Supreme Court partially allows appeal against hospital dismissal, ruling dismissal statute violated by ignoring non-salary compensation statute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially annulled the First Instance Court's decision dismissing a former hospital employee's claim for separation compensation. The employee argued the claim was time-barred under a two-year statute of limitations for public institution staff, but the court found the compensation was a one-time economic benefit rather than a salary or unjust enrichment. Consequently, the court held the lower court erred in applying the two-year limitation period and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 48 para. 1 and 3 of Law 496/1974; Art. 559 para. 18 and 579 of the Code of Civil Procedure: Compensation upon termination of employment with a public institution is a one-time economic benefit, not subject to the two-year limitation period applicable to salaries or unjust enrichment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 556 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 556/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Ρ.Τ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πειραιώς "ΤΖΑΝΕΙΟ", (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκε η 249/1997 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 96/1998 του Εφετείου Πειραιώς, η οποία αναιρέθηκε με την 829/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, ακολούθως δε εκδόθηκε η 1155/2001 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2003 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 30-12-2005 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αναστασίου - Φιλητά Πιερίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κατά μεν το άρθρο 580 παρ. 4 του αυτού Κώδικα οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, ενώ κατά το άρθρο 581 παρ. 2 στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με τον λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό.
Συνεπώς, δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση ή όταν τούτο αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς, η επί της οποίας κρίση άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την 829/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε, κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι για παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η 96/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένδικη από 21.6.1994 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος.
Κατόπιν αυτού το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση απέρριψε την ένσταση του αναιρεσιβλήτου εκ του άρθρου 281 ΑΚ, που συνιστούσε και τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, ως μη νόμιμη και ακολούθως την ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε μισθολογικές διαφορές κλπ, ως εν μέρει κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενο τον έκτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμο, ήτοι ότι οι επίδικες αξιώσεις είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεως προς την αναιρετική απόφαση. Επομένως, ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη ότι το Εφετείο δεν είχε την εξουσία να ερευνήσει την ένσταση της παραγραφής (έκτο λόγο της εφέσεως) του αναιρεσιβλήτου και ότι ήταν υποχρεωμένο να δεχθεί κατ' ουσίαν την αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, για την ίδρυση του από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο ο σχετικός ισχυρισμός και να αναφέρεται στο αναιρετήριο η πρόταση αυτή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται σε εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί στο Εφετείο.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, για τις διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, τον έκτο λόγο εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο αυτό επανέφερε προς κρίση την ένστασή του περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, ούτε από τις οικείες προτάσεις προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αυτό προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συντρέχει δε και καμία από τις προβλεπόμενες στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρέσεις.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθή δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε.
επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 40/1998).
Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξάλλου, με το άρθρο 44 παρ.1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.
είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".
Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/ 1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξάλλου με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλ' ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.
σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (Α.Ε.Δ. 9/2009). Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προανα-φερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (Ολ ΑΠ 2/2011, 31/2007).
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας από διαφορές αποδοχών κατά του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπόκεινται στην άνω διετή παραγραφή δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Επειδή, κατ' άρθρ. 51 εδ. β' του ΝΔ 496/1974 η διετής παραγραφή των αξιώσεων από καθυστερούμενες αποδοχές των επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων στα Ν.Π.Δ.Δ., εκτός άλλων περιπτώσεων, διακόπτεται και με την προς την αρμόδια αρχή υποβολή από αυτούς αίτησης για πληρωμή των απαιτήσεων τους, οπότε η εν λόγω παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά την πάροδο εξαμήνου από την χρονολογία υποβολής της αιτήσεως και εφόσον η αρχή δεν απαντήσει επί της τελευταίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τότε μόνον επέρχεται η διακοπή της προαναφερθείσας παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, όταν οι τελευταίες, κατά περιεχόμενο και αίτημα, είναι οι ίδιες με τις περιλαμβανόμενες στη σχετική και από τον δικαιούχο υποβληθείσα αίτηση για πληρωμή τους προς την αρμόδια αρχή, ώστε να μπορεί αυτή να διαγνώσει έτσι την ύπαρξη τους και το δικαιολογημένο ή όχι αυτών.
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του ανελέγκτως δέχθηκε, ότι οι περιεχόμενες στην από 30.12.1991 αίτηση της απαιτήσεις της αναιρεσείουσας προς το αρμόδιο όργανο του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, για πληρωμή τους, δεν ταυτίζονται με τις περιλαμβανόμενες στην ένδικη αγωγή της και συνεπώς δεν διεκόπη η παραγραφή των τελευταίων και δη αυτών που εμπίπτουν στο διάστημα από 1.1.1989 έως 21.2.1991 με την υποβολή της παραπάνω αίτησης. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 51 εδ. β' του ν.δ. 496/1974, γι' αυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Επειδή ως πράγματα κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ενόψει αυτών, οι πέμπτος και έκτος κατά το πρώτο μέρος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη ισχυρισμού μη προταθέντος, ήτοι ότι "στην 12303/30.12.1991 αίτηση της προς τον αναιρεσίβλητο για πληρωμή δεν περιλαμβάνονται οι ένδικες αξιώσεις", αναγόμενοι εξ ολοκλήρου σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία το Εφετείο εξήγαγε από την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει, ως αιτίαση από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι.
Επειδή, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού, πέραν της αριθμητικής απλώς επικλήσεως των ουσιαστικών διατάξεων, δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συγκεκριμένως συνίστανται οι επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του ΝΔ 496/1974, ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά των ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών "εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ο χρόνος παραγραφής των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους, που συνδέονται με αυτά με σχέση δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε είδους απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο έτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η αποζημίωση του άρθρου 49 του ν. 993/1979 δεν είναι μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, ούτε "απολαβή", υπό την έννοια της παροχής που δίδεται ως αντάλλαγμα για την προσφερόμενη εργασία, ούτε αποτελεί αποζημίωση λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού, αλλά έχει χαρακτήρα έκτακτης κατά την αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου οικονομικής ενίσχυσης του. Επομένως, η αξίωση καταβολής της ως άνω αποζημιώσεως δεν υπόκειται στη διετή παραγραφή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 (ΑΠ (Ολ.) 4/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας, να λάβει την ως άνω αποζημίωση (διαφορές) κατά την αποχώρηση της από το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, στο οποίο υπηρετούσε με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, υπέκυψε στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974. Έτσι όμως παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 178 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 1155/2001 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ