Legislator Case Law & Legislation
2112/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on death grounds but partially allows it regarding damages and costs.

Case Number 2112/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for a complete suspension of the proceedings due to the death of one of the respondents. While the court rejected arguments concerning data privacy and the admissibility of the appeal, it found the appeal partially admissible regarding specific claims for monetary compensation. Consequently, the judgment was remanded to a different judge for further examination of the damages and costs issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; The death of a party during the appeal period triggers a suspension of the proceedings, but the court may still rule on the merits of the remaining claims and costs.

Keywords

AI generated
suspension of proceedings death of party appeal admissibility monetary compensation legal costs remand to court civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 53/1974
Article 931 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2112 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2112/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τσαβδαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. - Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2)Φ. Π. και 3)ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και ήδη "ΑLLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούρτη, που δήλωσε στο ακροατήριο: α. ότι ανακαλεί την από 9-5-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, β. την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας (όπως και στις κατατεθείσες προτάσεις του)και γ. τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον 2ο των αναιρεσιβλήτων, Φ. Π. του Α., που απεβίωσε στις 4-3-2025 (προσκόμισε το με στοιχεία .../2025 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Πειραιώς).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1394/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 398/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-8-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάδων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο, που δικαιούται να επαναλάβει την δίκη. Την γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κάνει και ο μέχρι την στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή (Α.Π. 457/2025, Α.Π. 714/2023, Α.Π. 83/2019).

Σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (Α.Π. 714/2023, Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 575/2020, Α.Π. 193/2018, Α.Π. 382/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η από 9-8-2023 ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στην Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 9-8-2023 (βλ. την επί του δικογράφου αυτής έκθεση καταθέσεως). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο δεν παρέστη ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Φ.

Π., για τον οποίον ο πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων Β. Κ. δήλωσε προφορικώς στο ακροατήριο ότι απεβίωσε, προσκόμισε δε το με στοιχεία ...-2025 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου Πειραιώς, από την οποία αποδεικνύεται ότι ο θάνατος αυτού επήλθε στις 4-3-2025, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο ως άνω δικηγόρος ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος του θανόντος στην κατ' έφεση δίκη, μέχρι την επέλευση του θανάτου του τελευταίου και, συνεπώς, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, νομιμοποιείται να γνωστοποιήσει τον λόγο αυτόν της διακοπής της δίκης. Ενόψει δε του ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία (κατ' άρθρον 74 του Κ.Πολ.Δ, ως εις ολόκληρον υπόχρεοι προς αποζημίωση από αδικοπραξία), πρέπει, ως προς τον δεύτερο και μόνον αναιρεσίβλητο, απλό ομόδικο των λοιπών αναιρεσιβλήτων, που απεβίωσε, χωρίς να δηλωθεί η επανάληψη της δίκης από κληρονόμο ή κληρονόμους του, να χωρισθεί η υπόθεση, λόγω της επελθούσας, εκ του θανάτου του, βιαίας διακοπής της δίκης.

Ως προς τους λοιπούς δε αναιρεσιβλήτους, η υπό κρίσιν, από 9-8-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 749/84/9-8-2023), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 398/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ.

και 614 περ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 11-8-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.)προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 398/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 15-5-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5318/2323/15-5-2018) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των αναιρεσιβλήτων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέβη στον αναφερόμενο στο δικόγραφο τόπο και χρόνο και υπό τις εκτιθέμενες συνθήκες και το οποίο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία οδηγούσε Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο Ι.Χ.Ε. συγκρούσθηκε με δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ίδιος, υπέστη τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες, ζήτησε, μετά από νόμιμη μετατροπή του αιτήματος της αγωγής του, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για αποθετική ζημία του, συνολικό ποσόν 349.511,16 ευρώ, για θετική ζημία του συνολικό ποσόν 915 ευρώ, για πρόσθετη αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ ποσόν 100.000 ευρώ και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσόν 90.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1394/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, την από 14-10-2019 έφεσή του. Επ' αυτής το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 398/2021, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακράτησε την από 15-5-2018 αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους και δέχθηκε, κατά τα λοιπά, την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα συνολικό ποσό 30.915 ευρώ και, συγκεκριμένα, για θετική ζημία του συνολικό ποσόν 915 ευρώ, για πρόσθετη αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ ποσόν 13.000 ευρώ και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσόν 17.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής του.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 1126/2025). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 1172/2025).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1319/2025, Α.Π. 1126/2025). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας)ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία)ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1319/2025, Α.Π. 1126/2025).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1319/2025, Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1319/2025, Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 457/2025, Α.Π. 312/2025).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α' του Α.Κ., "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 298 εδάφ.

α' του ίδιου Κώδικα "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος". Το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος, που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων.

Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από την βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδάφ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Απαιτείται, δηλαδή, η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων")και, μάλιστα, να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά τον χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους.

Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και, για τον λόγο αυτόν, αβέβαιο ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις (Α.Π. 1092/2022, Α.Π. 486/2020, Α.Π. 1516/2018).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή στην υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμον υπόχρεο, ως αποζημίωση και καθετί το οποίο στο μέλλον με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν καθίστατο, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (Α.Π. 292/2025, Α.Π. 1092/2022, Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 210/2020, A.Π. 206/2020, Α.Π. 134/2019).

Εξάλλου, στον νομοθετικό ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους περιλαμβάνονται και τα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες)ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, από σύμβαση εργασίας.

Ειδικότερα, αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 298 του Α.Κ. αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος από την παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία και, συνεπώς, η ύπαρξη της από αυτήν αναφυόμενης αξιώσεως (Α.Π. 1092/2022, Α.Π. 67/2017, Α.Π. 600/2009). Για να γίνει δεκτή η σχετική αξίωση, πρέπει ο ενάγων να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν την μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στον Δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επελεύσεως της ζημίας.

Είναι διαφορετικό ζήτημα, αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλώς ενδεχόμενη, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (Α.Π. 1092/2022, Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 745/2020, Α.Π. 1205/2018, Α.Π. 67/2017).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο της αγωγής για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους του ενάγοντος λόγω της απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, ως υπαλλήλου γραφείου, εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., ενώ με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., αφού έχει αντιφατική αιτιολογία και κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του αιτουμένου κονδυλίου του διαφυγόντος κέρδους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το αγωγικό κεφάλαιο που αφορά τα διαφυγόντα κέρδη και δη, την απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξ αιτίας της ανικανότητάς του για εργασία, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ανελέγκτως τα εξής: "Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο εκκαλών, που γεννήθηκε στις 8-6-1983, δηλαδή, κατά το χρόνο του ατυχήματος (19-2-2015), ήταν 32 ετών, είχε αποφοιτήσει από Τεχνικό-Επαγγελματικό-Εκπαιδευτήριο (Τ.Ε.Ε.)το 2001 με την ειδικότητα "Μηχανών και Συστημάτων Αυτοκινήτου".

Όμως, έκτοτε, ο ανωτέρω ουδέποτε απασχολήθηκε στην ειδικότητα αυτή, ούτε άσκησε κάποιο άλλο επάγγελμα μέχρι τη 12-2-2014, οπότε προσλήφθηκε από το Δήμο Πειραιά. Συγκεκριμένα, ο εκκαλών είχε συνάψει με τον παραπάνω Δήμο σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που άρχισε τη 12-2-2014 και έληξε αυτοδικαίως την 11-7-2014, ως ωφελούμενος άνεργος του προγράμματος κοινωφελούς εργασίας του ΟΑΕΔ, με την ειδικότητα ΥΕ Γενικών Καθηκόντων.

Στη συνέχεια, ο εκκαλών δεν εργάσθηκε μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, γι' αυτό, στην από 7-3-2015 έκθεση ένορκης εξέτασής του ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων του Τ.Τ. Πειραιώς, δήλωσε ως επάγγελμα "άνεργος". Η μη απασχόληση του εκκαλούντος, μετά την ως άνω σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει από τη με ημερομηνία 13-9-2018 μηχανογραφημένη κατάσταση ενσήμων του εκκαλούντος, που χορηγήθηκε στην τρίτη των εφεσιβλήτων από τον ΕΦΚΑ (Υποκατάστημα Ομόνοιας), κατόπιν εισαγγελικής εντολής.

Στο έγγραφο αυτό εμφανίζεται μόνο η ως άνω απασχόληση του εκκαλούντος στο Δήμο Πειραιώς, με κωδικό ειδικότητας 41900, ήτοι "Λοιποί Υπάλληλοι Γραφείου". Ενόψει δε του σύννομου τρόπου λήψης του ως άνω εγγράφου, προεχόντως είναι αβάσιμος εξ αυτού ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το έγγραφο αυτό λήφθηκε παρανόμως και συνιστά παράνομο αποδεικτικό μέσο.

Όπως αποδείχθηκε, ο εκκαλών, εξαιτίας του τραυματισμού του και των επιπλοκών, που επακολούθησαν, κατέστη ανίκανος προς εργασία μέχρι το Μάρτιο του 2017, οπότε η κατάστασή του σταθεροποιήθηκε ως ανωτέρω. Ενόψει δε της πολύ μικρής συχνότητας επαγγελματικής απασχόλησης του εκκαλούντος, κατά τα προαναφερθέντα, κρίνεται ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αυτός δεν θα εργαζόταν κατά το χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία.

Εξάλλου, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Απρίλιο του 2017 και εντεύθεν, όπως προαναφέρθηκε, ο εκκαλών παρουσιάζει δυσχέρεια στην κίνηση του αριστερού του σκέλους, με συνέπεια τη μερική του αναπηρία. Κατά τα προεκτεθέντα, ο ανωτέρω, μετά την αποφοίτησή του από το Τεχνικό-Επαγγελματικό-Εκπαιδευτήριο (Τ.Ε.Ε)το 2001, ουδέποτε άσκησε επαγγελματικά την ειδικότητα με την οποία αποφοίτησε, ήτοι αυτήν των "Μηχανών και Συστημάτων Αυτοκινήτου", με συνέπεια να θεωρείται ότι αυτός έχει πλήρως αποκοπεί από αυτήν, χωρίς να έχει τη δυνατότητα πλέον να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά στο αντικείμενο αυτό.

Εξάλλου, κρίνεται ότι, από τον Απρίλιο του 2017 και εντεύθεν, στα αραιά χρονικά διαστήματα, που ο εκκαλών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα επιδιώξει την επαγγελματική του απασχόληση στον τομέα εργασίας, που δύναται και είχε παράσχει, ενόσω εργαζόταν στο Δήμο Πειραιώς (υπάλληλος γραφείου - γενικών καθηκόντων), δεν θα παρακωλυθεί προς τούτο από την ως άνω μερική του αναπηρία.

Συνεπώς, το σχετικό κονδύλιο ποσού 349.511,16 ευρώ, που ο εκκαλών ζητεί για διαφυγόντα εισοδήματα και για μελλοντικά εισοδήματα που θα απωλέσει, κατά το χρονικό διάστημα από 20-2-2015 έως 8-6-2050, λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία ένεκα του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμο και απορριπτέο".

Με τις παραδοχές αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη ως αβασίμου κατ' ουσίαν του αγωγικού αιτήματος του αναιρεσείοντος για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους σ' αυτόν, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την εφαρμοσθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., αλλά προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς την μη βασιμότητα της αγωγικής αξιώσεως του διαφυγόντος κέρδους, για το από 20-2-2015 έως 8-6-2050, επίδικο χρονικό διάστημα, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ότι ο αναιρεσείων, αν και έχει αποφοιτήσει από Τεχνικό-Επαγγελματικό Εκπαιδευτήριο (Τ.Ε.Ε.), το έτος 2001, με την ειδικότητα "Μηχανών και Συστημάτων Αυτοκινήτου", ουδέποτε απασχολήθηκε με την ειδικότητα αυτή, ούτε άσκησε κάποιο άλλο επάγγελμα μέχρι τις 12-2-2014, οπότε προσλήφθηκε στον Δήμο Πειραιά με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως ωφελούμενος άνεργος του προγράμματος κοινωφελούς εργασίας του Ο.Α.Ε.Δ., με την ειδικότητα ΥΕ Γενικών Καθηκόντων και εργάσθηκε μέχρι τις 11-7-2014, ως υπάλληλος γραφείου γενικών καθηκόντων, οπότε έληξε αυτοδικαίως η σύμβασή του, χωρίς, έκτοτε, να εργασθεί ξανά.

Εκθέτει, επίσης, το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο αναιρεσείων, λόγω της πολύ μικρής συχνότητας επαγγελματικής του απασχολήσεως, (επαγγελματική απασχόληση πέντε μηνών έως την ηλικία των 32 ετών)κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεν θα εργάζονταν κατά το χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία, ενώ για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2017 και εντεύθεν, με δεδομένο ότι ουδέποτε άσκησε επάγγελμα ανάλογο των σπουδών του, δεν κρίνεται ότι θα εργάζονταν στο αντικείμενο αυτό, ενώ στα αραιά χρονικά διαστήματα, που θα επιδιώξει να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου-γενικών καθηκόντων, δεν θα παρακωλυθεί προς τούτο από τη μερική αναπηρία του.

Εξάλλου, η ανωτέρω παραδοχή ότι ο τελευταίος, εξ αιτίας του τραυματισμού του, κατέστη ανίκανος προς εργασία μέχρι τον Μάρτιο του 2017, ενώ αυτός, λόγω της πολύ μικρής συχνότητας της επαγγελματικής απασχολήσεως, κρίνεται ότι δεν θα εργάζονταν κατά το χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του για εργασία, δεν είναι αντιφατική, καθόσον έγινε δεκτό, ότι λόγω της κατά τα ανωτέρω ελάχιστης επαγγελματικής απασχόλησής του, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (αν δεν είχε συμβεί το ένδικο τροχαίο ατύχημα), αυτός δεν θα εργαζόταν από τις 19-02-2015 έως το Μάρτιο 2017, αλλά αποτελεί επάλληλη σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να αιτιολογήσει, κατά τα ανωτέρω, την ουσιαστική αβασιμότητα του επιδίκου κονδυλίου για απώλεια διαφυγόντος κέρδους του αναιρεσείοντος συνεπεία του τραυματισμού του. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους δύο πρώτους λόγους της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για τον λόγο ότι το εν λόγω κονδύλιο έπρεπε να γίνει δεκτό ως βάσιμο κατ' ουσίαν, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακολούθως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 645/2025). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το Δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 24/2023, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 1455/2009, Α.Π. 94/2008).

Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι τον έλαβε υπ' όψιν (Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 24/2023, Α.Π. 14/2021, Α.Π. 15/2021, Α.Π. 595/2020, Α.Π. 1106/2019), αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 348/2025, Α.Π. 24/2023). Λόγον αναιρέσεως αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 348/2025).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν, τον δεύτερο λόγο της από 14-10-2019 εφέσεώς του, με τον οποίον παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το αιτούμενο κονδύλιο περί διαφυγόντος κέρδους του, αν και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 15-10-2018 προσθήκη - αντίκρουση στις από 10-10-2018 κοινές προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιόν του, ζήτησαν, σε περίπτωση που γίνει δεκτό το προαναφερθέν κονδύλιο, αυτό να προσαρμοσθεί αναλόγως με το ποσοστό της αναπηρίας του, ήτοι σε 40%.

Ο λόγος αναιρέσεως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο ερεύνησε τον προταθέντα λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ρητώς, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αποχημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών, καταστάντος μετά ταύτα αλυσετελούς τουβ ανωτέρω επικουρικού ισχυρισμού των δύο πρώτων εναγομένων.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, που προβλέπει ότι: "Κανένας δεν επιτρέπεται να υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση", επειδή δέχθηκε ότι η ισόβια, σε ποσοστό 40%, αναπηρία του δεν προκαλεί μείωση των εισοδημάτων του, κρίση η οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστά την προαναφερθείσα εξευτελιστική μεταχείριση εκ μέρους του Εφετείου.

Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος αβάσιμος, δεδομένου ότι οι επικαλούμενη αιτίαση δεν εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και μεταγλωττίσθηκε με το Π.Δ. 6/2022, σύμφωνα με το οποίο "Κανείς δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία".

Το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, στο πλαίσιο της νομίμου δικαιοδοσίας του, έκρινε την αγωγή του αναιρεσείοντος με βάση τις ενώπιόν του αποδείξεις, χωρίς η διατυπωθείσα κρίση του αυτή να μπορεί να θεωρηθεί ως εξευτελιστική μεταχείρισή του, η οποία δικαιολογεί παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για την θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα, που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.

Πάντως, προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος). Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Το ποσό του επιδικαζόμενου, κατά την ΑΚ 931, εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, κατ' αρχήν, αφενός μεν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, αφετέρου δε, την ηλικία και το βαθμό υπαιτιότητας του παθόντος.

Είναι πρόδηλο, ότι η αξίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ. είναι διαφορετική από εκείνες των άρθρων 929 και 932 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, εξαιτίας της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντιστοίχως.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (Ολ. Α.Π. 18/2008, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1084/2024). Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1084/2024).

Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1084/2024). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024).

Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024).

Τέλος, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση)με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.

Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024).

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και των άρθρων 297, 298, 914, 931 και 932 του Α.Κ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ. και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, ποσά, τα οποία υπολείπονται δυσανάλογα των ποσών, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος και την έκταση του τραυματισμού του.

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με τις σωματικές βλάβες, που υπέστη ο αναιρεσείων - παθών κατά τον τραυματισμό του στο τροχαίο ατύχημα, του κατ' άρθρ. 931 του ΑΚ χρηματική παροχή και την κατ' άρθρ. 932 του ίδιου κώδικα αποζημίωση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Εξαιτίας του ως άνω αυτοκινητικού ατυχήματος, τραυματίσθηκε ο εκκαλών, ο οποίος διακομίσθηκε αυθημερόν (19-2-2015)στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας "Άγιος Παντελεήμων", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος στην Ορθοπεδική Κλινική έως την 26-2-2016. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι αυτός υπέστη υποκεφαλικό κάταγμα αριστερού ισχίου, το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με κοχλίωσή του. Κατά την έξοδό του, έγινε στον εκκαλούντα σύσταση για λήψη αντιπηκτικής αγωγής, για βάδιση χωρίς φόρτιση του σκέλους και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δύο (2)μηνών (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2015 πιστοποιητικό νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας).

Περαιτέρω, τη 16-10-2016 ο εκκαλών υποβλήθηκε σε αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης (τριών αυλοφόρων κοχλιών)λόγω αφενός μεν της "μετανάστευσης" του ενός κοχλία μέσα στην άρθρωση του ισχίου, αφετέρου δε της αρχόμενης νεκρώσεως της μηριαίας κεφαλής (βλ. την από 30-10-2017 ιατρική γνωμάτευση του Ιατρού Χειρουργού Ορθοπεδικού, Γ. Ρ.)…

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, παρά τις δύο χειρουργικές επεμβάσεις και τις φυσιοθεραπείες, στις οποίες υποβλήθηκε ο εκκαλών, η υγεία του δεν αποκαταστάθηκε πλήρως. Συγκεκριμένα, έχει προκληθεί σε αυτόν αναπηρία, η οποία φέρει πλέον χαρακτήρα μόνιμο και είναι μη ανατάξιμη. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ίδια ως άνω από 30-10-2017 ιατρική γνωμάτευση του Ιατρού Χειρουργού Ορθοπεδικού, Γ.

Ρ., εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του εκκαλούντος, παραμένει έντονη η ευαισθησία της αρθρώσεως του αριστερού του ισχίου, οι δυνατότητες δε κάμψης αυτού ανέρχονται σε ποσοστό 85%, ενώ οι περιστροφικές κινήσεις του είναι καταργημένες. Όπως δε προστίθεται στη γνωμάτευση αυτή, η βλάβη στο αριστερό κάτω άκρο του είναι μη αναστρέψιμη, θα ακολουθεί τον εκκαλούντα και θα τον δυσχεραίνει σε όλη τη ζωή του, ενώ και η πραγματοποίηση νέας χειρουργικής επεμβάσεως στο μέλλον, προς αντιμετώπιση του άλγους που αισθάνεται, δεν δύναται να οδηγήσει σε ίαση της βλάβης αυτής.

Μάλιστα, κατόπιν αξιολόγησης του εκκαλούντος, τη 12-2-2018, από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α., διαπιστώθηκε ότι αυτός πάσχει από μετατραυματική αρθρίτιδα αριστερού ισχίου, λόγω υποκεφαλικού κατάγματος, με σημαντικού βαθμού περιορισμό των κινήσεων και κρίθηκε ότι το ποσοστό αναπηρίας του, για το χρονικό διάστημα από 5-12-2017 έως 31-12-2020, ανέρχεται σε 40%, οφειλόμενο στο ατύχημα της 19-2-2015 (βλ.

την από 12-2-2018 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του Περ/κού Υποκ/τος Απονομής Συντάξεων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ)...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ως άνω αναπηρία του εκκαλούντος επιδρά δυσμενώς στην καθημερινότητά του, με συνέπειες, που είναι ικανές να τον θέσουν σε κοινωνική και προσωπική ανασφάλεια και εν τέλει σε ψυχολογική αστάθεια. Η διαγνωστή από τον κοινωνικό του περίγυρο δυσχέρεια κατά τη βάδισή του τον επιβαρύνει συναισθηματικά, το δε άλγος και η δυσκαμψία του αριστερού κάτω άκρου του περιορίζουν την καθημερινή κίνησή του και επηρεάζουν την ψυχολογική του διάθεση, όπως κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο μάρτυρας απόδειξης.

Η ως άνω αρνητική επίδραση της αναπηρίας στο μέλλον του εκκαλούντος δεν δύναται, άλλωστε, να καλυφθεί ικανοποιητικά από τις λοιπές, αυτοτελείς και δυνάμενες να ασκηθούν σωρευτικά αξιώσεις, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και της προκληθείσας ηθικής του βλάβης. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, κρίνεται ότι ο εκκαλών δικαιούται το ποσό των 13.000 ευρώ ως πρόσθετη εύλογη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ λόγω της ως άνω αναπηρίας του.

Τέλος, ο εκκαλών, λόγω του ανωτέρω τραυματισμού του, υπέστη ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, τις χειρουργικές επεμβάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε, την προκληθείσα αναπηρία στο αριστερό κάτω άκρο του, την ταλαιπωρία του για μακρό χρονικό διάστημα, προκειμένου να φροντίζει την υγεία του, τις προαναφερθείσες συνθήκες επελεύσεως του ατυχήματος, την αποκλειστική ευθύνη της πρώτης εφεσίβλητης για την πρόκληση του ατυχήματος, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων (πλην της τρίτης εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), κρίνεται ότι πρέπει να του επιδικαστεί, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο. 932 ΑΚ), το ποσό των 17.000 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, για χρηματική παροχή από το άρθρο 931 του Α.Κ. ποσό 13.000 ευρώ και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του τραυματισμού του, ποσό 17.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί Δικαίου συνείδηση, υπολείπονται και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνων που, συνήθως, επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Κατόπιν αυτών, παρέλκει η έρευνα του έκτου αναιρετικού λόγου, με τον οποίον ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ λόγω του ύψους των επιδικασθέντων ποσών από το άρθρο 931 του Α.Κ. και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, επειδή η αναιρετική εμβέλεια του πέμπτου αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός, καλύπτει τον έκτο λόγο αναιρέσεως.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α., που έχει εισαχθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την κύρωσή της δυνάμει του Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, "1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αυτή προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον διά την εθνικήν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων".

Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως της ΕΣΔΑ με τον όρο "ιδιωτική ζωή" νοείται ένας ευρύς όρος, που καλύπτει, μεταξύ άλλων, πτυχές της φυσικής και κοινωνικής ταυτότητας ενός ατόμου, συμπεριλαμβανομένου το δικαιώματος στην προσωπική ανάπτυξη και αυτονομία, στην καθιέρωση και ανάπτυξη σχέσεων με άλλα ανθρώπινα όντα και προς τον έξω κόσμο, το απαράβατο δε αυτής (της ιδιωτικής ζωής) κάμπτεται υπέρ της Δημόσιας Αρχής υπό τις σωρευτικές προϋποθέσεις που θέτει η παρ. 2, δηλαδή της προβλέψεως και επεμβάσεως της Δημόσιας Αρχής από τον νόμο και της αναγκαιότητας αυτής για την διαφύλαξη ορισμένων υπέρτερων εθνικών, οικονομικών και κοινωνικών αγαθών, όπως αυτά διαγράφονται στην παραπάνω διάταξη Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β' , 346 και 453 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στην διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Ολ.

Α.Π. 23/2008, Α.Π. 935/2021, Α.Π. 353/2011). Πρέπει, όμως, η λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων, που δεν προσκομίσθηκαν νομίμως και παραδεκτώς ενώπιόν του, να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.

Α.Π. 911/2002, Α.Π. 935/2021, Α.Π. 881/2011). Δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε, κυρίως, σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, για το οποίο δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (Α.Π. 935/2021, Α.Π. 257/2008, Α.Π. 1620/2005). Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει την βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στην διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Έτσι απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων (Α.Π. 935/2021, Α.Π. 2106/2007).

Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 7 παρ. 2γ του Ν. 2472/1997, ότι το Εφετείο παρανόμως έλαβε υπ' όψιν την από 13-9-2018 μηχανογραφημένη κατάσταση των ενσήμων του, που χορηγήθηκε από τον ΕΦΚΑ, με τον όγδοο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11β του Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψιν εισαγγελική εντολή, η οποία δεν προσκομίσθηκε, ενώ με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, επειδή το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν την από 13-9-2018 μηχανογραφημένη κατάσταση των ενσήμων του, που χορηγήθηκε από τον ΕΦΚΑ, χωρίς να παραθέσει τον εθνικό νόμο, που ορίζει τις προϋποθέσεις για την χορήγηση της ανωτέρω καταστάσεως.

Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπ' όψιν την προσκομισθείσα, από την τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Η.

Α., στην οποία ήταν συνημμένη και η από 13-9-2018 μηχανογραφημένη κατάσταση των ενσήμων του, η οποία χορηγήθηκε σε αυτόν κατόπιν της αναφερόμενης στην πραγματογνωμοσύνη εισαγγελικής εντολής. Τούτων δοθέντων, νομίμως το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και την προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη και την κατόπιν εισαγγελικής εντολής χορηγηθείσα (από τον ΕΦΚΑ)μηχανογραφημένη κατάσταση των ενσήμων (του αναιρεσείοντος), χωρίς μετά ταύτα να είναι αναγκαία η προσκόμιση της εισαγγελικής εντολής, προκειμένου να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο η μηχανογραφημένη κατάσταση.

Η δε κατά τα ανωτέρω νομίμως χορηγηθείσα μηχανογραφημένη κατάσταση δεν συνιστά παραβίαση των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσείοντος, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο τελευταίος με την επίκληση του άρθρου 7 παρ. 2 περ. γ του Ν.2472/1997, και ως εκ τούτου επιτρεπτώς λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, ο ένατος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων της πιο πάνω διατάξεως, πλήττεται η κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ανέλεγκτη αναιρετικώς, εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο δεν εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αν υπάρχει ελληνικός νόμος, που προβλέπει τους όρους χορήγησης σε τρίτο, με εντολή εισαγγελέα, της ανωτέρω μηχανογραφημένης κατάστασης των ενσήμων του (αναιρεσείοντος), δεν θεμελιώνει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγω της παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 8 του Ν.Δ. 53/1974, Κατ' ακολουθίαν τούτων δεν συντρέχει περίπτωση υποβολής αιτήματος γνωμοδότησης προς το ΕΔΔΑ σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 και 8 της Ε.Σ.Δ.Α. και τα αντίθετα υποστυηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα.

Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια της χρηματικής παροχής από το άρθρο 931 του Α.Κ. και της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ως προς τους παρόντες διαδίκους. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), για να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε αυτός για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι παρούσες αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.)στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αποφαίνεται ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Φ. Π.

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς αυτόν.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 398/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαια, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Και

Καταδικάζει τις παρούσες αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ