Legislator Case Law & Legislation
250/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal as time-barred due to incorrect application of statute of limitations.

Case Number 250/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision dismissing the appellant's appeal as time-barred. The lower court incorrectly applied the new two-year limitation period established by Law 4335/2015, whereas the appellant argued the old three-year period applied retroactively to acts occurring before the law's entry into force. The Court ruled that the lower court erred in law by failing to apply the transitional provisions regarding the duration of the limitation period, thus declaring the appeal admissible and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 518 para. 2 K.Pol.D.; Art. 1 para. 3 of Law 4335/2015; The limitation period for filing an appeal is determined by the law in force at the time of the act, with transitional rules applying to acts predating legislative changes.

Keywords

AI generated
statute of limitations transitional provisions appeal admissibility legal time limits retroactive application civil procedure law third instance court

Cited Legislation

AI generated
Art. 518 para. 2 K.Pol.D.
Art. 1 para. 3 of Law 4335/2015
Art. 559 no. 14 K.Pol.D.
Art. 577 para. 1 K.Pol.D.
Art. 580 para. 3 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 250 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 250/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Ε. Π., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ζιώγα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4474/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5553/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την κρινόμενη από 28-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 5553/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα η από 28-6-2016 (αριθμ. καταθ. 2669/29-6-2016) έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. ...2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την από 7-2-2012 αγωγή της κατά του εναγομένου- αναιρεσίβλητου περί αναγνώρισης κυριότητας και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ) Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον Κ.Πολ.Δ., τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".

Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016" .

Με την φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της έφεσης (και της αναίρεσης), καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ένδικου αυτού μέσου από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Έτσι, η προσήλωση στην φραστική αυτή διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του.

Συνεπώς, για τους άνω κυρίως λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να εφαρμόζεται, επί της προθεσμίας των ένδικων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί, ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος.

Επομένως, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση. Η δε με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου.

Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία "Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.

κρίνονται με βάση τις διατάξεις του" (Ολ ΑΠ 10/2018, Α.Π. 716/2020, ΑΠ 111/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι διάταξης ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 2/2001, 1/1999, ΑΠ 792/2015, 145/2014).

Μέσω του παραπάνω λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, και το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων (ΑΠ 664/2018, 498/2017).

ΙΙΙ) Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5553/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η ασκηθείσα εκ μέρους της αναιρεσείουσας έφεση κατά της υπ' αριθμ. ...2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, διότι το Εφετείο έκρινε ότι αφού η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 27-8-2013 και δεν έλαβε χώρα επίδοση αυτής, ενώ η ένδικη έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 29-6-2016, η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της διετούς προθεσμίας για την άσκησή της, η οποία έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού το ένδικο μέσο ασκήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του ν.4335/2015 δηλαδή μετά την 1-1-2016.

Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην μείζονα πρόταση, η ένδικη έφεση ήταν εμπρόθεσμη, εφόσον ασκήθηκε εντός της, κατά το άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 27-8-2013, δεν επιδόθηκε από κάποιον διάδικο και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 29-6-2016 και με αριθμό 2669/29-6-2016.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα την έφεση αυτή, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμός 14 αναιρετική πλημμέλεια ήτοι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ενόψει αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, που το κατέθεσε, λόγω της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερα δυσχερούς ερμηνείας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 5553/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τη δικαστικής τους δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ