Legislator Case Law & Legislation
2092/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and orders losing party to pay legal fees and court costs separately.

Case Number 2092/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's ruling, finding the request procedurally admissible but substantively unfounded. The appellant, a sole heir, challenged the judgment while the respondent bank and a third party argued for the dismissal of the appeal. The court distinguished between the lawyer's private fee owed by the client and the court costs awarded to the winner, ruling that the appellant must pay the latter amount of 2,700 euros to the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 92, 98, 189 of the Code of Civil Procedure; The lawyer's fee is a private contractual debt owed by the client, whereas court costs are a public debt awarded to the prevailing party and must be paid by the loser, not the lawyer.

Keywords

AI generated
Appeal admissibility Court costs allocation Lawyer fee distinction Civil procedure code Third party liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 92 of the Code of Lawyers
Article 98 of the Code of Lawyers
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2092 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2092/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ο. Χ.-Π. του Β., ως μοναδικής κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Τόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ε. Α. Π. του Π., κατοίκου ... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Γεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Τζεβελέκο, οποίος ανακάλεσε την από 7-10-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-05-2018 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Π. το Αναργύρου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3642/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4458/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 4458/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Το άρθρο 9 Α του Συντάγματος, το οποίο προσετέθη με το από 6 - 17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ'. Αναθεωρητικής Βουλής (Α'. 84), ορίζει τα εξής : "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει".

Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24-10-1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εκδόθηκε ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" [όπως τροποποιηθείς ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 84 ν/ 4624/2019 "Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Συμβουλίου της 27.4.2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της 27.4.2016 και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 137/29.8.2019)] ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς τους παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων.... β)... γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο στ) "Διασύνδεση", μορφή επεξεργασίας που συνίσταται στη δυνατότητα συσχέτισης των δεδομένων ενός αρχείου με δεδομένα αρχείου ή αρχείων που τηρούνται από άλλον ή άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας ή που τηρούνται από τον ίδιο υπεύθυνο επεξεργασίας για άλλο σκοπό, ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια, βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του, καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός θ) "Τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας ι) "Αποδέκτης" το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Στο άρθρο 4 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του ν. 3471/2006 ότι: "1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει:

α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση δ) ...Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας...".

Στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ.γ'της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 2915/2001 ότι: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων, β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο, γ) ...

δ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή ...ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών..

Στο άρθρο 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 3741/2006 : "1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του. 2. Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα, που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου. 3.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. 4. Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικώς εγγράφως.

Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπεύθυνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν". Στο άρθρο 11 ότι: "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:

α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του β) τον σκοπό της επεξεργασίας γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί την συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου. 3.

Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς.." Στο άρθρο 12 ότι: "1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως... 2.

Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή τις ακόλουθες πληροφορίες: α) όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους β) τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών γ) την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του δ) την λογική αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με την συνδρομή ειδικού ε) κατά περίπτωση, τη διόρθωση ή τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής, ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε', εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατον ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες 3.

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας". Στο άρθρο 13 ότι: "1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Τέλος, κατά το άρθρο 23 του εν λόγω νόμου με τίτλο "αστική ευθύνη", προβλέπονται και αστικές κυρώσεις ειδικότερα δε, η παράγραφος 1 αυτού ορίζει, ότι "φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση.

Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον". Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό και το ταυτάριθμο άρθρο της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1977 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής β) ηθική βλάβη γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.

Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 58/2025, ΑΠ 860/2022, ΑΠ 1264/2020, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 186/2020, ΑΠ 1079/2018, ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 1923/2006, ΣτΕ 1863/2021, ΣτΕ 2965/2017).

Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023,ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1788/ 2023, ΑΠ 114/2016).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία].

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 118/2019).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 476/2024, ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 1445/2017).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ , κατά το ενδιαφέρον, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα κάτωθι περιστατικά: " Ο αρχικός ενάγων Γ. Π., ο οποίος απεβίωσε στις ....2019, μετά την άσκηση της αγωγής...ετύγχανε θείος της δεύτερης εναγομένης Ε.

Π., ως εκ του ότι ήταν αδελφός του πατέρα της Π. Π., ο οποίος είχε προαποβιώσει ήδη από τις 27.3.2011. Η σχέση που συνέδεε τον αρχικό ενάγοντα Γ. Π. και τον αδελφό του Π. Π. ήταν ιδιαίτερα στενή,αμφότεροι δε ήταν συμμέτοχοι στην εταιρεία υπό την επωνυμία "BCC Αθηναϊκό Πρακτορείο Δημοσιεύσεων Γραφείο Επαρχιακού Τύπου Διαφημίσεις ΑΕ".

Οι σχέσεις των δύο αδελφών ήταν αρμονικές, ενδεικτικό δε στοιχείο των σχέσεων αγάπης και αλληλοσεβασμού ήταν ότι από το έτος 1989 ...άνοιξαν στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στο Λονδίνο, δύο κοινούς τραπεζικούς διαζευκτικούς λογαριασμούς, και δη τον με αριθμό ... και τον με αριθμό ..., με διαζευκτικό δικαίωμα αναλήψεως παρ' εκάστου συνδικαιούχου, ενώ με την από 27.9.2002 αίτησή τους προσετέθη στους κοινούς λογαριασμούς η δεύτερη εναγομένη, που τότε ήταν ανήλικη, η οποία κατέστη έκτοτε τρίτη συνδικαιούχος αυτών.

Με τον θάνατο του Π. Π. η πρώτη εναγομένη -εφεσίβλητη τράπεζα ζήτησε νέα εντολή για άνοιγμα νέων λογαριασμών κλείνοντας τους παλαιούς που είχαν συνδικαιούχο και τον θανόντα Π. Π., κατόπιν δε τούτων, πράγματι η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη τράπεζα λαμβάνοντας προς τούτο εντολή άνοιξε τους με αριθμούς ... και ...

νέους τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχους τον αρχικό ενάγοντα Γ. Π. και την δεύτερη εναγομένη. ΟΙ ως άνω τραπεζικοί λογαριασμοί που ήσαν διαζευκτικοί, διέπονταν από το αγγλικό δίκαιο...

Περαιτέρω ο αρχικώς ενάγων θείος και νονός της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης σε ανύποπτο παρελθόντα χρόνο προέβη προ του θανάτου του αδελφού του σε σειρά χαριστικών διαθέσεων προς την ανηψιά του, δεύτερη εναγομένη -εφεσίβλητη ( ο ίδιος ήταν άγαμος και άκληρος)...(περιγράφονται τα δωρηθέντα ακίνητα). Κατά το χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα οι ως άνω δωρεές αλλά και αργότερα, τουλάχιστον έως και το έτος 2016 οι σχέσεις του αρχικού ενάγοντος με την δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη ήταν άριστες...

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι περί την 15η Ιουλίου 2016 και ενώ μέχρι τότε τίποτε δεν σκίαζε τις σχέσεις των διαδίκων, ο αρχικώς ενάγων αιτήθηκε από το υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης στο Λονδίνο να κλείσει αμφότερους τους ως άνω διαζευκτικούς έως τότε κοινούς λογαριασμούς, μεταφέροντας τα υπόλοιπά τους σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην πρώτη εναγομένη εφεσίβλητη στην Ελλάδα....

Την 27.7.2016 ακολούθησε επί πλέον έγγραφη ιδίου περιεχομένου εντολή του αρχικού ενάγοντος προς την τράπεζα...Μετά πάροδο περίπου μηνός και δη την 8.8.2016 η δεύτερη εναγόμενη-εφεσίβλητη μετέβη στο κατάστημα της ΕΤΕ στο Λονδίνο, οπότε και ζήτησε, όπως είχε δικαίωμα, κατά το αγγλικό δίκαιο, την μετατροπή των ανωτέρω λογαριασμών από κοινούς διαζευκτικούς, όπου έκαστος των συνδικαιούχων ηδύνατο να επεμβαίνει στον τραπεζικό λογαριασμό χωρίς την συναίνεση του συνδικαιούχου του λογαριασμού σε κοινούς συμπλεκτικούς, όπου έκαστος των συνδικαιούχων ηδύνατο να επεμβαίνει στον τραπεζικό λογαριασμό μόνον με την συναίνεση του συνδικαιούχου του λογαριασμού, το δε αίτημά της αυτό, επανέλαβε και εγγράφως με την από 22.8.2016 επιστολή της.

Τούτο έγινε δεκτό αυθημερόν από την εναγομένη εφεσίβλητη τράπεζα, η οποία ακολούθως ενημέρωσε τον αρχικό ενάγοντα για τα όσα είχαν μεσολαβήσει (μετατροπή των λογαριασμών από κοινούς διαζευκτικούς σε κοινούς συμπλεκτικούς)....Μετά πάροδο μηνός ... ο αρχικώς ενάγων απέστειλε προς την δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη την από 27.3.2017 εξώδικη διαμαρτυρία του διισχυριζόμενος ότι τα χρήματα που είχαν κατατεθεί στους ως άνω λογαριασμούς ήταν αποκλειστικώς δικά του...

και ότι εάν η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη δεν συναινούσε στη μεταφορά των χρημάτων που υπήρχαν στους άνω κοινούς λογαριασμούς τότε θα ανακαλούσε τις γενόμενες προς αυτήν δωρεές... Ακολούθως, επέδωσε στην δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη την από 12.7.2017 αγωγή του με την οποία αφού αναφερόταν στις άνω γενόμενες δωρεές ακινήτων αλλά και σε δωρεές χρηματικών ποσών ...

συνολικού ποσού 1.306.344 ευρώ, και αφού επεκαλείτο περαιτέρω ότι η ανηψιά του επέδειξε αχαριστία με την ενέργειά της να μετατρέψει τους επίμαχους κοινούς λογαριασμούς... στερώντας του έτσι την δυνατότητα να αντλεί τα απαραίτητα για τη διαβίωσή του χρήματα.. αιτείτο να αναγνωρισθεί ότι είναι έγκυρη η ανάκληση που έλαβε χώρα με την από 2.6.2017 εξώδικη δήλωσή του και να υποχρεωθεί η εναγομένη ανηψιά του να του αναμεταβιβάσει την κυριότητα των άνω ακινήτων...Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2126/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη...Στην ανοιγείσα διά της άνω αγωγής ανακλήσεως δίκη, η δεύτερη -εναγομένη- εφεσίβλητη ενεργώντας κατ' άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ κατέθεσε το από 4.12.2017 δικόγραφο των προτάσεών της...

όπου... προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού ότι είναι αχάριστη... ανέφερε ότι ο αρχικός ενάγων διαθέτει και άλλα εισοδήματα αφού διατηρεί χρηματικά ποσά και σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς. Πλέον συγκεκριμένα, η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη ανέφερε για τον αρχικό ενάγοντα θείο της, ότι διέθετε:

Α) το ποσό των 113.000 ευρώ στον υπό στοιχεία ΙΒΑΝ ... τραπεζικό λογαριασμό της ΕΤΕ ΑΕ Β) το ποσό των 95.000 ευρώ στον υπό στοιχεία ΙΒΑΝ ... τραπεζικό λογαριασμό της ίδιας τραπεζικής εταιρείας, Γ) το ποσό των 32.000 ευρώ στον υπό στοιχεία ΙΒΑΝ ... τραπεζικό λογαριασμό της ίδιας τραπεζικής εταιρείας . Στους ανωτέρω λογαριασμούς δεν τύγχανε συνδικαιούχος η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη, αλλά συνδικαιούχοι στον πρώτο ήταν ο αρχικώς ενάγων και η εκκαλούσα και συνεχίζουσα τη δίκη Ο.

Χ., στον δεύτερο ο αρχικώς ενάγων και η αδελφή του Θ. Μ. και στον τρίτο ο αρχικός ενάγων και ο γαμπρός του Α. Μ.... Η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη υπέβαλε κατ' άρθρο 450 ΚΠοΛΔ , άλλως κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ αίτημα να προσκομίσει ο αρχικός ενάγων αναλυτικές κινήσεις των άνω λογαριασμών για χρονικό διάστημα από τις 27.3.2011 που απεβίωσε ο πατέρας της έως και την άσκηση της αγωγής ανακλήσεως.

Δηλαδή, σε εκείνη αλλά και στην παρούσα δίκη εναγομένη δεν εισέφερε αντίγραφα κίνησης των ως άνω λογαριασμών, αφού καμία τέτοια επίκληση προσκομιδής σχετικών δεν έλαβε χώρα στις επίμαχες προτάσεις, πολλώ δε μάλλον, αιτείτο να προσκομισθούν αντίγραφα της κίνησης αυτών...Μετά πάροδο δύο μηνών από την κατάθεση του δικογράφου της προσθήκης και αντίκρουσης ο αρχικός ενάγων υπέβαλε ...

επιστολή, στην οποία ανέφερε ως αμάχητη αλήθεια ότι η δεύτερη εναγομένη- εφεσίβλητη επισκέφθηκε το κατάστημα της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας στο εμπορικό κέντρο "GOLDEN HALL" στις 16.6.2017, 22.9.2017, 26.9.2017 και 18.2.2017 παραλαμβάνοντας κινήσεις δικών της λογαριασμών, δηλαδή λογαριασμών στους οποίους ήταν και η ίδια συνδικαιούχος, στις δε κινήσεις αυτές καταγράφονταν, μεταξύ άλλων στοιχείων και οι αριθμοί των δικών του λογαριασμών.

Στην ίδια επιστολή αναφέρει τα ονόματα των υπαλλήλων της εναγομένης -εφεσίβλητης τράπεζας, και αυτοί ήταν οι Ν. Γ. και Ε. Κ.

Περαιτέρω επισήμανε υπό πνεύμα υποψίας ότι ενώ η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη διαμένει στην Δροσιά, δεν επιλέγει για να κάνει τις τραπεζικές της συναλλαγές σε κοντινότερο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης, παρά επιλέγει πάντα το υποκατάστημα που λειτουργεί στο ως άνω εμπορικό κέντρο....

Πλην όμως οι ως άνω ισχυρισμοί (αγωγικοί ισχυρισμοί) του αρχικού ενάγοντος δεν προσεπιβεβαιώνονται ως βάσιμοι. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη τράπεζα, αποτελεί πράγματι υπεύθυνο επεξεργασίας νομικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. ζ' του ν. 2472/1997, η οποία διατηρεί αρχείο κατά την έννοια του άρθρου 2 περ.

ε' του ν. 2472/1997 (όπως η έννοια αυτού αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006) ως τέτοιο δε, νοείται το διαρθρωμένο σύνολο πληροφοριών που διαθέτει με αυτοματοποιημένο τρόπο ή μη, αποτελούμενο από δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία της είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, πλην όμως, ότι δεν προέκυψε ότι προέβη σε επεξεργασία αυτών κατά την έννοια του άρθρου 2 περ.

δ' του ν. 2472/1997 δηλαδή, δεν προέκυψε ότι προέβη σε διαβίβασή τους ή ανακοίνωσή τους προς τρίτο πρόσωπο, ως αποδέκτη αυτών, και δη προς την δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη, χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντος, αφού από κανένα έγγραφο ή εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε είτε η υποβολή σχετικού αιτήματος προς την δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη, είτε η παροχή εγγράφων στοιχείων προς αυτή.

Οι μόνες πληροφορίες που της παρασχέθηκαν πράγματι από τα έγγραφα που εισφέρει η πρώτη εναγομένη εφεσίβλητη, είναι η κίνηση όχι των επίμαχων τριών τραπεζικών λογαριασμών, που αναφέρονται στο από 4.12.2017 δικόγραφο των προτάσεών της, αλλά η κίνηση : (α) του με αριθμό ... λογαριασμού για το χρονικό διάστημα από 5.10.2017 έως 16.6.2017 με συνδικαιούχους τον αρχικό ενάγοντα αλλά και την ίδια την δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη, επομένως επρόκειτο για νόμιμη ανακοίνωση πληροφοριών (β) του με αριθμό ...

λογαριασμού για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 26.6.2017 με συνδικαιούχους τον αρχικό ενάγοντα, τον αδελφό του και πατέρα της δεύτερης και την ίδια και επομένως, πάλι επρόκειτο για νόμιμη ανακοίνωση πληροφοριών. Ακόμη δε, και ο ίδιος ο αρχικός ενάγων στην από 14.2.2018 αίτηση-αναφορά του προς την Δ/νση Θεμάτων Πελατείας όπου ανέφερε ότι η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη ανηψιά του γνωρίζει τα στοιχεία τραπεζικών του λογαριασμών, στους οποίους δεν είναι η ίδια δικαιούχος, ουδόλως απέδωσε με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό στην πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, παράνομη διαβίβαση των δεδομένων του, πάρα μόνον υπό πνεύμα υπονοιών ανέφερε τις επισκέψεις της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης στο υποκατάστημά της στο εμπορικό κέντρο "GOLDEN HALL" κατά τους χρόνους που προαναφέρθηκαν.

Η δε δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη όταν ανέφερε στο από 4.12.2017 δικόγραφο των προτάσεών της, τα στοιχεία αυτών των λογαριασμών, υπέβαλε αμέσως μετά αίτημα κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ περί επιδείξεως κινήσεως των λογαριασμών αυτών, ενώ δεν εμφαίνεται (ούτε και ο αρχικώς ενάγων ή η παρούσα εκκαλούσαν επικαλέστηκαν) να έχει προσκομισθεί οποιοδήποτε έγγραφο από αυτήν που να αποτυπώνει την κίνηση των τριών αυτών επίμαχων λογαριασμών.

Συνακόλουθα, δεν αποδείχθηκε η παράνομη (άνευ της συγκαταθέσεως του υποκειμένου τους) επεξεργασία τραπεζικών δεδομένων του αρχικού ενάγοντος από την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, με εντεύθεν έννομη συνέπεια, για την ταυτότητα του αποδεικτικού λόγου, να μη νοείται ούτε η εκ μέρους της ιδίας εναγομένης τράπεζας παραβίαση της υποχρέωσής της περί εχεμύθειας κατά τις επιταγές του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971, η οποία ορίζει ότι οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες.

Να σημειωθεί ότι ως προς τη βάση αυτή της αγωγής, ο μοναδικός φορέας της υποχρέωσης εχεμύθειας είναι μόνον η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη τράπεζα, ως προς την οποία, μετά ταύτα η υπό κρίση αγωγή αξιολογείται στο σύνολό της (για αμφότερες τις νομικές και ιστορικές βάσεις της παραβίασης προσωπικών δεδομένων και της παραβίασης του τραπεζικού απορρήτου) ως απορριπτέα, ένεκα της ουσιαστικής αβασιμότητάς της, αφού δεν αποδείχθηκε ότι διά παρανόμων ενεργειών της (παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, παραβίαση τραπεζικού απορρήτου) προσέβαλε παρανόμως και υπαιτίως , είτε εκ δόλου, είτε εξ αμελείας, έστω και ελαφράς, την προσωπικότητα του αρχικού ενάγοντος, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπό την αυτή κατά βάση αιτιολογία, συμπληρούμενη κατά το ελλείπον μέρος της από την παρούσα (αρθ, 534 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτων παρέπεται ότι εφόσον δεν αποδείχθηκε η παράνομη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη προς την δεύτερη, τούτη (η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη) ουδέποτε κατέστη ως τρίτο πρόσωπο, παράνομη αποδέκτρια αυτών κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. θ' και ι' του ν. 2472/1997, και επομένως, ως προς τη βάση της αυτή η αγωγή σε βάρος της δεύτερης εναγομένης - εφεσίβλητης, δέον, όπως ομοίως απορριφθεί ένεκα του αβασίμου της, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο...

Ακολούθως ο αρχικός ενάγων ειδικά ως προς την δεύτερη εναγομένη διατείνεται περαιτέρω, ότι αυτή σε κάθε περίπτωση δρώντας ατομικά (και όχι ως αποδέκτρια) μη νομίμως συνέλεξε προσωπικά δεδομένα του (τα στοιχεία των άνω λογαριασμών) τα οποία καταχώρησε στη συνέχεια σε δικό της αρχείο κάνοντας χρήση αυτών στις 4.12.2017 στις προτάσεις της.

Επί του θέματος αυτού αποδεικνύεται, ότι η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη λόγω της επί σειρά ετών αρμονικής σχέσης που διατηρούσε με τον θείο της...γνώριζε τα στοιχεία ΙΒΑΝ των επίμαχων λογαριασμών καθόσον είχαν λάβει χώρα σε ανύποπτο χρόνο μεταφορές χρηματικών ποσών (εμβασμάτων) προς τους λογαριασμούς αυτούς, γνωρίζοντας μετά ταύτα, με νόμιμο τρόπο τον αριθμό ΙΒΑΝ...

Επομένως, τα στοιχεία αυτά των δύο εκ των αναφερομένων στο δικόγραφο των προτάσεων επίμαχων λογαριασμών, η εναγομένη - εφεσίβλητη τα εγνώριζε διότι από δικό της λογαριασμό (με συνδικαιούχο τον θείο της αρχικό ενάγοντα) είχαν μεταφερθεί χρήματα σε αυτούς, τη δε μεταφορά αυτή είχε νομίμως καταγράψει η τράπεζα.

Περαιτέρω, αναφορικά με τον πρώτο κατά σειρά αναφερόμενο στις προτάσεις τραπεζικό λογαριασμό.. ο ίδιος ο ενάγων και πάλι από τον με στοιχεία ... τραπεζικό λογαριασμό που είχε συνδικαιούχους αυτόν και την δεύτερη εναγομένη μετέφερε προς τον ως άνω επίμαχο λογαριασμό, το ποσό των 1.081 ευρώ, αποδεχόμενος σε ανύποπτο χρόνο το ότι η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη εγνώριζε τα στοιχεία ΙΒΑΝ του λογαριασμού αυτού.

Εξ άλλου ως προς τα χρηματικά διαθέσιμα των ως άνω επίμαχων λογαριασμών (αποδείχθηκε)... ότι ούτε τα ακριβή ποσά των ως άνω λογαριασμών γνώριζε η εναγομένη-εφεσίβλητη όταν κατέγραφε στο από 4.12.2017 δικόγραφο των προτάσεών της πληροφορίες για τους λογαριασμούς αυτούς. O αρχικός ενάγων αλλά και η παρούσα εκκαλούσα διατείνονται ότι κατά την 30η.6.2017 οπότε και τοποθετούνται χρονικώς οι επισκέψεις της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας στο εμπορικό κέντρο υπό την επωνυμία "GOLDEN HALL" τα χρηματικά ποσά των επίμαχων λογαριασμών ήσαν σχεδόν ίδια με αυτά που αναφέρονται στο από 4.12.2017 επίμαχο δικόγραφο των προτάσεων και δη ήταν: (Α) για τον υπό στοιχεία ... λογαριασμό το χρηματικό υπόλοιπο ανερχόταν στο ποσό των 112.900 ευρώ, ενώ στις προτάσεις της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης αναφερόταν το ποσό των 113.000 ευρώ, (Β) για τον υπό στοιχεία .....λογαριασμό το χρηματικό υπόλοιπο ανερχόταν στο ποσό των 95.010 ευρώ, ενώ στις προτάσεις της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης αναφερόταν το ποσό των 95.000 ευρώ, και (Γ) για τον υπό στοιχεία .....λογαριασμό το χρηματικό υπόλοιπο ανερχόταν στο ποσό των 32.308,11 ευρώ, ενώ στις προτάσεις της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης αναφερόταν το ποσό των 32.000 ευρώ.

Πλην όμως, εφόσον δεν αποδείχθηκε η παράνομη επεξεργασία του αρχείου της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, δηλαδή, η διαβίβαση ή η ανακοίνωση εκ μέρους της πληροφοριών σε τρίτο αποδέκτη και δη στην δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη δεν είναι νομικώς ενδιαφέρον το ζήτημα του ύψους των χρηματικών υπολοίπων των ως άνω λογαριασμών κατά την 30η.6.2017, αφού καμία παράνομη επεξεργασία δεν αποδείχθηκε κατά το χρόνο αυτό.

Αντιθέτως, κρίσιμο είναι το ζήτημα αν κατά την 4.2.2017 που κατατέθηκαν οι επίμαχες προτάσεις και είναι ο χρόνος κατά τον οποίο αποδίδεται στην δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη η παράνομη συλλογή και καταχώρηση των τραπεζικών δεδομένων του αρχικού ενάγοντος, αυτή διέθετε δικό της αρχείο. Επί του θέματος αυτού, δηλαδή, το εάν η δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη διέθετε δικό της αρχείο πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. ε 'του ως άνω ν. 2472/1997, αρχείο προσωπικών δεδομένων δεν είναι ένα οποιοδήποτε σύνολο προσωπικών δεδομένων, αλλά, ένα σύνολο δεδομένων, το οποίο πρέπει: α) να ακολουθεί κάποια διάρθρωση και β) τα δεδομένα που περιλαμβάνει να είναι προσιτά με συγκεκριμένα κριτήρια. Συνακόλουθα, η απλή μόνον γνώση του αριθμού ΙΒΑΝ των ως άνω τραπεζικών λογαριασμών και η κατά προσέγγιση αναφορά των χρηματικών υπολοίπων τους από την δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη (ανεξάρτητα από την ακρίβειά τους ή όχι) εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η γνώση αυτή προήλθε από επέμβαση σε κάποιο αρχείο, όπως εν προκειμένω, δεν στοιχειοθετεί από μόνη της την νομική έννοια του όρου " αρχείο" αφού η απλή αυτή γνώση, που δεν συνοδεύεται και από αντίστοιχα έγγραφα στοιχεία (ως ελέχθη δεν προσκομίστηκαν από αυτήν οι έγγραφες κινήσεις των επίμαχων λογαριασμών, γεγονός άλλωστε, που συνομολογεί τόσο ο αρχικός ενάγων όσο και η παρούσα εκκαλούσα) δεν είναι σύνολο δεδομένων που ακολουθούν κάποια συγκεκριμένη διάρθρωση, ενώ δεν αποδείχθηκε ούτε η συλλογή εκ μέρους της, στοιχείων των ως άνω λογαριασμών, αφού, ως ήδη αναφέρθηκε, κανένα έγγραφο περί τούτων δεν προσεκόμισε, επομένως, δεν συντρέχει ούτε (έστω μη αυτοματοποιημένη) επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που περιλαμβάνονται σε δικό της αρχείο, όπως βασίμως επισημαίνεται από αυτήν (δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη)...

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη-εφεσίβλητη χρησιμοποίησε ενώπιον δικαστικής αρχής προσωπικά δεδομένα που ήταν απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της, αμυνόμενη για την σε βάρος της ασκηθείσα αγωγή ανακλήσεως των δωρεών, και προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού του εκεί, αλλά και εδώ αρχικού ενάγοντος περί αχαριστίας της, απορρίπτοντας ακολούθως την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, δεχθέν την εκ του άρθρου 5 παρ.2 περ.ε' και 7 παρ. 2γ ' περίπτωση του ν. 2472/1997, ορθά κατ' αποτέλεσμα, έπραξε, με το να κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται ευθύνη της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης κατά τον ν. 2472/1997, αλλά υπό λανθασμένη αιτιολογία, η οποία δέον όπως αντικατασταθεί διά της παρούσας (αρθ.534 ΚΠολΔ) δοθέντος ότι η εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 2472/1997 (επεξεργασία χωρίς την συγκατάθεση του υποκειμένου, που είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα) όπως και η εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 2 γ' του ν. 2472/1997 (κατ' εξαίρεση συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων με την άδεια της αρχής για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου) στις οποίες προσέφυγε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, προϋποθέτουν την ύπαρξη αρχείου, δηλαδή, την ύπαρξη ενός διαρθρωμένου συνόλου πληροφοριών, προσιτών επί τη βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, η οποία, ως αναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε.

Τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης, εμμένοντας στην ευθύνη της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης, τυγχάνουν αβάσιμα....".

'Ετσι όπως έκρινε και με αυτά που ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι αποδείχθηκαν, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις μη εφαρμοστέες, εν προκειμένω, διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2472/1997 σε συνδ. με αυτές των άρθρων 2,3 παρ. 1, 4 παρ. 1 στοιχ. α' και β', 5 παρ. 1, 11 παρ.1 και 3 του ιδίου νόμου και αυτές των άρθρων 57,59,299 και 932 του ΑΚ, καθόσον τα συγκεκριμένα στοιχεία που έλαβε υπόψη του, στηρίζουν την κρίση του για την μη εφαρμογή τους.

Τούτο, διότι έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων τραπεζική εταιρεία, η οποία αποτελεί "υπεύθυνο επεξεργασίας" κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. ζ' του ν. 2472/1997, και διατηρεί "αρχείο" κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. ε' του ιδίου νόμου, προέβη σε παράνομη επεξεργασία στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα του αρχικού ενάγοντος, θείου και αναδόχου της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, και συγκεκριμένα πληροφοριών που αφορούσαν στους αριθμούς τριών κοινών διαζευκτικών καταθετικών λογαριασμών, που αυτός διατηρούσε με τρίτα (πλην της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων) πρόσωπα, καθώς και στο ύψος των σε αυτούς κατατεθειμένων χρηματικών ποσών, με την διαβίβασή τους προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, άνευ δικαιώματος, και δη χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεση του υποκειμένου των εν λόγω δεδομένων, δηλαδή του αρχικού ενάγοντος, και κατά παράβαση των διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου (ν.δ. 1079/1971), δεδομένου ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε ή προσήχθη, δεν προέκυψε υποβολή σχετικού αιτήματος προς ενημέρωση της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων, ούτε εξ άλλου, παροχή έγγραφης ενημέρωσης περί των στοιχείων αυτών εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, με εντεύθεν συνέπεια την ανυπαρξία προσβολής της προσωπικότητος του αρχικού ενάγοντος και την εξ αυτής παραγομένη ηθική βλάβη.

Εξ άλλου, έγινε ομοίως δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ούτε η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, προέβη σε παράνομη επεξεργασία των παραπάνω προσωπικών δεδομένων του αρχικού ενάγοντος, με την άνευ δικαιώματος συλλογή των επίμαχων στοιχείων (αριθμών καταθετικών λογαριασμών και ύψους κατατεθειμένων χρηματικών σε αυτούς ποσών), την καταχώρηση αυτών σε αρχείο και την περαιτέρω χρήση αυτών, μέσω της αναφοράς τους στο από 4.12.2017 δικόγραφο των προτάσεών της, στα πλαίσια αστικής δίκης με τον αρχικό ενάγοντα και προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του τελευταίου.

Τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων είχε λάβει γνώση σε ανύποπτο χρόνο και οπωσδήποτε προ του έτους 2017, των αριθμών των τριών επίμαχων λογαριασμών από μεταφορές σε αυτούς χρηματικών ποσών (εμβάσματα) στις οποίες προέβαινε ο αρχικός ενάγων, από κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς που αυτός διατηρούσε με την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ανηψιά και αναδεκτή του, ο δε, κατά προσέγγιση προσδιορισμός των κατατεθειμένων σε αυτούς χρηματικών ποσών δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα είτε παράνομης επεξεργασίας του αρχείου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας, είτε καταχώρισης των εν λόγω στοιχείων και περαιτέρω χρήσης αυτών εκ μέρους της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, για το λόγο ότι η αποδειχθείσα απλή γνώση του αριθμού ΙΒΑΝ των επίμαχων τραπεζικών λογαριασμών και η αναφορά αυτών και του, κατά προσέγγιση, ύψους των σ'αυτούς χρηματικών καταθέσεων σε δικόγραφο, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι προήλθε από επέμβαση σε κάποιο αρχείο, δεν στοιχειοθετεί την έννοια του "αρχείου", αφού στερείται του ουσιώδους, για την εννοιολογική του συγκρότηση, στοιχείου, του φυσικού αποθηκευτικού μέσου, μέσου δηλαδή, με υλική υπόσταση, έστω και ψηφιακή.

Εξ άλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, με τις ακόλουθες υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

Ότι στις 4.2.2017 η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, στο με την αυτή ημεροχρονολογία δικόγραφο των προτάσεών της, ως εναγομένης επί της από 12.7.2017 (αρ.εκθ.κατ. 561585/2615/24.7.2014) αγωγής του αρχικού ενάγοντος θείου και αναδόχου της, με αντικείμενο την αναγνώριση της ανάκλησης των δωρεών, στις οποίες ο τελευταίος είχε προβεί προς αυτήν, λόγω αχαριστίας, οφειλομένης στην ισχυριζόμενη από τον ίδιο στέρηση της δυνατότητάς του να αντλεί χρήματα που αποτελούσαν το μοναδικό του εισόδημα, από κοινούς διαζευκτικούς λογαριασμούς που διατηρούσε με την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, σε υποκατάστημα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας, με την λεπτομερώς εκτιθέμενη διαδικασία, που ακολούθησε η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, δεν προέβη σε παράνομη επεξεργασία και περαιτέρω χρήση προσωπικών του δεδομένων και συγκεκριμένα, αριθμών καταθετικών λογαριασμών που αυτός διατηρούσε με τρίτα πρόσωπα και των ποσών που περιέχονταν σ'αυτούς, καθόσον αφ' ενός μεν, δεν αποδείχθηκε η ιδιότητά της ως αποδέκτριας αυτών από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων τραπεζική εταιρεία, αφ' ετέρου δεν αποδείχθηκε ούτε η ύπαρξη αρχείου όπου αυτά αποθηκεύθηκαν από την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως διαβιβάστηκαν περαιτέρω, απούσης της υλικής υπόστασης του αρχείου, όπως εξ άλλου ουδεμία παράβαση του ν. 2472/1997 δεν αποδείχθηκε από πλευράς της πρώτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε παράνομη συλλογή των ανωτέρω στοιχείων, και παράνομη επεξεργασία αυτών με την διαβίβασή τους σε τρίτο μη δικαιούμενο προς τούτο πρόσωπο, και εν προκειμένω, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, χωρίς την ενημέρωση και συναίνεση του δικαιούχου των υπόψη λογαριασμών, αρχικού ενάγοντος, μη αποδεικνυομένης εξ άλλου και της βάσει των άνω περιστατικών παραβίασης των διατάξεων για το τραπεζικό απόρρητο.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , ελέγχεται ως αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του. Οι λοιπές δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες, ας σημειωθεί, φέρουν ως υποστατές τις όλως αντίθετες από τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλομένη παραδοχές, ελέγχονται ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι με την επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, η αναιρεσείουσα απαραδέκτως πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ως προς το αίτημα των αναιρεσιβλήτων να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην κατ' άρθρο 58 παρ.1 επομ. του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) αμοιβή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, ύψους 12.400 ευρώ (10.000 ευρώ για καταβεβλημένη δικηγορική αμοιβή και 2.400 ευρώ για καταβεβλημένο αναλογούντα σε αυτή ΦΠΑ) βάσει των προσκομιζομένων με αριθμούς ...

και ... αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, λεκτέα τα ακόλουθα: Βασική αρχή που διέπει την κατανομή των δικαστικών εξόδων στην πολιτική δίκη είναι η αρχή της ήττας (αρθ. 176 ΚΠολΔ) κατά την οποία ο ηττηθείς διάδικος, εκτός από την επιβάρυνση με τα δικά του προκαταβληθέντα έξοδα (αρθ. 173,174 ΚΠολΔ) καταδικάζεται επιπροσθέτως να καταβάλει και την εκκαθαρισμένη με την δικαστική απόφαση (αρθ. 190-192 ΚΠολΔ) δαπάνη που συνίσταται στα προσδιορισθέντα από το δικαστήριο εύλογα έξοδα (αρθ. 189 ΚΠολΔ) του αντιδίκου του.

Μεταξύ των εξόδων που ενδεικτικά προβλέπει η ως άνω διάταξη, είναι και η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων και των δικαστικών υπαλλήλων σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν (αρθ. 189 παρ. 1 περ. γ ' ΚΠολΔ). Η εν λόγω διάταξη δεν προσδιορίζει το ακριβές αποδοτέο ποσό της προκαταβληθείσας από τον νικητή διάδικο δικηγορικής αμοιβής, αλλά παρέχει την εξουσία στο δικαστήριο που εκκαθαρίζει την αμοιβή να το πράξει "σύμφωνα με τις διατιμήσεις" κατά τις ειδικές διατάξεις του ν. 4194/2013 (ΚωδΔικ) με τον περιορισμό των περιστάσεων της 2ης παραγράφου.

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προκύπτει ότι, υπόχρεος προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου, είναι εκείνος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υπόθεσης, για την οποία αφορά η αμοιβή (ΑΠ 939/2013, ΑΠ 140/2007, ΑΠ 1167/2007, ΑΠ 1291/2006), ενώ, από την ως άνω διάταξη καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 57, 58 επ., 63 επ. του ισχύοντος κώδικα δικηγόρων (ν. 4194/2013), αντίστοιχων των παλαιών άρθρων 91, 92 παρ. 1 και 98 του προϊσχύσαντος κώδικος περί δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ, προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ των σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβομένη εντολή και δικαιούται αυτός να λάβει από τον εντολέα του, αμοιβή, για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες, που προσέφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξαρτήτως του αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 176/2018, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 917/2013, ΑΠ 1687/2012, ΑΠ 1778/2011, ΑΠ 2073/2007).

Συνεπώς, άλλη είναι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η στον διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικος του με τη δικαστική απόφαση. Τούτο διότι η πρώτη, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 ΚωδΔικ), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ.1 ΚωδΔικ).

Ενώ αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη καθορίζεται, κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 ΚΠολΔ, κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ'αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αμοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου με βάση τη σχέση έμμισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η αποδοτέα δικηγορική αμοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, η οποία καθορίζεται με βάση την διάταξη του άρθρου 189 του ΚΠολΔ και ανήκει στον νικητή διάδικο και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 1128/2019, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 321/2017, ΑΠ 143/2014, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 917/2013, ΑΠ 1778/2011, ΑΠ 2073/2007, ΑΠ 551/2005).

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, η υπέρ των αναιρεσιβλήτων αποδοτέα δικαστική δαπάνη ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 189 ΚΠολΔ ,μόνον στα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα, τα οποία στη προκειμένη περίπτωση, της ήττας της αναιρεσείουσας, καθορίζονται στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ (αρθ. 106,176,183,189,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.11.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4458/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ