Supreme Court dismisses appeal on res judicata error when lower court rejected suit as inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred by failing to recognize a prior final judgment regarding surgical fees as res judicata, despite that judgment having been subsequently annulled. The court held that annulled decisions do not create res judicata and that the lower court correctly dismissed the suit as inadmissible without examining the merits, rendering the appeal arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 321, 332 C.P.C.; Art. 559(16) C.P.C. Res judicata is not created by annulled decisions; appeals against inadmissibility rulings are inadmissible if the lower court did not examine the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 678 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 678/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ρ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζαχόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3270/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 11-09-2007 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 118/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3702/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-6-2014 αίτηση αναίρεσης του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 6-3-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 1579/1985 "Ρυθμίσεις για την εφαρμογή και ανάπτυξη του Ε.Σ.Υ. και άλλες διατάξεις" ορίζει: "Τιμολόγια Νοσηλίων: Με κοινή απόφαση των υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Οικονομικών, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του ΚΕ.Σ.Υ., καθορίζεται το τιμολόγιο των νοσηλίων των νοσοκομείων και ιδιωτικών κλινικών".
Από τη διάταξη αυτή και τις διατάξεις της σε εκτέλεση αυτής εκδοθείσας Υ4ε/6424/2001 κοινής απόφασης των ανωτέρω Υπουργών (ΦΕΚ 1184/11.9.2001, τεύχος Β’ ), που ίσχυσε κατά την επίδικη χρονική περίοδο, προκύπτει ότι, με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 1579/1985 και την παραπάνω υπουργική απόφαση, καθορίζεται το ύψος των νοσηλίων, που υποχρεούται να καταβάλει το Δημόσιο ή ο Ασφαλιστικός Οργανισμός στα συμβεβλημένα με αυτά νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές για τη νοσηλεία και την παροχή πάσης φύσεως ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους τους ασθενείς και δεν καθορίζεται το ύψος της αμοιβής, που το Νοσοκομείο ή η Κλινική έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν στους ιατρούς, που συνδέονται με αυτά (Νοσοκομεία-Κλινικές), με οποιασδήποτε μορφής σχέση και παρέχουν στους νοσηλευόμενους σ’ αυτά ασθενείς του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Ταμείων τις υπηρεσίες τους.
Και δεν είναι υποχρεωμένο το Νοσηλευτικό Κέντρο να καταβάλει στους ιατρούς του το τιμολόγιο αμοιβής ιατρού που σημειώνεται στην υπουργική απόφαση για τον υπολογισμό του συνολικού ποσού των νοσηλίων, αλλά η αμοιβή αυτών καθορίζεται από τη σχέση τους με το ιδιωτικό Νοσηλευτικό Κέντρο ή την ιδιωτική Κλινική.
Η σχέση αυτή μπορεί να είναι: α) Σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, κατά την οποία ο εργαζόμενος στο Νοσηλευτικό Κέντρο ιατρός παρέχει την εργασία του με μισθό, ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει το χαρακτηρισμό της σύμβασης, και υποβάλλεται σε προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του (Νοσηλευτικό Κέντρο), η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο μισθωτός ιατρός και να δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της παρεχομένης ιατρικής εργασίας (άρθρα 648 και επ, Α.Κ.
σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν.Δ/τος 765/1943), β) Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, κατά την οποία ο παρέχων στο Νοσηλευτικό Κέντρο τις υπηρεσίες του ιατρός δεν υποχρεούται στην παροχή καθ’ ορισμένα χρονικά διαστήματα τακτικής εργασίας αλλά ύστερα από συμφωνία με το Κέντρο αναλαμβάνει κατά περίπτωση και με ελεύθερη κρίση την ενέργεια συγκεκριμένης ιατρικής πράξης (εγχείρησης, νοσηλείας κλπ), αντί της συμφωνούμενης εκάστοτε αμοιβής, και δεν έχει την υποχρέωση να εκτελεί κάθε ανατεθειμένη σ’ αυτόν πράξη και να συμμορφώνεται, ιδίως ως προς το χρόνο και τον τρόπο, στις εντολές του εργοδότη (άρθρα 648 επ.
Α.Κ.) και γ) Σύμβαση, επιτρεπτώς καταρτιζόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, κατά την οποία ο ιατρός χωρίς να συνδέεται μονίμως με το Νοσηλευτικό Κέντρο, προσάγει τους προσωπικούς πελάτες τους ασθενείς σ’ αυτό και χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις του (χειρουργεία, κλίνες, μηχανήματα κλπ) και τις υπηρεσίες του προσωπικού του (ιατρικού, νοσηλευτικού, κλπ), ενεργεί τις σχετικές ιατρικές πράξεις (εγχειρήσεις κλπ.).
Και αυτός λαμβάνει από τον πελάτη του (ή τον Ασφαλιστικό του Φορέα) τη σχετική αμοιβή του, η δε κλινική λαμβάνει επίσης από τον ασθενή ή τον Ασφαλιστικό του Φορέα την αμοιβή και τα έξοδα νια την παραχώρηση της χρήσης των εγκαταστάσεων της και την παροχή των υπηρεσιών του προσωπικού της. Επίσης, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 3/2009, ΑΠ 2236/2013).
Με την από 28-3-2006 αγωγή του ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι με την εναγομένη συνήψε το Φεβρουάριο 2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις αναφερόμενες στην αγωγή ιατρικές υπηρεσίες του στο καρδιολογικό τμήμα της κλινικής της, μαζί με την καρδιοχειρουργική-ομάδα, για όλα τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά, που θα καθόριζε η εναγομένη.
Ότι η αμοιβή του ιδίου, καθώς και ολόκληρης της καρδιοχειρουργικής ομάδας, καθορίστηκε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τους όρους αμοιβής της ΥΑε/6424/2001,ως προς δε τον τρόπο πληρωμής του συμφωνήθηκε να γίνεται, όχι ανά περιστατικό αλλά να πληρώνεται, με εκκαθάριση, κατά περιοδικά διαστήματα. Ότι από το Φεβρουάριο 2003 μέχρι τις 6-12-2004, πραγματοποίησε 283 καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις.
Ότι, για τα 283 καρδιοχειρουργικά περιστατικά έπρεπε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 662.503 ευρώ. Αντ’ αυτού για τις 143 επεμβάσεις του κατέβαλε μειωμένη αμοιβή ποσού 1.500 ευρώ για κάθε μία και συνολικά 214.500 ευρώ, ενώ για τις λοιπές 140 δεν του κατέβαλε κανένα ποσό. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι στις 3-12-2004 κυκλοφόρησε στην κλινική ένα "Υπηρεσιακό Σημείωμα", με προσβλητικό για την προσωπικότητα του περιεχόμενο, του οποίου έλαβαν γνώση οι συνάδελφοι του, το προσωπικό της κλινικής καθώς και ασθενείς και επισκέπτες, με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη στην τιμή και την υπόληψη του.
Με βάση αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 11.705 ευρώ, που αντιστοιχεί στις πραγματοποιηθείσες από αυτόν 5 τελευταίες χειρουργικές επεμβάσεις και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 486.298 ευρώ, από το οποίο 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από 15-12-2004.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 213/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αυτό δέχτηκε ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ήταν σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και στη συνέχεια α) υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.705 ευρώ και β) αναγνώρισε ότι οφείλει να καταβάλει σ’ αυτόν το ποσό των 433.957 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ενώ απέρριψε το περί χρηματικής ικανοποίησης αίτημα της.
Κατά της απόφασης η εναγόμενη άσκησε την από 7-12-2006 έφεση της, και ο ενάγων αντέφεση.
Εκδόθηκε η 3270/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση, έγινε δεκτή η αντέφεση και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, μόνο κατά τη διάταξη που αφορά στο κεφάλαιο των τόκων υπερημερίας, έγινε δεκτό το περί τοκοδοσίας αίτημα της. Το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι:
Μετά από διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν το Σεπτέμβριο του 2002, ο ενάγων που είναι ιατρός καρδιοχειρουργός, προσλήφθηκε το Φεβρουάριο του 2003 από την εναγομένη, με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του ως καρδιοχειρουργός - Διευθυντής του νεοσύστατου καρδιοχειρουργικού τμήματος της ιδιωτικής κλινικής που αυτή διατηρεί και εκμεταλλεύεται, ότι η σύμβαση του διήρκεσε μέχρι 6-12-2004, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη.
Σχετικά με την αμοιβή του ενάγοντος η εν λόγω απόφαση δέχθηκε, ότι με την ως άνω ΚΥ.Α. δεν ορίστηκε η νόμιμη αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας γιατρών που πραγματοποιεί καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, δεδομένου ότι με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 1579/1985 "Ρυθμίσεις για την εφαρμογή και ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" δεν είχε παρασχεθεί νομοθετική εξουσιοδότηση για τον καθορισμό ελαχίστου ορίου νόμιμης αμοιβής της ιατρικής ομάδας για την παροχή των προαναφερομένων ιατρικών πράξεων και υπηρεσιών και ότι ο καθορισμός της ανωτέρω αμοιβής της εν λόγω ιατρικής ομάδας αποτελεί, ενόψει της έλλειψης νομοθετικής ρύθμισης, περιεχόμενο της συναπτόμενης μεταξύ του επικεφαλής της ιατρικής ομάδας και της ιδιωτικής κλινικής σύμβασης, με την οποία μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 648 ΑΚ, να συνομολογηθεί ότι η αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας για την πραγματοποίηση των παραπάνω χειρουργικών επεμβάσεων θα ανέρχεται στο ποσό που ορίζεται με την προαναφερθείσα ΚΥΑ, οπότε πλέον δεν πρόκειται για αξίωση καταβολής νόμιμης αμοιβής αλλά της συμφωνημένης.
Στη συνέχεια η ως άνω 3270/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, δέχθηκε ότι, "στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ του ενάγοντος, ως επικεφαλής της καρδιοχειρουργικής ομάδας και των λοιπών μελών αυτής (αναισθησιολόγου και τεχνικού) και της εναγομένης, συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή της ομάδας για την πραγματοποίηση των παραπάνω επεμβάσεων και την παροχή συναφών ιατρικών υπηρεσιών θα ανέρχεται στο ποσό των 2.641 ευρώ, για κάθε επέμβαση όπως καθορίζει η Υ4/6424/2001 κοινή υπουργική απόφαση από τα οποία 150 ευρώ θα ελάμβανε ο αναισθησιολόγος, 150 ευρώ ο τεχνικός και τα υπόλοιπα 2.341 ο ενάγων, η συμφωνία δε αυτή ήταν νόμιμη.
Με βάση τα ανωτέρω δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται για διαφορές αμοιβών για τις 143 χειρουργικές επεμβάσεις και για αμοιβές των υπολοίπων 139 επεμβάσεων το συνολικό ποσό των 445.662 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 28-04-2005.
Κατά της απόφασης αυτής (3270/2005) η εναγομένη άσκησε την από 11-9-2008 αίτηση αναίρεσης, και επ’ αυτής εκδόθηκε η 118/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κρίνοντος ότι το δικαστήριο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 8 πλημμέλεια, δεχόμενο την ύπαρξη συμφωνίας για την αμοιβή του ενάγοντος, χωρίς αυτή να περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής.
Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, "όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής του, ο αναιρεσίβλητος ιατρός. ζήτησε για τις αναφερόμενες σ’ αυτή καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, που στα πλαίσια επικαλούμενης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διενήργησε με την καρδιοχειρουργική του ομάδα στην ιδιωτική κλινική της αναιρεσείουσας, να του επιδικασθεί η προβλεπόμενη από την κοινή Υπουργική Απόφαση Υ4/6424/2001 νόμιμη αμοιβή, χωρίς να επικαλείται ειδική μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας συμφωνία περί πληρωμής άλλης (συμβατικής) αμοιβής.
Ωστόσο το Εφετείο επιδίκασε σ’ αυτόν με την προσβαλλόμενη απόφαση αμοιβή 2.341 ευρώ κατά επέμβαση, δεχθέν ότι η εν λόγω αμοιβή είχε συμφωνηθεί από τα μέρη". Στη συνέχεια αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Το δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα παρακάτω: "Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την ένδικη αγωγή εξέθετε, ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου γα να παρέχει τις ιατρικές του υπηρεσίες ως καρδιοχειρουργός στην Κλινική της, και συγκεκριμένα ανέφερε ότι μετά την εισαγωγή του ασθενούς στην κλινική για νοσηλεία αναλάμβανε την παρακολούθηση και προετοιμασία του για τη χειρουργική επέμβαση (εξετάσεις κλπ) σε συνεργασία με τις υπηρεσίες της κλινικής, αποφάσιζε για το είδος της επέμβασης και θεραπείας γενικά που ενδεικνυόταν για κάθε περίπτωση, ότι στη συνέχεια πραγματοποιούσε τη χειρουργική επέμβαση ανοικτής καρδιάς (by pass κ,λ,π.) και παρακολουθούσε διαρκώς τον ασθενή παρέχοντας τις ιατρικές του γνώσεις μέχρι την πλήρη αποθεραπεία και την έξοδο του από την κλινική, ότι οι υπηρεσίες του παρέχονταν σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους αυτής, ευρισκόμενος πάντοτε υπό την εποπτεία και δεχόμενος τις οδηγίες και εντολές της Διοίκησης της κλινικής, ως προς το χρόνο διενέργειας των επεμβάσεων.
Σχετικά με την αμοιβή του ο ενάγων εξέθετε ότι τόσο η δική του όσο και ολόκληρης της καρδιοχειρουργικής ομάδας καθορίστηκε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τους όρους αμοιβής της Υα/8424/2001 ο τρόπος δε πληρωμής του συμφωνήθηκε να γίνεται κατά περιοδικά διαστήματα, όχι ανά περιστατικό, εκκαθάριση, και να πληρώνεται τότε.
Ειδικότερα, ως προς την αμοιβή του και κάτω από τον τίτλο "Νόμιμη αμοιβή", αφού επικαλείτο τα οριζόμενα με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 1579/1985 και την εκδοθείσα σύμφωνα με τη διάταξη αυτή Κ.Υ.Α. 8424/2001, η οποία, όπως ισχυρίζετο σαφώς "καθόρισε τη νόμιμη αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας το καρδιοχειρουργικό πακέτο των ασφαλιστικών ταμείων στα 2.641 ευρώ ανά περιστατικό, από τα οποία η Κλινική οφείλει να αποδώσει 300 ευρώ στα μέλη της καρδιοχειρουργικής ομάδας (αναισθησιολόγο και τεχνικό) και τα υπόλοιπα 2.341 ευρώ στον ιατρό καρδιοχειρουργό" εξέθετε ότι παρείχε τις υπηρεσίες του από τον Φεβρουάριο 2003 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης του τον Δεκέμβριο 2004 συνεχώς και πραγματοποίησε τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή χειρουργικές επεμβάσεις, για τις οποίες η εναγόμενη με βάση την επικαλούμενη απ’ αυτόν, ως άνω "νόμιμη αμοιβή", του οφείλει συνολικά για αμοιβή το ποσό των 448.003 ευρώ, το οποίο ζητούσε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει, με το νόμιμο τόκο.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι μη νόμιμη καθόσον ο ενάγων, ενώ επικαλείται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την εναγόμενη, στα πλαίσια της οποίας διενήργησε τις σ’ αυτήν αναφερόμενες χειρουργικές επεμβάσεις, ζητεί να του επιδικασθεί η καθοριζόμενη από την προαναφερόμενη κοινή Υπουργική Απόφαση (Υ4ε/6424/2001), ως οφειλόμενη νόμιμη αμοιβή, το οποίο όμως δεν θεμελιώνεται στο Νόμο, αφού μ’ αυτήν, δεν καθορίσθηκε νόμιμη αμοιβή των καρδιοχειρουργών, χωρίς μάλιστα, ο ενάγων να επικαλείται άλλη ειδική συμφωνία περί της αμοιβής του, πράγμα αναγκαίο, εφόσον, με την εν λόγω Υπουργική Απόφαση καθορίζεται το ύψος των νοσηλίων, που πρέπει να καταβάλει το Δημόσιο ή άλλος ασφαλιστικός οργανισμός στα νοσοκομεία ή κλινικές που είναι συμβεβλημένα με αυτό για όλη τη νοσηλεία και την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους ασθενείς τους, δεν καθορίζεται, όμως, το ύψος της αμοιβής που το νοσοκομείο ή η κλινική υποχρεούται να καταβάλει στους ιατρούς που συνδέονται με αυτά με οποιασδήποτε μορφής σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή με άλλη σύμβαση).
Συνεπώς το νοσοκομείο ή η κλινική δεν υποχρεούται να καταβάλει στους ιατρούς την άνω αμοιβή (ως νόμιμη) αν δεν υπάρχει στη σύμβαση τους ειδική προς τούτο συμφωνία, ώστε αυτή να είναι η συμβατική τους αμοιβή. Τέτοια όμως ως συμβατικώς καθορισμένη αμοιβή, ουδόλως περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής.
Κατόπιν αυτών, η αγωγή, κατά εκκαλούμενο κεφάλαιο της αμοιβής του ενάγοντος είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Ούτε άλλωστε, συνεχίζει το εφετείο, ενόψει των προεκτεθέντων θεμελιώνεται αυτοτελώς με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή αξίωση από το άρθρο 904 ΑΚ, απορριπτόμενης εντεύθεν της θεμελιουμένης στη διάταξη αυτή αγωγής αβάσιμης.
Με βάση τα παραπάνω απέρριψε την αντέφεση, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το εν λόγω κεφάλαιο, κατά το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή, κράτησε την υπόθεση, κατά το άνω μέρος της και απέρριψε την αγωγή, ως νομικά αβάσιμη. Κρίνοντας, έτσι, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προοναφέρθηκαν.
Διότι πράγματι, με τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και δίχως την επίκληση σχετικής συμφωνίας, δεν θεμελιώνεται το επικαλούμενο δικαίωμα του ενάγοντος. Εξάλλου, ενόψει και του ότι 1) δεν γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προσδιορίζεται το ύψος του ειθισμένου μισθού και 2) δεν υποβλήθηκε αίτημα καταβολής του, δεν παραβιάστηκε ούτε η διάταξη του άρθρου 653 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού δεν θεμελιώνεται όπως προαναφέρθηκε το επικαλούμενο δικαίωμα του ενάγοντος.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγήν έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση,:
δηλαδή οι τελεσίδικες. Δεν δημιουργούν όμως δεδικασμένο οι αποφάσεις αυτές, εφόσον αναιρέθηκαν. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε ότι παράγεται δεδικασμένο από την παραπάνω 3270/2007 απόφαση του, η οποία δέχεται ότι πραγματοποίησε 282 συνολικά χειρουργικές επεμβάσεις και ότι για τις πρώτες 143 χειρουργικές επεμβάσεις η εναγομένη του κατέβαλε αμοιβή ύψους 1.500 ευρώ για καθεμία και ότι για τις υπόλοιπες 139 χειρουργικές επεμβάσεις που πραγματοποίησε από 23-3-2004 έως 6-12-2004 δεν του κατέβαλε καμιά αμοιβή.
Όμως, εφόσον η παραπάνω απόφαση αναιρέθηκε, ως προς την ένδικη υπόθεση και το κεφάλαιο αυτό, δηλαδή κρίθηκε μη νόμιμη για το σύνολο της αιτούμενης αμοιβής του, είναι αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 19 του ΚΠολΔικ. λόγοι αναιρέσεως προϋποθέτουν ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ώστε είτε να έλαβε ή να μην έλαβε υπόψη του διαδικαστικά έγγραφα είτε να εμφανίζει ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Επομένως ο λόγοι αυτοί δεν ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Με τους πρώτο και τρίτο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες, αντίστοιχα, από τους αρ. 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο : 1) προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, δηλαδή ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, δεν έλαβε υπόψη του τα ειδικότερα στο λόγο αυτό αναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα και την περιεχόμενη σε αυτά δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, περί συμφωνίας των διαδίκων για το ύψος της αμοιβής του και 2) διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Όμως, οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δίχως να ερευνήσει την ουσία της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η κρινόµενη αίτηση ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-6-2014 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 3702/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ