Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and orders university to pay costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the University of Patras against a lower court ruling on fee disputes. The appellant's grounds for appeal were rejected as indefinite because they failed to specify which articles of the Civil Procedure Code were violated and did not cite the specific legal provisions alleged to be breached. Consequently, the court ordered the university to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 176, 183, 191 of the Civil Procedure Code; An appeal must specify the exact legal provisions violated and the specific grounds for appeal, otherwise it is inadmissible as indefinite.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 228 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 228/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Πατρών" ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) Δυτικής Ελλάδας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ρίο Πατρών και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Γκανιάτσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Π. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 868/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 555/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από …/-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Γιαννακοπούλου. Ο αναιρεσίβλητος αυτοπροσώπως ζήτησε την απόρριψη της αίτησης την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από ../ 2022 και με αριθ. κατάθ. …/..-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές από την παροχή εργασίας, υπ' αριθμ. 555/22-11-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία το Εφετείο, αφού δίκασε την από ../-2020 με αριθμ. καταθ. ../…/-2020 έφεση του εναγόμενου- εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Πατρών" με την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Δυτικής Ελλάδας", κατά της υπ' αριθμ. 868/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία επί της από ...-2009 και με αριθμ.
καταθ. …/23-12-2009 αγωγής του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο το αναφερόμενο σε αυτήν χρηματικό ποσό, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Πατρών στις 3 Ιουνίου 2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α'- γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτόδικα, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 617/2022,ΑΠ 353/2020, ΑΠ 168/2015).
Το γεγονός δε ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019).
Όπως δε προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 142/2013). Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β', 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός(ένσταση) είναι και ο ισχυρισμός περί παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει να προβάλλεται από τον εναγόμενο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΟλΑΠ32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει με τα όσα αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 563/2019), ούτε η ανάλυση της έννοιας που αποδίδει ο αναιρεσείων στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου (ΑΠ 2121/2007).
Ακόμη, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 111 παρ.2, 118 αριθμ.4 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή τυχόν ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 32/2022,ΑΠ 265/2021, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 2091/2013).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται: α) η συγκεκριμένη, φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, και μάλιστα ενάριθμα καθώς και το περιεχόμενό της, β) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έννοια της διάταξης αυτής, γ) το αποδιδόμενο συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και, εάν απορρίφθηκε η αγωγή ή η ανακοπή ή γενικά συγκεκριμένος ισχυρισμός ως μη νόμιμος, η οικεία ιστορική βάση (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005,ΟλΑΠ 32/1996 ΑΠ 887/2019).
Η σχετική δε ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον, αφού εκθέτει το κείμενο των διατάξεων του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με αριθμούς 1,8,10,11,19 και 20, από τους οποίους αντιστοιχεί μόνον τον αριθμό 1 με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο κάτω πλημμέλειες και ειδικότερα:
1) Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ότι εσφαλμένα δέχθηκε πως η αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, γιατί αναφέρονται σε αυτήν όλα τα απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία ως προς τα αιτούμενα κονδύλια και συγκεκριμένα προσδιορίζεται, (έστω και με γενικό καθορισμό του πλαισίου), το αντικείμενο της εκάστοτε εντολής, δηλαδή η φύση και το αντικείμενο της ανατιθέμενης σε αυτόν(ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα) προς διεξαγωγή υπόθεσης, η εκτέλεση της σχετικής εντολής καθώς και η αντίστοιχη απόφαση του Συμβουλίου του (πρώην) ΤΕΙ και η έγγραφη εντολή του Προέδρου του, δυνάμει των οποίων ανατέθηκαν στον ίδιο οι σχετικές υποθέσεις και τέλος προσδιορίζεται η νόμιμη αμοιβή του κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων για κάθε διεκπεραιωμένη υπόθεση και μετά ταύτα, απέρριψε ως αβάσιμο τον περί αοριστίας ισχυρισμό του 2) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αναφέρει επί λέξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "[...] εσφαλμένα απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον περί παραγραφής των ένδικων απαιτήσεων ισχυρισμό μας, δεδομένου ότι από τη διενέργεια της τελευταίας διαδικαστικής πράξης έως την επίδοση της αγωγής έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας.
Ο χρόνος συμπληρώσεως της παραγραφής είναι εκείνος που τοποθετείται στο χρονικό σημείο κατά το οποίο συμπληρώνεται πενταετία από τον κατά τον ανωτέρω χρόνο ενάρξεως της παραγραφής για κάθε μία από τις ως άνω διαδικαστικές ενέργειες(31-12-2004). 'Ετσι ώστε κατά την ολοκλήρωση της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής με την επίδοσή της( στις 23-12-2009) καμία από τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος δεν είχε υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικα Δικηγόρων". 3) Με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ότι εσφαλμένα έκρινε πως το αίτημά του περί καθορισμού της επιδικαζόμενης στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο αποζημίωσης στο ήμισυ των αποδοχών του Κώδικα Δικηγόρων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν.4070/2012, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ.
γ' του Ν.2882/2001, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, επειδή η συζήτηση των αιτήσεων καθορισμού οριστικής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου Πατρών έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4070/2012, έτσι ώστε αυτός δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση και 4) με τον τελευταίο, χωρίς αρίθμηση από το αναιρεσείον λόγο αναίρεσης, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους ουσιαστικού περιεχομένου κανόνες των άρθρων, τα οποία ουδόλως αναφέρει, και περαιτέρω ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ δέχθηκε ως αληθή πράγματα που δεν ισχύουν και επίσης παραμόρφωσε το περιεχόμενο προσκομισθέντων αποδεικτικών εγγράφων.
Οι παραπάνω πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον το αναιρεσείον, που είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, αφού είχε γίνει εν μέρει δεκτή η σε βάρος του από 20-12-2009 αγωγή και είχε ασκήσει έφεση, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του περί αοριστίας της αγωγής(πρώτος λόγος) και περί μη αποδοχής του αιτήματός του περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν.4070/ 2012, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ.
γ' του Ν.2882/2001 (τρίτος λόγος) είχαν προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο(προφορικά στο ακροατήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ή με τις έγγραφες προτάσεις) και με σχετικούς λόγους έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε ότι συνέτρεχε κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, άσχετα από το αν ο πρώτος περί αοριστίας λόγος λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Επίσης, οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και λόγω της αοριστίας τους και ειδικότερα: ι) ο πρώτος γιατί δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4 και 566 παρ. του ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή όχι, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε ορισμένη και δεν την απέρριψε, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, σε σχέση με την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ.
ιι) ο τρίτος γιατί, δεν παρατίθενται στο δικόγραφο της αναίρεσης οι παραδοχές του Εφετείου σχετικά με το αίτημά του (αναιρεσείοντος) περί καθορισμού της αμοιβής του ενάγοντος-εφεσίβλητου ήδη αναιρεσίβλητου στο ήμισυ των νόμιμων αποδοχών του Κώδικα Δικηγόρων, ώστε να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα.
Περαιτέρω, οι δεύτερος και τελευταίος, χωρίς αρίθμηση, λόγοι είναι αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί: α) όσον αφορά το δεύτερο δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, όπως απαιτείται για να θεωρηθεί ορισμένος, για ποιόν από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ το αναιρεσείον προσβάλλει με αυτόν την παραπάνω απόφαση, αφού δεν υπάγει τα όσα με τον λόγο αυτό αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση σε κάποιον από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, δεν αναφέρει, δηλαδή, τον αριθμό ή τους αριθμούς των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τους οποίους ψέγει, την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που της αποδίδει και για ποιον από τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ζητά την αναίρεσή της.
Σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αφενός μεν επικαλείται πενταετή παραγραφή των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, αφετέρου δε με βάση τα εκτιθέμενα, εντελώς αντιφατικά, γεγονός που τον καθιστά, επίσης, αόριστο, ισχυρίζεται ότι η παραγραφή αρχίζει από 31-12-2004 και μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 23-10-2009 ουδεμία από τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος είχε υποκύψει σε παραγραφή και β) όσον αφορά τον τελευταίο, γιατί το αναιρεσείον δεν διαλαμβάνει σε αυτόν τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκαν, ενώ περιορίζεται σε επανάληψη του κειμένου νομικών διατάξεων χωρίς να τις προσδιορίζει.
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι με βάση το περιεχόμενο του παραπάνω λόγου, αυτός επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 8, 10 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτές, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι αναίρεσης, ενώ δεν αρκεί η επανάληψη του κειμένου των εν λόγω διατάξεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε προσηκόντως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, (ΑΠ 775/2023, ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1073/2019) αλλά από ιδιώτη δικηγόρο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από …/ 2022 με αριθμό καταθ. ../../-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.555/22-11-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών .
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ