Supreme Court dismisses appeal against deceased appellant but overturns lower court ruling regarding surviving co-defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the deceased appellant but annulled the lower court's decision concerning the surviving co-defendant. The appellant had died after filing the appeal, while the lower court had ruled on a debt assumption claim that lacked evidence in the original complaint. The court found the lower court erred by considering facts not raised in the initial lawsuit, necessitating a remand for new proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant dies after filing but before the oral debate concludes, whereas the lower court's judgment must be annulled if it considers facts not raised in the original complaint regarding a surviving party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 83 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 83/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Α. συζύγου Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Τσαβδαρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/ΤΜ/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 534/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η δεύτερη αναιρεσείουσα με την από 11-9-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη. Τη γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κάνει και ο μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή.
Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 12-9-2017 και όπως προκύπτει από την 164/2/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Βέροιας, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η δεύτερη των αναιρεσειόντων, ο πρώτος τούτων απεβίωσε στις 3-11-2017, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν το γνωστοποίησε στο δικαστήριο πρόσωπο από τα δικαιούμενα στην ενέργεια αυτή, δηλαδή κληρονόμοι του αποβιώσαντος ή ο μέχρι την επέλευση του θανάτου του πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, και κατά συνέπεια δεν επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας.
Περαιτέρω, εφόσον οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία, ως εξ αναγωγής υπόχρεοι κοινού χρέους προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, και ουδείς των κληρονόμων του πρώτου αναιρεσείοντος δεν προέβη σε σχετική δήλωση προς επανάληψη της δίκης, ούτε ο αναιρεσίβλητος προέβη σε αναγκαστική επανάληψη αυτής, θεωρώντας ότι έχει επέλθει η βίαιη διακοπή της δίκης, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και να συζητηθεί αυτή ως προς τη δεύτερη τούτων, η οποία εκπροσωπήθηκε νομότυπα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσεως, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή τυχόν ενστάσεως, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως (Ολ.
ΑΠ 18/1998, ΑΠ 2091/2013). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 2091/2013).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ενστάσεως που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως.
Εξάλλου, οι λόγοι αναιρέσεως καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται δε μεταξύ αυτών και η εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων. Εξάλλου, με τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 561 του ίδιου Κώδικα, για την εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αγωγή, ως υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δεν εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναιρέσεως, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 559.
Επομένως, το ορισμένο ή αόριστο του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτό των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικά και ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν αυτό έλαβε υπόψη περιστατικά που δεν περιέχονται στην αγωγή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του για το νομικά βάσιμο αυτής ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη τέτοια περιστατικά, μολονότι περιέχονταν σ' αυτήν, οπότε υφίσταται η πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη βάση της αγωγής, που δεν υπάρχει στο δικόγραφο αυτής.
Στην κρινόμενη υπόθεση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι σ' αυτήν ιστορούσε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος τα ακόλουθα: Ότι με τους αδελφούς του Ν. Κ. (πρώτο εναγόμενο) και Α. Κ. (μη διάδικο) είχαν συστήσει άτυπα κοινή επιχείρηση πάχυνσης και εμπορίας βοοειδών ήδη από το έτος 1950 ..., τις εγκαταστάσεις της οποίας μετέφεραν από το 1974 σε συνιδιόκτητο αγροτεμάχιο και των τριών στο ....
Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της η επιχείρηση είχε τη μορφή αφανούς εταιρείας με εμφανή εταίρο και διαχειριστή τον ενάγοντα, συμμετείχαν δε σ' αυτήν και οι τρεις κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας ως προς τις δαπάνες και τα έσοδα, πλην όμως τα παραστατικά για την αγορά και πώληση των βοοειδών εκδίδονταν με τα ατομικά στοιχεία του καθενός, καθόσον η εταιρεία ουδέποτε απέκτησε δικό της φορολογικό μητρώο.
Ότι από τα έσοδα της κοινής επιχειρήσεως αγοράσθηκαν στη Βέροια τρία διαμερίσματα, ίσου περίπου εμβαδού και αξίας, ένα για τον καθένα των τριών αδελφών. Ότι λόγω ζημιών που εμφάνισε η κοινή επιχείρηση από το έτος 1982 υποχρεώθηκαν να καταφύγουν σε τραπεζικό δανεισμό και για το λόγο αυτό στις 2-5-1985 κατάρτισαν με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος σχετική σύμβαση δανείου με ανοικτό λογαριασμό ποσού 24.000.000 δρχ., που ίσχυε μέχρι του διπλασίου και έληγε την 31-12-1988, χρήση δε του δανείου έκαναν για ποσό 31.500.000 δρχ.
Ότι τη σύμβαση αυτή προσυπέγραψαν και οι τρεις αδελφοί, δεσμευόμενοι για την αποπληρωμή του δανείου και με την ατομική τους περιουσία, ενώ η δανείστρια Τράπεζα προς εξασφάλισή της ενέγραψε και υποθήκη τόσο στην κοινή τους ιδιοκτησία (αγροτεμάχια και βουστάσιο) όσο και στα διαμερίσματα ενός εκάστου. Ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος λόγω μη εξυπηρετήσεως της δανειακής συμβάσεως επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση τόσο στο ζωικό κεφάλαιο της επιχειρήσεώς τους όσο και στα διαμερίσματα των τριών αδελφών, προχώρησε δε το 1997 και σε αναγκαστικό πλειστηριασμό 370 μόσχων, πλην όμως από το πλειστηρίασμα μικρό μέρος του χρέους καλύφθηκε και για το λόγο αυτό στις 20-3-2003 με πρόσθετη πράξη ρυθμίσεως οφειλών, που την συνυπέγραψαν και οι τρεις αδελφοί, αναγνώρισαν χρέος προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ύψους 1.695.257,06 ευρώ, από το οποίο ωστόσο λόγω γενομένης ρυθμίσεως διεγράφη ποσό 1.577.703 ευρώ και αναγνώρισαν ως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο και υπήχθη σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής του με δόσεις.
Ότι από 20-3-2003 έως 21-12-2006 ο ενάγων κατέβαλε τμηματικά το ποσό των 113.371,55 ευρώ εις πλήρη εξόφληση της κοινής οφειλής προς την Α.Τ.Ε. Ότι η δεύτερη εναγομένη (και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) είχε εισέλθει από το έτος 1987 στην επιχείρηση, συνδιαχειριζόμενη από κοινού με το σύζυγό της την εταιρική του μερίδα, ήτοι το 1/3 εξ αδιαιρέτου, μετά δε τον πλειστηριασμό του ζωικού κεφαλαίου της επιχειρήσεως και την αποχώρηση του συζύγου της από αυτήν, η ίδια παρέμεινε στην εταιρική του μερίδα και δραστηριοποιήθηκε ως εταίρος μέχρι τα τέλη του έτους 2000, πωλώντας στο όνομά της το ζωικό κεφάλαιο της κοινής επιχειρήσεως, έκτοτε δε, επειδή η επιχείρηση ούτε σοβαρά έσοδα είχε, αλλά μόνο χρέη, ούτε ζωικό κεφάλαιο διέθετε, αδιαφόρησε πλήρως γι' αυτήν.
Ότι στο μεταξύ ο πρώτος εναγόμενος το έτος 1999 μεταβίβασε λόγω δωρεάς στη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του το 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος που του ανήκε, παρά το ότι ήταν υποθηκευμένο, ενώ λόγω και της αναγκαστικής κατασχέσεως που είχε επιβληθεί από την Α.Τ.Ε. η μεταβίβαση ήταν άκυρη, αναδεχόμενη έτσι η ίδια την υφιστάμενη επί του ως άνω ποσοστού υποθήκη.
Ότι το έτος 2007, μετά την εξόφληση του κοινού χρέους προς την Α.Τ.Ε., η δεύτερη εναγομένη προέβη στην εξάλειψη της υπάρχουσας στο ως άνω διαμέρισμα υποθήκης, η οποία είχε εγγραφεί σε βάρος του συζύγου της, από την ενέργεια δε αυτή επωφελήθηκε αποκλειστικά η ίδια, αφού το εν λόγω ακίνητο, του οποίου ήταν κυρία από το έτος 1999, της έμεινε ελεύθερο από κάθε βάρος.
Ότι στην εξάλειψη της υποθήκης προέβη η δεύτερη εναγομένη μετά την κοινοποίηση εκ μέρους του ενάγοντος στον πρώτο εναγόμενο εξώδικης δηλώσεως, με την οποία του ζητούσε, κατ' αναγωγή, την καταβολή του 1/3 του ποσού που κατέβαλε ο ίδιος στην Α.Τ.Ε. εις εξόφληση του κοινού χρέους, το εξώδικο δε αυτό δεν το απεύθυνε και στη δεύτερη εναγομένη, για το λόγο ότι ως σύζυγοι μεταξύ τους είχαν κοινή οικονομία και κοινό ήταν το προς αυτόν χρέος τους.
Ότι κατά το χρόνο μεταβιβάσεως του 1/2 του ως άνω διαμερίσματος η δεύτερη εναγομένη ουσιαστικά αναδέχθηκε την οφειλή του συζύγου της προς την Α.Τ.Ε., αποδεχόμενη και το βάρος της υποθήκης, που είχε εγγραφεί σ' αυτό, και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μετά το έτος 1997 υποκατέστησε πλήρως το σύζυγό της στην εταιρική του συμμετοχή, έχει και κατ' αυτής δικαίωμα αναγωγής κατά το ποσοστό που τον βαρύνει, ενόψει της εκ μέρους του εξοφλήσεως του κοινού χρέους προς την Α.Τ.Ε.
Ότι σε κάθε περίπτωση, με την εκ μέρους του εξόφληση του κοινού χρέους, οι εναγόμενοι κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του κατά το ποσόν των 37.790,51 ευρώ, αφού το ποσόν αυτό θα το κατέβαλαν εξ ιδίων, σε περίπτωση που δεν το είχε καταβάλει ο ίδιος, ο πλουτισμός δε αυτός έγινε σε βάρος της περιουσίας του και σώζεται στα χέρια των εναγομένων, αφού εξαλείφθηκε η υποθήκη που υπήρχε στο ακίνητό τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ο ενάγων ζητεί με την ένδικη αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 37.790,51 ευρώ νομιμοτόκως από την εξόφληση του κοινού χρέους στην Α.Τ.Ε. στις 21-12-2006, αλλιώς από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφοροποιούμενο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, δέχθηκε ότι ο ενάγων εξέθετε στην αγωγή ότι οι τρεις αδελφοί κατάρτισαν το έτος 1985 σύμβαση δανείου με την Α.Τ.Ε. προς δανειοδότηση της κοινής επιχειρήσεώς τους για ποσό 31.500.000 δρχ., με υποχρέωση αποδόσεως του δανείου στην πιστώτρια Τράπεζα εις ολόκληρον από τον καθένα δανειολήπτη και με κατ' ισομοιρία ρύθμιση των μεταξύ τους σχέσεων από τη δανειακή αυτή σύμβαση, ότι η δεύτερη εναγομένη, από τον Οκτώβριο του έτους 1987, με σχετική προφορική συμφωνία με τους δανειολήπτες ανέλαβε την εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο ευθύνη αυτού στις μεταξύ των δανειοληπτών σχέσεις, που θα προέκυπταν από την πληρωμή της σύμβασης δανείου, και, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας της αγωγής, που είχαν προβάλει οι εναγόμενοι - εκκαλούντες και επανέφεραν με λόγο εφέσεως, δέχθηκε περαιτέρω ότι στην αγωγή εκτίθεται "το δικαίωμα (του ενάγοντος) απαίτησης από την σωρευτικώς, εις ολόκληρον, ευθυνομένη αναδοχέα, με την επικαλούμενη κατάρτιση, το έτος 1987, άτυπης σύμβασης σωρευτικής αναδοχής μεταξύ του ενάγοντος, ως μελλοντικού δανειστή της, εις ολόκληρον προς την Αγροτική Τράπεζα συνοφειλέτη, και της αναδεχθείσας εναγομένης, με την επίκληση σωρευτικής ανάληψης μελλοντικής οφειλής, του εις ολόκληρον συνοφειλέτη για την βαρύνουσα αυτόν αναλογία".
Ωστόσο, στο δικόγραφο της αγωγής ουδόλως εκτίθεντο περιστατικά για σωρευτική αναδοχή εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας του κοινού χρέους προς την Α.Τ.Ε. των τριών αδελφών, λαμβάνοντας υπόψη ότι η σωρευτική αναδοχή προϋποθέτει σύμβαση του νέου οφειλέτη με τον δανειστή, και τέτοια περιστατικά ουδόλως επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του, ούτε άλλωστε το μόρφωμα που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η κατά το έτος 1987 άτυπη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής μεταξύ του ενάγοντος, ως μελλοντικού δανειστή, και της δεύτερης εναγομένης, με την επίκληση σωρευτικής ανάληψης εκ μέρους της μελλοντικής οφειλής, είναι δυνατό να θεραπεύσει αυτή την έλλειψη, αφού ουδέν σχετικό εκτίθεται, έστω και κατ' εκτίμηση, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος στηρίζονται ουσιαστικά στην πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών μεταξύ των τριών αδελφών και της Α.Τ.Ε., πλην όμως στην αγωγή δεν εκτίθεται ότι η δεύτερη εναγομένη είχε την οποιαδήποτε συμμετοχή στην πράξη αυτή, αρχικά ή μεταγενέστερα.
Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και ως προς τη δεύτερη εναγομένη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 361, 481, 487 παρ. 1, 488, 471, 477, 340, 345, 346 ΑΚ ως προς την κυρία βάση, και στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ ως προς την επικουρική βάση, μετά την εκτίμηση δε του αποδεικτικού υλικού έκρινε ότι η αγωγή ήταν βάσιμη ως προς την κυρία βάση και ότι παρείλκε κατόπιν τούτου η έρευνα της επικουρικής βάσεως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα (τη βάση της αγωγής για τη σωρευτική αναδοχή χρέους) ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, που δεν προτάθηκαν με την αγωγή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαπλάθοντας με τον τρόπο αυτό ως ορισμένο ένα αόριστο δικόγραφο. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθεί η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση, και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στη δεύτερη αναιρεσείουσα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Αναιρεί την 534/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ' αυτήν.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσείουσας, το ποσόν των οποίων ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ