Legislator Case Law & Legislation
716/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal due to procedural time limit error.

Case Number 716/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision to dismiss the appeal as inadmissible. The lower court incorrectly applied the statute of limitations, failing to account for a legislative change that shortened the appeal period from three to two years. Consequently, the Supreme Court found the Third Instance Court had violated the law by declaring the appeal time-barred when it was still within the new two-year limit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 518(2) of the Code of Civil Procedure; Article 3(3) of Law 4335/2015: The Supreme Court established that a lower court must apply the current statute of limitations at the time of the appeal, and an error in applying the old, longer limitation period constitutes a reversible error warranting the remittal of the case.

Keywords

AI generated
statute of limitations appeal admissibility legislative amendment procedural error remittal of case time bar Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 3(2) of Law 4446/2016
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1b) of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1(3) of Law 4335/2015
Article 518(2) of the Code of Civil Procedure
Article 24(1) of the Introductory Provisions of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 716 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 716/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1.Ό. Κ. , 2.Π. Κ. , κατοίκων … , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Δικαίο. Των αναιρεσίβλητων : 1.Α. Κ. , 2.Ε. Κ. κατοίκων … , που παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Κατσουλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4780/2010 μη οριστική, 2196/2013 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 3009/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-8-2018 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 28/8 /2018 (με αριθμό κατάθεσης 527/2019) αίτηση κρινόμενη από 28/8 /2018 (με αριθμό κατάθεσης 527/ 2019) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3009/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παράγραφος 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (άρθρο 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τις αναιρεσείουσες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450 )ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παρ 2 του νόμου 4446 /2016 .

Συνεπώς ,ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β ,556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του νόμου 4335/ 2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας .τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 495- 590),που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές ,μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παράγραφος 2 ,στο οποίο ορίστηκε ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο (2)έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".

Η ίδια διάταξη ,πριν την τροποποίησή της ,όριζε ότι " αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παράγραφος 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο " μεταβατικές και άλλες διατάξεις " περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη ,σύμφωνα με την οποία :"Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591- 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά ,εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις ,η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1 .-.2016".

Η αιτιολογική έκθεση του νόμου 4335/ 2015 ορίζει ,όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις ,τα εξής "Με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου ,κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης".

Η ως άνω μεταβατική διάταξη ,όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1.1.2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές,θεωρητικές προσπάθειες, αλλά - το κυριότερο - και οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1.1.2016 περιέχουν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων ,που διακυβεύουν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου .Με τη φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της έφεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ενδίκου αυτού μέσου από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού ,με συνέπεια ,κατά γραμματική ερμηνεία ,να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1.1.2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα ,σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παράγραφος 1 του Εισ.Ν. Κ.Πολ. Δ., το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ,οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2 ,545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα ,αν η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ .Ν.Κ .Πολ.

Δ., η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ένδικου μέσου) ή στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ,η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες. Προκειμένου να καταστεί αντιληπτή η λειτουργία της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Εισαγωγικού Νόμου ΚΠολΔ ,σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι υπό την ισχύ της Πολιτικής Δικονομίας /1835 δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης .Σύμφωνα με το άρθρο 752 Πολ.Δ/1835 οριζόταν τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που αφετηριαζόταν από την επίδοση της απόφασης, η οποία παρατεινόταν για επιπλέον 30 ημέρες αν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του ήταν εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή ή ήταν αγνώστου διαμονής (άρθρο 754 Πολιτική Δικονομία/1835).

Αν παραλειπόταν η επίδοση ή η τυχόν γενόμενη ήταν ελαττωματική ,το δικαίωμα άσκησης έφεσης υπέκειτο στη " συνήθη "παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 756 Πολιτική Δικονομία /1835).Κάτ' αποτέλεσμα ,η ρύθμιση του άρθρου 24 παράγραφος 2 του Εισαγωγικού Νόμου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αποβλέπει να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του Κ.

Πολ.Δ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ένδικων αυτών μέσων .Διαπιστώνεται, επομένως ,ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μία ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παράγραφος 1 αποτυπώνει μία ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ένδικων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης .Αντίθετα η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του Εισαγωγικού Νόμου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας .Υπό την έννοια αυτή εύστοχα εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσον αποδίδει η γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου.

Πάντως, υπό την ισχύ του νόμου 4335/2015, με αφορμή τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική εκδοχή ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου ενάτου παράγραφος 2 του νόμου 4335/2015 (ΑΠ 1640/2017, 1176/2017).Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υποστηρίζεται ότι ο δικονομικός νομοθέτης απέκλινε με το νόμο 4335/2015 συνειδητά υπό την ως άνω διαχρονικού δικαίου αρχή του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, χωρίς να αφήσει το ζήτημα αρρύθμιστο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί το κενό μέσω της προσφυγής στο άρθρο 24 παράγραφος 1 του Εισαγωγικού Νόμου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η οποία εξαρτούσε το παραδεκτό της έφεσης από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ,όπως έπραξε ο νομοθέτης του νόμου 3994 /2011, ο οποίος ρητά επανέλαβε την ως άνω διάταξη του Εισαγωγικού Νόμου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παράγραφος 2 του νόμου εκείνου .ορίζοντας ειδικότερα ότι "Το παραδεκτό των ένδικων μέσων ,το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση".

Η άποψη αυτή βασίζεται στην ευρεία διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του νόμου 4335 /2015 ,στο γενικό σκοπό του νόμου 4335/2015, ,που είναι η επιτάχυνση της πολιτικής δίκης ,και στον ειδικό σκοπό της διάταξης ,για συρρίκνωση της καταχρηστικής προθεσμίας για άσκηση ενδίκων μέσων .Υπό αυτή την εκδοχή όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εντός του έτους 2013 και οι οποίες δεν είχαν προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης μέχρι και τις 31-12-2015 κατέστησαν απρόσβλητες με το αντίστοιχο ένδικο μέσο από την 1-1- 2016 και τούτο διότι, αν κατατεθεί εντός του έτους 2016 η έφεση ή η αναίρεση, το εμπρόθεσμο αυτών θα κριθεί με βάση τη νέα, ήδη παρελθούσα, διετή προθεσμία και όχι με βάση την παλαιά τριετή προθεσμία, που θα συμπληρωνόταν κάποια στιγμή εντός του έτους 2016.

Σε κάθε περίπτωση, κατά την ίδια ως άνω άποψη, οι διάδικοι που πίστευαν ότι είχαν τριετή προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, είχαν στη διάθεσή τους ικανό χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο των πέντε μηνών, εφόσον ο νόμος 4335/2015 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23/7/2015, προς ενημέρωση τους και προς εμπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου.

Υπό την ίδια ερμηνευτική εκδοχή αποκρούεται η δυνατότητα ερμηνευτικής προσφυγής στον κανόνα του άρθρου 24 παράγραφος 2 Εισαγωγικού Νόμου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ,με το επιχείρημα ότι η τελευταία προσιδίαζε στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών που ανέκυπταν κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, διότι τότε δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, αλλά παραγραφή αυτής.

Οι υποστηρικτές της ανωτέρω θέσης ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, παρότι τα ένδικα μέσα αποτελούν μία πρόσθετη εγγύηση τελειότερης απονομής της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί όχι μόνο να περιορίσει αυτά, αλλά και να αποκλείσει εντελώς την άσκηση τους, με σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τούτο γίνεται κατά τρόπο γενικό και δεν καταλαμβάνει και ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα ,διότι η πρόσβαση στα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της χώρας μας, ούτε από το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Σύμβασης της Ρώμης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα επιχειρήματα της ανωτέρω άποψης ,όμως, προϋποθέτουν σαφή νομοθετική διάταξη, ως προς την κατάργηση, ή τη συρρίκνωση του δικαιώματος άσκησης έφεσης και αναίρεσης ,ώστε να κριθεί αν οι διάδικοι είχαν ασφαλή πληροφόρηση και επαρκή χρόνο. Αν αυτό ίσχυε, δυσχερώς , πράγματι ,θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν.

Ωστόσο, η μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ.2 του ν.4335/2015 ουδόλως ,κατά τα προεκτεθέντα, φέρει τα εχέγγυα της απαιτούμενης για την εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου σαφήνειας. Περίτρανη απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η θεωρία άμεσα εξέφρασε εντονότατο προβληματισμό ως προς την αληθή έννοια της γενικής διατύπωσης της διάταξης αυτής και κατά την κρατούσα θέση της προέκρινε τη μη εφαρμογή της στο επίμαχο ζήτημα.

Την ανωτέρω κυρίαρχη στη θεωρία άποψη έχουν υιοθετήσει και οι αποφάσεις 519/2017 και 520/2017 του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες σε όσες αποφάσεις δημοσιεύτηκαν πριν την1.1.2016 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριετής και όχι διετής, δηλαδή προέκρινε η άποψη αυτή την ερμηνευτική άρση του προβλήματος μέσω της προσφυγής στη διαχρονικού δικαίου αρχή του άρθρου 24 παρ.1 του Εισ.ΝΚΠολΔ, εστιάζοντας στην άρση των ατόπων και ανισοτήτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων από την ενδεχόμενη επιλογή αναδρομικής ισχύος τέτοιων νεότερων διατάξεων ,που συντέμνουν τις καταχρηστικές αυτές προθεσμίες.

Το άτοπο της στενής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου ενάτου παρ.2 του νόμου 4335/ 2015 αναδεικνύεται και από το εξής παράδειγμα: Αίτηση αναίρεσης κατ' απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη αν ασκείτο μέχρι τις 31/12 /2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη αν ασκείτο μετά την 1.1. 2016, αφού θα είχε, εν τω μεταξύ, συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευση της.

Αν ο νομοθέτης ήθελε κάτι διαφορετικό, που θα οδηγούσε σε απώλεια του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου μέσα στη νέα καταχρηστική προθεσμία, θα έπρεπε είτε να το ορίσει ρητά είτε να προβλέψει συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας θα όφειλε να ασκηθεί τυχόν ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που δημοσιεύτηκε σε χρόνο μεγαλύτερο των δύο ετών από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου ή από την άσκηση του ενδίκου μέσου.

Εξάλλου, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ενάτου παρ.2 του νόμου 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. ΓΓ αυτούς κυρίως τους λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται από το άρθρο 24 παρ. 1 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, δηλαδή,να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ένδικων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος.

Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 4335/ 2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση. Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ενάτου παρ. 2 του νόμου 4335/ 2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου.

Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 ΕισΝ.ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία" Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από την εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκταση τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του" (Ολ.ΑΠ 10/ 2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3009/ 2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ,έγιναν δεκτά τα εξής: "Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η υπό κρίση από 10/1/2016 έφεση κατά τις 2196/ 2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και δημοσιεύθηκε στις 14/5 /2013.

Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι έλαβε χώρα επίδοση της ως άνω επικαλουμένης αποφάσεως. Επομένως, α) εφόσον η εκκαλούμενη απόφαση ουδέποτε κοινοποιήθηκε στους διαδίκους ,β) εφόσον η προθεσμία της έφεσης σε περίπτωση μη επίδοσης της απόφασης για τις ασκούμενες μετά την 1/1/2016 εφέσεις είναι δύο χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, {σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και εφαρμόζεται για τα κατατιθέμενα από την 1.1. 2016 και εφεξής ένδικα μέσα} ,γ) εφόσον κατά τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα ,η παρέλευση άπρακτης της προαναφερθείσας νόμιμης προθεσμίας άσκησης της έφεσης συνεπάγεται έκπτωση από του δικαιώματος άσκησης αυτής, η οποία αν ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη, και αυτεπαγγέλτως, δ) εφόσον η (μηδέποτε επιδοθείσα) εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 2196/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύτηκε στις 14/5/2013, όπως προκύπτει από το σώμα αυτής και ε) εφόσον η υπό κρίση από 10/1/2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1260/13/5 2016 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2196/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Κληρονομικό) ασκήθηκε στις 13/5/2016, ήτοι πολύ μετά την παρέλευση της διετίας από την( γενόμενη στις 14/5/2013) δημοσίευση της ως άνω εκκαλουμένης απόφασης, συνακόλουθα, η υπό κρίση με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 1260/13.5.2016 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2196/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, μετά την συμπλήρωση δηλαδή της διετίας, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δική, μετά την οποία δεν χωρεί έφεση.

Κατ' ακολουθίαν αυτών σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η ένδικη έφεση κρίνεται, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον έχει ασκηθεί εκπροθέσμως". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αναγνωρίσεως του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας των αναιρεσειουσών αγωγή τους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο και συγκεκριμένα, κατά παράβαση των προαναφερθεισών στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1 του Εισ. Ν .ΚΠολΔ, ενάτου παρ.2 του νόμου 4335/2015 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, καθόσον η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως κατά της πρωτοδίκης απόφασης ήταν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τρία χρόνια από τη δημοσίευση της και όχι δύο, η δε τριετής προθεσμία δεν είχε παρέλθει από τη δημοσίευση της στις 14/5/2013 μέχρι την άσκηση της έφεσης στις 13/5/2016, με συνέπεια να υποπέσει στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτης της έφεσης, όπως βάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείουσες με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες, που το κατέθεσαν, λόγω της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερα δυσχερούς ερμηνείας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3009/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο, ως άνω, δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ