτικό ή ανασταλτικό της ως άνω παραγραφής γεγονός και δεν προτείνει, άλλωστε, κατ' αντένσταση (ΑΠ 1909/2009), ο ενάγων. Σημειώνεται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ως άνω παραγραφή διακόπηκε με την κατάθεση της από 9-10-2007 αγωγής του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, αφού αυτή ασκήθηκε μετά την πενταετία του άρθρου 937 ΑΚ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε, λόγω παραγραφής, την ένδικη αγωγή ως προς τους (παρόντες) εναγομένους, δεν έσφαλε στην κρίση του αυτή, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται με την έφεσή του ο εκκαλών-ενάγων".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του που είχε ασκήσει, λόγω πενταετούς παραγραφής και με το να μη εφαρμόσει την εικοσαετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 249 ΑΚ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων για πενταετή παραγραφή της αξίωσης του αναιρεσείοντος και την απόρριψη της έφεσης και της αγωγής του, αλλά και τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 249 του ΑΚ.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 937 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων Γ. Κ. (1ου) και Γ. Β. (4ος) που είχαν χωριστές παραστάσεις, λόγω της ήττας του ( άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δικ.), στην καταβολή των οποίων υποχρεούται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 199 και 203 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-8-2011 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Κ. για αναίρεση της με αριθ. 124/2010 αποφάσεως (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) του Εφετείου Αθηνών, και της με αριθ. 143/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παρόντων (1ου και 4ης) αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ