Legislator Case Law & Legislation
20/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against fire liability judgment, upholding employer's objective liability for employee's negligence.

Case Number 20/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a fire caused by an employee. The court found that the employer was objectively liable under Article 922 of the Civil Code for the employee's negligent actions during work execution. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 922, 481, 486, 926 of the Civil Code; An employer is objectively liable for damages caused by an employee acting under their control or supervision during the execution of assigned duties.

Keywords

AI generated
objective liability employer responsibility employee negligence workplace fire civil code article 922 supreme court appeal dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 922 of the Civil Code
Article 481 of the Civil Code
Article 486 of the Civil Code
Article 926 of the Civil Code
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 20 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 20/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Νοχού - Γρίβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Γούμενο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/8/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2016 μη οριστική και 180/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 271/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/1/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 18-1-2020 (5/29-1-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 271/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή, του προσώπου, το οποίο, με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ` αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρ. 922 του Α.Κ., η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες, τις οποίες παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 838/2020, Α.Π. 2/2020, Α.Π. 1306/2018, Α.Π. 427/2015, Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 280/2009, Α.Π. 605/2009).

Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται. Από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημιές που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που του ανατέθηκαν ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, που ανατέθηκε σ` αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια (Α.Π. 669/2017, Α.Π. 926/2004).

Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων με αυτές των άρθρων 481 - 486, 922 και 926 του Α.Κ., συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε την περιουσιακή ή τη μη περιουσιακή ζημία, δημιουργούμενης έτσι παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, ενώ ο δανειστής, ο οποίος δικαιούται εις εκπλήρωση μόνο μία φορά, δικαιούται να απαιτήσει την αξίωσή του, κατά προτίμηση, από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, η επιλογή του δε αυτή δεν τον δεσμεύει και μέχρι την καταβολή μπορεί να μεταβάλει γνώμη (Α.Π. 106/2019, Α.Π. 181/2011, Α.Π. 72/2007, Α.Π. 160/2001).

Από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας, η μεταξύ των περισσοτέρων ομοδίκων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσότερων διαφορών σε μία δίκη (υποκειμενική σώρευση αγωγών). Έτσι, οι πράξεις ή παραλείψεις του κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους υπόλοιπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζονται από τη δικαιολογητική σχέση του άλλου ούτε από τις ενέργειες εκείνου στη δίκη.

Εξάλλου, κατ' άρθρο 517 του Κ.Πολ.Δ., η έφεση μπορεί να απευθύνεται κατά όλων των συνεναγόμενων απλών ομοδίκων, αντιδίκων του εκκαλούντος, ή κατά οποιουδήποτε εξ αυτών, κατά την προτίμηση του εκκαλούντος, καθόσον, συνεπεία της αυτοτέλειας της δικονομικής θέσης εκάστου των απλών ομοδίκων, συντρέχει αυτοτέλεια των προϋποθέσεων του παραδεκτού και της βασιμότητας των ενδίκων μέσων.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως απαράδεκτο δε νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό, που κηρύσσεται, συνεπεία παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ. Α.Π. 12/2000, Ολ.Α.Π. 1331/1985, Α.Π. 1185/2021, Α.Π. 933/2019, Α.Π. 862/2011, Α.Π. 1735/2008). Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 562 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. "κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη". Η αρχή αυτή του δικαίου της αναίρεσης αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος, που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη ως άκυρη πράξη ή εκείνος, του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα. Αυτό σημαίνει ότι απαραδέκτως προτείνεται λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη, την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του (Ολ.Α.Π. 1548/1979, Α.Π. 1322/2018, Α.Π. 1678/2008, Α.Π. 1667/2006).

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, που άσκησε η ίδια καθώς και της έφεσης, που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, παρότι δεν κλητεύθηκε στην κατ' έφεση δίκη ο συνεναγόμενός της και αναγκαίος ομόδικος, Σ.

Γ.. Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά στο επικαλούμενο απαράδεκτο της συζήτησης της έφεσης και των πρόσθετων λόγων που άσκησε η αναιρεσείουσα πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού, κατ' αντίθεση προς την αρχή της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., πλήττει διαδικαστική παράλειψη της ίδιας, η οποία δεν κλήτευσε τον ως άνω συνεναγόμενό της.

Περαιτέρω, καθόσον αφορά στην επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, συνεπεία της αποδιδόμενης παράλειψης του αναιρεσιβλήτου να κλητεύσει, ως εκκαλών, τον ανωτέρω διάδικο, τυγχάνει επίσης απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, γιατί δεν επικαλείται ότι προέβαλε νόμιμα τον ισχυρισμό αυτό με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

ή ότι δεν τον επικαλέστηκε, λόγω συνδρομής των εξαιρετικών περιπτώσεων, που προβλέπονται από την ως άνω διάταξη. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, πρωτίστως, ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω αιτιάσεις τυγχάνουν αβάσιμες, δεδομένου ότι, όπως εκτίθεται στην προαναφερόμενη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, η αναιρεσείουσα, ως προστήσασα, συνδέεται με τον συνεναγόμενό της, προστηθέντα, με σχέση απλής ομοδικίας και όχι με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, όπως αυτή αβάσιμα υποστηρίζει.

Ενόψει, λοιπόν, του ότι πρόκειται για υποκειμενική σώρευση αγωγών και η σχέση της προστήσασας (αναιρεσείουσας) και του προστηθέντος είναι ανεξάρτητη δικονομικά, ο ενάγων είχε την ευχέρεια να εφεσιβάλλει την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ασκώντας έφεση μόνον κατ' αυτής (αναιρεσείουσας), χωρίς να απαιτείται κλήτευση και του αρχικώς συνεναγομένου της.

Από το άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η εφετειακή (τελεσίδικη) απόφαση, που περατώνει όλη τη δίκη, στην οποία η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται (Ολ.Α.Π. 40/1996, Α.Π. 1142/2020, Α.Π. 924/2020, Α.Π. 862/2020, Α.Π. 891/2019, Α.Π. 710/2017). Από τις διατάξεις του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 του ν. 3994/13-7-2011 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, κατ` άρθρο 77 αυτού, προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του, που έχει το χαρακτήρα μη οριστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και θεμελιώνει την από τον αριθμό 2 περ.

α' του άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον, όταν δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση και όχι το δικαστήριο, που εξέδωσε τη μη προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, σε περίπτωση απορρίψεως κατ' ουσία της εφέσεως, ενσωματώνεται με την τελεσίδικη τοιαύτη.

Στην περίπτωση, που η κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε προβληθεί με λόγο έφεσης, ο οποίος απορρίφθηκε ρητά ή σιωπηρά, τότε, ελέγχεται η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο, δηλαδή, για μη κήρυξη, παρά το νόμο, ακυρότητας (Α.Π. 535/2016, Α.Π. 2/2016, ΑΠ 1434/2007, 1498/2006).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει την από την ως άνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας), που εξέδωσε την 180/2018 απόφαση, δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι συγκροτήθηκε από διαφορετικό Δικαστή από αυτόν, που συγκρότησε την προηγούμενη σύνθεσή του, η οποία, με την έκδοση της 132/2016 απόφασης, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, είναι απαράδεκτος.

Σε κάθε περίπτωση, εκτιμώμενου του άνω λόγου, ως στηριζόμενου στον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε το λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο έβαλε κατά την εκκληθείσας απόφασης, λόγω κακής σύνθεσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, λεκτέα τα εξής:

Από την επισκόπηση του εφετηρίου δικογράφου, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, προκύπτει ότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι "Στην ένδικη διαφορά ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ο οποίος εξέδωσε την με αριθμό 132/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ήταν ο Πρωτοδίκης κ.

Δημήτριος Βογιατζής. Ωστόσο, στην κατ' επανάληψη συζήτησης, όπως αποδεικνύεται από την ανάγνωση της απόφασης με αριθμό 180/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ορίστηκε ο Δικαστής Πρωτοδίκης κ. Κωνσταντίνος Βελιάνης, ο οποίος εξέδωσε την εκκαλουμένη. Ταυτόχρονα καμία μνεία δεν γίνεται στην εκκαλουμένη απόφαση λόγου, ο οποίος να δικαιολογεί την απόκλιση και την μη ανάθεση της υπόθεσης στον ίδιο δικαστή που είχε εκδώσει την προδικαστική απόφαση.

Φυσικός λόγος (λ.χ. θάνατος, ασθένεια, αποκλεισμός) ή νομικός λόγος (μετάθεση, εξαίρεση, προαγωγή), ο οποίος συγκεκριμένος λόγος κατέστησε αδύνατο το αμετάβλητο του δικαστή, το οποίο ρητά απαιτεί η διάταξη του 254 του ΚΠολΔ...". Περαιτέρω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας "διότι...

ναι μεν στην μετά την επανάληψη συζήτηση η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή, μόνο όμως όταν αυτό δεν είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους, όπως, η προαγωγή, η μετάθεση κλπ του δικαστή που εξέδωσε την μη οριστική απόφαση που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης και εν προκειμένω η εναγομένη δεν πλήττει την εκκαλουμένη, ως προς το ότι εκδόθηκε από άλλο δικαστή, χωρίς να συντρέχει ένας από τους εξαιρετικούς ως άνω λόγους, αλλά ως προς το ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι συνέτρεχε εξαιρετικός λόγος για την διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου...".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι σ' αυτόν, απλώς, παρατίθεται, η σχετική διάταξη, χωρίς να γίνεται επίκληση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεξε, πράγματι, στο πρόσωπο του Δικαστή, που εξέδωσε τη μη οριστική απόφαση, νομικός ή φυσικός λόγος, συνεπεία του οποίου δεν ήταν δυνατή η συμμετοχή του στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την οριστική τοιαύτη, ώστε να στοιχειοθετείται μη νόμιμη συγκρότηση τούτου.

Η μνεία στα πρακτικά ή την απόφαση περί του ως άνω κωλύματος αποδεικνύει την ύπαρξη τούτου, ενώ η τυχόν από παραδρομή παράλειψή της δεν αρκεί για τη θεμελίωση της σχετικής πλημμέλειας, που καθιστά μη νόμιμη τη συγκρότηση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ο οποίος στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις, που ανάγονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19, να δημιουργείται λόγος αναίρεσης και να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Α.Κ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο χωρία αυτής, προέκυψε ότι, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών και εφεσίβλητος είναι κύριος ενός ακινήτου...

στην ... του ..., εκτάσεως 1.141 τ.μ., εντός του οποίου βρίσκεται μη οικία του και άλλοι βοηθητικοί χώροι. Στη νοτιοδυτική του πλευρά το ακίνητο αυτό συνορεύει με το ακίνητο..., εκτάσεως 2.824 τ.μ., που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία, εντός του οποίου δεν υφίστανται κτίρια, παρά μόνο φυλλοβόλα δένδρα και συγκεκριμένα λεύκες.

Για τον καθαρισμό του χώρου από τα φύλλα που πέφτουν από τα δένδρα, η εναγομένη είχε από ετών αναθέσει τη συγκεκριμένα εργασία στον Σ. Γ., ο οποίος συνδεόταν μαζί της με σχέση εξαρτημένης εργασίας και άρα ενεργούσε υπό τις εντολές, τον έλεγχο και την εποπτεία της. Αυτός, στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, μετέβαινε αρκετά συχνά, κατά την περίοδο του φθινοπώρου, οπότε τα φυλλοβόλα δένδρα ρίχνουν τα φύλλα τους, στο ως άνω οικόπεδο της εναγομένης, συγκέντρωνε τα φύλλα από το οικόπεδο αυτό, καθώς και από άλλο οικόπεδο, με το οποίο συνορεύει στη νοτιοδυτική του πλευρά, εντός του οποίου βρίσκεται η οικία του Π.

Σ., ιδρυτή της εναγόμενης εταιρείας, σε σωρούς εντός του ακάλυπτου οικοπέδου που συνορεύει με το οικόπεδο του ενάγοντος και προχωρούσε στην καύση τους... η ίδια τακτική εφαρμοζόταν και για τα φύλλα του όμορου οικοπέδου, όπου βρισκόταν η κατοικία του... Π. Σ., τα οποία, αφού συγκέντρωνε ο δεύτερος εναγόμενος, τα μετέφερε στον ακάλυπτο με τις λεύκες οικόπεδο, όπου και τα έκαιγε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καύση των φύλλων γινόταν χωρίς να λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα πρόληψης, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος επέκτασης της φωτιάς. Ο δεύτερος εναγόμενος εναπόθετε τη σωρό στην επιφάνεια του εδάφους, σε διαφορετικό κάθε φορά σημείο του οικοπέδου, χωρίς να σκάψει υποτυπωδώς το έδαφος ή να περιβάλλει το χώρο με πέτρες και χώμα και στη συνέχεια έθετε φωτιά, χωρίς να υπολογίζει σε παράγοντες κινδύνου, όπως λ.χ.

την κατεύθυνση του ανέμου, με αποτέλεσμα οι καπνοί να κατευθύνονται συχνά προς την οικία του ενάγοντος και, κυρίως, χωρίς έχει πάντα υπό την αυστηρή του επίβλεψη την εστία της φωτιάς μέχρι να σβήσει ολοσχερώς, αφού ιδίως κατά τα τελευταία προ του επίδικου συμβάντος έτη, εγκατέλειπε το χώρο για να εκτελέσει άλλες εργασίες...

Το φθινόπωρο του έτους 2010... μετέβαινε τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα στις ιδιοκτησίες του Π. Σ. και της πρώτης εναγομένης εταιρίας, συγκέντρωνε τα φύλλα και τα έκαιγε εντός του οικοπέδου της τελευταίας. Το πρωί της 25ης Νοεμβρίου 2010... μετέβη γύρω στις 7.30 στο οικόπεδο του Π. Σ., παρέλαβε από εκεί ποσότητα φύλλων, που είχε συγκεντρώσει από προηγούμενη φορά και αντιστοιχούσε σε περίπου δύο με τρία καροτσάκια χειρός, τη μετέφερε εντός του οικοπέδου της πρώτης εναγομένης με τις λεύκες, τις εναπόθεσε επί του εδάφους σε σημείο που απείχε δώδεκα μέτρα από το όριο του οικοπέδου του ενάγοντος και έθεσε φωτιά.

Ακολούθως, μεταξύ 8.20 και 8.40 έφυγε από το σημείο εκείνο, προκειμένου να μεταφέρει ορισμένα αντικείμενα στην ... χωρίς όμως προηγουμένως να ελέγξει ότι η φωτιά είχε κατασβεστεί πλήρως. Έτσι, μετά την αποχώρησή του, η φωτιά που σιγόκαιγε για αρκετές ώρες, μεταξύ 11.00 και 11.30 αναζωπυρώθηκε, προκάλεσε καπνό, ο οποίο, λόγω της φοράς του ανέμου, μεταφέρθηκε στην οικία του ενάγοντος...

Τελικά περί ώρα 15.30 η φωτιά μεταφέρθηκε, μέσω των καιόμενων φύλλων που παρασύρθηκαν από τον αέρα, στην περίφραξη που χώριζε τα δύο οικόπεδα... Τελικά κατασβέστηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, που συνέδραμε τις μέχρι εκείνη την ώρα προσπάθειες του ενάγοντος, των υπαλλήλων που απασχολούσε εκείνη την ημέρα και των περιοίκων και περαστικών που προσέτρεξαν σε βοήθεια...

Με βάση τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι η φωτιά που προκάλεσε τις υλικές ζημίες στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, οφείλεται αιτιωδώς στην άδικη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος από την εναγομένη, Σ. Γ., που βαρύνεται με αμέλεια, καθώς δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτούνταν, ενώ όφειλε και είχε τη δυνατότητα να προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες προς αποτροπή της επίδικης πυρκαγιάς, όπως στην απόρριψη και όχι καύση των ξερών φύλλων και σε κάθε περίπτωση, εφόσον προχώρησε στην καύση, στη λήψη των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων, όπως την επιλογή σημείου, που ενόψει της φοράς του ανέμου δεν θα προκαλούσε κίνδυνο σε άνθρωπο ή σε πράγματα, το σχολαστικό καθαρισμό του γύρω χώρου από τα ξερά φύλλα, χόρτα ή άλλα εύφλεκτα υλικά και την κατάβρεξή του με νερό, τη διάνοιξη λάκκου προς καύση ή περιχαράκωση του χώρου της φωτιάς με χώμα και πέτρες και, τέλος, την κάλυψη της εστίας φωτιάς με ικανή ποσότητα χώματος.

Αντίστοιχα, η πρώτη εναγομένη ευθύνεται για τις λεπτομερώς προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις του δεύτερου εναγομένου, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί και βρίσκονταν σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών...". Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμες τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, που αφορούσαν στην έλλειψη υπαιτιότητας του δεύτερου εναγομένου και υπ' αυτής προστηθέντος για την πρόκληση της πυρκαγιάς και, εντεύθεν, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής της.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι, αποκλειστικά και μόνο, συνεπεία της αμελούς συμπεριφοράς του υπό της ήδη αναιρεσείουσας προστηθέντος, εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, που προκάλεσε τις υλικές ζημίες στην ιδιοκτησία του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Επισημαίνεται ότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στο λόγο αυτό και αφορούν στις υπ' αυτής αποδιδόμενες αντιφάσεις της πρωτόδικης απόφασης, τυγχάνουν απαράδεκτες, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ενσωματώθηκε με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη τοιαύτη, της οποίας, όπως ήδη σημειώθηκε, οι αιτιολογίες παρατίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-1-2021 (5/29-1-2021) αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 271/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ