Legislator Case Law & Legislation
666/2010 AI generated

Supreme Court quites lower court for insufficient reasoning on statute of limitations and disability compensation predictability.

Case Number 666/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the Athens Court of Appeal's decision regarding a social security dispute over disability compensation and statute of limitations. The appellant argued that the lower court failed to provide adequate reasoning on the predictability of disability progression and the specific duration of the limitation period. The court found these omissions violated Article 559 of the Code of Civil Procedure, mandating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure; A judgment is voidable if it lacks reasoning on facts crucial to the case outcome, such as the predictability of disability progression or the specific duration of limitation periods.

Keywords

AI generated
statute of limitations disability compensation insufficient reasoning predictability of injury remand for retrial social security benefits code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 666 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 666/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Στάμου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο και 2. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α - Ε.Τ.Α.Μ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σαρλή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-1999 αγωγή του πρώτου ήδη των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως και την από 8-10-1999 κύρια παρέμβαση - αγωγή του δεύτερου , η οποία κατατέθηκε στο αυτό ως άνω Δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3019/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2891/2002, 2780/2002 μη οριστικές και 2264/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουλίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 19 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το ένα μέρος του, δεύτερου και τρίτου κατά τα δύο πρώτα μέρη του λόγων της από 10-7-2008 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2264/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που απέρριψε τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας που αφορούσαν τις ενστάσεις παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) Ολ.

ΑΠ 1/1999. Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 § 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.

Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημιές του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτός ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - κατά το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.

Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάστασή τους νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειας τους με την αδικοπραξία. (Ολ.ΑΠ 23/1994, Α.Π. 233/2007).

Τα προαναφερθέντα δεν εφαρμόζονται και στη διετή παραγραφή του αρθ. 7 του Ν. ΓπΝ/1911 που αρχίζει από τον χρόνον του ατυχήματος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 10 § 5 του ν.δ. 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 § 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 προκύπτει, ότι σε περίπτωση αναπηρίας ή θανάτωσης ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η αξίωση αποζημίωσης του ασφαλισμένου ή των δικαιούχων μελών της οικογένειάς του, που απορρέει από τα άρθρα 928 και 929 ΑΚ, κατά του υποχρέου, μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση.

Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντα ή των δικαιοδόχων του, κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογένειάς του και των αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του υποχρέου τρίτου.

Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει, όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους υπό χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαίτησης στο ΙΚΑ. (Α.Π 803/2004) χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της ως προερχόμενης από αδικοπραξία ή από αυτοκινητικό ατύχημα.

Αφού δε καθοριστικό χρονικό σημείο για τη μεταβίβαση της αξίωσης στο Ι.Κ.Α είναι εκείνο που γεννήθηκε η σχετική αξίωση στο πρόσωπο του παθόντος ασφαλισμένου του, δηλαδή ο χρόνος του ατυχήματος, από τότε αρχίζει να τρέχει σε βάρος του Ι.Κ.Α η διετής ή πενταετής παραγραφή από τη διάταξη του αρθ. 7 του Ν. ΓπΝ/1911 και του αρθ. 937 παρ. 1 του Α.Κ.

εκτός αν πρόκειται για απρόβλεπτες ζημιογόνες συνέπειες που επήλθαν μεταγενέστερα οπότε για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η μεταβίβαση στο Ι.Κ.Α της σχετικής αξίωσης από αδικοπραξία επέρχεται όχι από τον χρόνο του ατυχήματος, που δεν γεννήθηκαν ακόμα, αλλά από τότε που έγιναν αντιληπτές και για τον παθόντα ασφαλισμένο του οι επιζήμιες συνέπειες που μέχρι τότε ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, και έλαβε γνώση αυτών.

Όταν το δικαστήριο της ουσίας ερευνά την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής από την ΑΚ 937 οφείλει με σαφήνεια να διευκρινίζει αν αξιώνεται αποζημίωση από τον παθόντα λόγω επιπλοκών του αρχικού τραυματισμού του που συνιστούν απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του σε σχέση με τον αρχικό τραυματισμό, ποιες είναι οι απροσδόκητες αυτές επιπλοκές, και πότε έλαβε γνώση των επιπλοκών αυτών, και εάν η γνώση των επιπλοκών αυτών συνδέεται κατ' αιτιώδη συνάφεια και με τη γνώση της αντίστοιχης ζημίας, η οποία αυτονομείται έτσι από το χρόνο του ατυχήματος (Α.Π. 1567/2004).

Τέλος, στην περίπτωση που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει νέα μεταγενέστερη συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη, δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης της παραγραφής.

Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί τον χαρακτηρισμό της ζημίας ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημιά ήταν από την αρχή προβλεπτή ως περιεχόμενο της ένστασής του (Α.Π. 996/2007, 1012/2004, 940/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2264/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων:

Την ... και περί ώρα 13.15 μ.μ. ο ενάγων Ψ1, οδηγώντας την υπ' αρ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κινούμενος επί της επαρχιακής οδού ..., ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα (με την πρώτη εναγομένη Χ1, η οποία οδηγούσε το υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, της κυριότητος της, ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ".

Η Χ1 κινούμενη με υπερβολική ταχύτητα στην επαρχιακή οδό προς ..., παραβίασε την υπάρχουσα στην πορεία της απαγορευτική πινακίδα SΤΟΡ και συγκρούσθηκε με την μοτοσικλέτα του ενάγοντος Ψ1. Ο τελευταίος, από το ως άνω τροχαίο ατύχημα τραυματίσθηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση

στο νοσοκομείο με βαρειές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και αιμάτωμα στον εγκέφαλο. Για το ατύχημα αυτό, ο ενάγων Ψ1, ήγειρε τις από 17-9-1991 και 31-7-1994 αγωγές του, με τις οποίες ζητούσε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, για το χρονικό διάστημα από ... έως 31-7-1994. Επί των αγωγών αυτών, εκδόθηκε η υπ' αρ. 6644/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτές τις αγωγές, ως βάσιμες και κατ' ουσίαν, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος, την πρώτη εναγομένη Χ1.

Η τελευταία άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης, και εκδόθηκε η υπ' αρ. 10702/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή της, επικυρώνοντας την υπ' αρ. 6644/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 έως και 28-9-1999, στο οποίο προέκυψαν οι αναφερόμενες με την κρινομένη αγωγή ζημίες, η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος Ψ1, επιδεινώθηκε απρόβλεπτα.

Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων παρουσίασε τετραπάρεση και υπολειμματική αρ. πυραμιδική συνδρομή, που ήταν απότοκος του ατυχήματος και του σοβαρού τραυματισμού του, γι' αυτό και κρίθηκε ανίκανος με ποσοστό αναπηρίας 80%, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποφάσεις του ΙΚΑ. Επίσης ο ενάγων, κατά το άνω χρονικό διάστημα παρουσίασε απώλεια συνειδήσεως, με τραυματική επιληψία και αστάθεια, και χρειάστηκε ιατρική παρακολούθηση.

Τον Φεβρουάριο του 1997 παρουσίασε απώλεια συνειδήσεως και (ΔΕ) σπαστική ημιπάρεση, γι' αυτό και νοσηλεύθηκε στην νευρολογική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου ..., όπως προκύπτει από την 2... προσκομιζόμενη ιατρική βεβαίωση του νοσοκομείου αυτού. Τον Απρίλιο του 1998, παρουσίασε και νέα επιδείνωση της υγείας του, με οσφυαλγία, ριζίτικη συνδρομή ΔΕ κάτω άκρων, όπως προκύπτει από την από ... (ιατρική βεβαίωση του νευρολογικού τμήματος του Νοσοκομείου Αθηνών "...".

Τον Σεπτέμβριο του 1998 παρουσίασε σοβαρές κρίσεις επιληψίας (βλ. από ... ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου Αθηνών "..."). Η επιδείνωση αυτή της υγείας του, δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί εκ των προτέρων. Η μεταγενέστερη εξέλιξη της υγείας του και η πορεία του σοβαρού τραυματισμού του, από τις βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, που είχε υποστεί κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν εκ των προτέρων, γι' αυτό και ο ασφαλιστικός του φορέας το ΙΚΑ, με διαδοχικές αποφάσεις του, περιγράφει την κατάσταση της υγείας του κάθε φορά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (βλ.

υπ' αρ4019/1994, 3442/2996 και 5124/1997 αποφάσεις του ΙΚΑ), και κρίνει αυτόν με ποσοστό αναπηρίας 80%. Από τις αποφάσεις του ΙΚΑ, τα πιστοποιητικά νοσηλείας και τις ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίζονται, προκύπτει ότι δεν ήταν δυνατή η εκ των προτέρων πρόβλεψη της πορείας της υγείας του ενάγοντος Ψ1, οι δε επιζήμιες για την υγεία του εξελίξεις που παρουσιάσθηκαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-8-1994 έως και 28-9-1999, δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν από την ήμερα του ατυχήματος (...), και επομένως η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων τόσο του ενάγοντος, όσο και του ασφαλιστικού του φορέα (ΙΚΑ), που προτείνει η εναγομένη-εκκαλούσα Χ1, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού ούτε ο ενάγων Ψ1, ούτε ο ασφαλιστικός του φορέας, μπορούσαν να γνωρίζουν την επιδείνωση της υγείας του (ενάγοντος κατά τον προ του επιδίκου χρονικού διαστήματος χρόνο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Ψ1, όταν έγινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, εργαζόταν στον ΟΤΕ ως ημερομίσθιος εργάτης χωματουργικών εργασιών, αντί 70.917 δραχμών μηνιαίως, πλέον δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας κάθε έτους, επιπλέον δε, εκτός την κύρια αυτή εργασία, εργαζόταν τα Σαββατοκύριακα κάθε εβδομάδας ως βοηθός ηλεκτρολόγου στον εργολάβο ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων Η1.

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αρ. πρωτ. ...βεβαίωση του ΟΤΕ, ο ενάγων εργαζόταν ως ημερομίσθιος εργάτης με 25 ημερομίσθια μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 έως 28-9-1999, κατά το οποίο λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του ήταν αδύνατο να εργασθεί, ζημιώθηκε το συνολικόν ποσόν των 12.155.075 δραχμών, συμπεριλαμβανομένων δώρων Πάσχα Χριστουγέννων, επιδόματος αδείας και με ημερομίσθιο που θα ανήρχετο την 1-8-1994 στο ποσό των δραχμών 5.428, την 1-1-1996 δρχ. 5646,την 1-7-1996 δρχ 5872, την 1-1-1996 δρχ. 6085, την 1-7-1996 δρχ. 6329, την 1-1-1997 δρχ. 6.600, την 24-4-1997 δρχ. 6900, την 1-7-1997 δρχ. 7125, την 1-1-1998 δρχ. 7319, την 1-7-1998 δρχ. 7466.

Όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων εργαζόταν και σε δευτερεύουσα εργασία, κάθε Σάββατο και Κυριακή στον εργολάβο ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων Η1 (βλ. την από 4-1-1999 βεβαίωση του Η1), με ημερομίσθιο 8.000 δραχμές έως 13.000 δραχμές, για το επίδικο χρονικό διάστημα και απώλεσε εισοδήματα συνολικού ποσού 5.761.000 δραχμών, για το διάστημα αυτό.

Η εκκαλούσα-εναγομένη Χ1, χωρίς να αμφισβητεί ειδικότερα τα επί μέρους κονδύλια της ζημίας, εκ της απώλειας των εισοδημάτων του ενάγοντος, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου πράξης και της επελθούσας ζημίας εκ της απώλειας των εισοδημάτων. Όπως όμως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ο ενάγων με την εμπειρία που είχε και τα προσόντα του, θα συνέχιζε να εργάζεται πάνω στο αντικείμενο του, ως ημερομίσθιος εργάτης στον ΟΤΕ, όπως και σε δεύτερη συμπληρωματική εργασία, καθ' όλο το επίδικο διάστημα και θα κέρδιζε από την εργασία του αυτή τα προαναφερόμενα ποσά, αν δεν είχε μεσολαβήσει η επιδείνωση της υγείας του, με όλες τις απρόβλεπτες συνέπειες, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού της εκκαλούσας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, συνεχίζει το Εφετείο ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ο ενάγων Ψ1, έλαβε από το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος, επιδοτήσεις συνολικού ποσού 10.009.935 δραχμών, που βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις ένδικες απαιτήσεις (βλ. υπ' αρ. Σ91/2004/22-7-1999 απόφαση του ΙΚΑ) και επομένως κατά το ως άνω ποσόν πρέπει να μειωθεί η ζημία του ενάγοντος.

Η κυρία παρέμβαση όμως είναι απαράδεκτη αν το αντικείμενό της είναι διαφορετικό από εκείνο της αγωγής, καθότι όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει αντιστοιχία παροχών του ΙΚΑ με την αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου, αφού το ΙΚΑ είναι ex lege εκδοχέας της απαιτήσεως αποζημιώσεως.

Κατά του υπόχρεου το ΙΚΑ δεν ασκεί ίδια δικαιώματα, αλλά όσα του μεταβιβάζονται ex lege από τον ασφαλισμένο του-παθόντα. Η αξίωση αποζημιώσεως του ΙΚΑ κατά του υπόχρεου, είναι επίσης εξ αδικοπραξίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ με την ασκηθείσα αγωγή του ο ενάγων Ψ1, ζητεί αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη εξ αιτίας του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, για το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 έως 28-9-1999, το ΙΚΑ, με την ασκηθείσα κυρία παρέμβασή του ζητά να του επιδικασθεί το ποσόν των 18.250.188 δραχμών, που κατέβαλε στον ασφαλισμένο Ψ1 για το από ...

έως 30-9-1999 χρονικό διάστημα. Έτσι ενώ η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι για το ένδικο διάστημα (1-8-1994 έως 28-9-1999), το ΙΚΑ πλήρωσε στον ασφαλισμένο του, το προαναφερόμενο ποσό των 10.009.935 δραχμών το οποίο και αφαιρεί από την ζημία του ενάγοντος, κάνει εν όλω δεκτή την κυρία παρέμβαση του ΙΚΑ, για το ποσό των 18.250.188 δραχμών του χρονικού διαστήματος από ...

έως 30-9-1999. Σύμφωνα όμως με τις προηγούμενες σκέψεις, η κυρία παρέμβαση έπρεπε να γίνει δεκτή, για το ποσό που αντιστοιχεί σε παροχές προς τον ασφαλισμένο, του ιδίου με την αγωγή χρονικού διαστήματος, αφού για το προγενέστερο διάστημα απαραδέκτως ασκείται, καθόσον δεν υπάρχει χρονική αντιστοιχία με την αγωγική απαίτηση του Ψ1 ασφαλισμένου του ΙΚΑ, κυρίως παρεμβαίνοντος.

Γι' αυτό και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κυρία παρέμβαση του ΙΚΑ για το προαναφερόμενο ποσό, οι δε σχετικοί ισχυρισμοί της εκκαλούσας Χ1, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, κρίνονται κατ' ουσίαν βάσιμοι". Έτσι που έκρινε το Εφετείο κατά την απόρριψη της προβληθείσας εκ μέρους της αναιρεσείουσας ένστασης διετούς και πενταετούς παραγραφής εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 7 του ΓπΝ/1911, 937 παρ. 1 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247, 914 929 του ΑΚ, 18 παρ. 1 του Ν. 4476/1965 σε συνδ.

με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986. Πράγματι, με τις ως άνω παραδοχές διέλαβε στην απόφασή του το Εφετείο ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του με τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού οι παραδοχές ότι οι ένδικες ζημιές των αναιρεσιβλήτων, αποτελούσαν όλες απρόβλεπτες από την αρχή ζημιές, εκτίθενται χωρίς σαφήνεια, επάρκεια αλλά και με αντιφάσεις.

Οι αιτιολογίες δε αυτές δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, και έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα στις ... "τραυματίσθηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο με βαρειές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και αιμάτωμα στον εγκέφαλο" και ότι για το ατύχημα αυτό άσκησε τις από 17-9-1991 και 31-7-1994, αγωγής με τις οποίες ζητούσε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, δεν αναφέρει τι είδους αποζημίωση επιδικάσθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, για ποια αιτία και ποια χρονική διάρκεια είχε η αιτία εκείνη από άποψη προβλεψιμότητας, και ποιο ήταν το διαγνωσθέν αρχικά ποσοστό αναπηρίας σε εκείνη τη δίκη, ώστε να μην αιτιολογείται τελικά το απρόβλεπτο των ζημιών του ένδικου χρονικού διαστήματος από 1-8-1994 έως 28-9-1999, σε σχέση με το είδος της αρχικής ζημιάς ήδη από του χρόνου του ατυχήματος.

Επίσης, ενώ δέχεται ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημά που εκτείνεται σε μία πενταετία και πλέον (1-8-1994 έως 28-9-1999) επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του πρώτου αναιρεσίβλητου, δεν εκθέτει εάν η επιδείνωση αυτή ήταν εφάπαξ ή σταδιακή, και πότε έλαβε γνώση ο πρώτος αναιρεσίβλητος των αντίστοιχων ζημιών, για τον υπολογισμό της αφετηρίας του χρόνου της παραγραφήςπ ενώ δεν εκθέτει, απορρίπτοντας την ένσταση της παραγραφής, εάν πρόκειται για τη διετή ή την πενταετή παραγραφή, αλλά και πότε επιδόθηκαν η αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου και η κύρια παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσίβλητου.

Επίσης ενώ δέχεται ότι παρουσίασε ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα τετράπλευρη και υπολειμματική αριστερή πυραμιδική συνδρομή, που ήταν απότοκος του ατυχήματος και του σοβαρού τραυματισμού του δεν αιτιολογεί γιατί αφού η εξέλιξη αυτή ήταν "απότοκος" του τραυματισμού δεν ήταν και προβλέψιμη.

Επίσης, ενώ συνδυάζει το απρόβλεπτο της δυσμενούς εξέλιξης στην υγεία του πρώτου αναιρεσίβλητου με την έκδοση των διαδοχικών υπ' αριθ. 4019/1994, 3442/1996 και 5124/1997 αποφάσεων του Ι.Κ.Α με τις οποίες κρίθηκε αυτός ανάπηρος με ποσοστό 80%, δεν αιτιολογεί το εάν το ίδιο ποσοστό διαχρονικά αφορά και τις τρείς αποφάσεις, και σε καταφατική περίπτωση γιατί υπήρξε απρόβλεπτη εξέλιξη μετά την πρώτη υπ' αριθ. 4019/1994 απόφαση, εάν και οι δύο μεταγενέστερες προσδιόρισαν το ίδιο ποσοστό, όπως και τι ποσοστό προσδιόρισαν οι τυχόν προγενέστερες εκείνες, για τις οποίες δεν προσδιορίζει ειδικότερα σαφώς εάν υπήρξαν ή όχι, εν όψει του ότι από της πλευράς της αναιρεσείουσας προβλήθηκε ο ισχυρισμός, ως επιχείρημα υπέρ της ένστασης παραγραφής, για την ύπαρξη και των υπ' αριθ. 317/1992 και 4970/1992 αποφάσεων του Ι.Κ.Α ομοίων κατά περιεχόμενο με τις επόμενες.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αποδιδόμενες κατ' εκτίμηση με τον πρώτο, κατά το ένα μέρος του, δεύτερο και τρίτο κατά τα δύο πρώτα μέρη του λόγους πλημμέλειες, όλες, όπως εκτιμώνται, από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που κρίνονται βάσιμοι. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 2264/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ