Supreme Court dismisses appeal on labor contract validity and personality rights damages claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two women against a company regarding their employment contracts and personality rights. The appellants argued their contracts were void and sought damages for non-employment, but the court found the contracts valid from the date of duty assumption. Consequently, the court ruled the lower court correctly applied labor and civil code provisions to reject the claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; Article 183 of the Civil Code: The court established that a labor contract's validity from the date of duty assumption precludes claims of invalidity, and the employer is not liable for salary arrears or personality damages during the interim period if the employee accepted the position within the statutory timeframe.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 214 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 214/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Ρ. Σ. του Ι., κατοίκου …….και 2)Π. Δ. του Κ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χατζηγιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "……….. (…….Α.Ε.)", που εδρεύει στην ………και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10.736/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 627/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 24-4-2019 αίτησή τους, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 11ης Φεβρουαρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση λόγω της αποχώρησης από την Υπηρεσία της ορισθείσας εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Κ. Α.. Η υπόθεση εισήχθη για επανασυζήτηση, κατ' άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. με την 173/2022 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα και ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ'αριθμ. 173/20.4.2022 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης από 24 Απριλίου 2019 με αριθμ. καταθ. 1299/164/24.4.2019 αίτησης αναίρεσης, καθόσον, μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 11.2.2020, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω του ιδιαιτέρως αυξημένου φόρτου εργασίας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Κ. Α., ως εκ των καθηκόντων της Ανακρίτριας σε υπόθεση του άρθρου 86 παρ. 4 του Συντάγματος και της αποχώρησής της από την Υπηρεσία στις 30.6.2022.
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016).
Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 936/2018) και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική συζήτηση, δικάζεται αντιμωλία ( ΑΠ 936/2018, πρβλ.
ΑΠ 1024/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 24 Απριλίου 2019 με αριθμ. καταθ. 1299/164/24.4.2019 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (25.10.2022), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτή, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από το από 6.6.2022 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπ'αριθμ. 173/2022 πράξης του Προέδρου του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και της από 1.6.2022 κλήσης της Γραμματέως του ως άνω Τμήματος προς συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της καλουμένης-αναιρεσίβλητης (…….ΑΕ) Βασίλειο Πατσιαντό, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτής για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη, καθότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) του υπ' αριθμ……../….2020 ειδικού πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Δ., ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης διόρισε αυτόν ως πληρεξούσιο και αντίκλητο αυτής προκειμένου να παρασταθεί, με την ως άνω ιδιότητά του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 11.2.2020, κατά την οποία και παρέστη προσηκόντως η αναιρεσίβλητη δια του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της, ή και σε οποιαδήποτε μετ'αναβολή δικάσιμο.
Εφόσον, δε, η επαναλαμβανόμενη, με την ως άνω πράξη, συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, η αναιρεσίβλητη, η οποία παρέστη προσηκόντως στην αρχική συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο στις 11.2.2020 και δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής, δικάζεται αντιμωλία.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειουσών κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 627/8.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 11.10.2017 με αριθμ.
κατάθεσης 112351/4084/2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 10736/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 28.9.2015 με αριθ. κατάθ. 18042/28.9.2015 αγωγής των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.
Με την ως άνω αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι η εναγόμενη, υπό την πρώην επωνυμία της "………." (…….ΑΕ), προκήρυξε τον Ιανουάριο του 2014, τη διεξαγωγή διαγωνισμού για την πλήρωση θέσεων δημοσιογράφων και άλλων ειδικοτήτων, με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, στην …….και…….
Ότι οι ίδιες, συμμετείχαν στον διαγωνισμό και ότι κατόπιν αξιολόγησης όλων των υποψηφίων από τις αρμόδιες επιτροπές της …….ΑΕ, κατετάγησαν στους πίνακες οριστικών αποτελεσμάτων, ως επιτυχούσες η κάθε μία, στην σειρά που αναφέρουν. Ότι η …..ΑΕ ενέκρινε τον πίνακα κατάταξης και αποφάσισε την πρόσληψή τους, μετά δε και το επόμενο στάδιο της έκδοσης της με αριθμό ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΠ.1/488/27545/2014 υπουργικής απόφασης κατανομής των θέσεων του προσωπικού της, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, υπογράφηκαν στις …...2014 οι σχετικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι με το Ν. 4323/2014, τροποποιήθηκε ο Ν. 4173/2013 με τον οποίο είχε συσταθεί η ……ΑΕ και η επωνυμία του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα ορίσθηκε ως "………." (…..ΑΕ). Ότι μετά την κατάρτιση των από …...2014 εγκύρων συμβάσεων εργασίας τους με την εναγόμενη, αυτή παρότι όφειλε να τις καλέσει να αναλάβουν εργασία δεν το έπραξε, ότι κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των προσφερομένων υπηρεσιών τους από τον Ιανουάριο του έτους 2015, ότι έκτοτε οφείλει σ'αυτές αποδοχές υπερημερίας και ότι με την παράνομη, άρνησή της να τις απασχολήσει προσέβαλε την προσωπικότητά τους.
Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησαν μετά από νομότυπο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος τους σε έντοκο αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία τους, και να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα από το συνολικό ποσό των 30.438 ευρώ, που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι και τον Ιούνιο του 2016 (1.691 ευρώ χ 18 μήνες) το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 10.438 ευρώ και επιπρόσθετα το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 19.656 ευρώ, που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι και τον Ιούνιο του 2016 (1.092 ευρώ χ 18 μήνες) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 19.656 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 10.438 ευρώ και σε εκάστη ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την από 28.9.2015 αγωγή των εναγουσών, την οποία απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη και διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της πρωτοβάθμιας απόφασης κατάσταση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ` αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.
Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ` αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης (ΑΠ 854/2020, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 282/2017).
Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 του ΑΚ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 482/2019, ΑΠ 282/2017). Μετά την τελείωση της σύμβασης κατά τ' ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 854/2020, ΑΠ 1163/2019).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. α' του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη, για λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος δικαιούται να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλον χρόνο, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 349 και 350 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σε αυτόν (μισθωτό).
Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη να καταβάλει τον μισθό, υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας αυτού να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχείρησης και εκμετάλλευσής του.
Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανώτερη βία. Ανώτερη βία υπάρχει, όταν η ενέργεια του υπόχρεου εμποδίζεται από τυχηρό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί, με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ενώ "τυχηρό" είναι το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υπόχρεου και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αλλά μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εργοδότη, ώστε να μην επέλθει η αδυναμία παροχής της εργασίας του μισθωτού (ΟλΑΠ 1340/1979, ΑΠ 362/2019, ΑΠ 1587/2009).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 1730/1987 (Α' 145) ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και με την επωνυμία "……" [….ΑΕ], ως δημόσια επιχείρηση, ανήκουσα στον δημόσιο τομέα κατά τον ν. 1256/1982 (Α' 65). Με το άρθρο 1 της υπ'αριθμ. οικ. 02/11.6.2013 απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης ‘……Α.
Ε. (…..ΑΕ)'" (Β' 1414) που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 (Α 314,) όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, κυρωθείσας με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012, καταργήθηκε η ……ΑΕ και οι θυγατρικές της εταιρείες.
Με το άρθρο 1 του ν. 4173/2013 (Α' 169) συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας για την ελληνική δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση, καθώς και για τη διαδικτυακή δραστηριότητά τους, υπό την επωνυμία "…….." (…..ΑΕ), ορίσθηκε δε ότι η …..ΑΕ είναι δημόσια επιχείρηση που ανήκει στον δημόσιο τομέα και εποπτεύεται από το Κράτος.
Στο άρθρο 15 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι η …..ΑΕ προσλαμβάνει προσωπικό με σύμβαση εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου, με σύμβαση έμμισθης εντολής, καθώς και με συμβάσεις έργου, ύστερα από σχετική προκήρυξη [παρ. 1], δύναται δε, κατ' εξαίρεση, να αναθέτει απευθείας, με σύμβαση, την εκτέλεση ορισμένου έργου σε δημοσιογράφο ή σε επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό [παρ. 2].
Ακολούθως, με το άρθρο 1 του ν. 4324/2015 (Α' 44), η συσταθείσα με τον προαναφερθέντα ν. 4173/2013 ….. ΑΕ μετονομάσθηκε σε "…….. (….. ΑΕ)" και με το άρθρο 14 του ως άνω νόμου προστέθηκε στον ν. 4173/2013 άρθρο 16Α, το οποίο στις παρ.1 εδ.α και 4 εδ.α ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "1. Οι κάθε είδους συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου ή έμμισθης εντολής του προσωπικού, το οποίο την 11η Ιουνίου 2013 απασχολείτο στην …..ΑΕ και οι οποίες λύθηκαν, με το άρθρο 3 της 2/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1414), όπως ισχύει, αναβιώνουν από την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και θεωρούνται εφεξής συμβάσεις που έχουν συναφθεί με την εταιρεία του άρθρου 1 του παρόντος νόμου" και "4.
Οι συμβάσεις αορίστου χρόνου που έχουν συναφθεί με τη ….. ΑΕ εργαζομένων που δεν εμπίπτουν στην παράγραφο 1 του παρόντος παραμένουν σε ισχύ". Περαιτέρω, με την παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4038/2012 (Α 14) ορίζεται ότι "Οι πράξεις πρόσληψης, διορισμού, λύσης της σύμβασης εργασίας, καθώς και μεταφοράς σε υπηρεσία του Δημοσίου, του προσωπικού των φορέων των περιπτώσεων στ' έως θ' της παρ.1 του άρθρου 1 του Ν.3812/2009 που εργάζονται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, εφόσον παρέχεται δυνατότητα ανανέωσης, ή επί θητεία, εφόσον παρέχεται δυνατότητα ανανέωσης, δημοσιεύονται εφεξής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" [στους φορείς της παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009, ανήκουν σύμφωνα με την περίπ.
θ' της διάταξης και οι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α 314) και συνεπώς και η εναγόμενη δημόσια επιχείρηση]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1410/2017).
Στη προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Με το άρθρο 1 του Ν. 1730/1987 ιδρύθηκε η ………….ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την μορφή ανώνυμης εταιρείας, η οποία κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου αποτελεί δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στον δημόσιο τομέα (Ν. 1256/1982), όπως ορίζεται και στο άρθ. 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και όπως ο δημόσιος τομέας επανοριοθετήθηκε και με τους Ν. 1914/1990, 1943/1991 και με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009, ελέγχεται δε, και εποπτεύεται από το Κράτος και έχει, σύμφωνα με το άρθ. 2, ως σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, καθώς και την συμβολή της, με τα μέσα αυτά στην ενημέρωση, την μόρφωση και την ψυχαγωγία του ελληνικού λαού.
Ωστόσο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/11-6-2013 ΚΥΑ του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, καταργήθηκε το μέχρι τότε υφιστάμενο νομικό πρόσωπο της ….ΑΕ και λύθηκαν αυτοδικαίως οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού του. Στην συνέχεια, με το άρθρο 1 του Ν. 4173/2013 ιδρύθηκε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "………… ΑΕ".
Και η ………ΑΕ, αποτέλεσε δημόσια επιχείρηση, που ανήκε στον δημόσιο τομέα και εποπτευόταν από το κράτος. Πριν, τη νέα και τελευταία τροποποίηση της ……..ΑΕ, με το άρθρο 1 του Ν. 4324/2015, που ακολούθησε και για την οποία γίνεται λόγος στην συνέχεια, το διοικητικό συμβούλιο της ………ΑΕ, με την από …..2014 απόφασή του, προκήρυξε δύο διαγωνισμούς, χωρίς εξετάσεις, βάσει προκαθορισμένων μοριοδοτούμενων κριτηρίων πρόσληψης, για την πλήρωση στην …….
και την…., με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνολικά ….. θέσεων δημοσιογράφων και ….θέσεων καλλιτεχνικών ειδικοτήτων, δυνάμει των ΣΑΧ …../2014 και ΣΑΧ …../2014 προκηρύξεων. Σύμφωνα με τους όρους των προκηρύξεων αυτών, η πρόσληψη του προσωπικού στις προκηρυχθείσες κατ' αντικείμενο θέσεις, θα γινόταν κατόπιν αξιολόγησης των υποψηφίων από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, με την συνεπικουρία αξιολογητών και εξωτερικών τεχνικών συμβούλων και η αξιολόγηση θα λάμβανε χώρα σε τρία στάδια.
Στο πρώτο στάδιο οι υποψήφιοι θα κατατάσσονταν βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων (πτυχίο, μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ή διδακτορικό, γνώση ξένων γλωσσών, γνώση χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, εμπειρία), στο δεύτερο στάδιο θα γινόταν αξιολόγηση και βαθμολόγηση των προκριθέντων του πρώτου σταδίου υποψηφίων, από δύο αξιολογητές, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εργασιακού βίου του κάθε υποψηφίου και τη σχέση του με το αντικείμενο της ειδικότητας στην οποία έθετε υποψηφιότητα, βάσει των στοιχείων που εμπεριέχονταν στο αναλυτικό βιογραφικό του υποψηφίου, με συνεκτίμηση της επιστημονικής συγκρότησης και κατάρτισης και στο τρίτο και τελευταίο στάδιο προβλεπόταν συνέντευξη από την Επιτροπή Αξιολόγησης των προκριθέντων υποψηφίων του δευτέρου σταδίου.
Σε επόμενο στάδιο, για κάθε διαγωνισμό θα συντασσόταν ο τελικός πίνακας κατάταξης των υποψηφίων με βάση το άθροισμα των μορίων, που ο καθένας από αυτούς είχε συγκεντρώσει κατά τα τρία ως άνω στάδια, από τον οποίο (πίνακα), το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης θα αποφάσιζε την πρόσληψη υποψηφίων, ισάριθμων, προς τις προκηρυχθείσες θέσεις.
Οι ενάγουσες υπέβαλαν αιτήσεις και συμμετείχαν σύμφωνα με τους όρους που έθεσε η εναγόμενη, στους ως άνω διαγωνισμούς. Η πρώτη ενάγουσα, Ρ. Σ. (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) συμμετείχε νόμιμα στον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από την εναγόμενη δυνάμει της ΣΑΧ …./2014 προκήρυξης για την κάλυψη μίας εκ των επτά θέσεων δημοσιογράφων με αντικείμενο τη "Σύνταξη - Παραγωγή Ειδήσεων - Εκπομπών" και έδρα τη……., ενώ η δεύτερη ενάγουσα, Π.
Δ. (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), στον έτερο διαγωνισμό (ΣΑΧ …./2014), για την κάλυψη μίας εκ των προκηρυχθεισών τριών θέσεων της ειδικότητας Διευθυντή Παραγωγής Τηλεόρασης, στη……. Ο αριθμός των προς πλήρωση θέσεων προσδιορίστηκε στις προκηρύξεις, χωριστά για κάθε αντικείμενο ή ειδικότητα και τόπο αντίστοιχα.
Μετά την περάτωση της προπεριγραφόμενης διαδικασίας αξιολόγησης των υποψηφίων σε κάθε διαγωνισμό, η πρώτη ενάγουσα, δημοσιογράφος, έχοντας συγκεντρώσει συνολικά …….μόρια, κατατάχθηκε στη δεύτερη θέση στον τελικό πίνακα κατάταξης, που καταρτίστηκε για το αντικείμενο "Σύνταξη - Παραγωγή Ειδήσεων - Εκπομπών (…….)" και η δεύτερη ενάγουσα κατατάχθηκε στην τρίτη, κατά σειρά θέση, στον αντίστοιχο τελικό πίνακα για το αντικείμενο "ΠΕ - ΤΕ - ΔΕ Διευθυντών Παραγωγής Τηλεόρασης (……..)", με σύνολο μορίων……..
Κατόπιν, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης με την από …..2014 απόφασή του, η οποία περιλαμβάνεται στο με αριθμό….πρακτικό συνεδρίασής του, της ……2014, ενέκρινε τους τελικούς πίνακες κατάταξης για τα ως άνω αναφερόμενα αντικείμενα και αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την πρόσληψη, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, των επτά πρώτων κατά σειρά υπεροχής υποψηφίων του πίνακα για το αντικείμενο "Σύνταξη - Παραγωγή Ειδήσεων - Εκπομπών (……)", στους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβανόταν η ενάγουσα Ρ.
Σ. και των τριών πρώτων κατά σειρά υπεροχής υποψηφίων του πίνακα για το αντικείμενο "ΠΕ - ΤΕ - ΔΕ Διευθυντών Παραγωγής Τηλεόρασης (…….)", στους οποίους περιλαμβανόταν η ενάγουσα Π. Δ., υπό τον όρο έκδοσης απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για την κατανομή των θέσεων του προσωπικού που επρόκειτο να προσληφθεί.
Στις 19-11-2014 εκδόθηκε η με αριθμό ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΠ.1/488/27545/19-11-2014 υπουργική απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την ……2014, η οποία περιλάμβανε την κατανομή των θέσεων του προσωπικού που επρόκειτο να προσληφθεί, όχι όμως και τους επιτυχόντες, δεδομένου ότι για την πρόσληψή τους και την ανάληψη υπηρεσίας, από το νόμο προβλέπονται επόμενα διαδικαστικά στάδια, όπως περιγράφονται στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Στην συνέχεια, την ……2014, η ……ΑΕ (Δ/νση Ανθρώπινου Δυναμικού) κάλεσε εγγράφως τις επιτυχούσες ενάγουσες να προσέλθουν στα γραφεία που διατηρεί, στην……., την….., ή την …..2014, προκειμένου, εφόσον συναινούν, να υπογράψουν την σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με την έγγραφη αυτή πρόσκλησή της, επεσήμανε στις ενάγουσες ότι: "Μετά την υπογραφή της σύμβασης εργασίας, θα ακολουθήσουν οι λοιπές προβλεπόμενες διαδικασίες για την πρόσληψή σας και την ανάληψη υπηρεσίας, στην ……ΑΕ, η οποία δεν πραγματοποιείται με την υπογραφή της σύμβασης εργασίας, αλλά σε επόμενο χρόνο.
Συνεπώς, δεν υποχρεούστε να παραιτηθείτε στην παρούσα φάση από την πιθανή υφιστάμενη εργασίας σας". Οι ενάγουσες με την σειρά τους, συναίνεσαν να υπογράψουν την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και για τον λόγο αυτό, στις …….2014, αφού προηγουμένως υπέβαλαν και τα απαιτούμενα από την εναγομένη, δικαιολογητικά, υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων, οι σχετικές ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Στις συμβάσεις αυτές, όπου περιγράφονται τα καθήκοντα, δικαιώματα-υποχρεώσεις και συνθήκες εργασίας των εναγουσών, στην παράγραφο 19, ορίζεται ότι: Η παρούσα σύμβαση είναι αορίστου χρόνου και η ισχύς της αρχίζει από την δημοσίευση πράξης πρόσληψης του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και την ανάληψη υπηρεσίας στον εργοδότη.
Ο εργοδότης θα καλέσει τον εργαζόμενο να αναλάβει υπηρεσία εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού ΦΕΚ". Όμως, εννέα ημέρες μετά, και συγκεκριμένα την ……..2014, κατόπιν δημοσίευσης του π.δ/τος 173/2014, (ΦΕΚ 277/Α/31 -12-2014), προκηρύχθηκαν βουλευτικές εκλογές και η Βουλή διαλύθηκε. Έτσι, με βάση τη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 2190/1994, από την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών έως και την ορκωμοσία της Κυβέρνησης που προέκυψε κατά το άρθρο 37 Σ, διεκόπη κάθε διαδικασία σχετική με την έκδοση πράξεων που αφορούν διορισμό, πρόσληψη ή οποιαδήποτε μεταβολή αναφερόμενη στην υπηρεσιακή κατάσταση κάθε κατηγορίας προσωπικού των υπηρεσιών και νομικών προσώπων του άρθρου 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, στα οποία περιλαμβάνονταν και η …….ΑΕ, ως νομικό πρόσωπο που ανήκε στον δημόσιο τομέα.
Τελικά, η Κυβέρνηση που αναδείχθηκε από τις εκλογές της 25-1-2014, (εννοεί 2015) ορκίστηκε την 27-1-2015 και στην συνέχεια, η νέα Βουλή, ψήφισε το Ν. 4324/2015, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 29-4-2015, δυνάμει του οποίου, η …….ΑΕ μετονομάστηκε σε ……ΑΕ, η οποία αποτελεί την εναγομένη πλέον ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), με το άρθρο 14 αναβίωσαν, πλην εξαιρέσεων, που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, όλες οι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίες με την κατάργηση της ……ΑΕ, είχαν λυθεί και με το άρθρο 16 Α παρ. 2, διατηρήθηκαν σε ισχύ οι συμβάσεις αορίστου χρόνου που είχαν συναφθεί με την …..ΑΕ.
Ωστόσο, οι ένδικες δύο συμβάσεις εργασίας, που υπογράφηκαν την ……2014, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν είχαν ολοκληρωθεί, δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε δεν ακολουθήθηκαν οι λοιπές προβλεπόμενες διαδικασίες για την πρόσληψή των εναγουσών και την ανάληψη υπηρεσίας, δηλαδή, δεν ακολούθησε η έκδοση απόφασης του Δ.Σ.
της ……ΑΕ και στην συνέχεια η δημοσίευσή της στην ΕτΚ, από την επομένη της ορκωμοσίας της Κυβέρνησης (27-1-2015), έως και την δημοσίευση του ως άνω νόμου ( 29-4-2015), όπως άλλωστε, κατά τα προαναφερόμενα, ορίζονταν και στις σχετικές συμβάσεις εργασίας, ότι, δηλαδή, η ισχύς τους αρχίζει από την δημοσίευση πράξης πρόσληψης του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Έτσι, στην συνέχεια, την …..2016 εκδόθηκε η υπ' αρ. …..βεβαίωση της γενικής Δ/νσης διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης για την κάλυψη δαπάνης πρόσληψης της πρώτης ενάγουσας και μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών πρόσληψης, που υπέβαλε η πρώτη ενάγουσα, εγγράφηκε στο μητρώο ανθρωπίνου δυναμικού και εκδόθηκε η υπ' αρ…….. /…..-2016 βεβαίωση της εναγομένης.
Για την ίδια πρώτη ενάγουσα, στην συνέχεια ελήφθη η από …..2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της…… ΑΕ, η οποία περιλαμβάνεται στο υπ' αρ. 1170 πρακτικό συνεδρίασής της. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για την δεύτερη ενάγουσα. Συγκεκριμένα, εκδόθηκε στις …..2016 η υπ' αρ. …..βεβαίωση της γενικής Διεύθυνσης διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης, αναφορικά με την κάλυψη της δαπάνης πρόσληψής της, η οποία επίσης, μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών, που υπέβαλε η δεύτερη ενάγουσα στην εναγομένη, για την πρόσληψή της, εγγράφηκε την …..2016 στο μητρώο ανθρωπίνου δυναμικού του Ελληνικού Δημοσίου.
Τέλος, την …..2016, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, (τεύχος Γ, φύλλο 588), η ως άνω απόφαση πράξη πρόσληψης του Δ.Σ. της εναγομένης και για τις δύο ενάγουσες, με την επισήμανση ότι η σύμβασή τους αρχίζει από την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων τους, η οποία τελικά έλαβε χώρα, την …..2016 για τη δεύτερη εναγομένη, και την ……2016 για την πρώτη εναγομένη, σύμφωνα με τις αντίστοιχες δύο πράξεις ανάληψης υπηρεσίας, που συντάχθηκαν από την εναγομένη και φέρουν τις υπογραφές των εναγουσών και του Διευθυντή ανθρωπίνου δυναμικού της …..ΑΕ.
Σύμφωνα λοιπόν με όλα όσα αποδείχθηκαν, τον μήνα Ιανουάριο του 2015, δηλαδή δέκα ημέρες μετά την υπογραφή των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ των εναγουσών και της ……ΑΕ, η τελευταία, όχι μόνο δεν ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγουσών, αλλά όφειλε και να μην προχωρήσει στα επόμενα στάδια, που κατά νόμο προβλέπονταν, για την πρόσληψή τους και την ανάληψη υπηρεσίας τους, λόγω προεκλογικής περιόδου.
Στην συνέχεια, ακολούθησαν όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά, βουλευτικές εκλογές και πάλι, τον μήνα Σεπτέμβριο του 2015, και μόνο από τον μήνα Μάρτιο του 2016 συνεχίστηκε, έως και την ολοκλήρωσή της, από την εναγομένη …..ΑΕ, η διαδικασία για την νομότυπη πρόσληψη και ανάληψη υπηρεσίας των εναγουσών. Μόνη όμως, η καθυστέρηση της εναγομένης να προχωρήσει στα επόμενα, κατά νόμο προβλεπόμενα στάδια για ανάληψη εργασίας, εκ μέρους των εναγουσών, δεν την καθιστά υπερήμερη εργοδότη και μάλιστα υπόχρεη να καταβάλει μισθούς υπερημερίας στις ενάγουσες για όσο χρόνο μεσολάβησε από την υπογραφή των ατομικών συμβάσεων εργασίας έως την δημοσίευση στο ΦΕΚ της απόφασης του Δ.Σ.
της, για την πρόσληψή τους. Τούτο διότι, στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτυχία των εναγουσών στον διαγωνισμό της ……ΑΕ και την υπογραφή των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους και μόνο, δεν συνάγεται ότι πληρώθηκε η αίρεση επιτυχίας στον διαγωνισμό, με αποτέλεσμα να επέλθει και η τελείωση της σύμβασης, η οποία έκτοτε, δηλαδή από την υπογραφή της, που έλαβε χώρα την …….2014, δέσμευε αμφότερα τα μέρη, δεδομένου ότι, δεν συνέτρεξαν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις (βλ.
σχ. ο.π., ΑΠ 1124/1993), οι οποίες μάλιστα ρητά είχαν γνωστοποιηθεί στις ενάγουσες, με την ίδια την σύμβαση, που υπέγραψαν αλλά και με χωριστές επιστολές της …….ΑΕ, σύμφωνα με τις οποίες, έλαβαν γνώση ότι, η πρόσληψή τους δεν πραγματοποιείται με την υπογραφή της σύμβασης και για τον λόγο αυτό δεν ήταν υποχρεωμένες να παραιτηθούν από πιθανή υφιστάμενη άλλη εργασία τους.
Επιπλέον, για να θεωρηθεί ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη εργοδότης, έπρεπε η αδυναμία της να δεχτεί τις υπηρεσίες των εναγουσών, να οφείλεται σε περιστατικά ακόμη και τυχαία, τα οποία ωστόσο, έπρεπε να σχετίζονται με την σφαίρα των συνθηκών, που μπορούσε να ελέγχει, ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της.
Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη δεν κατέστη, κατά το επίδικο διάστημα, που οι ενάγουσες αξιώνουν μισθούς υπερημερίας, ούτε εργοδότης τους, διότι δεν συνέτρεξαν οι λοιπές, κατά νόμο προϋποθέσεις για την πλήρωση της αίρεσης, κατά τα προαναφερόμενα. Ούτε βέβαια μπορεί να θεωρηθεί ότι η εναγομένη αντίθετα στην καλή πίστη, εμπόδισε την πλήρωση της αίρεσης βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, δεδομένου ότι η ίδια, ουδόλως είχε τον έλεγχο των κινδύνων, της πορείας και λειτουργίας της, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη, ότι αυτή καθεαυτή η ύπαρξή της και λειτουργία της, εξαρτάται πλήρως από την βούληση της εκάστοτε κυβέρνησης.
Ενισχυτικό άλλωστε του γεγονότος ότι η εναγομένη ουδόλως ελέγχει τους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της, είναι, ότι την ……2013, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/11-6-2013 ΚΥΑ του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, καταργήθηκε αιφνιδίως, μετά από πέντε δεκαετίες λειτουργίας και έπαυσε η ισχύς όλων των υφισταμένων συμβάσεων εργασίας.
Επομένως, μέχρι την, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νόμιμες διαδικασίες, πρόσληψη των εναγουσών, η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση αποδοχής των υπηρεσιών τους, μη αποδεχόμενη δε αυτές, δεν κατέστη υπερήμερη εργοδότης και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας, όπως οι ενάγουσες αβάσιμα ζητούν με την ένδικη αγωγή τους.
Επιπλέον, η καθυστέρηση στην πρόσληψη των εναγουσών, παρά την επιτυχία τους στον σχετικό διαγωνισμό και την υπογραφή των συμβάσεων εργασίας, οφείλεται σε ακολουθία γεγονότων για τα οποία δεν έχει ευθύνη η εναγομένη, δηλαδή σε εύλογη αιτία, συνεπεία της οποίας δικαιολογείται η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της διαδικασίας πρόσληψής τους και στην υποχρέωσή της να τηρήσει το νομοθετικό καθεστώς, που διέπει τις προσλήψεις και τους διορισμούς του προσωπικού, που απασχολείται στον δημόσιο τομέα, και στους περιορισμούς, που καθιερώθηκαν με τις ανωτέρω διατάξεις και οπωσδήποτε δεσμεύουν και την ίδια, η οποία και υποχρεούται να συμμορφωθεί με τις επιταγές του νόμου, καθώς σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή τις προσλάβει χωρίς την τήρηση προηγουμένως, της διαγραφομένης διαδικασίας, θα έχει παραβεί το νόμο.
Μάλιστα, ενόψει των ανωτέρω, η μη απασχόλησή τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, μέχρι και την οριστική πρόσληψή τους, αλλά και η καθυστέρηση της πρόσληψης των εναγουσών, δε συνιστά ούτε αδικοπραξία, ή παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς τους, ώστε να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, στο σύνολό της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κατά τα προαναφερθέντα, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Γι' αυτό, πρέπει κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και ειδικότερα κατά ουσιαστική παραδοχή των λόγων αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση.
Ακολούθως, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικαστεί η κρινόμενη αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες α) με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αα) με το πρώτο σκέλος και το δεύτερο σκέλος αυτού, της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349-351 και 361 του ΑΚ και ββ) με το τρίτο σκέλος αυτού (υπό στοιχείο γ.3) της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57 παρ.1, 59 και 914 του ΑΚ, και β) με τον δεύτερο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 656 του ΑΚ.
Ειδικότερα με τους ως άνω λόγους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι με το να κρίνει ότι η εναγόμενη δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι ως εκ τούτου δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας, με την αιτιολογία ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας τους που υπογράφηκαν στις …..2014 δεν είχαν ολοκληρωθεί, δεδομένου ότι δεν ακολουθήθηκαν οι λοιπές προβλεπόμενες διαδικασίες για την πρόσληψή τους και ότι από την επιτυχία αυτών στο διαγωνισμό και την υπογραφή των ατομικών συμβάσεων εργασίας δεν πληρώθηκε η αίρεση επιτυχίας στο διαγωνισμό, καθότι δεν συνέτρεχαν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις για την πλήρωση της αίρεσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Και τούτο διότι, με το υπ'αριθμ. …../23-10-2014 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης εγκρίθηκε ο τελικός πίνακας κατάταξης των διαγωνισμών και αποφασίσθηκε η πρόσληψή τους υπό το μοναδικό όρο της έκδοσης απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για την κατανομή των θέσεων του προσωπικού, μετά την πλήρωση του οποίου καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας τους στις ……2014, οι, δε, νομοθετικές προβλέψεις των νόμων 3812/2009, 4038/2012 και 3943/2011 δεν δύναται να αποτελέσουν αίρεση ως προς την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας τους, καθότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν εξάρτησαν τα έννομα αποτελέσματα της σύμβασης εργασίας τους από αυτές, ούτε αυτές προβλέφθηκαν στις επίδικες προκηρύξεις και ότι η μοναδική αίρεση που τελούσε η σύμβαση εργασίας τους ήταν η επιτυχία τους στο διαγωνισμό, σύμφωνα με τους όρους διενέργειάς του (πρώτο σκέλος πρώτου αναιρετικού λόγου), β) ότι η εναγόμενη με τη μη αποδοχή της εργασίας τους το επίδικο χρονικό διάστημα και μετά την υπογραφή των από …..2014 συμβάσεων εργασίας τους, κατέστη υπερήμερη και οφείλει αποδοχές υπερημερίας (δεύτερο σκέλος πρώτου αναιρετικού λόγου) και γ) ότι η παράνομη και αντίθετη προς την καλή πίστη άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί την εργασία τους το επίδικο χρονικό διάστημα προσέβαλε καταφανώς την προσωπικότητά τους (τρίτο σκέλος πρώτου αναιρετικού λόγου).
Τέλος, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπερημερίας της εναγομένης με τη μη αποδοχή των υπηρεσιών τους το επίδικο χρονικό διάστημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το (απορριφθέν) αγωγικό αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας και που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 656 του ΑΚ (δεύτερος αναιρετικός λόγος).
Αμφότεροι οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να κρίνει α) ότι το διοικητικό συμβούλιο της …..ΑΕ, με την από 14.1.2014 απόφασή του, προκήρυξε δύο διαγωνισμούς, για την πλήρωση στην …..και την……., με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνολικά ….
θέσεων δημοσιογράφων και …. θέσεων καλλιτεχνικών ειδικοτήτων, β) ότι η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, δημοσιογράφος, κατατάχθηκε στη δεύτερη θέση στον τελικό πίνακα κατάταξης, που καταρτίστηκε για το αντικείμενο "Σύνταξη - Παραγωγή Ειδήσεων - Εκπομπών (……)" και η δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα κατατάχθηκε στην τρίτη, κατά σειρά θέση, στον αντίστοιχο τελικό πίνακα για το αντικείμενο "ΠΕ - ΤΕ - ΔΕ Διευθυντών Παραγωγής Τηλεόρασης (……)", γ) ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης με την από…….2014 απόφασή του ενέκρινε τους τελικούς πίνακες κατάταξης και αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την πρόσληψη, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των επιτυχόντων στους ως άνω διαγωνισμούς εναγουσών, υπό τον όρο έκδοσης απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για την κατανομή των θέσεων του προσωπικού, που επρόκειτο να προσληφθεί, δ) ότι στις 19.11.2014 εκδόθηκε η με αριθμό ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΠ.1/488/27545/19.11.2014 υπουργική απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 3.12.2014, η οποία περιλάμβανε την κατανομή των θέσεων του προσωπικού που επρόκειτο να προσληφθεί, ε) ότι στις…….2014, η εναγόμενη με έγγραφη πρόσκληση κάλεσε τις ενάγουσες να προσέλθουν στα γραφεία της προκειμένου, εφόσον συναινούν, να υπογράψουν την σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, επισημαίνοντας στις ενάγουσες ότι "μετά την υπογραφή της σύμβασης εργασίας, θα ακολουθήσουν οι λοιπές προβλεπόμενες διαδικασίες για την πρόσληψή σας και την ανάληψη υπηρεσίας, στην …….ΑΕ, η οποία δεν πραγματοποιείται με την υπογραφή της σύμβασης εργασίας, αλλά σε επόμενο χρόνο.
Συνεπώς, δεν υποχρεούστε να παραιτηθείτε στην παρούσα φάση από την πιθανή υφιστάμενη εργασίας σας", στ) ότι στις…….2014, υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων, οι σχετικές ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες περιγράφονται τα καθήκοντα, δικαιώματα-υποχρεώσεις και συνθήκες εργασίας των εναγουσών, και στην παράγραφο 19 των οποίων ορίζεται ότι "η παρούσα σύμβαση είναι αορίστου χρόνου και η ισχύς της αρχίζει από την δημοσίευση πράξης πρόσληψης του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και την ανάληψη υπηρεσίας στον εργοδότη.
Ο εργοδότης θα καλέσει τον εργαζόμενο να αναλάβει υπηρεσία εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού ΦΕΚ", ζ) ότι την 31.12.2014, κατόπιν δημοσίευσης του π.δ/τος 173/2014, (ΦΕΚ 277/Α/31-12-2014), προκηρύχθηκαν βουλευτικές εκλογές και η Βουλή διαλύθηκε και ότι, με βάση τη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 2190/1994, από την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών έως και την ορκωμοσία της Κυβέρνησης στις 27.1.2015 διακόπηκε κάθε διαδικασία σχετική με την έκδοση πράξεων που αφορούν διορισμό, πρόσληψη κλπ κάθε κατηγορίας προσωπικού των υπηρεσιών και νομικών προσώπων του άρθρου 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, στα οποία περιλαμβάνονταν και η …..ΑΕ, η) ότι με το Ν. 4324/2015, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 29.4.2015, η ……..ΑΕ μετονομάστηκε σε …….ΑΕ (ήδη αναιρεσίβλητη), ότι με το άρθρο 14 αυτού αναβίωσαν, όλες οι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίες με την κατάργηση της …….ΑΕ, είχαν λυθεί και με το άρθρο 16 Α παρ. 2, διατηρήθηκαν σε ισχύ οι συμβάσεις αορίστου χρόνου που είχαν συναφθεί με την …….ΑΕ, θ) ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας των εναγουσών, που υπογράφηκαν την …….2014, δεν είχαν ολοκληρωθεί, διότι δεν ακολούθησε η έκδοση απόφασης του Δ.Σ.
της ……ΑΕ και στην συνέχεια η δημοσίευσή της στην ΕτΚ, όπως άλλωστε ορίζονταν και στις σχετικές συμβάσεις εργασίας τους, ι) ότι οι ενάγουσες γράφηκαν στο μητρώο ανθρώπινου δυναμικού στις …..2016, ότι ακολούθως ελήφθη η από …..2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ……ΑΕ για την πρόσληψή των εναγουσών, που δημοσιεύθηκε την……2016 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και ότι η πρώτη ενάγουσα ανέλαβε καθήκοντα την ……2016 και η δεύτερη ενάγουσα στις …….2016, ια) ότι το μήνα Ιανουάριο του 2015 η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, όχι μόνο δεν ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγουσών, αλλά όφειλε και να μην προχωρήσει στα επόμενα στάδια, που κατά νόμο προβλέπονταν, για την πρόσληψή τους και την ανάληψη υπηρεσίας τους, λόγω προεκλογικής περιόδου, ότι στη συνέχεια, ακολούθησαν όλα τα προαναφερθέντα στις ως άνω παραδοχές περιστατικά, μεταξύ των οποίων και βουλευτικές εκλογές το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2015 και μόνο από τον μήνα Μάρτιο του 2016 συνεχίστηκε, η διαδικασία για την νομότυπη πρόσληψη και ανάληψη υπηρεσίας των εναγουσών, ότι μόνη η καθυστέρηση της εναγομένης να προχωρήσει στα επόμενα, κατά νόμο προβλεπόμενα, στάδια για ανάληψη εργασίας, εκ μέρους των εναγουσών, δεν την καθιστά υπερήμερη εργοδότη και μάλιστα υπόχρεη να καταβάλει μισθούς υπερημερίας στις ενάγουσες για όσο χρόνο μεσολάβησε από την υπογραφή των ατομικών συμβάσεων εργασίας έως την δημοσίευση στο ΦΕΚ της απόφασης του Δ.Σ.
της, για την πρόσληψή τους, και ιβ) η μη απασχόλησή τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, μέχρι και την οριστική πρόσληψή τους, αλλά και η καθυστέρηση της πρόσληψης των εναγουσών, δε συνιστά ούτε αδικοπραξία, ή παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς τους, ώστε να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 349-351 και 361, 57 παρ.1, 59 και 914 του ΑΚ.
Και τούτο διότι, με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις από …….2014 συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που υπέγραψαν οι ενάγουσες με την εναγόμενη συμφωνήθηκε ότι η ισχύς της σύμβασης εργασίας εκάστης ενάγουσας θα αρχίζει από την δημοσίευση της πράξης πρόσληψης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και από την ανάληψη υπηρεσίας από τις ενάγουσες που θα προσκαλούνταν προς τούτο εντός 20 ημερών από την ως άνω δημοσίευση, και ότι και στη σχετική από ……2014 έγγραφη πρόσκληση της εναγομένης προς τις ενάγουσες, για την υπογραφή των συμβάσεων εργασίας τους, η εναγόμενη είχε γνωστοποιήσει σ'αυτές ότι δεν θα πραγματοποιείτο η πρόσληψή τους και η ανάληψη των καθηκόντων τους με την υπογραφή της σύμβασης, αλλά σε επόμενο χρόνο, καθότι θα ακολουθούσαν οι λοιπές προβλεπόμενες διαδικασίες, ότι τελικά στις ……2016 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης η από …..2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης περί πρόσληψης των εναγουσών που έλαβε χώρα ως προς την πρώτη ενάγουσα στις ……2016 και ως προς τη δεύτερη ενάγουσα στις ……2016 και συνακολούθα το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των εναγουσών (…….2014) έως και την ημερομηνία ανάληψης καθηκόντων από κάθε ενάγουσα, η εναγόμενη δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας των εναγουσών, εφόσον μεταξύ των διαδίκων μερών είχε συμφωνηθεί ότι η ισχύς της από ……2014 σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκάστης ενάγουσας θα άρχιζε από την δημοσίευση της πράξης πρόσληψης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και από την ανάληψη της υπηρεσίας από τις ενάγουσες, με μόνη τεθείσα προθεσμία αυτή των είκοσι (20) ημερών από την ως άνω δημοσίευση.
Συνεπώς, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η εναγόμενη δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας των εναγουσών το επίδικο χρονικό διάστημα και απέρριψε το αγωγικό αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας, καθότι η βάση της αγωγής των εναγουσών για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας του επιδίκου χρονικού διαστήματος, στηρίζεται αποκλειστικά στην υπερημερία της εναγομένης ως προς την αποδοχή της εργασίας τους.
Οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι από την υπογραφή των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγουσών και μόνο, δεν συνάγεται ότι πληρώθηκε η αίρεση επιτυχίας τους στον διαγωνισμό και ότι η εναγομένη δεν κατέστη, κατά το επίδικο διάστημα, που οι ενάγουσες αξιώνουν μισθούς υπερημερίας, εργοδότης τους, διότι δεν συνέτρεξαν οι λοιπές, κατά νόμο, προϋποθέσεις για την πλήρωση της αίρεσης, ούτε βέβαια μπορεί να θεωρηθεί ότι η εναγομένη αντίθετα στην καλή πίστη, εμπόδισε την πλήρωση της αίρεσης, βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, δεδομένου ότι η ίδια, ουδόλως είχε τον έλεγχο των κινδύνων, της πορείας και λειτουργίας της (παραδοχές για τις οποίες οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προεκτεθείσες πλημμέλειες), είναι πλεοναστικές και δεν στηρίζουν το απορριπτικό διατακτικό αυτής, εφόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής των εναγουσών, κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ενάγουσες δεν είχαν προβάλλει με το δικόγραφο της αγωγής τους, ως βάση αυτής, τον ισχυρισμό ότι καταρτίσθηκαν οι συμβάσεις εργασίας τους με την εναγόμενη, λόγω πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε αυτή (σύμβαση πρόσληψης) από τη συμμετοχή τους στο προεκτεθέντα διαγωνισμό, που είχε προκηρύξει η εναγόμενη και στον οποίο κατετάγησαν ως επιτυχούσες, ούτε ως βάση αυτής (αγωγής) ότι η εναγομένη εμπόδισε, αντίθετα με την καλή πίστη, την πλήρωση της αίρεσης, βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, από την οποία τελούσε η έναρξη της ισχύος των συμβάσεων εργασίας τους μετά την υπογραφή τους στις ……2014, δηλαδή της δημοσίευσης της πράξης πρόσληψης του Δ/Σ της εναγομένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της ανάληψης των καθηκόντων τους, μετά από σχετική προς τούτο πρόσκληση της εναγομένης εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την ως άνω δημοσίευση στο ΦΕΚ.
Ακόμη ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών, στον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι σε απάντηση του προβληθέντος με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμού της, περί ακυρότητας της από …..2014 σύμβασης εργασίας εκάστης των εναγουσών, επικαλέσθηκαν την επικύρωσή της από την αντίδικο και ότι στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 183 του ΑΚ, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που όφειλαν, ως εάν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, αυτός (ισχυρισμός) προβάλλεται αλυσιτελώς, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχθηκε ακυρότητα της από …….2014 σύμβασης εργασίας εκάστης ενάγουσας αλλά, αντίθετα, δέχθηκε, όπως προεκτέθηκε, ότι συμφωνήθηκε ότι η ισχύς αυτής θα άρχιζε από την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων των εναγουσών, μετά από πρόσκλησή τους από την εναγόμενη εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της πράξης πρόσληψης του Δ/Σ στο ΦΕΚ.
Επιπρόσθετα η προσβαλλομένη απόφαση με το να κρίνει ότι δεν συνιστά αδικοπραξία της εναγομένης α) η μη απασχόληση των εναγουσών το επίδικο χρονικό διάστημα και μέχρι την οριστική πρόσληψή τους και β) η καθυστέρηση της πρόσληψής τους και ότι, ως εκ τούτων, δεν δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητας τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ και ορθά δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ως άνω διατάξεις και τα οποία δικαιολογούν το ως άνω απορριπτικό διατακτικό αυτής.
Εξάλλου το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η εναγόμενη το επίδικο χρονικό διάστημα δεν ήταν υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγουσών και ότι εκ τούτου δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Επομένως οι ως άνω εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που έχει καταθέσει προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Απριλίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 1299/164/24.4.2019 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 627/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ