Legislator Case Law & Legislation
792/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of substantive legal grounds and procedural errors.

Case Number 792/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court inconsistently awarded separate court costs for dismissing her counterclaims and accepting the bank's appeal, claiming a procedural flaw. The court rejected this argument, ruling that the imposition of costs based on the appellant's defeat required no further justification and that her specific complaints were either unfounded or too vague to constitute a violation of substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the imposition of court costs on a losing party pursuant to the principle of defeat does not require specific substantive justification beyond the fact of loss, and vague complaints regarding cost allocation are inadmissible as grounds for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure Court Costs Allocation Principle of Defeat Appeal Dismissal Procedural Justification Final Judgment Substantive Law Violation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 792 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 792/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου-Δεληγιάννη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3059/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1692/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/10/2013 αίτησή της και τους από 7/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 25/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους αυτής λόγους προσβάλλεται η κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 1692/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως απαράδεκτες τις με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθείσες από 7-12-2010, 29-11-2011 και 14-3-2013 αντεφέσεις της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την από 17-12-2009 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 3059/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 26-9-2005 ανακοπή της κατά της από 1-9-2005 επιταγής προς πληρωμή της αναιρεσείουσας, που είχε γραφεί κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. 7443/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν αίτησης της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης για το ποσό των 83.008,67 € με βάση τα έγγραφα που προσκόμισε και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την άνω επιταγή προς πληρωμή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί ως προς τους λόγους της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 7-7-2014 ιδιαίτερο δικόγραφο η αναιρεσείουσα άσκησε ως προς τα προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης προσθέτους λόγους (αρθ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κυρίους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας, της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, 1225/2004, 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, 1072/2005, 864/2003), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 2/2001, 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, 1446/2003 και 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, 539/2003, 885/1994), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ’ αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω κα αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007, 140/2006, 1274/1994), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλουμένου ή αποκρουομένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 839/2010) για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 104/2013, ΑΠ 1668/2005), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 10/2013).

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται δε μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων και όχι σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 αναιρετικό λόγο (Ολ ΑΠ 2/2005, 2/2001, 1/1999).

Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να είχε υποχρέωση από το νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 262 παρ. 2 και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της επιταγής προς εκτέλεση απαιτείται να έχει ο ανακόπτων έννομο συμφέρον, που υπάρχει όταν με την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται, επηρεάζεται η θέση και γενικότερα συγκεκριμένο έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος, που είναι άξιο προστασίας από το νόμο.

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί υπάρξεως ή μη αυτού ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 339/2010). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, παρέχεται στον καθού η εκτέλεση δικαίωμα αποζημίωσης κατ’ εκείνου που την επέσπευσε, αν η ενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ.

Η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης όχι μόνο του συνόλου των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά και επί μέρους πράξεων, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αποκατάσταση των ζημιών που συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις αυτές. ‘ Ετσι αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή (Ολ ΑΠ 49/2005, ΑΠ 2207/2009).

Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος, αρκεί και μόνη η εκ του νόμου παρεχόμενη ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της ενεργηθείσας εκτέλεσης.

Συνεπώς, ο ανακόπτων δεν στερείται εννόμου συμφέροντος προς προσβολή πράξης της εκτέλεσης ακόμη και αν υπό την απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε στον επισπεύδοντα δανειστή ολόκληρο ή μέρος του επιτασσομένου προς πληρωμή ποσού, καθόσον ο ανακόπτων έχει δικαίωμα αποζημίωσης κατ’ άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1119/2011, 1559/2009 και 305/2009).

Περαιτέρω, με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση αρχίζει, κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η επίδοση της επιταγής αυτής, ως μη απευθυνόμενη, ούτε λαμβάνουσα χώραν ενώπιον δικαστηρίου, χαρακτηρίζεται ως εξώδικη πράξη. Συνάμα όμως αποτελεί και διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνεπάγεται δικονομικές (άρθ. 924 παρ. 1, 926 παρ. 2, 932 ΚΠολΔ) και ουσιαστικές (αρθ. 264, 340 ΑΚ) συνέπειες, οι οποίες επέρχονται και στην περίπτωση επίδοσης δικονομικώς άκυρης επιταγής προς εκτέλεση και δεν αίρονται, παρά μόνον με την ακύρωσή της από το δικαστήριο ή με την παραίτηση από την επιταγή εκ μέρους του επισπεύδοντος, ρητή ή σιωπηρή.

Και μετά όμως την παραίτηση, η κατά της επιταγής ασκηθείσα ανακοπή δεν καθίσταται χωρίς αντικείμενο και ο ανακόπτων δεν στερείται πλέον εννόμου συμφέροντος για την εκδίκαση της ανακοπής και την έκδοση απόφασης επ’ αυτής. Ειδικότερα με δεδομένο ότι ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης διατηρεί την εξουσία διαρκούσης της εκτελεστικής διαδικασίας να προβεί σε πλήρη ή μερική εκπλήρωση της παροχής του, στην περίπτωση που αυτός, μετά την επίδοση της επιταγής, προβεί εκουσίως στην εξόφληση ολοκλήρου ή μέρους του επιτασσομένου ποσού, για την αποφυγή περαιτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και ασκήσει ανακοπή, κατά της επιταγής, έχει προς τούτο, κατά τα προαναφερόμενα, πρόδηλο έννομο συμφέρον, και μετά την εκ μέρους του επισπεύδοντος παραίτηση από την επιταγή του, που δεν καθίσταται χωρίς αντικείμενο, με την ολοσχερή ή μερική εξόφληση του επιτασσομένου με αυτή ποσού (από τον καθού η εκτέλεση) να επισπεύσει ο τελευταίος την εκδίκασή της, πριν από την παραίτηση από της επιταγής από την επισπεύδουσα, εκκρεμούσας ανακοπής του κατά της επιταγής.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, που δίκασε έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, η ανακοπή της κατά της επισπευδόμενης εναντίον της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την από 1-9-2005 επιταγή προς πληρωμή της αναιρεσείουσας, αφού απέρριψε, όπως από τις ουσιαστικές παραδοχές της προκύπτει, τους ισχυρισμούς της που υπέβαλε, κατ’ άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις της προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της ένδικης ανακοπής και περί ανυπαρξίας διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ως εκ του ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) μετά την επίδοση της επιταγής κατέβαλε ολόκληρο το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό, αλλά και προς εκδίκαση της έφεσης και της ανακοπής, διότι αυτή με μεταγενέστερη της άσκησης της άνω ανακοπής δήλωσή της και συγκεκριμένα με την από 15-11-2011 εξώδικη δήλωσή της που την επέδωσε στην αναιρεσίβλητη στις 17-11-2011 παραιτήθηκε από την προσβαλλόμενη ως άνω επιταγή προς πληρωμή με αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή πως δεν ασκήθηκε, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή, παρότι προηγουμένως υπό την απειλή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε στην επισπεύδουσα το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό, καθόσον επί αμετάκλητης ακύρωσης της πράξης αυτής της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει δικαίωμα αποζημίωσης κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ούτε (στερείται εννόμου συμφέροντος) για την εκδίκαση της έφεσης και της ανακοπής ως εκ του ότι παραιτήθηκε η αναιρεσείουσα από την επιταγή προς πληρωμή, καθόσον η παραίτηση αυτή, που έλαβε χώρα μετά την εκουσία συμμόρφωση της αναιρεσίβλητης με την καταβολή των επιτασσομένων με την επιταγή ποσών, δεν επέφερε το οριζόμενο από το νόμο αποτέλεσμα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή. ‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 68 και 940 παρ. 3 ΚΠολΔ καθώς και τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον η αναιρεσίβλητη, παρόλον ότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου κατέβαλε ολόκληρο το επιτασσόμενο ποσό με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, είχε έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της ανακοπής κατ’ αυτής, διότι σε περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης αυτής της επιμέρους πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας έχει δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση τυχόν ζημίας της, συνδεόμενης αιτιωδώς με αυτή, ανεξαρτήτου όντος του δικαιώματος του καθού η εκτέλεση να εγείρει και αυτοτελή αγωγή για αποζημίωση, εξαιτίας άδικης εκτέλεσης, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, στην περίπτωση όμως, που δεν άσκησε ανακοπή εναντίον πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης (Ολ ΑΠ 9/2010, ΑΠ 1338/2012).

Το έννομο δε αυτό συμφέρον της αναιρεσίβλητης συνέχισε να υφίσταται και μετά την παραίτηση της αναιρεσείουσας από την επιταγή προς πληρωμή, που έλαβε χώρα μετά την ολοσχερή εξόφληση του επιτασσομένου ποσού, καθόσον η παραίτηση αυτή κατέστη χωρίς αντικείμενο, αφού δεν μπορεί να επιφέρει τις προβλεπόμενες από το νόμο συνέπειες, δηλαδή να θεωρείται η επιταγή ως μη ασκηθείσα και η κατ’ αυτής ασκηθείσα ανακοπή και η έφεση ως άνευ αντικειμένου και συνεπώς απορριπτέες.

Συνεπώς οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος κατά το επικουρικό σκέλος του λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, καθώς και οι πρώτος κατά το κύριο και δεύτερο επικουρικό σκέλος του, δεύτερος κατά το δεύτερο επικουρικό σκέλος του και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης κατά το κύριο σκέλος του, που προβάλλεται η από τον αριθ. 8 του άνω άρθρου αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της ένδικης ανακοπής, ως εκ του ότι μετά την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή κατέβαλε το επιτασσόμενο με αυτή ποσό, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε κατά τα παραπάνω.

Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων κατά το πρώτο επικουρικό σκέλος του με τον οποίον προβάλλεται η από τον αριθ. 14 του ίδιου παραπάνω άρθρου αιτίαση, διότι το δικαστήριο παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την ανακοπή και εκτίθεται ειδικότερα ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε ολόκληρο το επιτασσόμενο με την επιταγή ποσό είναι αναληθής, διότι δεν έχει εξοφληθεί το ποσό των τόκων επί του κεφαλαίου από της ημερομηνίας της επιταγής (1-9-2005) μέχρι την καταβολή των λοιπών κονδυλίων (8-9-2005), που ανέρχεται στο ποσό των 580 € και συνεπώς, εφόσον δεν έχει εξοφληθεί ολόκληρο το επιτασσόμενο ποσό, ήταν ενεργός η αναγκαστική εκτέλεση και η επιταγή προς πληρωμή και η παραίτησή της από αυτή είχε ως αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή ως μη ασκηθείσα και η ανακοπή να είναι απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου, είναι αβάσιμος κατά νόμο και απορριπτέος, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση, (που προτείνεται όπως εκτιμάται, επικουρικά) ότι δηλαδή η γενομένη παραίτηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας, από την ένδικη επιταγή ενόψει της μερικής μόνο εξοφλήσεως του επιταχθέντος με αυτήν ποσού, καταλύει δήθεν το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης για τη συζήτησή της εκκρεμούσας πριν από την παραίτηση ένδικης ανακοπής της.

Τέλος, με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων κατά το κύριο και το πρώτο επικουρικό σκέλος του η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι με τις ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις της προς υπεράσπιση κατά της έφεσης ισχυρίσθηκε, κατ’ άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσίβλητη εστερείτο εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της ένδικης ανακοπής για την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή, διότι δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης, κατ’ άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού το ποσό που κατέβαλε σ’ αυτή εκουσίως σε εκτέλεση της επιταγής, συνιστά εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσής της προς ανόρθωση της ζημίας που προξένησε σ’ αυτή με άμεσο δόλο και με αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά, όπως έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την υπ’ αριθ. 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία (υποχρέωση) συνεχίζει να υφίσταται και μετά την αμετάκλητη ακύρωση της διαταγής πληρωμής με βάση την οποία επισπεύθηκε η αναγκαστική εκτέλεση, καθότι ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους και όχι για ανυπαρξία της άνω απαίτησής της και η αναιρεσίβλητη δεν απέδειξε εντεύθεν έλλειψη νόμιμης αιτίας διατήρησης υπ’ αυτής του πλουτισμού και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό.

Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας δεν ήταν λυσιτελής και συνεπώς δεν είχε ουσιώδη επίδραση στη δίκη και ορθώς το Εφετείο δεν τον έλαβε υπόψη. Ειδικότερα, στη δίκη αυτή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε επί ανακοπής της αναιρεσίβλητης, που είχε ασκήσει για την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή, ότι δικαιολογούσε έννομο συμφέρον προς τούτο, υπό την έννοια της προσδοκίας εννόμου οφέλους, διότι η αμετάκλητη ακύρωσή της αποτελεί θεμελιωτικό λόγο αγωγής για τη χορήγηση αποζημίωσής της, κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ και ειδικότερα για το λόγο ότι η απαίτηση της οποίας επιδιώχθηκε η ικανοποίηση με την ακυρωθείσα εκτέλεση δεν ήταν δυνατό να στηριχθεί σε δεδικασμένο παραγόμενο από την προηγηθείσα υπ’ αριθ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δεν προέκυπτε από έγγραφα.

Επομένως, ο άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το κύριο σκέλος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο επικουρικό σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο δεχόμενο το Εφετείο, παρά τα παραπάνω, ότι η αναιρεσίβλητη είχε έννομο συμφέρον προς ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ και 20 του Συντάγματος, προβάλλοντας την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι απορριπτέος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Η κατά τη διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 ΚΠολΔ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής, αποτελεί σύμφωνα με τα άρθρα 631 και 904 παρ. 2ε του ΚΠολΔ, τίτλο εκτελεστό. ‘ Όταν ενεργείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση διαταγή πληρωμής, ο καθού η εκτέλεση μπορεί να αμυνθεί, ασκώντας παράλληλα ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, αφενός την ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής και αφετέρου την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά των πράξεων της εκτέλεσης, επικαλούμενος ακόμη και τους ίδιους λόγους.

Οι αντιρρήσεις, ειδικότερα, που προβάλλονται με την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορεί να αφορούν και την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα του εκτελούμενου τίτλου και συνεπώς και την απαίτηση για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτή δεν έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, είτε με την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, που τυχόν ασκήθηκε.

Ωστόσο, οποιοσδήποτε λόγος και αν προβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ το αίτημα της είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλεται με αυτήν. Με την ανακοπή αυτή, έστω και αν περιέχει λόγο κατά της εγκυρότητας της διαταγής πληρωμής ή και κατά της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της απαίτησης για την οποία αυτή έχει εκδοθεί δεν μπορεί να ζητηθεί και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής.

Η ακύρωση της τελευταίας μπορεί να ζητηθεί μόνο με την προβλεπόμενη από το άρθρο 632 παρ. 1 ή 633 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές (ΑΠ 337/2006, 5/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 26-9-2005 ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά της εκτέλεσης, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αυτή προέβαλε ότι παράνομα επιτάσσεται με την από 1-9-2005 επιταγή της αναιρεσείουσας, που έχει γραφεί κάτω από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ’ αριθ. 7443/2005 διαταγής πληρωμής να καταβάλει στην τελευταία το επιτασσόμενο ποσό, επειδή η επιδικασθείσα σ’ αυτή με την άνω διαταγή πληρωμής απαίτηση προς αποκατάσταση της επικαλούμενης από αδικοπραξία ζημίας της από απώλεια τόκων επί κεφαλαίου 25.000.000 δραχμών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-6-2005, δεν αποδεικνυόταν από έγγραφα από τα οποία προέκυπτε η ύπαρξη δεδικασμένου και επομένως εσφαλμένα εκδόθηκε και ζήτησε την ακύρωση της άνω επιταγής για το λόγο αυτό.

Η αναιρεσίβλητη δηλαδή με τον παραπάνω λόγο προέβαλε ως λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης και συγκεκριμένα κατά της επιταγής προς πληρωμή αντιρρήσεις που αφορούν την τυπική εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, που αποτελούσε τον εκτελεστό τίτλο με βάση τον οποίο επισπευδόταν η αναγκαστική εκτέλεση και ζήτησε την ακύρωση της διαδικαστικής πράξης της επιταγής.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτό ως βάσιμο κατ’ ουσίαν το λόγο αυτό της ανακοπής και την ανακοπή και ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή, αναφέροντας συγχρόνως ότι ορθώς η αναιρεσίβλητη με το λόγο αυτό της ανακοπής της κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης προσέβαλε το κύρος της διαταγής πληρωμής, που είχε προσβάλλει για τον ίδιο λόγο και με την ανακοπή της κατά της διαταγής πληρωμής και έγινε δεκτός με την υπ’ αριθ. 6454/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης προβάλλει με το κύριο σκέλος του την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο δεχόμενο τα παραπάνω έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την επιταγή για το λόγο ότι δεν υφίστατο τυπική εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής, βάσει της οποίας επισπευδόταν η αναγκαστική εκτέλεση, ενώ ο λόγος αυτός ήταν λόγος της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και όχι αυτής κατά της εκτέλεσης, με την οποία μάλιστα εζητείτο να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής και όχι η επιταγή προς πληρωμή και με το επικουρικό σκέλος του προβάλλει όχι την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αλλά κατά την αληθή νοηματική του έννοια την από τον αριθ. 8, ισχυριζόμενη ότι χωρίς να υπάρχει λόγος ανακοπής ή πρόσθετος με τον οποίο να ζητείται η ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή, επειδή ο εκτελεστός τίτλος της διαταγής πληρωμής στον οποίο στηριζόταν ακυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 6454/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περιέλαβε τις παραδοχές αυτές στην απόφασή του και ακύρωσε την επιταγή, αλλάζοντας έτσι την ιστορική βάση και το αίτημα του άνω λόγου της ανακοπής, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 223 και 224 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του (κύριο και επικουρικό) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι ο πρώτος λόγος της από 26-9-2005 ανακοπής της αναιρεσίβλητης που κρίθηκε και έγινε δεκτός από την προσβαλλόμενη, αφορούσε και κατά τα προαναφερόμενα σε προηγούμενη σκέψη, ακυρότητα της εκτέλεσης μέσω της οποίας επιδιώχθηκε η ικανοποίηση απαίτησης της αναιρεσείουσας από διαταγή πληρωμής που κατά την έκδοσή της δε στηρίχθηκε παραδεκτά σε έγγραφα μέσω δεδικασμένου παραγόμενου από την προηγηθείσα υπ’ αριθ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αφορούσε αξιώσεις προγενέστερου (και όχι μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος) για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και συνεπώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στη δίκη.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν άλλαξε την ιστορική βάση και το αίτημα του άνω λόγου της ανακοπής με την αναφορά απλώς και μόνον πλεοναστικά και με αιτιολογία που δεν ήταν αναγκαία για το ακυρωτικό διατακτικό της ότι για τον ίδιο λόγο είχε ζητηθεί με ανακοπή και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής και ότι ακυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 6454/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 26/2004, 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ή ένσταση ή έφεση ή αντέφεση ως μη νόμιμη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ3/1997, 44/1990, ΑΠ 882/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων τα οποία ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους οι οποίοι αφορούν τη δημόσια τάξη. (ΑΠ 263/2012), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό ο ‘ Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Τέλος, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ αντέφεση δικαιούται να ασκήσει κάθε εφεσίβλητος (ενάγων, εναγόμενος, παρεμβαίνων) και όταν ακόμη έχει αποδεχθεί την απόφαση ρητώς ή σιωπηρώς ή έχει παραιτηθεί από προηγουμένως ασκηθείσα από αυτόν έφεση, αρκεί να έχει έννομο συμφέρον. Τέτοιο έννομο συμφέρον έχει ο εφεσίβλητος, κυρίως αν με το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης ηττάται και αυτός εν μέρει.

Αν αντιθέτως, έχει νικήσει ολοσχερώς, η αντέφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 516 παρ. 2 και 532 του ΚΠολΔ. Εξαιρετικώς, έννομο συμφέρον για άσκηση αντέφεσης αναγνωρίζεται και στο διάδικο που νίκησε πρωτοδίκως, αν, παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο. (ΑΠ 1811/2013, 920/2013, 1174/2009, 139/2001).

Εξάλλου, αντέφεση με αίτημα την επαναφορά ισχυρισμών, οι οποίοι συνιστούν άρνηση της βάσης της αγωγής ή ενστάσεις, που απορρίφθηκαν και μπορούν να επαναφερθούν στο Εφετείο, δεν νοείται, αφού τους ισχυρισμούς αυτούς μπορεί να επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο εφεσίβλητος με τις προτάσεις του, διότι αποτελούν, κατ’ άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης. (ΑΠ 1179/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και με τον πρώτο μέρος του κυρίου σκέλος του αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, καθόσον απέρριψε ως απαράδεκτες τις από 7-12-2010, 29-11-2011 και 14-3-2012 αντεφέσεις, που άσκησε με ιδιαίτερα δικόγραφα κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή της αναιρεσίβλητης, ως απαράδεκτη, διότι δεν περιείχαν λόγους πλήττοντες συγκεκριμένα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ενώ έπρεπε να τις απορρίψει για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, διότι αυτή είχε ολοσχερώς νικήσει πρωτοδίκως.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ως λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο από τον αριθμό αυτό λόγος ιδρύεται μόνον, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν έκρινε, όπως στην προκειμένη περίπτωση δέχεται η αναιρεσείουσα, τις αντεφέσεις της απαράδεκτες.

Ως λόγος δε, κατά την αληθή νοηματική του έννοια, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, εφόσον η αναιρεσείουσα είχε ολοσχερώς νικήσει πρωτοδίκως, αφού είχε απορριφθεί η ανακοπή της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη και αυτή δεν επικαλείται αλλ’ ούτε και δημιουργείται γι’ αυτή δυσμενές δεδικασμένο από τις αιτιολογίες της απόφασης, οι αντεφέσεις της ήταν απαράδεκτες για έλλειψη εννόμου συμφέροντος και για το λόγο αυτό απορριπτέες.

Το Εφετείο που τις απέρριψε επίσης για τυπικό λόγο, αλλά με μη ορθή αιτιολογία, ήτοι για αοριστία των λόγων αυτών, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα πρότεινε το απαράδεκτο των αντεφέσεων, που άσκησε η ίδια, ισχυριζόμενη ότι άσκησε αυτές χωρίς να έχει έννομο συμφέρον, επειδή πρωτοδίκως είχε ολοσχερώς νικήσει, η οποία όμως δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές της πράξεις.

Περαιτέρω, με τον ίδιο τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και το δεύτερο επικουρικό σκέλος του, όπως συμπληρώθηκε με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι τα άνω δικόγραφά της, που τιτλοφορούνται ως αντεφέσεις, υπείχαν θέση προτάσεών της, περιείχαν τους αναφερόμενους σ’ αυτά ισχυρισμούς της (ενστάσεις), που είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και ως τέτοιες έπρεπε να εκτιμηθούν, παρόλα αυτά το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τους περιεχόμενους σ’ αυτά ισχυρισμούς της.

Από την επισκόπηση των άνω δικογράφων των αντεφέσεων προκύπτει ότι τα δικόγραφα αυτά χαρακτηρίσθηκαν, κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι τα δικόγραφα πρέπει να αναφέρουν το είδος τους, από την ίδια την αναιρεσείουσα ως αντεφέσεις και ως ασκούμενες με ιδιαίτερο δικόγραφο κατατέθηκαν στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και συντάχθηκαν σχετικώς εκθέσεις.

Το Εφετείο δε, με δεδομένο ότι στη δικαιοδοτική εξουσία του δικαστηρίου απόκειται η εκτίμηση των δικογράφων με βάση το περιεχόμενό τους, πέραν του ότι δεν καταλείπετο αμφιβολία για το χαρακτηρισμό τους, δεν είχε και τη δυνατότητα, μετά την απόρριψή τους ως απαραδέκτων, να προβεί στην εκτίμηση του περιεχομένου τους, ώστε να τις χαρακτηρίσει προτάσεις και να ερευνήσει τους περιεχόμενους σ’ αυτές ισχυρισμούς, που η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι τους είχε προτείνει ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, δεδομένου ότι δεν είναι νοητή η ενώπιον του Εφετείου επαναφορά των ισχυρισμών του εφεσιβλήτου με αντέφεση, αφού αυτοί μπορούν, κατ’ άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, να επαναφερθούν με τις έγγραφες προτάσεις του, όπως και πράγματι έκανε η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις της.

Επομένως, το Εφετείο ορθώς δεν εκτίμησε τα δικόγραφα των άνω αντεφέσεων ως προτάσεις και δεν έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους σ’ αυτές ισχυρισμούς του αναιρεσείουσας και ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και με το δεύτερο μέρος του κυρίου σκέλους του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, ενώ συνεκδίκασε την έφεση της αναιρεσίβλητης και τις αντεφέσεις αυτής, εξέδωσε μία απόφαση με την οποία απέρριψε τις αντεφέσεις της, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και την καταδίκασε στην πληρωμή ξεχωριστής δικαστικής δαπάνης εξακοσίων ευρώ για την απόρριψη των αντεφέσεών της και σε άλλη για την παραδοχή της έφεσης της αντιδίκου της και δεν δικαιολογεί για ποιό λόγο η αναιρεσίβλητη δικαιούται δύο ξεχωριστές δικαστικές δαπάνες.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη, λόγω της ήττας, την οποία δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα, δεν έχει ανάγκη περαιτέρω αιτιολογίας, πέραν αυτής που αναφέρει η προσβαλλόμενη, ότι δηλαδή η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται σ’ αυτή, λόγω της ήττας της, κατά το μέρος δε που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου ως προς την επιβολή της δικαστικής δαπάνης που παραβιάσθηκε.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 705/2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-10-2013 αίτηση αναίρεσης και τους από 7-7-2014 προσθέτους λόγους αυτής κατά της υπ’ αριθ. 1692/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ