Legislator Case Law & Legislation
2135/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court failed to comply with prior annulment decision regarding public land ownership.

Case Number 2135/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the annulment requests filed by the State and the Ecclesiastical Fund against the First Instance Court of Piraeus. The appellant argued the lower court erred by failing to comply with a previous annulment decision (No. 585/2021) which found the disputed property was not public land. The court ruled that the lower court correctly decided the merits of the case on the substance, which is not reviewable on appeal, and thus the claim of non-compliance with the prior annulment was unfounded. Consequently, the appeals were rejected and costs were assigned to the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 18 of the Code of Civil Procedure; The lower court's decision on the merits of the dispute is not reviewable on appeal, and failure to comply with a prior annulment decision does not constitute a ground for annulment if the new decision resolves the substantive issue.

Keywords

AI generated
annulment appeal lower court compliance merits reviewability public land ownership substantive decision

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 18 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2135 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2135/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, οδός ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγούλα Λαγκαδίτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στο Κερατσίνι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κάππο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη στο: Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στο Κερατσίνι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κάππο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη στο: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, οδός ..., το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 18-2-2014 κύρια παρέμβαση του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3178/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 609/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Κατά της με αριθ. 609/2018 οριστικής και τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιά, τόσο το Ελληνικό Δημόσιο όσο και το Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο άσκησαν τις απευθυνόμενες ενώπιον του Αρείου Πάγου από 9-11-2018, 13-11-2018 και με αριθμ. κατάθεσης 1297/140/2018 και 1298/141/2018 αιτήσεις αναίρεσης αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 585/2021 (όπως αυτή διορθώθηκε ως προς το προεισαγωγικό μέρος της με την 1416/2021 απόφαση) και 772/2021 (όπως αυτή διορθώθηκε ως προς το προεισαγωγικό μέρος της με την 1417/2021 απόφαση) του Αρείου Πάγου, οι οποίες αναίρεσαν την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψαν την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Εκδόθηκε η 649/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με τις από 24-1-2023 (ΓΑΚ: 1181/2023) και 24-1-2023 (ΓΑΚ: 1182/2023) αιτήσεις τους, αντίστοιχα.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του, μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 954/2024, ΑΠ 907/2023, ΑΠ 205/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 24.1.2023 αίτηση αναίρεσης του κυρίως παρεμβαίνοντος - εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.) κατά της ενάγουσας - καθ' ης η κύρια παρέμβαση - εφεσίβλητης Μ. Κ. του Γ. και β) η από 24.1.2023 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της άνω ενάγουσας - εφεσίβλητης Μ.

Κ. Οι ως άνω αιτήσεις, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ` αριθ. 649/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 303/2021, ΑΠ 600/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση των άνω υποθέσεων από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτηση αυτών, το Ελληνικό Δημόσιο και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.), προς τα οποία έπρεπε να γίνει η κοινοποίηση των αιτήσεων αναίρεσης αντίστοιχα, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τις υπ' αριθ. ....2023 και ....2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια της οποίας επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο των αιτήσεων αναίρεσης καθώς και της στη συνέχεια αυτών από 10.7.2023 πράξης της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο Ελληνικό Δημόσιο και το Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον". Επομένως, εφόσον τα τελευταία δεν εμφανίστηκαν κατά τη σημερινή συνεδρίαση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Με τις κρινόμενες από 24.1.2023 αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 649/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 585/2021 και 772/2021 αποφάσεων του Αρείου Πάγου (όπως διορθώθηκαν με τις υπ' αριθ. 1416/2021 και 1417/2021 αποφάσεις αντίστοιχα), που είχαν αναιρέσει την υπ' αριθ. 609/2018 απόφαση του ιδίου Εφετείου.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, συνεκδικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων α) την από 14.10.2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και β) την από 14.10.2015 έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.), δέχθηκε την πρώτη έφεση και απέρριψε τη δεύτερη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος που αφορά το κεφάλαιο της διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής και εγγραφής της ενάγουσας ως κυρίας του επιδίκου με τίτλο κτήσης την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη, αναγνώρισε την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επιδίκου, δυνάμει παραγώγου τρόπου κτήσης κυριότητας και έκτακτης χρησικτησίας και διέταξε την αντίστοιχη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής.

Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Α) Επί της από 24.1.2023 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.) :

Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη. Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 68 ΚΠολΔ), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Το έννομο δε συμφέρον του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει για κάθε έναν των λόγων αναίρεσης. (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 1415/2019, ΑΠ 578/2019, ΑΠ 447/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.), με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, έλαβε υπ' όψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ως προς το μη προσβαλλόμενο με λόγο έφεσης κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο, αφενός μεν είχε απορριφθεί η βάση της αγωγής για την κτήση κυριότητας της ενάγουσας με παράγωγο τρόπο, αφετέρου δε είχε κριθεί ότι το επίδικο εμπίπτει εντός του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 1741 και αφού εξέτασε εκ νέου την ιστορική βάση της αγωγής, καίτοι με τις εφέσεις που άσκησαν το Π.Ε.Τ και το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβαλαν σφάλματα όσον αφορά στις συγκεκριμένες κρίσεις του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ούτε και η αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει δική της έφεση ή αντέφεση, κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου και δια παραγώγου τρόπου και ότι το επίδικο δεν εμπίπτει εντός του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 1741.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, καθόσον το αναιρεσείον δεν υφίσταται βλάβη από την αποδιδόμενη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του ότι με τον λόγο αυτό δεν πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την κύρια παρέμβασή του και το δι' αυτής αίτημά του περί αναγνώρισής του ως κυρίου της επίδικης έκτασης, αλλά προσβάλλει αυτή κατά το κεφάλαιό της που δεν το αφορά, δηλαδή κατά το κεφάλαιο ως προς το οποίο κρίθηκε ότι το επίδικο δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, ανήκον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ` αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.

Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 575/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν έλαβε υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισε, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο, κείμενο στην ευρύτερη έκταση του "Κοκκινόβραχου", ανήκει στην κυριότητά του και συγκεκριμένα, την υπ' αριθ. 1249/1970 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και τις υπ' αριθ. 687/2007, 92/2008 και 395/2016 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιά. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε και "...από όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους...", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθεμίας απ' αυτές.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι α) το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι το επίδικο δεν εμπίπτει εντός του δημοσίου κτήματος με Α.Β.Κ. 1741 και β) το Εφετείο δεν διέλαβε αιτιολογίες αναφορικά με την αδιατάρακτη νομή της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου, για μία τριακονταετία μέχρι και το έτος 1915, καθόσον αρκέστηκε σε πράξεις νομής που ανάγονται μόλις στο έτος 1983, οι οποίες δεν αρκούν να καταλύσουν το δικαίωμα κυριότητας του ιδίου επί της επίδικης έκτασης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό, καθόσον το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ.

απολαμβάνει όλων των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η δε νομική του υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρα 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957). Β) Επί της από 24.1.2023 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου : Με το άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται σ' αυτήν", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική.

Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016). Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 84/2017).

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται. Η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης ή εκείνα, ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 634/2016).

Ως προς τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Στην αντίθετη περίπτωση παραβιάζεται το δεδικασμένο της απόφασης αυτής, κατά τη θετική του λειτουργία (ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 1258/2022, ΑΠ 503/2017). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης ως προς τα πληγέντα κεφάλαια και τα αρρήκτως συνδεόμενα με αυτά που συναναιρούνται, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ` αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ.2 και 3, 579 παρ.1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και τα αρρήκτως με αυτό συνδεόμενα κεφάλαια και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν μέρος, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.

Το τελευταίο δεσμεύεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ, μόνο ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, από ό,τι η αναιρεθείσα, χωρίς να δεσμεύεται, ούτε ως προς το σημείο αυτό, από εκείνη (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 682/2014, ΑΠ 15/2014).

Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία κάνει λόγο το άρθρο αυτό, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 631/2018, ΑΠ 542/2017, ΑΠ 295/2007), γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι, η παραπομπή διατάσσεται επί αναίρεσης για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου.

Επομένως, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ο Άρειος Πάγος παραπέμψει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αυτό δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος. Αν ασκηθεί δε (νέα) αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος αυτοδεσμεύεται από την προηγούμενη απόφασή του (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 1297/2010).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και, αν η ουσία της υπόθεσης ερευνήθηκε στον πρώτο βαθμό, κρατεί αυτό την υπόθεση και την δικάζει κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για την οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα και, επομένως, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.

Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής βάσης.

Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Εάν, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την επικουρική βάση και δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δικάζει την έφεση του εναγομένου, ο οποίος παραπονείται γιατί έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη η αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν μπορεί να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, δίχως έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος (ΑΠ 1061/2015, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 1887/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση νόμου, δηλαδή τη ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 886/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 16 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, α) παραβίασε το δεδικασμένο που απέρρεε από την πρωτόδικη με αριθμό 3178/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που παρέμεινε απρόσβλητη ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο, αφενός μεν είχε απορριφθεί η βάση της αγωγής για την κτήση κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, αφετέρου δε είχε κριθεί ότι το επίδικο εμπίπτει εντός του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 1741 και β) παρά το νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ως προς το μη προσβαλλόμενο με λόγο έφεσης κεφάλαιο, με το οποίο, αφενός μεν είχε απορριφθεί η βάση της αγωγής για την κτήση κυριότητας της ενάγουσας με παράγωγο τρόπο, αφετέρου δε είχε κριθεί ότι το επίδικο εμπίπτει εντός του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 1741 και αφού εξέτασε εκ νέου την ιστορική βάση της αγωγής, καίτοι με την έφεσή του το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβαλε σφάλματα όσον αφορά στις συγκεκριμένες υπέρ αυτού κρίσεις του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ούτε και η αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει δική της έφεση ή αντέφεση, κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου και δια παραγώγου τρόπου.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 19.7.2012 αγωγή, με την οποία, ιστορούσε, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, ότι είναι κυρία του περιγραφομένου ακινήτου (οικοπέδου), εμβαδού 174,30 τ.μ., μετά της επ' αυτού ανεγερθείσας διώροφης οικίας, ευρισκομένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Κερατσινίου Πειραιά, το οποίο περιήλθε σ' αυτήν με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του υπ' αριθ. ....1983 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Τ., όπως και στους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους της. Ότι από τον χρόνο απόκτησής του το έτος 1983, η ίδια, αλλά και από το έτος 1941 οι δικαιοπάροχοί της, ασκούσαν συνεχώς επ' αυτού τις αναφερόμενες πράξεις νομής με καλή πίστη, χωρίς να οχληθούν από κανέναν. Ότι κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιφέρειας του Δήμου Κερατσινίου, με ημερομηνία έναρξης την 11.6.2007, δεν δήλωσε το εμπράγματο δικαίωμά της επί του ακινήτου, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου με αριθμό ΚΑΕΚ 050680743022/0/0, ενώ αληθινή κυρία αυτού είναι η ίδια, που το απέκτησε το έτος 1983 δια παραγώγου τρόπου, αλλά και δια πρωτοτύπου τρόπου (χρησικτησία).

Επίσης ισχυρίστηκε, πρωτίστως, ότι, και αν ήθελε υποτεθεί ότι το ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, γεγονός που ρητά αρνείται, κατέστη κυρία αυτού με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αφού τούτο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, η ίδια ασκούσε πράξεις νομής μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, χωρίς να βρίσκεται σε κακή πίστη κατά τον χρόνο κτήσης της νομής και επικουρικά, ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου, το οποίο ανήκει στην κυριότητά της, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Πειραιά, ώστε να εγγραφεί το δικαίωμα της αποκλειστικής κυριότητάς της επί του ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής και της συνεκδικασθείσας από 18.2.2014 κύριας παρέμβασης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.), με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του ακινήτου και τη διόρθωση της σχετικής εγγραφής, ώστε να εγγραφεί εκείνο κύριος του επιδίκου, εκδόθηκε η με αριθμό 3178/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση ως ουσία αβάσιμη και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση της, αναγνωρίσθηκε η ενάγουσα κυρία του ακινήτου και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής από τα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να διαγραφεί το Ελληνικό Δημόσιο και να εγγραφεί η ενάγουσα ως αποκλειστική κυρία, με τίτλο κτήσης την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003.

Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν έφεση το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και το κυρίως παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.), ενώ η ενάγουσα, ως μη έχουσα έννομο συμφέρον, κατόπιν αποδοχής της κύριας βάσης της αγωγής, δεν άσκησε έφεση. Επί των άνω εφέσεων που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 609/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκαν αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Κατά της τελευταίας απόφασης άσκησαν αναίρεση το Ελληνικό Δημόσιο και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.). Με τη με αριθμό 585/2021 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 1416/2021 απόφασή του ως προς το προεισαγωγικό μέρος της), έγινε δεκτή η αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου ως προς το δεύτερο λόγο του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστούσε αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου λόγου από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και παραπέμφθηκε η υπόθεση να εκδικασθεί από το ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση, πλην της Εφέτη που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Ακολούθως, με τη με αριθμό 772/2021 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 1417/2021 απόφασή του ως προς το προεισαγωγικό μέρος της), έγινε δεκτή η αναίρεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.), ως προς τον δεύτερο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστούσε αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου από τον αριθμό 1 και τρίτου από τον αριθμό 11γ του ιδίου άρθρου λόγων, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να εκδικασθεί από το ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση, πλην της Εφέτη που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Συνακόλουθα, και με την τελευταία απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε εν όλω η προσβαλλόμενη με αριθμό 609/2018 απόφαση, αφού κρίθηκε ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατόπιν τούτων, οι εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.) συνεκδικάστηκαν εκ νέου και επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 649/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους μέρος, τα εξής : "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, με την επ' αυτού διώροφη οικοδομή (ισόγειο, πρώτο όροφο) με υπόγειο, που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Γεώργιος Κερατσίνι", πρώην Δήμου Πειραιώς και νυν Δήμου Κερατσινίου - Δραπετσώνας, εντός σχεδίου πόλεως, επί της συμβολής των οδών ..., εκτάσεως (του οικοπέδου) 174,30 τ.μ.

με ΚΑΕΚ 050680743022/0/0. Δυνάμει του με αριθμό ....1983 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Τ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς στον τόμο 814 και με α.α 22, η ενάγουσα απέκτησε κατά κυριότητα το πιο πάνω οικόπεδο με την τότε υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά ισόγεια κατοικία, ήδη κατεδαφισθείσα, από τις α) Ε., χήρα Δ.

Κ., το γένος Χ. Κ., β) Ε. συζ. Α. Α. το γένος Χ. Κ. και γ) Σ. Κ. του Χ., λόγω πώλησης. Οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, είχαν αποκτήσει κατά κυριότητα το ακίνητο, από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος την 7.3.1979 αδελφού τους, Σ. Κ. του Χ., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αρ. .../1979 πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Πειραιώς, Π.

Γ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο 762 και α.α. 120. Σ' αυτόν το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα από τον Ι. Κ., λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αρ. .../1953 συμβολαίου του συμβ/φου Πειραιώς Γ. Λ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς στον τόμο 467 με α.α. 624.

Στον τελευταίο το επίδικο είχε περιέλθει κατά κυριότητα από την Μ. χήρα Χ. Γ., το γένος Κ. Κ., λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αρ. .../1941 συμβολαίου του συμβ/φου Πειραιώς Ε. Σ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς στον τόμο 406 με α.α. 108. Μετά την αγορά του επιδίκου η ενάγουσα, δυνάμει της υπ' αρ. 3259/1983 οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας Νομ/χίας Αττικής (Διαμ/τος Πειραιώς), οικοδόμησε νομίμως διώροφη οικοδομή (ισόγειο, πρώτος όροφος) με υπόγειο, η οποία ολοκληρώθηκε το έτος 1989 και υφίσταται μέχρι και σήμερα.

Προέβη στην ηλεκτροδότησή της από τη ΔΕΗ και στη σύνδεσή της με το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης. Έκτοτε, στην ως άνω οικία, κατοικούσαν, διαφύλατταν, επέβλεπαν και συντηρούσαν αυτή η μητέρα της με τον αδερφό της και μετά τον θάνατο αυτών η νύφη της, οι ίδιοι δε προέβαιναν σε καθαρισμό και διαφύλαξη των ορίων του ακάλυπτου οικοπέδου, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (16.3.2015).

Σ' αυτούς το είχε παραχωρήσει η ενάγουσα με άτυπο χρησιδάνειο, καθότι αυτή κατοικούσε στο εξωτερικό (Η.Π.Α.), χωρίς ποτέ όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα να ενοχληθούν από κανέναν. Έτσι η ενάγουσα απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με το ως άνω νομίμως μεταγεγραμμένο πωλητήριο συμβόλαιο (.../1983), από τις αληθινές αποκλειστικές συγκυρίες τούτου, ισομερώς και αδιαιρέτως, Ε., χήρα Δ.

Κ., το γένος Χ. Κ., Ε. συζ. Α. Α. το γένος Χ. Κ. και Σ. Κ. του Χ., οι οποίες είχαν αποκτήσει αυτό με τα προαναφερόμενα ως άνω συμβόλαια αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας αυτές και οι απώτεροι και απώτατοι ως άνω δικαιοπάροχοί τους τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο πράξεις νομής, ήτοι επίβλεψη, οριοθέτηση, καθαρισμούς, συντήρηση της παλαιάς τότε ισόγειας οικίας, για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας (ήτοι από το έτος 1947 έως το έτος 1983), προσμετρουμένου στο χρόνο νομής τους του χρόνου των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι ασκούσαν τις αυτές πράξεις νομής πριν απ' αυτές.

Από το χρόνο δε της αγοράς (1983) η ενάγουσα, ασκώντας η ίδια τις ως άνω αναφερόμενες πράξεις νομής (οικοδόμηση, σύνδεση με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, παραχώρηση τούτου σε τρίτους) για χρονικό διάστημα εξήντα ετών, ήτοι μεγαλύτερο της εικοσαετίας, έως την έναρξη του κτηματολογίου στην περιοχή του Δήμου Κερατσινίου (11.6.2007), που συνέχισε και μετέπειτα έως την άσκηση της αγωγής, απέκτησε η ίδια κυριότητα επί του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της.

Το εν λόγω ακίνητο ήταν δεκτικό χρησικτησίας κατά τον κρίσιμο αγωγικό χρόνο, αφού το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί του ανωτέρω οικοπέδου με τους τρόπους, που επικαλέστηκε. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του καταγεγραμμένου δημόσιου κτήματος με αριθμό ΑΒΚ 1741, εκτάσεως 1.000 περίπου στρεμμάτων, επειδή περιήλθε στην κυριότητα τούτου ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 6/7.7.1830 και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του 1832, άλλως ως δασικό και δεν τηρήθηκε ως προς αυτό η διαδικασία, που προβλεπόταν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 Β.Δ., άλλως ως βοσκοτόπι ή λιβάδι ή αδέσποτο, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενο τούτο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, αφού δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών, καθώς και του ότι κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από τις 25.5.1827 έως τις 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παρεχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων απ' αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά, δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν, ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 πρωτόκολλο ανεξαρτησίας της Ελλάδας και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Επίσης, εν προκειμένω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ή σε Οθωμανούς ιδιώτες και εγκαταλείφθηκε από τους τελευταίους, ούτε ότι μετά την απελευθέρωση δεν καταλήφθηκε από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", με αποτέλεσμα να καταστεί αδέσποτο και να δημευθεί, όπως προβλέπεται στην ανωτέρω Συνθήκη και τα Πρωτόκολλα, προκειμένου να καταστεί κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο.

Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι η επίδικη έκταση ήταν δασική κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του από 17/29.11.1836 Β.Δ/τος, ούτε βοσκότοπος ή λιβάδι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ΒΔ της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", ώστε να ισχύει το τεκμήριο κυριότητας που θεσπίσθηκε υπέρ του Δημοσίου με τις διατάξεις των ως άνω διαταγμάτων σε όλα τα δάση και τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν από την ισχύ του στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία αποδείχθηκε αβάσιμος, καθόσον ουδέποτε το ανωτέρω χρησιδέσποσε αυτό, αφού ουδεμία πράξη νομής άσκησε επ' αυτού ουδέποτε.

Συνεπώς κακώς καταχώρησε και περιέλαβε το επίδικο ως τμήμα δημοσίου καταγεγραμμένου κτήματος με αρ. ΑΒΚ 1741 (βλ. την από 1.8.1981 καταγραφή στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής) βάσει της Δ. 1718/588/1979 διαταγής του Υπ. Οικονομικών, της 38/1972 γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και του από 30.12.1971 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Ξ., αφού ουδέποτε απέκτησε αυτό με κάποιο από τους ανωτέρω τρόπους που επικαλέστηκε. Στα ως άνω έγγραφα, βάσει των οποίων έγινε η καταγραφή της μείζονος έκτασης ως δημόσιο κτήμα, αναφέρεται ως αιτία κτήσης ότι η εν λόγω έκταση ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, πράγμα όμως που σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε.

Συνεπώς, εφόσον δεν προέκυψε ότι απέκτησε δικαίωμα το Ελληνικό Δημόσιο επί του επιδίκου, κακώς το περιέλαβε ως τμήμα δημόσιου κτήματος και κακώς, ελλείψει σχετικού δικαιώματος, προέβη και στην υπ' αρ. 02673/31.5.2000 δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας στο Κτηματολόγιο, κατ' άρθρο 2 του ν. 2308/1995 και στις 99413/18.2.2003 και 108763/13.10.2003 ενστάσεις κατά το μέρος που αφορούν το επίδικο γεωτεμάχιο.

Όλες οι επικαλούμενες από το Ελληνικό Δημόσιο πράξεις, όπως πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής σε βάρος ιδιωτών, μηνύσεις για παράνομη κατάληψη δασικής έκτασης, κατεδαφίσεις ανεγειρόμενων κατασκευών, παραχωρήσεις είτε κατά κυριότητα είτε κατά χρήση σε άλλους φορείς για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δικαστικές παρεμβάσεις σε δίκες μεταξύ τρίτων, εποπτεία, περιφρούρηση και φύλαξη εδαφικών εκτάσεων και ορίων, προσκλήσεις για προσκόμιση και έλεγχο τίτλων ιδιωτών, καμία εξ αυτών δεν αποδείχθηκε ότι αφορούσε ειδικά το επίδικο ακίνητο ή τμήμα του.

Το από 11.3.1982 πρωτόκολλο κατάληψης του αποτυπωμένου στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Ξ. ως δημοσίου κτήματος με αρ. ΑΒΚ 1741, παρανόμως εκδόθηκε, γιατί στηριζόταν σε ανύπαρκτο δικαίωμα εκ της εσφαλμένης καταγραφής της επίδικης έκτασης ως δημοσίου κτήματος, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ενώ ουδέποτε επακολούθησε φυσική κατάληψη του επιδίκου από το Ελληνικό Δημόσιο.

Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίδικη οικοπεδική έκταση περιήλθε στην κυριότητα της Ιεράς Μονής Αγίου Σπυρίδωνος δυνάμει πρωτοτύπου τρόπου, και δη με έκτακτη χρησικτησία του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αφού ουδέποτε χρησιδέσποσε αυτό, γιατί ουδέποτε επιλήφθηκε της φυσικής του εξουσίασης, ούτε απέκτησε αυτό ποτέ από αφιερώματα των πιστών μέχρι το έτος 1836, οπότε και διαλύθηκε και το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων περιήλθαν αυτοδίκαια στο κυρίως παρεμβαίνοντα "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (Π.Ε.Τ.). [Διατάγματα της 4.12.1834 "περί της ιδιοκτησίας των εν μοναστηρίοις μοναχών", της 25.8.1833 "περί των εν τω Βασιλείω Μοναστηρίων", της 26.4.1834 "περί ιδιοκτήτων μοναστηρίων και εκκλησιών", της 20.5.1836 "περί των εκκλησιαστικών κτημάτων", της 13.7.1838 και 29.4.1843].

Συνεπώς το Π.Ε.Τ. ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, αφού και η ως άνω Ιερά Μονή ουδέποτε απέκτησε αυτήν. Αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή το επίδικο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο ή στο Π.Ε.Τ., δεν δύναται να εξαχθεί εκ των ως άνω προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, αφού από κανένα εξ αυτών δεν προκύπτουν πράξεις φυσικής εξουσίασης του παρεμβαίνοντος ή του εναγομένου ειδικώς για το επίδικο ακίνητο ουδέποτε.

Οι διενεργηθείσες τα έτη 1880 και 1895 δημοπρασίες εκ μέρους του Οικονομικού Εφόρου Πειραιώς για την μίσθωση χορτονομής έκτασης 10.000 στρεμμάτων στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Τζερατζίνι", οι παραγγελίες του ίδιου προς τα αστυνομικά όργανα των ετών 1888 - 1896, καθώς και οι εκμισθώσεις χορτονομής και βοσκής της αυτής περιοχής ("Κοκκινόβραχος") και των περιοχών "Τσελεπίτσαρι" "Μικρός και Μεγάλος Καραβάς" των ετών 1895-1937, καθώς και η από 13.9.1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας περί κήρυξης αναδασωτέας ευρύτερης περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής, ουδόλως αποδείχθηκε ότι περιλάμβαναν ειδικά και την επίδικη έκταση ή τμήμα αυτής.

Εξάλλου δεν προσκομίστηκε τοπογραφικό διάγραμμα των ως άνω εκμισθουμένων ή δημοπρατουμένων περιοχών εκείνων των ετών (1880 - 1937), ώστε να προκύπτουν ακριβώς τα όρια αυτών και ότι το επίδικο ήταν εντός αυτών. Από την επισκόπηση του διαγράμματος που συνοδεύει την απόφαση κήρυξης αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου δεν συνάγεται ότι περιλαμβάνεται και το επίδικο.

Άλλωστε, το Ελληνικό Δημόσιο είχε πλήρη επίγνωση ότι η επίδικη οικοπεδική έκταση δεν του ανήκε ως δημόσιο κτήμα ούτε ότι τη διαχειριζόταν ως περιουσία του Π.Ε.Τ. και προς επίρρωση τούτου αποτελεί και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι για όλες τις συμβολαιογραφικές πράξεις και για τις μεταγραφές τους, οι οποίες αφορούσαν το επίδικο, αυτό δέχθηκε τις σχετικές δηλώσεις φόρων, ενώ μετά την υποχρέωση για δήλωση ΕΝΦΙΑ, αποδέχθηκε τις σχετικές δηλώσεις για το επίδικο και σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις προέβη σε εκκαθάριση, υπολόγισε και εισέπραξε τους σχετικούς φόρους και αναλογικά τέλη που τυχόν προέκυψαν.

Διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι, παρά το ότι ήταν γνωστή στο Ελληνικό Δημόσιο η κυριότητά του επ' αυτού ή η διαχείρισή του ως ιδιοκτησία του Π.Ε.Τ., καθώς και η έλλειψη κυριότητας της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, εντούτοις απέκρυψε ή παρέλειψε να γνωστοποιήσει αυτά τα αληθή σ' αυτούς κατά τη λήψη των σχετικών δηλώσεων φόρου και την είσπραξη των σχετικών φόρων επί ζημία της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της με αντίστοιχη παράνομη ωφέλειά του.

Εκ των ανωτέρω παραδοχών αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δεκτικό χρησικτησίας κατά τον επίδικο αγωγικό χρόνο και η ενάγουσα κατέστη δια παραγώγου τρόπου κυρία τούτου από τις ως άνω αληθείς μοναδικές συγκυρίες αυτού, αλλά και δια πρωτοτύπου τρόπου και δη δια εκτάκτου χρησικτησίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πλην όμως κατά την κτηματογράφηση του Δήμου Κερατσινίου από παραδρομή δεν δήλωσε το εμπράγματο δικαίωμά της και κατά την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς για την περιοχή, στις 11.6.2007 και έτσι το ακίνητο έλαβε ΚΑΕΚ 050680743022/0/0 και καταχωρήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ως κύριος αυτού σε ποσοστό 100%.

Αυτή η πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό γραφείο Πειραιώς του Δήμου Κερατσινίου κατά τα ανωτέρω ελέγχεται ως ανακριβής και προσβάλλει το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας σε ποσοστό 100%.

Συνεπώς, έπρεπε η κύρια παρέμβαση να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, η αγωγή να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, απορριπτομένων ως αβάσιμων των ισχυρισμών του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς του Δήμου Κερατσινίου, που αφορούν το ως άνω ακίνητο με ΚΑΕΚ 050680743022/0/0, ώστε να εγγραφεί η ενάγουσα αποκλειστική κυρία αυτού σε ποσοστό 100%, δυνάμει του με αριθμό ....1983 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ.

Τ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο 814 και με α.α. 22 αλλά και δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την κύρια παρέμβαση κατ' ουσίαν και έκανε δεκτή την αγωγή, διατάσσοντας τη διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής ώστε να εγγραφεί η ενάγουσα κυρία του επιδίκου με τίτλο κτήσης την τακτική χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, μόνο ως προς το τελευταίο κεφάλαιο της διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής και εγγραφής της ενάγουσας ως κυρίας του επιδίκου με τίτλο την τακτική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003.

Και τούτο γιατί η ενάγουσα δεν είχε "αδιατάρακτη νομή" επί δημοσίου κτήματος, έως την έναρξη ισχύος του νόμου (19.3.2003 άρθρ. 9 του ν. 3127/2003), αφού με την υπ' αρ. 02673/31.5.2000 δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας στο Κτηματολόγιο, κατ' άρθρο 2 του ν. 2308/1995 και τις 99413/18.2.2003 και 108763/13.10.2003 ενστάσεις, κατά το μέρος που αφορούν το επίδικο γεωτεμάχιο, το εκκαλούν εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο παρενόχλησε, κατά την έννοια του νόμου, τη νομή της εφεσίβλητης ενάγουσας.

Ως προς το κεφάλαιο, όμως, της απόρριψης της κυρίας παρέμβασης το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο και αυτό την έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του εκκαλούντος Π.Ε.Τ., δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος Π.Ε.Τ.

ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς την κύρια βάση της αγωγής και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιο της διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής και εγγραφής της ενάγουσας ως κυρίας του επιδίκου με τίτλο την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση, αναγνώρισε την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επιδίκου και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε από το εσφαλμένο ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, να εγγραφεί ότι ανήκει στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του υπ' αριθ. ....1983 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Μ.

Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, από το περιεχόμενο των υπ' αριθ. 585/2021 και 772/2021 αποφάσεων, προκύπτει, αναμφίβολα και με σαφήνεια, ότι το Δικαστήριο τούτο αναίρεσε στο σύνολό της την υπ' αριθ. 609/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά ως προς την κριθείσα κύρια βάση της αγωγής της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 και έτσι ουδέν κεφάλαιο αυτής παρέμεινε αλώβητο, αφού δεν περιόρισε, με σχετική διάταξη, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια αυτής.

Ως εκ τούτου, η εφετειακή απόφαση απέβαλε πλήρως την ισχύ της και, μετά ταύτα, έπαυσε να παράγει δεδικασμένο επί οιουδήποτε ζητήματος αυτή έκρινε, οι δε διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την έκδοση αυτής (άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ακολούθως, το Εφετείο, ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση μετά από αναίρεση των ηττηθέντων εκκαλούντων, διαμαρτυρομένων για την παραδοχή της αγωγής κατά την κύρια βάση της, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος Π.Ε.Τ.

και έκανε δεκτή την έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν κατά την κύρια βάση της (της αναγνώρισης και εγγραφής της ενάγουσας ως κυρίας του επιδίκου με τίτλο την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003) και την έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την επικουρική της βάση, αναγνώρισε την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (το υπ' αριθ. ....1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Μ.

Τ.), αλλά και με έκτακτη χρησικτησία και διέταξε τη σχετική διόρθωση από το οικείο κτηματολογικό γραφείο. Με το να πράξει έτσι το Εφετείο και να προχωρήσει, μετά την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της, στην έρευνα της επικουρικής βάσης αυτής, παρά το ότι δεν είχε ασκηθεί επικουρική έφεση ή αντέφεση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ενήργησε στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τούτο δε διότι το Εφετείο, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, όφειλε να ερευνήσει τη μη ερευνηθείσα αυτή βάση της αγωγής. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την ως άνω κρίση του, α) εφόσον η προγενέστερη εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της, ως προς την κρίση της για την κύρια βάση της αγωγής, κατά παραδοχή λόγων αναίρεσης από τους αρ. 11γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να δεχθεί δεδικασμένο από την αναιρεθείσα αυτή απόφαση, και ως εκ τούτου, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και β) εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, όφειλε να την ερευνήσει και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συνεπώς ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Ειδικότερα η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ' αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 490/2020, ΑΠ 1082/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 379/2015).

Ακόμη, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του.

Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενες διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου, δημοσίου, δάσους ή δασικής έκτασης, για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 152/2016).

Προϋπόθεση δηλαδή, της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ ΑΠ 23/2023, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. ΔΞΗ/1912, του άρθρου 21 του ν.δ./τος 22-4/16.5.1926 και του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", δεχόμενο εσφαλμένα την κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), χωρίς όμως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας σε ακίνητο του Δημοσίου και συγκεκριμένα νόμιμος τρόπος απόκτησης τίτλου έναντι του Δημοσίου (όπως π.χ.

παραχωρητήριο), ή η διανοία κυρίου και με καλή πίστη άσκηση διακατοχικών πράξεων δηλωτικών εξουσίασης του ακινήτου για μία τριακονταετία, συμπληρωθείσα μέχρι το έτος 1915, καθόσον οι πράξεις νομής που έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη ότι αποδείχθηκαν, ανάγονται στα έτη 1983 και εντεύθεν. Όπως όμως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, το επίδικο υπέκειτο σε ιδιωτική εξουσίαση και περιλαμβάνονταν στους τίτλους κτήσης της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι το νέμονταν με διάνοια κυρίου ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις και, ως εκ τούτου, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη υπόθεση, καθόσον η εφαρμογή τους προϋποθέτει παραδοχή ότι το επίδικο αποτελούσε δημόσιο κτήμα, την οποία όμως το Εφετείο δεν εξέφερε.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές στον ίδιο αναιρετικό λόγο επικαλούμενες αιτιάσεις, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το επίδικο δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, παρότι το Δημόσιο απέδειξε ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα του δημοσίου κτήματος με Α.Β.Κ. 1741, αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι α) το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι το επίδικο δεν εμπίπτει εντός του δημοσίου κτήματος με Α.Β.Κ. 1741 και β) το Εφετείο δεν διέλαβε αιτιολογίες αναφορικά με την αδιατάρακτη νομή της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου, για μία τριακονταετία μέχρι και το έτος 1915, καθόσον αρκέστηκε σε πράξεις νομής που ανάγονται μόλις στο έτος 1983, οι οποίες δεν αρκούν να καταλύσουν το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης ως προς τα πληγέντα κεφάλαια και τα αρρήκτως συνδεόμενα με αυτά που συναναιρούνται, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ` αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ.2 και 3, 579 παρ.1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και τα αρρήκτως με αυτό συνδεόμενα κεφάλαια και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν μέρος, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.

Το τελευταίο δεσμεύεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ μόνο ως προς τα νομικά ζητήματα, που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, από ό,τι η αναιρεθείσα, χωρίς να δεσμεύεται, ούτε ως προς το σημείο αυτό, από εκείνη (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 682/2014, ΑΠ 15/2014).

Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία κάνει λόγο το άρθρο αυτό, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 631/2018, ΑΠ 542/2017, ΑΠ 479/2010), γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι, η παραπομπή διατάσσεται επί αναίρεσης για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου.

Επομένως, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ο Άρειος Πάγος παραπέμψει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αυτό δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα, που έλυσε ο Άρειος Πάγος. Αν ασκηθεί δε (νέα) αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος αυτοδεσμεύεται από την προηγούμενη απόφασή του (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 1297/2010).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Εφόσον, όμως, το Δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, είναι απαράδεκτος κάθε λόγος αναίρεσης που προσβάλλει την απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, κατά το μέρος που αυτό συμμορφώθηκε (άρθρο 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Συντρέχει δε το απαράδεκτο αυτό, αν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι κακώς συμμορφώθηκε το δικαστήριο της παραπομπής με το επιλυθέν από την απόφαση του Αρείου Πάγου νομικό ζήτημα, διότι η δοθείσα από την τελευταία απόφαση λύση είναι εσφαλμένη (ΑΠ 816/2022). Αντιθέτως, δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση ή όταν τούτο αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς, η επί της οποίας κρίση άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 923/2017, ΑΠ 556/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον προβάλλει με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, διότι δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της με αριθμό 585/2021 αναιρετικής απόφασης, καθόσον εσφαλμένα δέχθηκε ότι α) το επίδικο ακίνητο δεν εμπίπτει εντός δημοσίου κτήματος και β) η αναιρεσίβλητη απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 585/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η με αριθ. 609/2018 προηγούμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά αναιρέθηκε στο σύνολό της για πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Το μοναδικό δε ζήτημα που λύθηκε με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο α) της 02673/31.5.2000 δήλωσης εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας, β) της 99413/18.2.2003 ένστασης για το επίδικο γεωτεμάχιο και γ) της 108763/13.10.2003 ένστασης για ολόκληρο το δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ 1741, παρά τη νόμιμη επίκληση και προσκόμισή τους.

Η κρίση όμως αυτή του Αρείου Πάγου δεν αφορά επίλυση νομικού ζητήματος, η οποία να δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής και προς την οποία η μη συμμόρφωση του ίδιου δικαστηρίου να θεμελιώνει, κατά τα προεκτεθέντα, τον σχετικό από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το δε Εφετείο, μετά την αναίρεση της προηγούμενης απόφασής του, στο σύνολό της, για πλημμέλεια εκ του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποφάνθηκε επί της ουσίας της διαφοράς (η επί της οποίας κρίση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη), δίνοντας λύση μη απτόμενη επιλυθέντος με την αναιρετική απόφαση νομικού ζητήματος.

Επομένως, η αποδιδόμενη με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθ. 585/2021 αναιρετική απόφαση, είναι αβάσιμη. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 24.1.2023 αιτήσεις για αναίρεση της υπ` αριθ. 649/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις ως άνω από 24.1.2023 αιτήσεις αναίρεσης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για έκαστο εξ αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ