Legislator Case Law & Legislation
2179/2018 AI generated

Supreme Court quashes appeal for inadmissibility due to prosecutor's appeal lacking required legal reasoning.

Case Number 2179/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the Fifth Athenian Court of Appeal's decision to reject the prosecutor's appeal as inadmissible. The court found the prosecutor's appeal lacked the specific reasoning required by law regarding the facts and evidence. Consequently, the appeal was allowed, and the conviction was overturned, restoring the acquittal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(h) and 469 of the Code of Civil Procedure; The prosecutor's appeal must contain specific reasoning on the facts and evidence; an appeal lacking such reasoning is inadmissible, and the lower court's conviction must be quashed, restoring the original acquittal.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal prosecutor appeal lack of reasoning quashing decision acquittal restoration Article 510 KPD Article 469 KPD

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(h) of the Code of Civil Procedure
Article 469 of the Code of Civil Procedure
Article 519 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2179 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2179/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Ι. Κ. Κ. χήρα Ν., κρατουμένης στις Γυναικείες Φυλακές ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρίζο, 2. Γ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα, 3. Ι. Θ. του Λ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Χορταρέα, 4. Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, 5. Κ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2572α/2016, 2835α/2016, 1100/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ι. Λ., κάτοικο ...., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 2. Α. χήρα Κ. Μ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 3. Β. Μ. συζύγου Γ. Γ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Νάνη, 4. Μ. Μ. του Κ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Νάνη.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ' αριθμ. Πρωτ. 11839/2017, 11867/2017, 11761/2017, 103/2017 (με τους από 28.3.2018 πρόσθετους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο) και 11908/2017 αιτήσεις τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1673/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι υπό κρίση , υπ' αρ. πρωτ. 11839/2017 , 11867/2017, 11761/2017, υπ' αρ. 103/2017, και 11908/2017 αιτήσεις αναίρεσης της 2572α/2016 ,2835α/2016, 1100/2017 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για τις αξιόποινες πράξεις η 1η της κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης και της κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο, ο 2ος της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση και της κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο , οι 3η, 4ος και 5ος της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση , και καταδικάσθηκαν η 1η σε συνολική ποινή κάθειρξης 10 ετών , ο 2ος σε συνολική ποινή φυλάκισης 6 ετών, και οι λοιποί σε ποινή φυλάκισης 4, 3 και 2 ετών αντίστοιχα, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) . Είναι, συνεπώς, τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν , συνεκδικαζόμενες λόγω της πρόδηλης συνάφειας και μεταξύ τους και με τους παραδεκτώς ασκηθέντες από τον 4ο αναιρεσείοντα πρόσθετους λόγους (509 παρ. 2 ΚΠΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι , η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης,πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης , αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση.

Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου, με αναφορά στο κατηγορητήριο, και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με αυτό, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητας του κατηγορουμένου (Ολ.Α.Π.9/2005).

Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Η του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης.( ΑΠ 169/2017 , ΑΠ 165/2017, ΑΠ 566//2017, ΑΠ 121/2017).

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι: Με την υπ' αρ. 4799-6561-6562/2013-942/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουγημάτων Αθηνών, κηρύχθηκαν αθώοι, κατά πλειοψηφία, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες των αποδοθέντων σε αυτούς πράξεων και δη 1η (Ι. Κ.) για την πράξη της κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης και κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο , ο 2ος (Γ. Ε. ) της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική αυτή ψευδή βεβαίωση και της κακουργηματικής απάτης, η 3η (Ι. Θ.), ο 4ος (Α. Μ.) και ο 5ος (Κ. Τ.) της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση. Ειδικότερα το ως άνω Δικαστήριο , στο σκεπτικό της απόφασης, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :

"Ο πολιτικώς ενάγων Ι. Λ. και η Ι. Μ., η οποία ... την 19.3.20UU, τέλεσαν νόμιμο γάμο πολιτικό στο ... την 17.12.1977 και εγκαταστάθηκαν μονίμως εκεί, όπου ασκούσαν τα επαγγέλματα, ο μεν πρώτος, του εστιάτορα, η δε δεύτερη, της ηθοποιού. Από το γάμο τους αυτό δεν απέκτησαν τέκνα. Η Ι. Μ. καταγόταν από τη Αάρισα και πλησιέστερους εξ αίματος συγγενείς της είχε την μητέρα της Ε.

Μ., η οποία απεβίωσε την 2.12.1999, και τον εξάδελφο της, αρχικό πολιτικώς ενάγοντα, Κ. Δ. Μ.. Το έτος 1984 η Ι. Μ. προσβλήθηκε από καρκίνο του μαστού δεξιά και χειρουργήθηκε, υποβληθείσα εν συνεχεία και σε βοηθητική χημειοθεραπεία. Έκτοτε και έως το έτος 1994 η νόσος τελούσε σε ύφεση, αλλά από το επόμενο έτος 1995 υποτροπίασε, εμφανίσασα μεταστάσεις στα μαλακά μόρια και στο ήπαρ.

Η έγγαμη σχέση της Ι. Μ. και του πολιτικώς ενάγοντα Ι. Λ. δεν υπήρξε ομαλή και η συμβίωσή τους διεκόπη οριστικά τον Ιούνιο του 1996, ότε η Ι. Μ., συνοδευόμενη από τη μητέρα της Ε. Μ., αναχώρησαν από τις Η.Π.Α και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην ημεδαπή. Προηγουμένως, όμως, και συγκεκριμένα την 8.2.1996 η Ι. Μ. είχε καταθέσει στο Ανώτατο Δικαστήριο της ..., μέσω του συνηγόρου της Γ.

Μ., την από 8.2.1996 αγωγή διαζυγίου κατά του πολιτικώς ενάγοντος, συζύγου της, Ι. Λ., που έλαβε αριθμό πινακίου FM - 02 - 1685 - 96, επικαλούμενη, ως λόγους κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους, τα ακόλουθα περιστατικά: "α. Κατά τη διάρκεια του γάμου ο εναγόμενος κατανάλωνε αλκοολούχα ποτά και κοκαΐνη με αποτέλεσμα να μεθά και να γίνεται παράλογος και βίαιος, β.

Ο εναγόμενος σύναψε εξωσυζυγική σχέση με την ερωμένη του L. L. B., με την οποίαν απέκτησε ένα παιδί, τον Α., γ. Ο εναγόμενος εγκατέλειψε την ενάγουσα τον Ιανουάριο του 1993, μετακομίζοντας από τη συζυγική εστία στη διεύθυνση .... Ο εναγόμενος εκουσίως αρνείται να συνάψει συζυγική σχέση με την ενάγουσα από τότε που εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη, και δ.

Ο εναγόμενος αρνείται να συντηρεί την ενάγουσα παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης μιας εξαιρετικά κερδοφόρας επιχείρησης εστιατορίου", και ζητώντας τη λύση του γάμου τους, την κατανομή της περιουσίας που απέκτησαν κατά τη διάρκειά του καθώς και διατροφή. Τα κλονιστικά του γάμου περιστατικά που η Ι.

Μ. παραθέτει στο δικόγραφο της πιο πάνω αγωγής της, την οποίαν έχει και η ίδια - πλην του πιο πάνω πληρεξούσιου συνηγόρου της - ιδιοχείρως υπογράψει και βεβαιώσει κατά το δίκαιο της Πολιτείας ..., είναι αληθή και προκύπτουν, όσα μεν εξ αυτών αναφέρονται στη σκαιά, βίαιη και υβριστική συμπεριφορά του συζύγου της, ιδίως από τα αποσπάσματα του ιδιόγραφου ημερολογίου που τηρούσε και παρέδωσε, το Πάσχα του 1999, προτού πεθάνει, στην σύζυγο του δευτέρου κατηγορουμένου Β.

Ε., όσα δε αναφέρονται στην εξωσυζυγική σχέση του με την Α. Μ. και το εξώγαμο τέκνο τους Α., ιδίως από τον διαδικτυακό τόπο (ιστοσελίδα) "...", ήτοι "Ηλεκτρονική Δημιουργία Γενεαλογικού Δένδρου", στον οποίον έχει ανοιχθεί γενεαλογική μερίδα της Α. Μ., του Ι. Λ. και του τέκνου τους Α.υ Λ.. Η διαδικασία του διαζυγίου που άρχισε με την πιο πάνω αγωγή της Ι.

Μ. κατά του πολιτικώς ενάγοντος συζύγου της Ι. Λ. τελικά δεν ολοκληρώθηκε και το διαζύγιο δεν εξεδόθη, διότι η ενάγουσα Ι. Μ. αναχώρησε από τις ΗΠΑ τον Ιούνιο του 1996, εγκατασταθείσα έκτοτε στην ημεδαπή, με συνέπεια να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο εντός εξαμήνου από της καταθέσεώς της, όπως απαιτεί το δίκαιο της Πολιτείας της ..., και η αγωγή της να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, χωρίς να εξεταστεί κατ' ουσίαν, με την υπ' αριθμόν Ν 163 004 JUDAC8/18.9.1996 απορριπτική διάταξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Νέας Ιερσέης.

Ο λόγος για τον οποίον η Ι. Μ. δεν προχώρησε τη διαδικασία του διαζυγίου της στις Ι ΙΠΛ δεν συνίσταται στο ότι αποκατέστησε τις σχέσεις της με τον πολιτικώς ενάγοντα, σύζυγο της, Ι. Λ., αλλά στο ότι, μετά την υποτροπή της νόσου, την άρνηση του συζύγου της να της παράσχει την παραμικρή υλική και ηθική στήριξη για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της και την εκ μέρους του εγκατάλειψη της, ήταν αντικειμενικά αδύνατο να παραμείνει στην αλλοδαπή και πάντως να ασχοληθεί με το διαζύγιο της, καθήν στιγμή προείχε η φροντίδα για την υγεία της.

Έτσι, η Ι. Μ., από κοινού με την μητέρα της Ε. Μ., αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσουν εδώ, με τις δικές τους δυνάμεις, την υποτροπιάζουσα νόσο, αφού ο πολιτικώς ενάγων, Ι. Λ., σύζυγος της πρώτης και γαμπρός της δεύτερης, ουδόλως ενδιαφερόταν γι' αυτές, και προς τούτο, την 4.6.1996, αναχώρησαν και οι δύο από τις ΗΠΑ, εγκατασταθείσες έκτοτε μόνιμα στην ημεδαπή.

Ο ισχυρισμός του πολιτικώς ενάγοντος, Ι. Λ., ότι η αναχώρηση της συζύγου του Ι. Μ. από τις ΗΠΑ και η εγκατάστασή της στην ημεδαπή οφείλεται στην δυσμενή επίδραση του υγρού κλίματος των 1ΙΠΑ στην υγεία της είναι αναληθής και προσχηματικός, καθόσον ουδεμία ιατρική βεβαίωση ή σύσταση αυτός προσκομίζει σχετική με την ανάγκη της συζύγου του να αλλάξει περιβάλλον και πάντως πουθενά αλλού από τις ΗΓΙΑ δεν θα ήταν περισσότερο αποτελεσματική η αντιμετώπιση της υποτροπιάζουσας νόσου της.

Η Ε. Μ., έλκουσα την καταγωγή ..., διέθετε στην ημεδαπή ακίνητη περιουσία αποτελούμενη από: 1) έξι γραφεία, συνολικού εμβαδού 266 τετ. μέτρων, κείμενα στους πρώτο, τρίτο και τέταρτο ορόφους της πολυκατοικίας που βρίσκεται στη πόλη της ... και 2) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 220 τετ. μέτρων κείμενο στον οικισμό ".... Η κόρη της Ι.

Μ. διέθετε επίσης ακίνητη περιουσία στην ημεδαπή αποτελούμενη από: 1) ένα διαμέρισμα, επιφανείας 60,65 τετ. μέτρων κείμενο στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην πόλη των Αθηνών επί της ... και 2) ένα οικόπεδο εμβαδού 625,45 τετ. μέτρων κείμενο στον οικισμό "..." του ... Περαιτέρω, αμφότερες οι Ε. Μ. και Ι.

Μ. διέθεταν και μετρητά κατατεθειμένα σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς και ειδικότερα στους υπ' αριθμούς ... λογαριασμούς της Εθνικής Τράπεζας, και στον υπ' αριθμόν ... λογαριασμό του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, η δε πρώτη είχε μισθώσει και την υπ' αριθμόν 582 θυρίδα θησαυροφυλακείου της Εμπορικής Τράπεζας.

Το συγκρότημα των γραφείων της επί ... η Ε. Μ. το εξεμίσθωνε στον δεύτερο κατηγορούμενο Γ. Ε., ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Η επιχείρηση αυτή ήταν κερδοφόρα, είχε αποκτήσει άριστη φήμη στην πόλη της Λάρισας, το δυναμικό της υπερέβαινε τους 600 μαθητές και η μίσθωση χρονολογείτο από το 1978, ήτοι υπερέβαινε τα είκοσι έτη.

Το μηνιαίο μίσθωμα καθοριζόταν πάντοτε κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της Ε. Μ. και του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Ε., καταβαλλόταν εκ μέρους του ανελλιπώς και από τα μέσα του έτους 1997 είχε ανέλθει στο ποσό των 630.000 δραχμών, το οποίο ήταν σημαντικό για την εποχή εκείνη, ενώ ουδέποτε τα μέρη προσέφυγαν στα δικαστήρια προς διευθέτηση τυχόν μεταξύ τους διαφορών.

Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Ε. προέβη, με δικά του εξ ολοκλήρου έξοδα, σε εκτεταμένη ανακαίνιση του μισθίου, το οποίο ήταν παλιό, ώστε να ανταποκριθεί στις σύγχρονες εκπαιδευτικές ανάγκες, απορρίπτοντας συγχρόνως ευκαιρία που του παρουσιάστηκε να μεταστεγάσει την επιχείρησή του σε γειτονικό καινουργές κτίριο.

Το κύριο έσοδο με το οποίο οι Ε. Μ. και Ι. Μ. κάλυπταν τις δαπάνες διαβιώσεώς τους στην ημεδαπή ήταν το πιο πάνω μίσθωμα, ενόψει μάλιστα του ότι ούτε συντάξεις ελάμβαναν ούτε καλυμμένη ασφαλιστικά την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη στην ημεδαπή είχαν ούτε ο πολιτικώς ενάγων σύζυγος της πρώτης τις ενίσχυε οικονομικά.

Στο πλαίσιο της, οικονομικής αυτής φύσεως, μισθωτικής σχέσης, που λειτουργούσε ομαλά και επωφελώς για αμφότερα τα μέρη, αναπτύχθηκε παράλληλα και φιλική μεταξύ τους σχέση. Οι Ε. Μ. και Ι. Μ. εξετίμησαν την πιο πάνω μακροχρόνια, συνεπή συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Ε. ως μισθωτή, ιδιαιτέρως δε την ανακαίνιση του μισθίου με δικά του έξοδα και τη συνέχιση της μίσθωσης, που απέφερε σε αυτές σταθερό και αξιόλογο εισόδημα, και στη διαδρομή του χρόνου συνήψαν μαζί του και σχέση φιλίας.

Έτσι, οσάκις μετέβαιναν στη Λάρισα, του ζητούσαν και τους έκλεινε δωμάτιο σε γνωστό ξενοδοχείο της πόλεως, τον επισκέπτονταν στο γραφείο του, συνομιλούσαν με τον ίδιο και το προσωπικό του φροντιστηρίου του, έβγαιναν μαζί οικογενειακώς για φαγητό σε ταβέρνες της περιοχής, ενώ ο ίδιος τις είχε φιλοξενήσει στο εξοχικό της συζύγου του στον ...

και τις είχε βοηθήσει να αποβάλουν καταπατητή του πιο πάνω δικού τους οικοπέδου, εμβαδού 220 τετ. μέτρων, στον ομώνυμο οικισμό. Ενδεικτικό της φιλικής αυτής σχέσεως είναι το γεγονός ότι στη σύζυγο του δευτέρου κατηγορουμένου, Β. Ε., η Ι. Μ. εμπιστεύθηκε το προαναφερόμενο προσωπικό της ημερολόγιο. Την 14.7.1999 η Ε.

Μ. κατάρτισε ενώπιον της πρώτης κατηγορουμένης, συμβολαιογράφου Αθηνών, Ι. Κ., την υπ' αριθμόν 3043/14.7.1999 δημόσια διαθήκη της, στην κατάρτιση της οποίας συνέπραξαν ως μάρτυρες οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτος κατηγορούμενοι, Κ. Χ., Ι. Θ. και Α. Μ., δικηγόρος. Στη διαθήκη της αυτή η Ε. Μ. όρισε τα εξής: "Σε όλη μου τη ζωή πορεύτηκα μόνη, πάλεψα, εργάσθηκα μόνη.

Γέρασα, ουδείς ενδιαφέρθηκε για μένα και τη συντήρησή μου και την υγεία μου. Γι' αυτό αποκληρώνω τους πάντες. Όποιος προσβάλει τη διαθήκη μου αυτή, να αποκληρώνεται. Η κόρη μου Ι. είναι και αυτή άρρωστη με καρκίνο. Ξέρω πως θα πεθάνει γρήγορα. Γι' αυτό ορίζω ότι όσο ζει το παιδάκι μου, η Ι. μου, θα έχει τα ενοίκια των γραφείων μου στη Λάρισα, αλλά θα μπορεί και να πουλήσει για να ζήσει ή για την υγεία της.

Όμως, ό, τι υπάρχει μετά τον θάνατο της θα περιέρχεται στον Γ. Ε. του Σ., τον χρυσό άνθρωπο, ο οποίος θα φροντίζει το παιδί μου μέχρι τον θάνατο της. Τον ευγνωμονώ για ό, τι έχει κάνει, τα χρήματα που του ζητούσα και δεν επέστρεφα, την ψυχολογική βοήθεια σε μένα και την κόρη μου. Να μην εγκαταλείψει το παιδί μου μόνο, αφού ο άνδρας της την εγκατέλειψε και δεν μας αφήνει να πάμε στην Αμερική να κάνει θεραπεία, αν και ξέρει πόση ανάγκη έχουμε.

Ό, τι υπάρχει λοιπόν από μένα, μετά τον θάνατο της κόρης μου να περιέρχεται στον Γ. Ε., ακίνητα - καταθέσεις - ομόλογο ...". Με τη διαθήκη της αυτή, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμόν 2533/19.5.2000 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η Ε. Μ. εγκατέστησε την μεν κόρη της Ι. Μ. γενική κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, τον δε δεύτερο κατηγορούμενο Γ.

Ε. καταπιστευματοδόχο σε ό, τι ήθελε ευρεθεί κατά το χρόνο του θανάτου της κόρης της. Πρόκειται περί καταπιστεύματος του περιλαμβανομένου, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1939 του ΑΚ. Με βάση το καταπίστευμα αυτό η Ι. Μ. είχε τη δυνατότητα να διαχειρίζεται και να εκποιεί ελεύθερα, όσο ζούσε, την κληρονομιά της μητέρας της, χωρίς τους περιορισμούς του συνήθους καταπιστεύματος, με μόνη εξαίρεση τη διάθεση των αντικειμένων της με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, μόνο δε ό, τι ήθελε απομείνει από αυτήν κατά το χρόνο του θανάτου της θα περιερχόταν περαιτέρω στον δεύτερο κατηγορούμενο, καταπιστευματοδόχο, Γ.

Ε. (βλ. ΑΠ 492/2014, ΑΠ 346/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γ. Μπαλή ΚληρΔικ ε' έκδοση παρ. 291, Ν. Παπαντωνίου ΚληρΔικ 4η έκδοση παρ. 27 II). Το περιεχόμενο της πιο πάνω διαθήκης της Ε. Μ. ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες της κόρης της Ι. Μ., η οποία ήταν βαριά άρρωστη και είχε ανάγκη χρημάτων για την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη, επομένως και να μπορεί να εκποιεί την κληρονομιά της, αλλά και στις σχέσεις αμφοτέρων, αφενός μεν, με τον πολιτικώς ενάγοντα Ι.

Λ., αφετέρου δε, με τον δεύτερο κατηγορούμενο Γ. Ε.. Ειδικότερα επιβεβαιώνει, όσον μεν αφορά τον πρώτο, την αλήθεια του περιεχομένου της προαναφερόμενης από 8.2.1996 αγωγής διαζυγίου της Ι. Μ. στο Οικογενειακό Δικαστήριο της …, όσον δε αφορά τον δεύτερο, τις φιλικές σχέσεις που είχαν μαζί του και κυρίως την υλική και ηθική στήριξη που αυτός μεν τους παρείχε ο πρώτος δε τους είχε στερήσει.

Διαψεύδει δε ακόμη και τον ισχυρισμό του πρώτου ότι για λόγους αλλαγής κλίματος το καλοκαίρι του 1996 η σύζυγος του Ι. Μ. αναχώρησε από τις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκε μόνη της στην Ελλάδα, αφού η διαθέτης κάνει λόγο για ανάγκη μεταβάσεως της κόρης της για θεραπεία στις … και άρνηση του συζύγου της να τη δεχθεί και να αναλάβει τη συναφή δαπάνη.

Στην διαθήκη της αυτή ακόμη η Ε. Μ. παραθέτει στοιχεία από το βιογραφικό της, αιτιολογεί τις διατάξεις της και επιπλέον περιγράφει, έστω και γενικά, τα περιουσιακά στοιχεία που καταλείπει δια της φράσεως: "ακίνητα - καταθέσεις - ομόλογο …". Την συντάκτρια της πιο πάνω διαθήκης της, πρώτη κατηγορουμένη, συμβολαιογράφο Ι.

Κ., η Ε. Μ., δεν ήταν η πρώτη φορά που τη χρησιμοποίησε στις συναλλαγές της, διότι ενώπιον της είχε καταρτίσει, ως πληρεξούσια της κόρης της, Ι. Μ., το υπ' αριθμόν 4641/15.3.1985 πωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο η τελευταία είχε αγοράσει το προαναφερόμενο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, επιφανείας 60,65 τετ. μέτρων, επί της ..., και επομένως την γνώριζε από τότε.

Η γνωριμία αυτή, στη διαδρομή του χρόνου, εξελίχθηκε σε φιλική σχέση, με αφορμή το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορουμένη Ι. Κ. αντιμετώπιζε παρόμοιο πρόβλημα υγείας με εκείνο που αντιμετώπιζε και η Ε. Μ., συνιστάμενο στο γεγονός ότι και ο δικός της υιός έπασχε από καρκίνο. Μέσω της πρώτης κατηγορουμένης, Ι. Κ., η Ε.

Μ. και η κόρη της Ι. Μ. γνώρισαν τις Κ. Χ., γεννηθείσα το έτος 1934, πρώην υπάλληλο του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης και ήδη πολιτική συνταξιούχο, και Ι. Θ., γεννηθείσα το έτος 1952, τρίτη και τέταρτη κατηγορούμενες, αντιστοίχως, που ήταν γνωστές και φίλες της Ι. Κ., η δε δεύτερη οικιακή βοηθός της αλλά και γειτόνισσά τους.

Τελικά, η Ε. Μ. απεβίωσε την 2.12.1999, σε ηλικία 81 ετών, από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, και ετάφη στη Λάρισα, κληρονομήθηκε δε, με βάση την πιο πάνω δημόσια διαθήκη της, από την κόρη της Ι. Μ., βαρυνόμενη όμως με καταπίστευμα του περιλιμπανομένου υπέρ του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Ε., χρόνος επαγωγής του οποίου ορίστηκε ο χρόνος θανάτου της κληρονόμου.

Η Ι. Μ., αφότου, το έτος 1996, επέστρεψε από τις ΗΠΑ στην ημεδαπή, χρησιμοποιούσε ως κατοικία της το προαναφερόμενο διαμέρισμά της του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας επί της ... των Αθηνών. Λόγω της υποτροπής της νόσου της νοσηλεύτηκε στο Ογκολογικό Νοσοκομείο Αγιος Σάββας διαδοχικά: α) από 2.11.1998 έως 11.11.1998 με κόστος νοσηλείας 248.786 δραχμές, β) από 27.11.1998 έως 7.12.1998 με κόστος νοσηλείας 515.546 δραχμές, γ) από 20.1.2000 έως 31.1.2000 με κόστος νοσηλείας 377.359 δραχμές και δ) από 2.3.2000 έως 19.3.2000, ότε και απεβίωσε, με κόστος νοσηλείας 345.000 δραχμές, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν 10685. 416 - 121/17.10.2000 βεβαίωση νοσηλείας του πιο πάνω νοσοκομείου.

Σε όλες τις πιο πάνω νοσηλείες της η εισαγωγή της στο νοσοκομείο έγινε με το πατρικό της επίθετο "Μ.", χωρίς την προσθήκη του επιθέτου του συζύγου της "Λ.ς", από αυτές δε, μόνον η πρώτη εξοφλήθη, ενώ οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη της παρασχέθηκαν με την ιδιότητα της άπορης. Περαιτέρω, από την υπ' αριθμόν 3713-422-121/7.4.2000 ιατρική βεβαίωση της Β' Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Άγιος Σάββας προκύπτει ότι η Ι.

Μ. εισήλθε για τελευταία φορά στην πιο πάνω κλινική την 2.3.2000 λόγω αδυναμίας, καταβολής, αφυδάτωσης, ασκίτου και ηλεκτρολυτικών διαταραχών και αντιμετωπίσθηκε, αλλά, λόγω της προοδευτικά επιδεινούμενης ηπατικής ανεπάρκειας, οφειλόμενης σε ηπατικές μεταστάσεις, παρουσίασε προκωματώδη κατάσταση, την οποίαν διατήρησε για ένα εικοσιτετράωρο έως την 19.3.2000, ότε και απεβίωσε εν μέσω κώματος.

Σε όλες τις πιο πάνω νοσηλείες της Ι. Μ. ο πολιτικώς ενάγων σύζυγος της Ι. Λ. ήταν απών, ομοίως δε απούσες ήταν και οι εν Ελλάδι διαμένουσες αδελφές του Β. Σ. (Καρπενήσι) και Μ. Μ. (Λαμία). Ουδέν στοιχείο, εξάλλου, ο πολιτικώς ενάγων Ι. Λ. επικαλέστηκε ή προσεκόμισε από το οποίο να προκύπτει οικονομική, εκ μέρους του, ενίσχυση της συζύγου του Ι.

Μ. καθ' όλο το διάστημα από της εγκαταστάσεώς της στην ημεδαπή έως τον θάνατο της. Το καλοκαίρι του 1999 ο πολιτικώς ενάγων ήλθε για διακοπές στην ημεδαπή αλλά, όπως και ο ίδιος αναφέρει εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο, δεν διέμεινε μαζί με την σύζυγο του Ι. Μ., αλλά χωριστά από αυτήν, στον τόπο καταγωγής του, το Καρπενήσι, μαζί με την εκεί διαμένουσα αδελφή του Β.

Σ., η χωριστή δε αυτή διαμονή του δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από ιατρικούς λόγους και συγκεκριμένα από την ανάγκη διαβιώσεώς του σε καθαρό και υγιεινό περιβάλλον, όπως ο ίδιος αβάσιμα ισχυρίζεται. Αλλά και η Ι. Μ. δεν ενημέρωνε τηλεφωνικά ούτε τον εν Αμερική σύζυγο της, πολιτικώς ενάγοντα, Ι. Λ., ούτε τις πιο πάνω εν Ελλάδι αδελφές του για τις κατά καιρούς νοσηλείες της και γενικά για την πορεία της νόσου της, ακριβώς επειδή οι σχέσεις τους είχαν ψυχρανθεί και ουδεμία συμπαράσταση, ηθική ή υλική, ανέμενε εκ μέρους των και πάντως δεν επιθυμούσε να τους επιβαρύνει.

Με τον εξάδελφο της Κ. Μ., αρχικά πολιτικώς ενάγοντα, διαμένοντα στη Λάρισα, η Ι. Μ. διατηρούσε τυπικές σχέσεις, όπως και η μητέρα της Ε. Μ.. Στην κηδεία της τελευταίας στη Λάρισα Κ. Μ. παρέστη, δεν συνέβη όμως το ίδιο και στο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο της, από το οποίο ήταν απών, ενώ η Ι. Μ., κατά τις διαδοχικές μεταβάσεις της στη Λάρισα, πρώτα για την κηδεία και εν συνεχεία για το μνημόσυνο της μητέρας της, δεν διέμεινε στην οικία του εξαδέλφου της Κ.

Μ. αλλά σε ξενοδοχείο. Ούτε όμως και στις προαναφερόμενες κρίσιμες νοσηλείες της Ι. Μ. Κ. Μ. ήταν παρών, για να της συμπαρασταθεί υλικά και ηθικά, ούτε η ίδια τον ενημέρωσε ποτέ γι' αυτές. Αλλωστε και η μητέρα της Ε. Μ. στην προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη της δεν τον ξεχώρισε και δεν τον τίμησε ως τον αγαπημένο της ανεψιό, αλλά τον κατέταξε προδήλως στην κατηγορία "εκείνων που αποκλήρωσε", επειδή, όπως στη διαθήκη της αναφέρει, δεν ενδιαφέρθηκαν για τη συντήρηση και την υγεία της.

Δεν υπήρχε, επομένως, μεταξύ των Ε. και Ι. Μ., αφενός, και του Κ. Μ., αφετέρου, πλην της μεταξύ τους συγγένειας, στενός συναισθηματικός δεσμός, ικανός να δικαιολογήσει την εγκατάσταση του τελευταίου ως κληρονόμου των. Την 24.2.2000, επτά ημέρες προτού η Ι. Μ. εισαχθεί για τελευταία φορά στο Νοσοκομείο Άγιος Σάββας για νοσηλεία, κάλεσε την πρώτη κατηγορουμένη συμβολαιογράφο Ι.

Κ. στην οικία της ... και ενώπιον της κατάρτισε, με την σύμπραξη, ως μαρτύρων, των Ι.ς Θ., Α. Μ., δικηγόρου, και Κ. Γ., δικηγόρου, τέταρτης, πέμπτου και έκτου κατηγορουμένων, αντιστοίχως, την υπ' αριθμόν 3125/24.2.2000 δημόσια διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε την 19.5.2000 με το υπ' αριθμόν 2532/19.5.2000 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της οποίας το περιεχόμενο έχει ως ακολούθως: "Αποκληρώνω τον Τ.

Α., με τον οποίον είμαι σε διάσταση, αφού και κατά τη διάρκεια της συμβίωσής μας στην Αμερική συζούσε με άλλες γυναίκες και η ζωή μου ήταν μαρτυρική. Αφότου αρρώστησα από καρκίνο, το μόνο που ήθελε ήταν να πουλήσω τα ακίνητα μου, να πληρώσω τα χρέη του. Τώρα πλέον μόνη με φίλους προσπαθώ να γίνω καλά. Επιθυμώ τα ακίνητά μου, εφόσον δεν πουληθούν όσο ζω, να περιέλθουν στον αγαπημένο φίλο Γ.

Ε. του Σ., καθώς χρήματα ή ό, τι άλλο ήθελε ευρεθεί μετά τον θάνατο μου. Ο Τ. Λ..ς ας πάρει το βιβλιάριο με τα δολάρια που έχουμε μαζί. Άλλωστε, μαζί του δεν απέκτησα τίποτα και το διαμέρισμα μου το είχε αγοράσει η μητέρα μου". Την ίδια ημέρα, 24.2.2000, η Ι. Μ., κατάρτισε, ενώπιον της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, πρώτης κατηγορουμένης, Ι.

Κ., παράλληλα με τη διαθήκη, και τα υπ' αριθμούς 3123, 3124 και 3126 της 24.2.2000 πληρεξούσια. Με το πρώτο από αυτά, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου χειρόγραφο, έδωσε στην τέταρτη κατηγορουμένη, Ι. Θ., την εντολή και πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται τον υπ' αριθμόν 111 - 76685979 λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα, με δυνατότητα αναλήψεως, τμηματικώς ή και εφάπαξ, του κατατεθειμένου σε αυτόν ποσού.

Με το δεύτερο, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου έντυπο, έδωσε στις τρίτη και τέταρτη κατηγορούμενες, Κ. Χ. και Ι. Θ., αντιστοίχως, την εντολή και πληρεξουσιότητα, ενεργώντας είτε από κοινού είτε χωριστά η καθεμιά, να διαχειρίζονται τους υπ' αριθμούς ... λογαριασμούς στην Εθνική Τράπεζα, τον υπ' αριθμόν ... λογαριασμό της στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και την υπ' αριθμόν 582 θυρίδα της στην Εμπορική Τράπεζα, με δυνατότητα αναλήψεως, τμηματικώς ή και εφάπαξ, των κατατεθειμένων σε αυτούς ποσών.

Με το τρίτο, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου έντυπο, έδωσε στις ίδιες πιο πάνω, τρίτη και τέταρτη κατηγορούμενες, Κ. Χ. και Ι. Θ., αντιστοίχως, την εντολή και πληρεξουσιότητα, ενεργώντας είτε από κοινού είτε χωριστά η καθεμιά, να πουλήσουν και να μεταβιβάσουν σε τρίτους με οποιοδήποτε τίμημα το προαναφερόμενο οικόπεδο της, εμβαδού 625,45 τετ.

μέτρων, στην ... Ραφήνας. Την 1.3.2000, μία ημέρα προτού εισαχθεί για τελευταία φορά στο νοσοκομείο Άγιος Σάββας για νοσηλεία, η Ι. Μ. κάλεσε εκ νέου την ίδια πιο πάνω πρώτη κατηγορουμένη, συμβολαιογράφο, Ι. Κ., στο διαμέρισμά της επί της ... των Αθηνών, και ενώπιον της κατάρτισε το υπ' αριθμόν 3130/1.3.2000 πληρεξούσιο, με το οποίο έδωσε στην τρίτη κατηγορουμένη, Κ.

Χ., την εντολή και πληρεξουσιότητα να πουλήσει και να μεταβιβάσει σε τρίτους, με οποιοδήποτε τίμημα, το διαμέρισμα της αυτό. Από το περιεχόμενο της πιο πάνω διαθήκης της προκύπτει ότι η Ι. Μ., αφενός μεν, γνώριζε καλώς τις διατάξεις της διαθήκης της μητέρας της Ε. Μ., που μόλις είχε προαποβιώσει, αφετέρου δε εξέφρασε ρητά, με τη φράση "Επιθυμώ τα ακίνητά μου, εφόσον δεν πουληθούν όσο ζω...

τη βούληση της να εκποιήσει, κατά προτεραιότητα, εν ζωή, την περιουσία της και ειδικότερα την ακίνητη, και μόνο ό, τι δεν ήθελε προλάβει να εκποιήσει όσο ζούσε να περιέλθει στον δεύτερο κατηγορούμενο Γ. Ε. ως κληρονόμο της. Ο λόγος είναι προφανής και συνίσταται στο ότι φοβόταν ότι ο εν διαστάσει, πολιτικώς ενάγων, σύζυγος της, Ι.

Λ., τον οποίο και αποκλήρωσε, θα προσέβαλε τη διαθήκη της, διεκδικώντας την εξ αδιαθέτου μερίδα του από την κληρονομιά της, και για να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό, που δεν επιθυμούσε να συμβεί, δήλωσε την πρόθεσή της να προλάβει να εκποιήσει την περιουσία της μέσα στον λίγο χρόνο ζωής που της απέμενε, ώστε να μην υπάρχει αντικείμενο κληρονομικής διεκδίκησης εκ μέρους του, ενόψει και του ότι οι εν ζωη δικαιοπραξίες είναι δυσχερέστερα ανατρέψιμες από τις διατάξεις τελευταίας βουλήσεως.

Τον σκοπό αυτόν ακριβώς εξυπηρετούσε η κατάρτιση, παράλληλα με τη διαθήκη, των πιο πάνω πληρεξουσίων. Ειδικώς δε, όσον αφορά τα πληρεξούσια διαχείρισης των τραπεζικών λογαριασμών της Ι. Μ. και τα πρόσωπα των πληρεξουσίων που διόρισε, σκοπός της κατάρτισής τους ήταν, εκτός από τον προαναφερθέντα, και να μπορεί αυτή να καλύπτει τις δαπάνες νοσηλείας της, ακριβώς επειδή ήταν ανασφάλιστη, μετά δε τον θάνατο της μητέρας της, Ε.

Μ., έχοντας απομείνει μόνη, χωρίς συμπαράσταση από τον διαμένοντα στις ΗΙΊΑ, εν διαστάσει σύζυγο της, Ι. Λ., και τους εν Ελλάδι πιο πάνω συγγενείς της (τον πρωτεξάδελφό της Κ. Μ., διαμένοντα στη Λάρισα, και τις αδελφές του συζύγου της Β. Σ. και Μ. Μ., διαμένουσες ... αντιστοίχως), είχε ανάγκη από πρόσωπα της εμπιστοσύνης της, διαμένοντα στην Αθήνα, για να προβαίνουν στις εκάστοτε αναγκαίες για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού τραπεζικές συναλλαγές (αναλήψεις και πληρωμές), τις ιδιότητες δε αυτές πληρούσαν ο ι διορισθείσες με τα πιο πάνω πληρεξούσια, τρίτη και τέταρτη κατηγορούμενες, Κ.

Χ. και Ι. Θ., φίλες της και κάτοικοι Αθηνών. II εισαγωγή της Ι. Μ. για τελευταία φορά στο νοσοκομείο Άγιος Σάββας προς νοσηλεία την 2.3.2000 έγινε εσπευσμένα με την επιμέλεια της πρώτης κατηγορουμένης, συμβολαιογράφου, Ι. Κ., και με την ιδιότητα της ασθενούς ως απόρου. Για την τελευταία αυτή νοσηλεία της η Ι. Μ. δεν ενημέρωσε τηλεφωνικά ούτε τον εν Αμερική σύζυγο της Ι.

Λ. ούτε τους πιο πάνω συγγενείς της. Αντιθέτως αυτή ζήτησε από την πρώτη κατηγορουμένη Ι. Κ. να ειδοποιήσει τον, διαμένοντα στη Λάρισα, δεύτερο κατηγορούμενο, Γ. Ε., πράγμα το οποίο αυτή και έκανε. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Γ. Ε., ειδοποιηθείς από την πρώτη κατηγορουμένη Ι. Κ., επεσκέφθη κατ' επανάληψη, συνοδευόμενος από την σύζυγο του Β.

Ε., την Ι. Μ., νοσηλευόμενη στο πιο πάνω νοσοκομείο, και φρόντισε για τη μεταφορά της από το θάλαμο απόρων, όπου εσπευσμένα είχε εισαχθεί, σε κανονικό θάλαμο νοσηλείας. Κατά τη διάρκεια της πιο πάνω νοσηλείας της Ι. Μ. χρέη αποκλειστικής νοσοκόμου της εκτελούσε η τέταρτη κατηγορουμένη Ι. Θ.. Ο ακριβής χρόνος θανάτου της Ι.

Μ. είναι η 09.30 ώρα της 19.3.2000, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ... βεβαίωση της διευθύντριας της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας του νοσοκομείου Άγιος Σάββας και την σχετική υπ' αριθμόν 272/59/2000 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ασθενούς, και συνεπώς η εικοσιτετράωρη προκωματώδης κατάσταση που προηγήθηκε του θανάτου της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα υπ' αριθμόν ...

ιατρική βεβαίωση του ίδιου νοσοκομείου, άρχισε την 09.30 ώρα της προηγουμένης 18.3.2000. Την 17.3.2000, η Ι. Μ., αντιπροσωπευθείσα από την τρίτη κατηγορουμένη, Κ. Χ., δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμόν 3130/1.3.2000 πληρεξουσίου της πρώτης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου Ι. Κ., μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον δεύτερο κατηγορούμενο Γ.

Ε., με το υπ' αριθμόν 3134/17.3.2000 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, το οποίο προσυπέγραψαν, ως συνήγοροι των μερών, οι πέμπτος και έκτος κατηγορούμενοι, Α. Μ. και Κ. Τ., δικηγόροι Αθηνών, το προαναφερθέν διαμέρισμα της, επιφανείας 60,65 τετ. μέτρων, του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα επί της ..., αντικειμενικής αξίας 7.605.510 δραχμών.

Η πώληση αυτή ήταν εικονική αλλά υπέκρυπτε ηθελημένη από τα μέρη και επομένως έγκυρη σύμβαση δωρεάς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.2 του ΑΚ (βλ. ολ ΑΠ 10/1993 ΝοΒ 42.378). Ο λόγος για τον οποίον η Ι. Μ., ενώ είχε εγκαταστήσει τον δεύτερο κατηγορούμενο Γ. Ε. γενικό κληρονόμο της δυνάμει της πιο πάνω δημόσιας διαθήκης της και συνεπώς σε αυτόν, με τον θάνατο της, θα περιερχόταν, ούτως ή άλλως, το πιο πάνω διαμέρισμα, εν τούτοις του το μεταβίβασε με πράξη εν ζωή, συνίσταται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη μείζονα διασφάλισή του από τον κίνδυνο να το διεκδικήσει ο εν διαστάσει σύζυγος της Ι.

Λ., προσβάλοντας τη διαθήκη της, ο λόγος δε για τον οποίον η εν ζωή αυτή μεταβίβαση περιεβλήθη εικονικώς τον τύπο της πωλήσεως, αντί της πράγματι ηθελημένης και υποκρυπτόμενης δωρεάς, συνίσταται στη φορολογική ελάφρυνση του λήπτη. Κατ' αυτόν τον τρόπο η Ι. Μ. θέλησε, όταν συναισθάνθηκε ότι ο θάνατος της επέκειτο, να προσπορίσει στον δεύτερο κατηγορούμενο Γ.

Ε. το προαναφερόμενο διαμέρισμά της, που δεν θα της χρησίμευε πλέον, υπό τους ευνοϊκότερους για αυτόν όρους και προς τούτο τον παρέπεμψε στην πρώτη κατηγορουμένη Ι. Κ. για την κατάρτιση του σχετικού συμβολαίου βάσει του πιο πάνω πληρεξουσίου που είχε δώσει στην τρίτη κατηγορουμένη Κ. Χ.. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ.

Ε., ως επιτυχημένος επιχειρηματίας - φροντιστής στη Λάρισα, είχε οικονομική άνεση καθώς και δική του ακίνητη περιουσία και δεν είχε ανάγκη να αποκτήσει το πιο πάνω διαμέρισμα της Ι. Μ., το οποίο και παλαιάς κατασκευής ήταν και σε υποβαθμισμένη περιοχή των Αθηνών βρισκόταν και μακριά από τον τόπο της κατοικίας του, την προς αυτόν μεταβίβασή του δε την απεδέχθη θέλοντας πρωτίστως να τιμήσει την Ι.

Μ. για την εμπιστοσύνη με την οποίαν τον περιέβαλλε και την ευγνωμοσύνη που εμπράκτως εξέφραζε απέναντι του, λόγω της οικονομικής και της ηθικής συμπαράστασης του που της είχε παράσχει, και δευτερευόντως για την όποια οικονομική αξία του. Περαιτέρω, την 16.3.2000 η Ι. Μ., αντιπροσωπευθείσα από την τρίτη κατηγορουμένη Κ.

Χ., δυνάμει του προαναφερόμενου υπ' αριθμόν 3126/24.2.2000 πληρεξουσίου της πρώτης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου Ι. Κ., πούλησε και μεταβίβασε στους Σ. Μ. και Ε. Μ., με το υπ' αριθμόν 3131/16.3.2000 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, το οποίο προσυπέγραψαν ως συνήγοροι των μερών, από μεν την πλευρά της πωλήτριας ο πέμπτος κατηγορούμενος Α.

Μ., δικηγόρος Αθηνών, από δε την πλευρά των αγοραστών η Ε. Μ., δικηγόρος Αθηνών, το προαναφερόμενο οικόπεδο της, εμβαδού 625,45 τετ. μέτρων, στην ... Ραφήνας, αντί τιμήματος 25.893.630 δραχμών, όση και η αντικειμενική αξία του. Την απόφαση για την πώληση του οικοπέδου της αυτού η Ι. Μ. την είχε λάβει από τις 22.11.1997, όταν με την ταυτόχρονη έγγραφη εντολή της ανέθεσε στον μεσίτη αστικών συμβάσεων Γ.

Α. να της υποδείξει ενδιαφερόμενους γι' αυτό υποψήφιους αγοραστές, με συμφωνημένη αμοιβή του, σε περίπτωση πραγματοποίησης της πώλησης, 2% επί του πραγματικού τιμήματος. Έκτοτε αναρτήθηκε στο πιο πάνω οικόπεδο πινακίδα προσφοράς του προς πώληση και παράλληλα δημοσιεύονταν στον τύπο περιοδικώς, με την επιμέλεια του πιο πάνω μεσίτη, σχετικές αγγελίες.

Με το τίμημα το οποίο η Ι. Μ. θα εισέπραττε από την πώλησή του σκόπευε τότε να αγοράσει διαμέρισμα στη Λάρισα για να εγκατασταθεί εκεί μαζί με τη μητέρα της Ε. Μ.. Οι πιο πάνω αγοραστές, οι οποίοι ουδεμία σχέση είχαν ούτε με την Ι. Μ. ούτε με κάποιον από τους κατηγορουμένους, εντόπισαν από τις αγγελίες το προς πώληση οικόπεδο, επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον μεσίτη Γ.

Α. και μέσω αυτού με την πρώτη και τρίτη κατηγορούμενες, Ι. Κ. και Κ. Χ., και την 16.3.2000 προέβησαν στην κατάρτιση του πιο πάνω πωλητηρίου συμβολαίου στο γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης. Το τίμημα αγοράς του οικοπέδου συμφωνήθηκε στο ύψος της αντικειμενικής του αξίας, δηλαδή στο ποσό των 25.893.630 δραχμών, και καταβλήθηκε στην τρίτη κατηγορουμένη, Κ.

Χ., ως πληρεξούσια της πωλήτριας Ι. Μ., τοις μετρητοίς, κατά την υπογραφή του συμβολαίου, παρουσία των συνηγόρων των μερών και του μεσίτη. Μετά την καταμέτρησή του, η οποία έγινε το βράδυ της 16.3.2000, το τίμημα παρέμεινε, για λόγους ασφαλείας, στο γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης, συμβολαιογράφου Ι. Κ., και την επόμενη ημέρα, 17.3.2000, μεταφέρθηκε από την ίδια και την εντολοδόχο, τρίτη κατηγορουμένη, Κ.

Χ., κλεισμένο μέσα σε σακούλα, στο νοσοκομείο Άγιος Σάββας και παραδόθηκε στην εκεί νοσηλευόμενη εντολέα Ι. Μ.. Για την παράδοση αυτή η πρώτη κατηγορουμένη, συμβολαιογράφος Ι. Κ., συνέταξε και η Ι. Μ. αντιστοίχως υπέγραψε έγγραφη εξοφλητική απόδειξη με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η πιο κάτω Μ. Ι. έλαβα σήμερα από την κ.

Χ. Κ. την αξία του πωληθέντος διαμερίσματος ... - (7.605.000 δρχ). Έλαβα από την ίδια την αξία του πωληθέντος οικοπέδου εις ... ήτοι: 25.893.630 δρχ. - πλην των εξόδων μεσίτη Α., Δικηγόρου. Επίσης έχω λάβει από την Ι. Θ. τα χρήματα που ανέλαβε από την Εθνική Τράπεζα (3.900.000 δρχ). Ουδεμία άλλη αξίωση έχω κατ' αυτών. Αθήνα. Η λαβούσα.

Υπογραφή". Η γνησιότητα της υπογραφής της Ι. Μ. στην πιο πάνω εξοφλητική απόδειξη δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο λόγος για τον οποίον η Ι. Μ. αποφάσισε να πουλήσει το οικόπεδο της στην ... στους πιο πάνω αγοραστές και τους ζήτησε να της καταβάλουν το τίμημα τοις μετρητοίς δεν συνίστατο βέβαια στην αρχική πρόθεσή της να αγοράσει με αυτό διαμέρισμα στη … η οποία μετά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο Άγιος Σάββας και λίγο πριν από το θάνατο της είχε πλέον εκλείψει, αλλά πρωτίστως στο να προλάβει να εκποιήσει την περιουσία της εν ζωή και έτσι να δυσχεράνει τον πολιτικώς ενάγοντα, εν διαστάσει σύζυγο της, Ι.

Α. να τη διεκδικήσει μετά το θάνατο της με την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της, πρόθεση την οποίαν άλλωστε είχε εκφράσει ρητά και στην πιο πάνω δημόσια διαθήκη της. Δευτερευόντως θέλησε να προσπορίσει το τίμημα από την πώληση του πιο πάνω οικοπέδου της στα πρόσωπα που ήθελε να τιμήσει εκτός κληρονομικής διαδοχής για φορολογικούς λόγους.

Κατ' αυτόν τον τρόπο ο μεν σύζυγος της, πολιτικώς ενάγων, Ι. Λ. δεν θα εύρισκε στην κληρονομιά της ούτε το πωληθέν ακίνητο ούτε το εκ της πωλήσεώς του τίμημα για να τα διεκδικήσει ούτε θα γνώριζε σε ποιόν ή σε ποιούς το είχε δώσει όσο ζούσε, οι δε λήπτες των χρημάτων δεν θα επιβαρύνονταν με φόρο κληρονομιάς.

Βεβαίως, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυψε ποια ήταν η τύχη του τιμήματος των 25.893.630 δραχμών μετά την παράδοσή του στην Ι. Μ. την 17.3.2000 από την πρώτη και την τρίτη κατηγορούμενες Ι. Κ. και Κ. Χ. στο νοσοκομείο Άγιος Σάββας, καθόσον στη σχετική συνάντηση, εκτός από αυτές και την τέταρτη κατηγορουμένη Ι.

Θ., δεν παρευρίσκονταν άλλα πρόσωπα που θα μπορούσαν, με την ιδιότητα του μάρτυρα, να βεβαιώσουν για το γεγονός αυτό, δηλαδή αν και σε ποιους η Ι. Μ. έδωσε το τίμημα. Τόσο οι πιο πάνω κατηγορούμενες όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Ε. αρνούνται ότι το έχουν, εν όλω ή εν μέρει, λάβει. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ.

Ε. δε έχει καταθέσει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 7.7.2004 υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως 5649/2004 αγωγή του κατά των πρώτης, τρίτης και τετάρτης κατηγορουμένων Ι. Κ., Κ. Χ. και Ι.ς Θ., με την οποίαν, επικαλούμενος την ιδιότητά του ως κληρονόμου της Ι. Μ., ζητεί από τις εναγόμενες να του παράσχουν λογοδοσία, μεταξύ άλλων, και για το τίμημα που εισέπραξαν για λογαριασμό της από την πώληση του οικοπέδου της στην ....

Τη συζήτηση της αγωγής του όμως αυτής ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Ε. δεν την έχει μέχρι σήμερα επισπεύσει, αν και από της καταθέσεώς της πολύς χρόνος έχει παρέλθει, επιπλέον δε δεν προκύπτει και ότι, πλην της πράξεως καταθέσεώς της, έγινε και επίδοσή της στις εναγόμενες. Πάντως, και αν ήθελε υποτεθεί ότι παρανόμως και χωρίς τη βούληση της Ι.

Μ. οι πρώτη, τρίτη και τέταρτη κατηγορούμενες ιδιοποιήθηκαν το τίμημα από την πώληση του πιο πάνω οικοπέδου της στην ..., τούτο δεν σημαίνει αναγκαίως και ότι το υπ' αριθμόν 3126/24.2.2000 πληρεξούσιο της πρώτης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου Ι. Κ., βάσει του οποίου έγινε η πώληση αυτή από την τρίτη κατηγορουμένη Κ.

Χ., ως εντολοδόχου της πωλήτριας, είναι προϊόν ψευδούς βεβαιώσεως, διότι η παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων από εντολοδόχο συνιστά διαφορετική αξιόποινη πράξη από εκείνη της ψευδούς βεβαιώσεως και συγκεκριμένα υπεξαίρεση, για την οποίαν όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, και πάντως πρόκειται για διαφορά μεταξύ αφενός μεν του δευτέρου κατηγορουμένου Γ.

Ε., ως κληρονόμου της Ι. Μ., και αφετέρου των πρώτης και τρίτης κατηγορουμένων Ι.ς Κ. και Κ. Χ., αντιστοίχως και όχι μεταξύ των τελευταίων και των πολιτικώς εναγόντων. Οι πολιτικώς ενάγοντες Ι. Λ. και Κ. Μ. άσκησαν καθ' όλων των κατηγορουμένων την από 18.4.2002 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως 3284/2002 αγωγή τους με την οποίαν, επικαλούμενοι την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Ι.

Μ., ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των πιο πάνω δύο δημόσιων διαθηκών των Ε. Μ. και Ι. Μ. και των πιο πάνω πληρεξουσίων της Ι. Μ., ως πλαστών άλλως ως προϊόντων ψευδούς βεβαιώσεως, καθώς και των πιο πάνω υπ' αριθμούς 3131/16.3.2000 και 3134/17.3.2000 πωλητηρίων συμβολαίων, ως καταρτισθέντων στο όνομα μεν της Ι. Μ. αλλά από ψευδοπληρεξούσιο.

Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη σε πρώτο βαθμό η υπ' αριθμόν 4536/2006 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε κατ' ουσίαν και η οποία, μετά την έκδοση, σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεση των εναγόντων, της υπ' αριθμόν 3926/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση, έγινε ήδη τελεσίδικη.

Στο πλαίσιο της αστικής δίκης που προηγήθηκε αλλά και της ανάκρισης στην παρούσα ποινική δίκη οι πιο πάνω δημόσιες διαθήκες και τα πληρεξούσια των Ε. Μ. και Ι. Μ. απετέλεσαν αντικείμενο γραφολογικής διερεύνησης από πλειάδα γραφολόγων, πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων, και δη α) του Ι. Δ., που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 560/23.9.2004 διάταξη του 23'" Ανακριτή Αθηνών και συνέταξε την από 12.11.2004 έκϋει , πραγματογνωμοσύνης, β) του Δ.

I. Ι., που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 4649/2003 απόφαση του i Ιολυμελούς 1 Ιρωτοδικείου Αθηνών και συνέταξε την υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως 17/20.1.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γ) της Χ. Τ. που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 736/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συνέταξε την υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως 38/24.3.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δ) του Γ.

Χ., τεχνικού συμβούλου του πολιτικώς ενάγοντος Ι. Λ., που συνέταξε την από 19.2.2001 έκθεση ιδιωτικής γνωμοδότησης και τις από 24.11.2004 παρατηρήσεις στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Δ., ε) του Μ. Μ., τεχνικού συμβούλου του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Ε., που συνέταξε την από 18.7.2002 έκθεση ιδιωτικής γνωμοδότησης, στ) του Ι.

Μ., τεχνικού συμβούλου της πρώτης κατηγορουμένης Ι. Κ., που συνέταξε την από 26.6.2002 έκθεση ιδιωτικής γνωμοδότησης, ζ) του Δ. Θ., τεχνικού συμβούλου του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Ε., που συνέταξε την από 24.6.2003 έκθεση ιδιωτικής γνωμοδότησης και η) των Δ. Θ. και Μ. - Μ. Κ., τεχνικών συμβούλων του δευτέρου κατηγορουμένου Γ.

Ε., που συνέταξαν τις από 19.5.2011 παρατηρήσεις στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Χ. Τ.. Από τους πραγματογνώμονες, ο Ι. Δ. αποφαίνεται υπέρ της γνησιότητας των υπογραφών των Ε. Μ. και Ι. Μ. σε όλα ανεξαιρέτως τα πιο πάνω κρίσιμα έγγραφα (διαθήκες και πληρεξούσια), ο Διονύσιος I Ι. αποφαίνεται υπέρ της γνησιότητας των υπογραφών των Ε.

Μ. και Ι. Μ. σε όλα τα πιο πάνω κρίσιμα έγγραφα (διαθήκες και πληρεξούσια), πλην της υπογραφής της Ι. Μ. στο υπ' αριθμόν 3123/24.2.2000 πληρεξούσιο της πρώτης κατηγορουμένης Ι. Κ., για την οποίαν αποφαίνεται, αντιθέτως, ότι είναι πλαστή, και η Χ. Τ. αποφαίνεται υπέρ της πλαστότητας των υπογραφών των Ε. Μ. και Ι. Μ. σε όλα ανεξαιρέτως τα πιο πάνω κρίσιμα έγγραφα.

Από τους τεχνικούς συμβούλους, ο μεν Γ. Χ. (πολιτικώς ενάγοντος Ι. Λ.) αποφαίνεται υπέρ της πλαστότητας των υπογραφών των Ε. Μ. και Ι. Μ. μόνο στην υπ' αριθμόν 3043/14.7.1999 δημόσια διαθήκη της πρώτης και στο υπ' αριθμόν 3123/24.2.2000 πληρεξούσιο της δεύτερης και υπέρ της γνησιότητας των υπογραφών της δεύτερης στην υπ' αριθμόν 3125/24.2.2000 δημόσια διαθήκη της και στα λοιπά πληρεξούσια, οι δε Μ.

Μ.ς, Ι. Μ., Δ. Θ. και Μ. - Μ. Κ. (πρώτου και δεύτερου κατηγορουμένων Ι.ς Κ. και Γ. Ε.) αποφαίνονται υπέρ της γνησιότητας των υπογραφών των Ε. Μ. και Ι. Μ. σε όλα ανεξαιρέτως τα πιο πάνω κρίσιμα έγγραφα. Από τους πιο πάνω πραγματογνώμονες, ο Δ. Π. εξέτασε και την καταχώρηση των κρίσιμων δημόσιων διαθηκών και πληρεξουσίων στα βιβλία της πρώτης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου Ι.ς Κ.

και αποφαίνεται ότι αυτή έχει γίνει κανονικά. Στην πλειοψηφία τους, επομένως, οι πιο γραφολόγοι αποφαίνονται υπέρ της γνησιότητας των υπογραφών των Ε. Μ. και Ι. Μ. στα κρίσιμα έγγραφα, και πάντως και αυτός ακόμη ο τεχνικός σύμβουλος του πολιτικώς ενάγοντος Ι. Λ. Γ. Χ. μόνο στα δύο από αυτά διαγιγνώσκει πλαστότητα υπογραφών, ενώ για τις υπογραφές στα άλλα τέσσερα αποφαίνεται υπέρ της γνησιότητάς των.

Θα ήταν, όμως, όλως ατελέσφορο για τους κατηγορουμένους Ι. Κ. και Γ. Ε., αν ήθελαν να υφαρπάσουν, βάσει σχεδίου, την περιουσία των Ε. Μ. και Ι. Μ., να πλαστογραφήσουν τις υπογραφές τους μόνο στην υπ' αριθμόν 3043/14.7.1999 δημόσια διαθήκη της πρώτης και στο υπ' αριθμόν 3123/24.2.2000 πληρεξούσιο της δεύτερης, διότι έτσι προδήλως δεν θα επιτύγχαναν τον σκοπό τους, ούτε είναι συμβατό με την κοινή λογική η μεν υπ' αριθμόν 3125/24.2.2000 δημόσια διαθήκη της Ι.

Μ. και τα υπ' αριθμούς 3124/24.2.2000 και 3126/24.2.2000 πληρεξούσιά της να είναι γνήσια, πλαστό δε μόνο το υπ' αριθμόν 3123/24.2.2000 πληρεξούσιο της, αν και συνετάγη την ίδια ημέρα με εκείνα και αφορούσε τη διαχείριση ενός μόνο τραπεζικού λογαριασμού, εν αντιθέσει με το υπ' αριθμόν 3124/24.2.2000 που αφορούσε τη διαχείριση πέντε τραπεζικών λογαριασμών και μιας θυρίδας.

Τη γνησιότητα των κρίσιμων εγγράφων ενισχύει, αφενός μεν, το ότι αυτά ανταποκρίνονται πλήρως στις ιδιαίτερες προσωπικές σχέσεις των Ε. Μ. και Ι. Μ. με τους διαδίκους (πολιτικώς ενάγοντες και κατηγορουμένους), όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταρτίσεώς τους και περιγράφονται παραπάνω, αφετέρου δε το ότι στα έγγραφα αυτά, σύμφωνα με τα παραπάνω, παρατίθενται στοιχεία από το βιογραφικό των αποβιωσασών και εξατομικεύονται περιουσιακά τους στοιχεία (αριθμοί τραπεζικών λογαριασμών και περιγραφές ακινήτων), τα οποία μόνον οι ίδιες ήταν σε θέση να γνωρίζουν.

Με άλλα λόγια οι κατηγορούμενοι, αν είχαν πλαστογραφήσει τις πιο πάνω διαθήκες, θα είχαν χρησιμοποιήσει κάποια γενικόλογη διατύπωση περί καταλείψεως όλης της περιουσίας στον δεύτερο κατηγορούμενο Γ. Ε., χωρίς αναφορά σε βιογραφικά στοιχεία και περιγραφή της περιουσίας, ενώ πλαστογράφηση των πληρεξουσίων για τη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών και την εκποίηση των ακινήτων θα τους ήταν αδύνατη, αν οι ίδιες οι αποβιώσασες δεν τους είχαν γνωστοποιήσει τα αναφερόμενα σε αυτά στοιχεία εξατομίκευσής τους, γνωστοποίηση η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ύπαρξη και μόνο φιλικής σχέσεως, όσο στενή και αν ήταν, χωρίς να συνοδεύεται και από τη βούληση κατάρτισης των συμβολαιογραφικών αυτών εγγράφων.

Δεν είναι δυνατό, δηλαδή, οι αποβιώσασες να γνωστοποίησαν στην πρώτη κατηγορούμενη συμβολαιογράφο Ι. Κ. τα περιουσιακά τους στοιχεία, απλώς για να λάβει γνώση, επειδή ήταν φίλη τους, αλλά για να καταρτίσει τις διαθήκες και τα πληρεξούσια που αναφέρονται σε αυτά. Το γεγονός, εξ άλλου, ότι η διαθήκη της Ε.

Μ., που απεβίωσε την 2.12.1999, δημοσιεύθηκε μαζί με τη διαθήκη της Ι. Μ., η οποία απεβίωσε την 19.3.2000, την 19.5.2000 και όχι πριν από το θάνατο της τελευταίας, δηλαδή στο μεσοδιάστημα από 2.12.1999 έως 19.3.2000, δεν συνιστά επιχείρημα υπέρ της πλαστότητας της διαθήκης αυτής, διότι: α) το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο θανάτων είναι μικρό, τρεισήμισυ μόλις μηνών, β) η ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ε.

Μ., που ήταν αναγκαία κατά το νόμο για να δημοσιευθεί η διαθήκη της, είχε συνταχθεί στη Λάρισα (υπ' αριθμόν 720/4.12.1999 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Λαρίσης) και γ) στο διάστημα αυτό η Ι. Μ., ως κληρονόμος της Ε. Μ., μαχόμενη να κρατηθεί στη ζωή, ούτε μπορούσε να μεταβεί στη Λάρισα για να λάβει αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης θανάτου της μητέρας της και να το εγχειρίσει στην πρώτη κατηγορουμένη, συμβολαιογράφο Ι.

Κ., ώστε αυτή να προβεί στη δημοσίευση της διαθήκης της αλλ' ούτε ήθελε κάτι τέτοιο, διότι η δημοσίευσή της θα αφετηρίαζε, σύμφωνα με το νόμο, την προθεσμία υποβολής της δήλωσης φόρου κληρονομιάς και η Ι. Μ., τελούσα υπό τις πιο πάνω συνθήκες, ευλόγως δεν επιθυμούσε να επισπεύσει, την τακτοποίηση των φορολογικών της υποθέσεων.

Περαιτέρω, ο εν Αμερική πληρεξούσιος δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος Ι. Λ. Χ. Σ. απέστειλε προς τον εν Αμερική πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Μ. Γ. Μ., ο οποίος είχε ασκήσει για λογαριασμό της την προαναφερόμενη αγωγή διαζυγίου, την από 3.4.2003 επιστολή του, στην οποία του γνωστοποιούσε ότι ο εντολέας του Ι. Λ.

τον πληροφόρησε ότι, κατά παράβαση του επαγγελματικού απορρήτου, διαβιβάζει στους αντιδίκους του στοιχεία από το φάκελο της πελάτισσάς του Ι. Μ. συνιστώντα προσωπικά δεδομένα, και τον καλούσε να τηρήσει το απόρρητο το,ιν δεδομένων αυτών και να παραλείπει του λοιπού τη διαβίβασή τους στους αντιδίκους του μέχρι να περατωθούν οι εν Ελλάδι εκκρεμείς δίκες.

Στην επιστολή αυτή του Χ. Σ. απάντησε ο Γ. Μ. με την από 8.4.2003 δική του επιστολή, στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα: "Αγαπητέ κύριε Σ., διαφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο της από 3.4.2003 επιστολής σας και θα συνεχίσω να πράττω ό, τι είναι δυνατόν για να εμποδίσω τον Τ. Λ..ς να κληρονομήσει την περιουσία της συζύγου του στην Ελλάδα".

Από το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών ευθέως προκύπτουν: α) η, μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής της, βούληση της Ι. Μ. να μην λάβει τίποτα από την κληρονομιά της ο σύζυγος της Ι. Λ. και β) η αλήθεια των κλονιστικών του γάμου τους περιστατικών που παραθέτει στην προαναφερόμενη περί διαζυγίου αγωγή της.

Διότι μπορεί μεν η Ι. Μ., για λόγους υγείας και οικονομικούς, να εγκατέλειψε τη διαδικασία του διαζυγίου της στην Αμερική ερχόμενη στην Ελλάδα, έδωσε όμως στον εκεί πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Μ. να κάνει αυτό που ο τελευταίος αναφέρει στην πιο πάνω, από 8.4.2003, προς τον Χ. Σ., επιστολή του, ό,τι δηλαδή είναι δυνατό για να μην πάρει τίποτα ο σύζυγος της από την περιουσία της, και προφανώς η ίδια πρόλαβε και έδωσε, προτού πεθάνει, τουλάχιστον στην πρώτη κατηγορουμένη, συμβολαιογράφο, Ι.

Κ., και τα στοιχεία του πιο πάνω εν Αμερική δικηγόρου της, διότι, άλλως, θα ήταν παντελώς αδύνατο στους κατηγορουμένους να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν την προαναφερόμενη περί διαζυγίου αγωγή της, την αλήθεια δε των παρατιθέμενων στην αγωγή αυτή περιστατικών επιβεβαιώνει εμμέσως πλην σαφώς η σπουδή του πολιτικώς ενάγοντος Ι.

Λ. να εμποδίσει, με την πιο πάνω επιστολή του πληρεξούσιου δικηγόρου του Χ. Σ., την περιέλευσή της στους αντιδίκους του. Περαιτέρω, η Ι. Μ., καθ' όλο το διάστημα της νοσηλείας της στο νοσοκομείο Άγιος Σάββας από τις 2.3.2000 έως την 18.3.2000, αφότου, σύμφωνα με τα παραπάνω, περιήλθε σε προκωματώδη κατάσταση, είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών της και μπορούσε η ίδια, αν το επιθυμούσε, να ειδοποιήσει τον εν Αμερική σύζυγο της Ι.

Λ. για τη νοσηλεία της είτε από σταθερό τηλέφωνο είτε από κινητό, ουδείς δε ήταν σε θέση να την αποτρέψει από αυτό. Το ότι τελικά αυτό δεν συνέβη, όπως ο πολιτικώς ενάγων Ι. Λ. ισχυρίζεται, οφείλεται σε απόφαση της ίδιας της Ι. Μ. να μην τον ενημερώσει, ακριβώς επειδή οι σχέσεις τους είχαν διαταραχθεί, και όχι σε δήθεν παρέμβαση των κατηγορουμένων που της στέρησαν τη δυνατότητα αυτή.

Η κηδεία της Ι. Μ. έγινε με την επιμέλεια της πρώτης κατηγορουμένης Ι.ς Κ. και με δαπάνες του δευτέρου κατηγορουμένου, κληρονόμου της, Γ. Ε., η ταφή της δε έγινε στην Αθήνα στο Νεκροταφείο Κόκκινου Μύλου, και όχι στη Λάρισα στον οικογενειακό τάφο της μητέρας της Ε. Μ., όχι επειδή οι πιο πάνω κατηγορούμενοι επεδίωξαν να κρατήσουν κρυφό το γεγονός αυτό από τους πολιτικώς ενάγοντες, όπως οι τελευταίοι αβάσιμα υποστηρίζουν, αλλά επειδή η ταφή της στον οικογενειακό τάφο της μητέρας της στη Λάρισα ήταν αδύνατη, σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας του νεκροταφείου, διότι δεν είχε συμπληρωθεί τριετία από εκείνη της μητέρας της, όπως προκύπτει από το από 9.3.2003 έγγραφο του Δήμου Λαρισαίων - Τμήμα Κοιμητηρίου.

Τέλος η ανακριβής καταχώρηση της Ι. Μ. στην υπ' αριθμόν 272/59/2000 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ως διαζευγμένης οφείλεται σε ελλιπή γνώση της πραγματικής, από νομικής απόψεως, οικογενειακής καταστάσεως της από την πρώτη κατηγορουμένη Ι. Κ., η οποία επιμελήθηκε τα της κηδείας της και η οποία γνώριζε μεν τη διάσταση της αποβιωσάσης με τον σύζυγο της Ι.

Λ., όχι όμως και το αν εν Αμερική τελεσθείς γάμος τους είχε, σύμφωνα με τον εκεί ισχύοντα νόμο, λυθεί, και βασιζόμενη στο πραγματικό γεγονός της διάστασης τη δήλωσε ως διαζευγμένη. Η ανακριβής αυτή δήλωση, όμως, μαρτυρεί και ότι και η ίδια η Ι. Μ. θεωρούσε εαυτήν ως "εν τοις πράγμασι διαζευγμένη" και έτσι στις κοινωνικές της σχέσεις αυτοπροσδιοριζόταν, εξ ου λόγου και η πρώτη κατηγορουμένη Ι.

Κ. ως τέτοια τη δήλωσε, μαρτυρεί δε επιπλέον το αληθές της διαστάσεως με τον σύζυγο της Ι. Λ., η οποία και ενδιαφέρει εν προκειμένω, και διαψεύδει τους αντίθετους, περί υπάρξεως συμβίωσης, ισχυρισμούς του. Από όλα τα παραπάνω, συνδυαζόμενα, αποδεικνύεται ότι τόσο οι προαναφερόμενες δύο δημόσιες διαθήκες των Ε.

Μ. και Ι. Μ. όσο και τα προαναφερόμενα πληρεξούσια της Ι. Μ., που συνετάγησαν ενώπιον της πρώτης κατηγορουμένης, συμβολαιογράφου Ι. Κ., αφενός μεν φέρουν τις γνήσιες υπογραφές τους και συνεπώς δεν είναι πλαστά, αφετέρου δε έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι αληθή ως προς τα πραγματικά περιστατικά που η συντάκτρια συμβολαιογράφος βεβαιώνει σε αυτά ότι έλαβαν χώρα ενώπιον της και ειδικότερα ως προς τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των Ε.

Μ. και Ι. Μ. που έχουν καταχωρηθεί σε αυτά, το ίδιο δε, κατά συνέπεια, ισχύει και ως προς τα υπ' αριθμούς 3131/2000 και 3134/2000 πωλητήρια συμβόλαια τα οποία καταρτίστηκαν βάσει των δύο, εκ των πιο πάνω, υπ' αριθμούς 3126/2000 και 3130/2000 πληρεξουσίων.

Συνεπώς οι κατηγορούμενοι δεν απεδείχθη ότι έχουν τελέσει τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και ειδικότερα: α) η πρώτη συμβολαιογράφος, Ι. Κ., τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατά συρροή, δι' ένα έκαστο από τα παραπάνω έγγραφα (διαθήκες, πληρεξούσια και πωλητήρια) και της απάτης επί δικαστηρίου κατά συρροή, ως προς τη δημοσίευση των δύο διαθηκών, β) ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ.

Ε. τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή στην ψευδή βεβαίωση της πρώτης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου Ι.ς Κ. κατά συρροή, ως προς τις δύο δημόσιες διαθήκες, το υπ' αριθμόν 3130/1.3.2000 πληρεξούσιο και το υπ' αριθμόν 3134/17.3.2000 πωλητήριο συμβόλαιο, και της απάτης επί δικαστηρίου κατά συρροή για τη λήψη κληρονομητηρίων δυνάμει των πιο πάνω διαθηκών, γ) η τρίτη κατηγορουμένη Κ.

Χ. τις αξιόποινες πράξεις της άμεσης συνέργειας στην ψευδή βεβαίωση της πρώτης κατηγορουμένης Ι. Κ., ως προς την δημόσια διαθήκη της Ε. Μ., και της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή στις ψευδείς βεβαιώσεις κατά συρροή της πρώτης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου Ι. Κ., ως προς τα υπ' αριθμούς 3124/2000, 3126/2000 και 3130/2000 πληρεξούσια και τα υπ' αριθμούς 3131/2000 και 3134/2000 πωλητήρια συμβόλαια, δ) η τέταρτη κατηγορουμένη Ι.

Θ. τις αξιόποινες πράξεις της άμεσης συνέργειας κατά συρροή στην ψευδή βεβαίωση της Ι.ς Κ. κατά συρροή, ως προς τις δύο διαθήκες, και της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή στην ψευδή βεβαίωση της Ι.ς Κ. κατά συρροή, ως προς τα υπ' αριθμούς 3123/2000, 3124/2000 και 3126/2000 πληρεξούσια, ε) ο πέμπτος κατηγορούμενος Α. Μ., δικηγόρος, τις αξιόποινες πράξεις της άμεσης συνέργειας κατά συρροή στην ψευδή βεβαίωση κατά συρροή της Ι.

Κ., ως προς τις δύο δημόσιες διαθήκες και το υπ' αριθμόν 3131/2000 πωλητήριο συμβόλαιο, και στ) ο έκτος κατηγορούμενος, δικηγόρος, Κ. Τ. την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην ψευδή βεβαίωση της πρώτης κατηγορουμένης Ι.ς Κανά ως προς την υπ' αρ. 3125/2000 δημόσια διαθήκη της Ι. Μ. , και πρέπει να κηρυχθούν αθώοι >>.

Κατά της απόφασης αυτής η Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε την υπ` αρ. 355/2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών , το οποίο, αφού απέριψε τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί απαραδέκτου της παραπάνω εισαγγελικής έφεσης, έκρινε τυπικά δεκτή την εν λόγω έφεση και στη συνέχεια εξέτασε την ουσία της υπόθεσης και κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες για τις προαναφερόμενες κακουργηματικές πράξεις.

Η ανωτέρω εισαγγελική έφεση ασκήθηκε για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων για τους εξής, επί λέξει, λόγους: <<Το Ε' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών πλημμελώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και με την υπ' αριθ. 942/14 απόφαση του κήρυξε αθώους κατά πλειοψηφία τους κατηγορουμένους. Ειδικότερα η πλημμέλεια της πρωτοδίκου απόφασης συνίσταται στο ότι δεν έλαβε υπόψιν της τη δικαστική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της Γ.

Τ. όσο και την τεχνική έκθεση του Γ. Χ. , από τις οποίες αποδεικνύεται πλήρως η πλαστότητα της υπ' αριθ. 3043/14-7-1999 δημόσιας διαθήκης της Ε. Μ., και το ψευδές περιεχόμενο αυτής. Επίσης ότι δεν έλαβε υπόψιν της αναφορικά με την υπ'αριθ. 3125/24-2-2000 δημόσια διαθήκη της Ι. Μ. το ψευδές περιεχόμενο αυτής και την υφαρπαγή της υπογραφής της, κάτι που ήταν εξαιρετικά εύκολο για την πρώτη κατηγορουμένη, με δεδομένο το γεγονός, ότι η ανωτέρω Ι.

Μ. ήταν εντελώς ανίσχυρη και απόλυτα διαχειρίσημη, εξ αιτίας του γεγονότος ότι βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο της ασθένειας της και της ισχυρής φαρμακευτικής και αναλγητικής αγωγής που ελάμβανε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι επιτηρείτο από την Ι. Κ., αυτοπροσώπως ή δια της Θ.. Το ότι η υπογραφή της ανωτέρω έχει υφαρπασθεί στην επίμαχη διαθήκη περαιτέρω αποδεικνύεται και από την από 12-11-2004 δικαστική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Ι.

Δ. όσο και από την τεχνική έκθεση του Χ., καθόσον σύμφωνα με τους ανωτέρω που έχουν τις ειδικές γνώσεις παρατηρείται αραίωση των γραμμάτων στην τελευταία σελίδα της διαθήκης, με προφανή στόχο να συμπέσει το κείμενο της διαθήκης σε εύλογο κοντινό σημείο πριν την υπογραφή. Περαιτέρω πλημμελώς η πρωτόδικη απόφαση δεν έλαβε υπόψιν της το γεγονός ότι οι δύο διαθήκες δημοσιεύθηκαν ταυτόχρονα, αν και ο θάνατος της Ε.

Μ. προηγήθηκε κατά τρεις (3) μήνες περίπου του θανάτου της Ι. Μ. και μάλιστα η διαθήκη της Ι. Μ. δημοσιεύθηκε κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, ο δε θάνατος της δεν γνωστοποιήθηκε στους συγγενείς της. Ενισχυτικό της πλημμέλειας αυτής αποτελεί και το γεγονός, που προκύπτει από την πραγματογνωμοσύνη του Π.

ότι η πρώτη Ι. Κ., διατηρούσε με μεγάλη αταξία τα συμβολαιογραφικά της βιβλία, και επιπλέον υπήρχε αταξία στην αρίθμηση των πράξεων της, γεγονός που την εξυπηρετούσε στην εκπλήρωση των παρανόμων ενεργειών της. Δεν έλαβε υπόψιν της το γεγονός ότι όλοι οι συμμετέχοντες (και κατηγορούμενοι) στα πλαστά πληρεξούσια και στις πλαστές διαθήκες ήταν παλιοί γνώριμοι της Ι.ς Κ.

και άγνωστοι της Ε. και Ι. Μ., όπως και το γεγονός ότι (αν υποθέσουμε ότι ήταν πραγματική) η βούληση της Ι. Μ. να τιμήσει μόνο το μισθωτή της Γ. Ε. με την διαθήκη της, εντούτοις λίγες ημέρες πριν το θάνατο της και ενώ αυτή βρίσκεται σε προθανάτια κατάσταση (βλ. Πιστοποιητικό Νοσοκ. "ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ"), δεν αρκείται μόνο στη σύνταξη της ως άνω διαθήκης , αλλά προβαίνει στη σύνταξη πληθώρας συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων και μάλιστα σε πρόσωπα που ήταν μέχρι τότε άγνωστα στην ίδια ήταν πολύ γνωστά όμως στο περιβάλλον της Ι.ς Κ..

αλλά και σε εκποιήσεις περιουσιακών της στοιχείων και μάλιστα προχώρησε στην πώληση της οικίας όπου η ίδια διέμενε επί της ..., δυνάμει του υπ'αριθ. 3134/2000 πωλητηρίου συμβολαίου , της ως άνω Συμβ/φου, τρεις (3) ημέρες πριν πεθάνει και ο αγοραστής είναι ο μοναδικός τετιμημένος με την διαθήκη της. Επίσης, δεν έλαβε υπόψιν της η πρωτόδικη απόφαση ότι εντός χρονικού διαστήματος είκοσι (20) ημερών περίπου, συντάχθηκαν από την πρώτη Ι.

Κ. την 24-2-2000 το υπ' αριθ. 3123/2000 ειδικό πληρεξούσιο με το οποίο φέρεται η Ι. Μ. να διορίζει την Ι. Θ. ειδική πληρεξούσια της για να διαχειρισθεί τον υπ' αριθ. 111 -76685979 λογαριασμό καταθέσεων της στην ΕΤΕ, και να λαμβάνει από αυτόν οποιοδήποτε ποσόν. Την ίδια ημέρα δηλ. την 24-2-2000, συντάχθηκε από την ως άνω Συμβ/φο Ι.

Κ., το με αριθμό 3124/24-2-2000 πληρεξούσιο. Σύμφωνα με αυτό η Ι. Μ. φαίνεται ότι διορίζει ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους της, τους Ι. Θ. και Κ. Χ., για να την αντιπροσωπεύουν σε κάθε συναλλαγή με υποκατάστημα Τράπεζας, είτε από κοινού είτε χωριστά η καθεμία, να αναλαμβάνουν οποιοδήποτε ποσό, ακόμη και ολόκληρο από τους υπ' αριθμ. ...

λογαριασμούς συναλλάγματος που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, να κλείσουν τους λογαριασμούς αυτούς και να υπογράφουν οποιοδήποτε έγγραφο χρειαστεί σχετικά, καθώς επίσης να αναλάβουν όλο το ποσό από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και να κλείσουν αυτόν και να καταργήσουν την υπ' αριθ. 582 γραμματοθυρίδα της στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, αναλαμβάνοντας οτιδήποτε υπάρχει σ' αυτήν και μάλιστα δεν εκτίμησε ορθά ότι υπάρχουν δύο (2) πληρεξούσια με τον ίδιο αριθμό 3130/1-3-2000 και το σπουδαιότερο δε ότι η εν λόγω συμβολαιογράφος με την Κ.

Χ. και την Ι. Θ. έχουν εμπλακεί και κατά το παρελθόν σε παρόμοιες υποθέσεις αποκτώντας κατ' αυτόν τον τρόπο μεγάλη γνώση τεχνικής ώστε να διαπράττουν τέτοια αδικήματα.

Άλλωστε πλημμελώς δεν έλαβε υπόψιν του το πρωτόδικο Δικαστήριο, το γεγονός ότι ενώ ο Γ. Ε. επισκέφθηκε την Ι. Μ. τις τελευταίες ημέρες που νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο τέσσερις (4) φορές, ουδέποτε αυτή του ανέφερε ότι τον καθιστά τετιμημένο της, της σύνολης περιουσίας της γεγονός που αν ήταν αληθινό, αναντίρρητα θα έπρεπε να του το αναφέρει, ώστε να τύχει εκ μέρους του μεγαλύτερης φροντίδας και προσοχής, πράγμα που αποτελούσε και την αιτία της διαθέσεως όλης της περιουσίας σ' αυτόν. Τέλος πλημμελώς η πρωτόδικη απόφαση δεν έλαβε υπόψιν της την κατάθεση της Ε. Τ., η οποία είναι υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας , και η οποία κατέθεσε ότι είχαν έλθει στην Τράπεζα δύο (2) κυρίες (μία εκ των οποίων ήταν η συμβολαιογράφος) και αξίωναν να εισπράξουν για λογαριασμό της κ.Μ. τις καταθέσεις της στην εν λόγω Τράπεζα με βάση το πληρεξούσιο που είχαν ανά χείρας και όταν τις ανέφερε ότι έπρεπε να είναι η ίδια για να ανανεωθούν οι προθεσμιακές της καταθέσεις, της απάντησαν, πως βρισκόταν στην Λάρισα, και ότι τους είχε δώσει το πληρεξούσιο για να εκταμιεύσουν όλες τις καταθέσεις της (αποκρύπτοντας σκόπιμα τον θάνατο της από 20ημέρου και πλέον).

Εξάλλου πλημμελής εκτίμηση έγινε από το ως άνω Δικαστήριο, και για το γεγονός ότι λίγες ημέρες πριν πεθάνει η Ι. Μ., μεταβίβασε με το υπ' αριθ. 3231/16-3-2000 πωλητήριο συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου , στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η Κ. Χ. ενεργούσε ως πληρεξούσια της Ι. Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. 3126/2000 πληρεξουσίου της ιδίας συμβολαιογράφου, ότι πωλεί για λογαριασμό της (Ι. Μ.), ένα οικόπεδο που βρίσκεται στην ... (θέση Β. Β.) στους Σ. Μ. και Ε. Μ., αντί του τιμήματος των 25.893.630 δραχμών, χρήματα τα οποία φέρεται ότι έδωσαν στη σχεδόν σε κωματώδη κατάσταση ιδιοκτήτρια του οικοπέδου και τα οποία βέβαια δεν βρέθηκαν ποτέ.

Ενόψει των ανωτέρω το Ε' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών εσφαλμένα εκτίμησε τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και με την υπ' αριθ. 942/2014 απόφαση του κήρυξε αθώους κατά πλειοψηφία τους άνω κατηγορουμένους Α') Ι. Κ.. α) για ψευδή βεβαίωση τελεσθείσα με σκοπό προσπορίσεως αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, β) για απάτη επί Δικαστηρίω με περιουσιακό όφελος (ζημία) που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ , κατ' εξακολούθηση.

Β') Γ. Ε. α) για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση τελεσθείσα με σκοπό προσπορίσεως αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, β) για απάτη επί Δικαστηρίω με περιουσιακό όφελος - ζημία και που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση Γ') Ι. Θ. για άμεση συνεργεία σε ψευδή βεβαίωση τελεσθείσα με σκοπό προσπορίσεως αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, Δ') Κ.

Χ. για άμεση συνεργεία σε ψευδή βεβαίωση τελεσθείσα με σκοπό προσπορίσεως αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, Ε') Α. Μ. για άμεση συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση τελεσθείσα με σκοπό προσπορίσεως αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, κατ'εξακολούθηση και ΣΤ') Κ.

Τ., για άμεση συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση τελεσθείσα με σκοπό προσπορίσεως αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (αρθρ. 46 §1 , 98, 242 §1,3 και 386 §1-3 Π.Κ.) Κατόπιν τούτου ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση αυτή να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 942/2014 απόφαση του Κ. Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών και να κηρυχθούν ένοχοι οι ως άνω κατηγορούμενοι για τις άνω αξιόποινες πράξεις.>>

ΙV. Με το άνω περιεχόμενο , η εισαγγελική έφεση δεν περιέχει την απαιτούμενη κατά την έννοια του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα ούτε συγκεκριμένες πλημμέλειες της εκκαλούμενης αθωωτικής απόφασης ούτε τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την υπόσταση των άνω εγκλημάτων και οδηγούν στην ενοχή των κατηγορουμένων.

Ειδικότερα: Α) Ενώ ως λόγος έφεσης προβάλλεται η κακή εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας,δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Εφετείο και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αυτών , όπως δε προκύπτει από το εφετήριο , η αντεισαγγελέας , προκειμένου να σχηματίσει τη γνώμη ότι συντρέχει λόγος άσκησης έφεσης , δεν εκτίμησε το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αλλά εξήγαγε την κρίση της από μεμονωμένα αποδεικτικά μέσα , τα οποία έλαβε επιλεκτικά υπόψη.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την περιεχόμενη επισκόπηση της εκκαλούμενης απόφασης και των πρακτικών της, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων , προκειμένου να οδηγηθεί στην απαλλακτική για τους κατηγορούμενους κρίση του, έλαβε υπόψη του την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης , τα έγγραφα ( άνω των 140 στις σελ.57-73 και 81-82) που αναγνώσθηκαν, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και αυτές των τεχνικών συμβούλων που αναφέρονται στο σκεπτικό καθώς και τις απολογίες των τριων παρόντων κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων.

Έπρεπε, λοιπόν, στην εισαγγελική έφεση να μνημονεύονται, έστω και κατ` είδος, τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και τα κατ` ορθή εκτίμηση αυτών πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κρίθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι.

Αντ' αυτού στην έφεση μνημονεύεται όχι το σύνολο των άνω αποδεικτικών μέσων αλλά επιλεκτικά, μέσω της προβαλλόμενης πλημμέλειας ότι δεν λήφθηκαν υπόψη , η δικαστική πραγματογνωμοσύνη της Γ. Τ., οι τεχνικές έκθέσεις του Γ. Χ., οι μεμονωμένες αναφορές των πραγματογνωμόνων Ι. Δ. και Δ. Π. , που φέρονται ως διαπιστώσεις αυτών, χωρίς αναφορά του όλου περιεχομένου των εκθέσεών τους και η κατάθεση της Ε.

Τ. . Το Τριμελές Εφετείο, όμως , παρά τα όσα αντίθετα εσφαλμένα προβάλλονται ως πλημμέλειες στην έφεση , έλαβε υπόψη του όχι μόνο τις άνω εκθέσεις αλλά συνολικά 8 εκθέσεις , 3 πραγματογνωμοσύνης και 5 τεχνικών συμβούλων, στις οποίες ρητά αναφέρεται. Ειδικότερα, στην εκκαλούμενη εκτίθεται (σελ. 128, 129) ότι ,στο πλαίσιο της ποινικής δίκης αλλά και της αστικής δίκης για αναγνώριση της ακυρότητας των δύο δημοσίων διαθηκών των Ε.

Μ. και Ι. Μ. και των πληρεξουσίων ως πλαστών άλλως ως προϊόντων ψευδούς βεβαίωσης, οι διαθήκες αυτές και τα πληρεξούσια <<αποτέλεσαν αντικείμενο γραφολογικής διερεύνησης από πλειάδα γραφολόγων, πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων, και δη α)του Ι. Δ. που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 560/23.9.2004 διάταξη του 23ου Ανακριτή Αθηνών και συνέταξε την από 12.11.2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, β) του Δ.

Π., που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 4649/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνέταξε την υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως 17/20.1.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γ) της Χ. Τ. που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 736/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συνέταξε την υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως 38/24.3.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δ) του Γ.

Χ., τεχνικού συμβούλου του πολιτικώς ενάγοντος Ι. Λ., που συνέταξε την από 19.2.2001 έκθεση ιδιωτικής γνωμοδότησης και τις από 24.11.2004 παρατηρήσεις στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Δ., ε) του Μ. Μ., τεχνικού συμβούλου του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Ε., που συνέταξε την από 18.7.2002 έκθεση ιδιωτικής γνωμοδότησης, στ) του Ι.

Μ., τεχνικού συμβούλου της πρώτης κατηγορουμένης Ι. Κ., που συνέταξε την από 26.6.2002 έκθεση ιδιωτικής γνωμοδότησης, ζ) του Δ. Θ., τεχνικού συμβούλου του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Ε., που συνέταξε την από 24.6.2003 έκθεση ιδιωτικής γνωμοδότησης και η) των Δ. Θ. και Μ. - Μ. Κ., τεχνικών συμβούλων του δευτέρου κατηγορουμένου Γ.

Ε., που συνέταξαν τις από 19.5.2011 παρατηρήσεις στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Χ. Τ.. >>. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αναφέρεται στο περιεχόμενο και στα πορίσματα όλων των άνω εκθέσεων καθώς και στο γεγονός ότι στην πλειοψηφία τους οι γραφολόγοι αποφαίνονται υπέρ της γνησιότητας των υπογραφών των Ε. Μ. και Ι.

Μ. στα ανωτέρω κρίσιμα έγγραφα , συνεκτιμώντας δε όλες αυτές τις εκθέσεις σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα που είχαν εισφερθεί , αιτιολογεί για ποιό λόγο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι διαθήκες και τα πληρεξούσια είναι γνήσια καθώς και ότι είναι αληθινά όσα βεβαιώνονται σε αυτά από τη συντάκτρια συμβολαιογράφο και ιδίως οι δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των Ε.

Μ. και Ι. Μ.. Πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ των εγγράφων που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του το Δικαστήριο αναφέρει και την αναγνωσθείσα υπ'αρ. 3926/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών , με την οποία το ενλόγω Δικαστήριο , αντικρούοντας μεταξύ άλλων το πόρισμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ορισθείσας από το ίδιο ως πραγματογνώμονα Χ.

Τούση , απέρριψε την έφεση των πολιτικώς εναγόντων, κατά της απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την αγωγή τους για αναγνώριση της ακυρότητας των εν λόγω διαθηκών και πληρεξουσίων ως πλαστών άλλως ως προϊόντων ψευδούς βεβαίωσης. Οι μερικότερες δε αυτές παραδοχές δεν αντικρούονται αιτιολογημένα με την έφεση(ΑΠ 566/2017) .

Ενώ, λοιπόν, τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αθωωτική για τους κατηγορούμενους κρίση του προέκυπταν από το σύνολο όλων των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία γίνεται εκτενής αναφορά στην εκκαλουμένη με ιδιαιτέρως αναλυτικές αιτιολογίες,και θα έπρεπε , για την πληρότητα της αιτιολογίας της έφεσης να αναφέρεται σε αυτήν ότι οι αποδιδόμενες στην εκκαλούμενη απόφαση πλημμέλειες προέκυψαν από την ορθή εκ μέρους της εκκαλούσας εκτίμηση όλων των εισφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, αυτά ουδόλως αναφέρονται στην εισαγγελική έφεση ότι λήφθηκαν υπόψη ούτε η εκκαλούσα Εισαγγελέας αντικρούει με συλλογισμούς την αιτιολογούμενη λεπτομερώς περί της αθωότητας των κατηγορουμένων εξενεχθείσα κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ώστε να προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Β) Επιπλέον , όλες οι λοιπές αιτάσεις-πλημμέλειες περί του ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην έφεση περιστατικά σχετικά με την κατάσταση της υγείας της Ι. Μ., την ταυτόχρονη δημοσίευση των δύο διαθηκών,την μη ύπαρξη γνωριμίας μεταξύ των κατηγορουμένων και της Ε. και Ι. Μ., τις εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων και την κατάρτιση πληρεξουσίων με ίδιο αριθμό λίγο πριν το θάνατο της Ι. Μ. , τη μη αναφορά από αυτήν στον κατηγορούμενο Εγγλέζο ότι τον καθιστά τετιμημένο, τη μεταβίβαση ακινήτου με ψεύτικο πληρεξούσιο , προβάλλονται γενικώς και εντελώς αόριστα ,χωρίς να αναφέρεται από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα περιστατικά, όπως εμφανίζονται στην έφεση, και δεν αντικρούονται με συλλογισμούς όσα σχετικά με τα περιστατικά αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με εκτενείς αιτιολογίες και με αντίκρουση όλων των αντίθετων επιχειρημάτων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και επίσης δεν εκτίθεται στην έφεση γιατί το πρωτοβάθμιο έσφαλε που δέχθηκε ως αποδειχθέντα όσα δέχθηκε, με βάση τα οποία οδηγήθηκε στην κρίση ότι οι κατηγορούμενοι δεν τέλεσαν τις αποδοθείσες σε αυτούς πράξεις και ότι ήσαν αθώοι( ΑΠ 1189/2015 , ΑΠ 566/2017).

Γ) Τέλος, στην έφεση δεν υπάρχουν συλλογισμοί αναφορικά με τα περιστατικά που συγκροτούν την υπόσταση των εγκλημάτων της κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης , ηθικής αυτουργίας σε αυτήν , κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο, άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική ψευδή βεβαίωση , για τα οποία κρίθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι ( ΑΠ 169/2017).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η άνω έφεση της Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών , ως μη διαλαμβάνουσα όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία , δεν είναι εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Έτσι το Πενταμελές Εφετείο , με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση , απορρίπτοντας τον περί απαραδέκτου ισχυρισμό των κατηγορουμένων, και να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και στη συνέχεια να κηρύξει ένοχους τους κατηγορούμενους, αντί να απορρίψει αυτήν ως απαράδεκτη,υπερέβη θετικά την εξουσία του και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η του ΚΠΔ, λόγος των αναιρέσεων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων. Εφόσον δε η απόφαση αυτή αναιρείται λόγω του απαραδέκτου της εισαγγελικής έφεσης και η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης , κατ` άρθρο 519 του ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο , ενόψει του ότι , ελλείψει έγκυρης έφεσης , δεν υφίσταται στάδιο ουσιαστικής έρευνας της υπόθεσης και παραμένει πλέον σε ισχύ η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση.

Πρέπει δε ο Άρειος Πάγος να απορρίψει την έφεση της Αντεισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης ως απαράδεκτη( ΑΠ 566/2017 , ΑΠ 121/2017 , ΑΠ 678/2015). Περαιτέρω, ενόψει της αντικειμενικότητας του λόγου, για τον οποίο γίνονται δεκτές οι αναιρέσεις , πρέπει, κατά το άρθρο 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα αυτό και ως προς τους λοιπούς συγκατηγορούμενους (Κ.

Χ. Σ.) και καταδικασθέντες με την ίδια απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 566/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2572α/2016, 2835α/2016,1100/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών

Απορρίπτει την υπ' αριθ. εκθ. 355/2014 έφεση της Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της 4799-6561-6562/2013-942/2014 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών.

Επεκτείνει το αποτέλεσμα των ένδικων αναιρέσεων και στους λοιπούς συγκατηγορουμένους με τους αναιρεσείοντες και καταδικασθέντες με την ίδια ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ