Supreme Court allows appeal against debt collection order, remanding case for retrial due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final debt collection order issued by the Monomelous First Instance Court of Preveza. The appellant, a public fund, argued the lower court incorrectly applied the law regarding pension deductions, while the respondent claimed the deduction was lawful. The court found the lower court erred in rejecting the respondent's request to stop the deduction of the pension allowance, ruling that the specific statute governing debt collection for over-indebted individuals overrides the general rule. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: When a final judgment in voluntary jurisdiction proceedings violates specific provisions of the over-indebtedness law regarding pension deductions, the appeal is admissible and the lower court must apply the correct statutory rule, leading to remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 250 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 250/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ. του Θ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Σιάρκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2014 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12.10.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 13/2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 42/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης των εφεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία της, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 508/2020). Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 94/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-4-2023).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..", δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Από την υπ' αριθμ. 1210/21-12-2021 έκθεση επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην προαναφερόμενη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Σ. Τ. άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης την από 18-9-2014 (αρ. κατ. 141/2014) αίτησή της, με την οποία, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθ' ων η αίτηση (ήδη αναιρεσείον και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, με σκοπό την απαλλαγή της από τις οφειλές της.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 60/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση. Κατά της αποφάσεως αυτής, το καθ' ου η αίτηση ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (ήδη αναιρεσείον), άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, την από 13-3-2017 (με αρ.
κατ. 169/2017) έφεση, με την οποία, επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό να απορριφθεί η αίτηση. Επίσης, η αιτούσα- εφεσίβλητη Σ. Τ., με τις από 8-1-2018 έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της ανωτέρω εφέσεως, κατά τη δικάσιμο της 8-1-2019, άσκησε αντέφεση, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι, ενώ η εκκαλουμένη απόφαση όριζε ρητά στο διατακτικό της ότι "απαγορεύει στο πρώτο καθ' ου τη μηνιαία παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από τη σύνταξη της αιτούσας για την ικανοποίηση της απαίτησής του δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου", το ΕΤΕΑΕΠ Α' Δ/νση Εφάπαξ Παροχών, κατόπιν εντολής του (ήδη αναιρεσείοντος) ΝΠΔΔ, προέβη, στις 26-9-2017, μη νόμιμα και καταχρηστικά, στην παρακράτηση ποσού 13.318,46 ευρώ, από το, συνολικού ύψους 17.757,95 ευρώ, εφάπαξ βοήθημα αυτής, ζήτησε να διαταχθεί η άρση της εν λόγω παρακράτησης και να υποχρεωθεί εκκαλούν- αντεφεσίβλητο, ήδη αναιρεσείον, να της αποδώσει το ως άνω παρακρατηθέν ποσό, άλλως να διαταχθεί ο συμψηφισμός του ποσού αυτού με την, κατά το διατακτικό της εκκαλουμένης, συνολική ρυθμισθείσα οφειλή και να ορισθούν από το δικαστήριο νέες, χαμηλότερες δόσεις, τόσο κατά το άρθρο 8 παρ. 2, όσο και κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.
Η έφεση και η αντέφεση συνεκδικάστηκαν από το ως άνω δικαστήριο και εκδόθηκε επ' αυτών η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 42/2020 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έγινε δεκτή η αντέφεση, κατά το κύριο αίτημά της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε το αντεφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείον) να αποδώσει στην αντεκκαλούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) το ως άνω ποσό των 13.318,46 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής, και μόνο κατά το σκέλος αυτής με το οποίο έγινε δεκτή η αντέφεση της αιτούσας- εφεσίβλητης- αντεκκαλούσας, το καθ' ου η αίτηση- εκκαλούν- αντεφεσίβλητο, άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (12-10-2020)], η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο από το άρθρο όμως 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως (όπως και από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δημιουργείται μόνο εφόσον πρόκειται για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, κανόνων δηλαδή που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 610/2023, Α.Π. 1381/2021).
Επομένως, δεν ιδρύονται, οι ίδιες αυτές πλημμέλειες, επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (Α.Π. 610/2023, Α.Π. 961/2022, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 554/2020, Α.Π. 1284/2020). Τέτοιες είναι και οι διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1 και 764 του Κ.Πολ.Δ., που καθορίζουν τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ασκήσεως αντεφέσεως στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Το παραδεκτό ασκήσεως των ένδικων μέσων ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 664/2018, Α.Π. 1290/2017), το οποίο όμως δεν εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., σε δίκες που αφορούν αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων (Ολ.Α.Π. 45/1987, Α.Π. 610/2023, Α.Π. 1513/2022, Α.Π. 1020/2021, Α.Π. 208/2020).
Στην υπό κρίση περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης, που δίκασε ως Εφετείο, αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, με την προσβαλλομένη απόφαση, προέβη στη διερεύνηση των λόγων της, ασκηθείσας με τις προτάσεις της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, αντεφέσεως, χωρίς να αιτιολογήσει τη συνδρομή των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
προϋποθέσεων του παραδεκτού της ασκήσεώς της, αν δηλαδή αυτή αφορούσε σε κεφάλαια της εκκαλουμένης που προσβλήθηκαν με την έφεση ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά. Η διάταξη, όμως, του άρθρου 523 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι δικονομικού δικαίου και, συνεπώς, η παραβίασή της, δεν μπορεί να ιδρύσει τον επικαλούμενο, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, αφού το παραδεκτό της ασκήσεως των ένδικων μέσων ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο, όμως, δεν εφαρμόζεται, όπως προαναφέρθηκε, σε δίκες που αφορούν αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι, για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων, που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής Τ.Π.Δ.), για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την Υ.Α. 2/19843/0094, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).
Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Κατά το άρθρο δε 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ., μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κειμένης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση, ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1203/2021, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 897/2020). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο μέσω σύμβασης μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη.
Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης (Α.Π. 1050/2021). Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος, προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του ή την απαίτηση έναντι του ασφαλιστικού του φορέα για μέρος της σύνταξής του ή του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούται, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 ν. 2214/1994.
Η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει, απ' ευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου, το μέρος του μισθού, της σύνταξης ή του εφάπαξ βοηθήματος, που εκχωρήθηκε. Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτό, ως προς την είσπραξη της απαίτησής του, και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης.
Στην περίπτωση αυτή υφίστανται δύο συμβάσεις: αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχώρησης μελλοντικών απαιτήσεων, των απαιτήσεων, δηλαδή, έναντι του εργοδότη ή του ασφαλιστικού φορέα του δανειολήπτη, για μελλοντικές μηνιαίες περιοδικές παροχές ή για το εφάπαξ βοήθημα, χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των μελλοντικών περιοδικών, από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατ' επέκταση και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από το δανειολήπτη προς το Ταμείο.
Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές απαιτήσεις του, κατά του εργοδότη του ή του ασφαλιστικού του φορέα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1031/2015).
Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη, δυνάμει των διατάξεων του ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή-δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσης τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχώρησης, η οποία είναι δυνατό να αναπροσαρμόζεται και δη να περιορίζεται, κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του Ν. 3869/2010.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη και αφετέρου το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους του κατά το Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω ΝΠΔΔ και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης, με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο.
Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 εξακολουθεί να ισχύει, παράλληλα με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και, απλώς, μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού ή της σύνταξης που παρακρατείται, το οποίο προφανώς πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων (Α.Π. 1315/2023, Α.Π. 606/2023), ενώ η συνολική οφειλή του δανειολήπτη προς το Ταμείο, για την οποία μπορεί να παρακρατηθεί και μέρος του εφάπαξ βοηθήματος αυτού, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που καθορίστηκε από το δικαστήριο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 1545/2022, Α.Π. 1418/2022).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 840/2022, Α.Π. 296/2022, Α.Π. 49/2022). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1940/2022, Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 59/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενο ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 455 επ. του Α.Κ. και 62 του Ν. 2214/1994, όπως ισχύει, και με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, έκανε δεκτό το σχετικό λόγο της αντεφέσεως της αιτούσας- εφεσίβλητης, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε αυτό (αναιρεσείον) να της αποδώσει το ποσό των 13.318,46 ευρώ, που παρακράτησε από το εφάπαξ βοήθημα αυτής.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα, της παρακράτησης εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος, του ως άνω ποσού των 13.318,46 ευρώ, από το εφάπαξ βοήθημα της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση στο διατακτικό της ρητά "Απαγορεύει στο πρώτο καθ' ου την μηνιαία παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από τη σύνταξη της αιτούσας για την ικανοποίηση της απαίτησής του, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου". Όμως το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π Α' Δ/νση Εφάπαξ Παροχών, εντελώς καταχρηστικά, μη νόμιμα και αυθαίρετα, κατόπιν εντολής του πρώτου των καθ' ων η αίτηση και νυν εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσείοντος) προέβη, στις 26-09-2017, στην παρακράτηση του ποσού των 13.318,46 ευρώ από το συνολικό εφάπαξ καταβληθέν βοήθημα της αιτούσας και ήδη εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) ποσού των 17.757,95 ευρώ.
Παρακράτησε δηλαδή τα 3/4 του εφάπαξ βοηθήματός της, αντιθέτως από τη ρύθμιση που είχε γίνει, αλλά και παρά την απαγόρευση παρακράτησης οποιουδήποτε ποσού, δυνάμει της εκκαλουμένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 1021/02-08-2017 επιστολή του εκκαλούντος - αντεφεσιβλήτου, που απευθύνεται στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.
Α' Δ/νση ΕΦΑΠΑΞ Παροχών Α' Τμήμα Απονομής Εφάπαξ "προκύπτει ότι το ποσό της σύνταξης δεν επαρκεί για την παρακράτηση της μηνιαίας δόσης εξυπηρέτησης του ανωτέρω δανείου, παρακαλούμε να παρακρατήσετε τα τρία τέταρτα (3/4) και μέχρι του ποσού των 43.200,00 € από το εφάπαξ βοήθημα...". Όμως, την δεδομένη χρονική στιγμή το ύψος της μηνιαίας δόσης δεν ανήρχετο στο ποσό των 567,88 ευρώ αλλά στο ποσό των 101,02 ευρώ και το ύψος της συνολικής οφειλής δεν ανήρχετο στο ποσό των 81.000 ευρώ αλλά στο ποσό των 49.313,27 ευρώ.
Είναι πρόδηλο ότι το εκκαλούν-αντεφεσίβλητο αγνόησε εντελώς την ανωτέρω δικαστική απόφαση η οποία ρύθμισε την οφειλή της αιτούσας προς αυτό και παρακάμπτοντας την, τελικά παρακράτησε από την αιτούσα το ποσό των 13.318,46 ευρώ και προέβη σε μερική εξόφληση της αρχικής της οφειλής και όχι της ρυθμιζόμενης κατά την εκκαλουμένη απόφαση οφειλής.
Η αιτούσα προσπάθησε εξωδικαστικά να λύσει το ζήτημα αυτό και να της αποδοθούν τα χρήματα αυτά, άλλως να συμψηφιστούν με το συνολικό ποσό που καλείται με την εκκαλουμένη απόφαση να καταβάλλει. Για το σκοπό αυτό η αιτούσα απέστειλε στο εκκαλούν-αντεφεσίβλητο την από 21-12-2017 εξώδικη δήλωσή της, νομίμως κοινοποιηθείσας, δυνάμει της με αριθμό 5104Δ/21-12-2017 έκθεσης επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιά ....
Ταυτόχρονα, η αιτούσα κοινοποίησε την ως άνω εξώδικη δήλωσή της στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. Α' Δ/νση ΕΦΑΠΑΞ Παροχών Α' Τμήμα Απονομής Εφάπαξ που εδρεύει στην Αθήνα (Σταδίου 31) και εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της με αριθμό ... εκθέσεως επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιά ... πλην όμως δεν έλαβε καμία απάντηση.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εσφαλμένα προέβη το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. Α' Δ/νση ΕΦΑΠΑΞ Παροχών Α' Τμήμα Απονομής Εφάπαξ, κατόπιν εντολής του εκκαλούντος - αντεφεσιβλήτου, στην παρακράτηση του ανωτέρω ποσού...". Δηλαδή, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχτηκε: 1) ότι η οφειλή της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προς το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, πριν αυτή ρυθμισθεί με την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 60/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, ανερχόταν σε 81.000 ευρώ, μετά δε τη ρύθμισή της περιορίστηκε στο ποσό των 49.313,27 ευρώ, 2) ότι το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούτο από τον ασφαλιστικό της φορέα ανερχόταν στο ποσό των 17.757,95 ευρώ και 3) ότι από το ποσό αυτό, παρακρατήθηκε και αποδόθηκε στο ήδη αναιρεσείον ποσό 13.318,46 ευρώ.
Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με την, γενομένη με την ως άνω υπ' αριθμ. 60/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, ρύθμιση της οφειλής της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, προς το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεν καταργήθηκε η μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης, αλλά περιορίστηκε αυτή, κατά το μέτρο που αναπροσαρμόστηκε η οφειλή.
Συνεπώς, η κατά το άρθρο 62 περ. γ' του Ν. 2214/1994 εκχώρηση, ποσοστού 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα, εξακολουθεί να ισχύει, παράλληλα με τη ρύθμιση που έγινε με βάση το Ν. 3869/2010 και, απλώς, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που θα παρακρατηθεί, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ύψος της συνολικής οφειλής, όπως αυτή περιορίστηκε από το δικαστήριο.
Εν προκειμένω, με βάση ως άνω τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το παρακρατηθέν ποσό των 13.318,46 ευρώ αντιστοιχεί στα 3/4 του, συνολικού ύψους 17.757,95 ευρώ, εφάπαξ βοηθήματος της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης (17.757,95 Χ 3/4 = 13.318,46), υπολείπεται δε του ποσού των 49.313,27 ευρώ, στο οποίο ορίστηκε η οφειλή της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προς το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ,, μετά τη ρύθμισή της με την ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης.
Συνεπώς, ορθώς και σε συμφωνία με τη γενομένη από το δικαστήριο ρύθμιση, το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. Α' Δ/νση ΕΦΑΠΑΞ Παροχών Α' Τμήμα Απονομής Εφάπαξ, παρακράτησε, με βάση τη διάταξη του άρθρου 62 περ. γ' του ν. 2214/1994, σε μερική εξόφληση της περιορισθείσας με την απόφαση αυτή οφειλής, το ως άνω ποσό των 13.318,46 ευρώ, το οποίο και απέδωσε στο αναιρεσείον.
Πέραν τούτου, η πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 60/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης (και ανεξαρτήτως της ορθότητάς της, ως προς το σημείο τούτο), απαγόρευσε την εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ παρακράτηση, μηνιαίως, οποιουδήποτε ποσού από τη σύνταξη της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, όχι όμως και την παρακράτηση μέρους του ενδίκου εφάπαξ βοηθήματός της, ώστε να υφίσταται παράβαση των επιταγών αυτής, όπως εσφαλμένα δέχτηκε το δικαστήριο.
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτή την από 08-01-2018 αντέφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, μετ' αποδοχή του κυρίου αιτήματος αυτής, υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ να αποδώσει στην ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ως άνω παρακρατηθέν ποσό των 13.318,46 ευρώ, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την, εφαρμοστέα εν προκειμένω, διάταξη του άρθρου 62 περ.
γ' του ν. 2214/1994. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Λόγω δε της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, που έγινε δεκτός, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα του δευτέρου σκέλους του ίδιου λόγου, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.
Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έκανε δεκτή την, ασκηθείσα με τις από 8-1-2018 έγγραφες προτάσεις της αιτούσας- εφεσίβλητης, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Σ. Τ., αντέφεση και υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ να της καταβάλει το ποσό των 13.318,46 ευρώ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 486/2021, Α.Π. 897/2020). Τέλος, δεν πρέπει να ορισθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 42/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το κεφάλαιο τούτο, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ