Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, holding only second-instance judgment is reviewable after first instance was rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the husband and other relatives against the second-instance judgment. The appellants argued that the first-instance decision should be reviewed, but the court held that since the second-instance court had examined the merits and rejected the appeal, only that final judgment is subject to review. Consequently, the appeal was declared inadmissible as it targeted a decision that was already absorbed into the final ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure; When a case has passed through both levels of jurisdiction and the second-instance court has examined the merits and rejected the appeal, only the second-instance judgment is reviewable, not the first-instance decision which is absorbed into it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 917 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 917/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. συζύγου Σ. Ν., το γένος Κ. Κ., 2) Δ. Ν. του Σ., κατοίκων ... 3) Ν. Ν. του Σ., κατοίκου ... 4) Κ. Ν. του Σ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Κασιμάτη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Χ. Γ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2006 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1514/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/8/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 16/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο παραστάς αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ…|28-12-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά …, αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με κλήση για συζήτηση, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το οικείο πινάκιο) , επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην από τους αναιρεσίβλητους Α. Γ. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την νόμιμη, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση πέρασε και από τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία, ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον τούτο απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 55/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη, εφόσον, κατόπιν εφέσεων των διαδίκων, εκδόθηκε, μετά από εξέταση της ουσίας, η προσβαλλόμενη 1514/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγομένων και δέχτηκε κατ` ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος.
Κατά το άρθρ. 160 του Κώδ. Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ.24 του Ν. 723/1977, για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και τη σύνταξη σχετικής εκθέσεως, εάν επακολουθήσει η κατά το επόμενο άρθρο 161 σύνταξη από τον δικηγόρο εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή ορίζεται σε 1 1/2 % επί της αξίας του ακινήτου.
Εάν δεν επακολουθήσει σύνταξη εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη στον δικηγόρο αμοιβή ορίζεται στο 1/3 της ανωτέρω οριζομένης. Κατά δε το άρθρο 164 παρ. 1 του ίδιου κώδικα για την έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων προς διαπίστωση της ακίνητης περιουσίας προσώπου και των βαρών αυτής το ελάχιστο όριο της αμοιβής είναι συνολικά δραχμ. 60.
Εάν όμως η εργασία αυτή είναι συναφής με τον έλεγχο τίτλων ή σύνταξη εγγράφου ουδεμία οφείλεται αμοιβή. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την έρευνα στα βιβλία υποθηκών, μεταγραφών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων, προς διαπίστωση ότι κάποιο πρόσωπο έχει ακίνητη περιουσία και εάν επ` αυτής υπάρχουν ή όχι βάρη, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου, που ενήργησε την έρευνα αυτή, συνίσταται στο χρηματικό ποσό των 60 δραχμ.
και όχι σε ποσοστό ανάλογο με την αξία του ακινήτου, δηλ. 1 1/2 % αυτής. Η αμοιβή αυτή κατά το άρθρο 160 οφείλεται μόνο όταν στον δικηγόρο δόθηκε η εντολή να ελέγξει τους τίτλους του ακινήτου και να παράσχει υπεύθυνη γνώμη περί του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί του ακινήτου προκειμένου με βάση την έρευνα αυτή και την υπεύθυνη γνώμη του δικηγόρου να επακολουθήσει κατάρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο την διάθεση (απαλλοτρίωση) του ακινήτου.
Δηλαδή από τις παραπάνω διατάξεις προβλέπονται αμοιβές για δύο διαφορετικές δικηγορικές πράξεις, ήτοι α) για απλή έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων προς διαπίστωση ότι κάποιο πρόσωπο φέρεται ως ιδιοκτήτης συγκεκριμένου ακινήτου και εάν αυτό έχει ή όχι βάρη. Και η έρευνα αυτή είναι απλή και δεν απαιτεί χρόνο και ειδικές επιστημονικές γνώσεις και η αμοιβή για την εργασία αυτή είναι μικρή και ορίζεται στο πάγιο ποσό των 60 δρχμ.
και β) Για τον έλεγχο των πάσης φύσεως τίτλων και όχι μόνο την έρευνα των βιβλίων μεταγραφών, δηλαδή και μη μεταγεγραμμένων δικαστικών αποφάσεων, ιδιωτικών εγγράφων κλπ και τη βάσει της μελέτης αυτών διατύπωση υπεύθυνης γνώμης ότι το πρόσωπο έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας επί συγκεκριμένου ακινήτου και θα είναι έγκυρη η διάθεση αυτού.
Δηλαδή εργασία επίπονη, χρονοβόρα και απαιτούσα ειδικές επιστημονικές γνώσεις, γι` αυτό και η δικηγορική αμοιβή ορίζεται σε μεγαλύτερο ποσό ανάλογο με την αξία του ακινήτου. Ως "απαλλοτρίωση", εξάλλου, νοείται κάθε μορφής διάθεση του ακινήτου, προς τρίτους, είτε εκουσίως είτε αναγκαστικώς και για την ολοκλήρωση της οποίας ο πληρεξούσιος δικηγόρος των ιδιοκτητών συνέβαλε αποφασιστικά, τόσο με την έρευνα των τίτλων ιδιοκτησίας κ.λπ.
όσο και την παροχή υπεύθυνης γνώμης όσο και με την κατάρτιση της σχετικής δικαιοπραξίας, με βάση το σχετικό, ιδιωτικό έγγραφο που συντάχθηκε από τον δικηγόρο, είτε με δημόσιο έγγραφο, του οποίου, όμως, το σχέδιο συντάχθηκε από αυτόν ή, σε κάθε περίπτωση, συνέβαλε αποφασιστικά στη σύνταξή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενοι ήταν συγκύριοι, κατά ποσοστό συνιδιοκτησίας 1/4 ο καθένας και συνολικά 2,317/1000, ενός ακινήτου συνιδιόκτητου με άλλους συνιδιοκτήτες, συνολικής επιφάνειας 1.240.220 τμ, που βρίσκεται στη θέση … η οποία εκτείνεται στη νότια και ανατολική περιοχή του οικισμού … του Δήμου ….
Επίσης οι 2ος, 3ος και 4ος των εναγομένων είχαν δικαιώματα κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας επί των επικειμένων μέσα στην ανωτέρω έκταση ήτοι σε κτίσματα, σε εγκαταστάσεις γεωτρήσεων, σε πηγάδια νερού, σε καρποφόρα δένδρα, καλλωπιστικά φυτά και σε καλλιέργειες ετήσιες βολβών και κηπευτικών, σε έκταση 73.530 τμ και σε θερμοκήπια έκτασης 15.141 τμ.
Όλη η μείζονα έκταση αυτή, γνωστή ως …και τα υφιστάμενα επικείμενα, με την υπ' αριθμ. 1111495/11703/0010/7-12-1999 ΚΥΑ που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Δ' 885/9-12-1999 και μεταγράφηκε νόμιμα, κηρύχθηκε απαλλοτριωτέα αναγκαστικά για την κατασκευή του Ολυμπιακού Χωριού υπέρ και με δαπάνες του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας. Τέλη Ιανουαρίου του έτους 2000, οι εναγόμενοι ανέθεσαν στον ενάγοντα δικηγόρο μέλος του ΔΣΑ, αντί της νόμιμης αμοιβής του, την εντολή και πληρεξουσιότητα όπως ως δικηγόρος τους προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, ήτοι έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας τους, σύνταξη και κατάθεση δικογράφων στα αρμόδια δικαστήρια και αρχές, παράσταση του ενώπιον αυτών για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους, σε όλη τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και μέχρι την είσπραξη απ' αυτούς της αποζημίωσης που θα επιδικαζόταν οριστικά από το Εφετείο Αθηνών.
Ο ενάγων εκτέλεσε προσηκόντως την εντολή και δυνάμει της υπ' αριθμ. 6653/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος των απαλλοτριωμένων και η νόμιμη αμοιβή του, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 1251/2005 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής που συστήθηκε εξαιρετικά με σκοπό τη διευκόλυνση της αναγνώρισης των δικαιούχων της όλης απαλλοτριουμένης έκτασης …κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 9 Ν 3130/2 003, η οποία αναγνώρισε αυτούς ως δικαιούχους, συνιδιοκτήτες κατά τα άνω ποσοστά, οι εναγόμενοι εισέπραξαν για το μερίδιο της απαλλοτριωθεί- σας περιουσίας τους από τον ΟΕΚ, η πρώτη εναγομένη το ποσό των 168.850 € για την απαλλοτριωθείσα γη και καθένας των λοιπών το ποσό των 168.850 € για την απαλλοτριωθείσα γη και το ποσό των 245.010, 27 € για την απαλλοτρίωση των επικειμένων του ακινήτου.
Η νόμιμη αμοιβή του ενάγοντος ανέρχεται: α) Για τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας των εναγομένων, συλλογή των απαιτούμενων εγγράφων και στοιχείων και κατάρτιση εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 160 ΚωδΔικ, δεδομένου ότι ο έλεγχος των τίτλων του ακινήτου έγινε προκειμένου να διαπιστωθεί το δικαίωμα ιδιοκτησίας των εναγομένων απ' αυτόν και διατυπωθεί υπεύθυνα, ώστε οι τελευταίοι εμφανίζοντας την όλη αυτή εργασία του ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και ιδίως ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής του αρθρ. 39 Ν 3130/2003, στην οποία σύμφωνα με την παράγραφο 7 του εν λόγω άρθρου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να συγκεντρώσει κάθε ενδιαφερόμενος προκειμένου να αναγνωριστεί είναι ότι στηρίζει το δικαίωμα που επικαλείται σε αδιάκοπη νόμιμη σειρά τίτλων και πιστοποιητικών που τον συνδέουν με τον αρχικό απώτερο δικαιοπάροχο του, ο οποίος αναγνωρίστηκε με τις αποφάσεις 300/1954 και 350/1956 που εκδόθηκαν από την ορισθείσα με το Ν 2000/1952 Επιτροπή, να επιτύχουν την απαλλοτρίωση και την είσπραξη της αποζημίωσης, σε ποσοστό 1,5% επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων, ήτοι αυτής που επιδικάσθηκε με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος για το απαλλοτριωθέν ακίνητο μετά των επικειμένων, με την υπ' αριθμ. 6653/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Η αμοιβή του αυτή ανέρχεται έναντι της πρώτης εναγομένης στο ποσό των 2.529, 75 € (168650 Χ 1,5%) και έναντι καθενός των λοιπών στο ποσό των 6.204,90 € (168650 + 245010,27 Χ 1,5%). Έτσι, όπως έκρινε το δικαστήριο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα αμοιβή εκ ποσοστού 1,5% επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων, ως άνω, ακινήτων, για τις εργασίες, που εκτέλεσε με βάση εντολή των εναγομένων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η είσπραξη από αυτούς της αποζημίωσης, που, κατά την διαδικασία της απαλλοτριώσεως, οριστικά καθορίσθηκε, κατά τα ανωτέρω, ορθά τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και ειδικότερα αυτή του άρθρου 160 ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην απόφαση, ο αναιρεσίβλητος προέβη σε όλες τις αναγκαίες κατά νόμο ενέργειες, ώστε να ολοκληρωθεί η ως άνω διαδικασία και ειδικότερα να αναγνωρισθούν οι αναιρεσείοντες, ως δικαιούχοι της σχετικής αποζημίωσης, από την ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση από την Επιτροπή, που συστήθηκε γι' αυτό το λόγο, με βάση το άρθρο 39 Ν. 3130|2003.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού: "Η Επιτροπή, αμέσως μετά το διορισμό της, απευθύνει πρόσκληση προς όλους τους εικαζόμενους ιδιοκτήτες να καταθέσουν σε αυτή, το αργότερο εντός τριμήνου από τη δημοσίευση της σχετικής πρόσκλησης, αίτηση αναγνώρισης τους, συνοδευόμενη από τους επικαλούμενους τίτλους ιδιοκτησίας μετά των σχετικών πιστοποιητικών και λοιπών εγγράφων.
Η πρόσκληση της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο φύλλα ημερήσιων εφημερίδων των Αθηνών και αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Δήμου Αχαρνών. Στην αίτησή τους οι ενδιαφερόμενοι επιβάλλεται να περιλάβουν περιγραφή του νόμιμου τρόπου με τον οποίο απέκτησαν την κυριότητα επί του ποσοστού που διεκδικούν, ανατρέχοντας μέχρι του απώτερου δικαιοπαρόχου τους, ο οποίος αναγνωρίσθηκε με τις 300/1954 και 350/1956 αποφάσεις της Επιτροπής του Ν. 2000/1952 (ΦΕΚ 44 Α`).
Οι αιτήσεις αναγνώρισης απευθύνονται στην "Επιτροπή". Οι αιτήσεις πρέπει να συνοδεύονται από τα επικαλούμενα έγγραφα και στοιχεία (συμβόλαια, δικαστικές αποφάσεις, κληρονομητήρια, διαθήκες, αποδοχές κληρονομιάς, πιστοποιητικά μεταγραφής κλπ.) από τα οποία να αποδεικνύεται η ιδιότητα του αιτούντος ως δικαιούχου αποζημίωσης και το ανήκον σε αυτόν ποσοστό ή διαιρετό τμήμα επί της έκτασης των 1.240.220 τ.μ, που απαλλοτριώθηκε με την απόφαση της παραγράφου 1 του παρόντος.
Οι αιτήσεις και τα συνοδευτικά αυτών έγγραφα κατατίθενται εις τριπλούν στον γραμματέα της Επιτροπής. Πιστοποιητικά μεταγραφής ιδιοκτησίας βαρών και μη διεκδίκησης, που εκδόθηκαν μετά τη συντέλεση της πιο πάνω απαλλοτρίωσης, είναι ισχυρά". Σύμφωνα δε με τις, κατά τα άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: "ο ενάγων" και ήδη αναιρεσίβλητος, "προέβη στον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας των εναγομένων, στη συλλογή των απαιτουμένων εγγράφων και στοιχείων και κατάρτιση εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 160 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προκειμένου να διαπιστωθεί το δικαίωμα ιδιοκτησίας των εναγομένων και διατυπωθεί υπεύθυνα, ώστε οι τελευταίοι, εμφανίζοντας την όλη αυτή εργασία του....ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής του άρθρου 39 Ν. 3130|2003, στην οποία, σύμφωνα με την παρ. 7 οι προϋποθέσεις, που πρέπει να συγκεντρώσει κάθε ενδιαφερόμενος, προκειμένου να αναγνωρισθεί δικαιούχος, είναι να στηρίζει το δικαίωμα, που επικαλείται, σε αδιάκοπη νόμιμη σειρά τίτλων και πιστοποιητικών, που τον συνδέουν με τον αρχικό, απώτερο δικαιοπάροχό του, ώστε να επιτύχουν (οι εναγόμενοι) την είσπραξη της αποζημίωσης".
Όλες δε αυτές οι εργασίες, οι οποίες ήταν αναγκαίες, αλλά και αρκετές, για να ολοκληρωθεί η ως άνω διαδικασία και να αναγνωριστούν οι αναιρεσείοντες δικαιούχοι της αναλογούσας σ' αυτούς αποζημίωσης, έγιναν, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, από τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., περί του αντιθέτου δε, πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή ο δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η επιδικασθείσα στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη, έπρεπε να μειωθεί στο 1|3 των ελαχίστων ορίων, της προβλεπόμενης από το νόμο αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2730|1999, δοθέντος ότι η επίδικη αναγκαστική απαλλοτρίωση έγινε για την εκτέλεση ολυμπιακών έργων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται αλλά ούτε από την επισκόπηση του εφετηρίου δικογράφου προκύπτει ότι προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου ένας τέτοιος ισχυρισμός (άρθρο 562 περ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ώστε να λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα παρόν δικαστήριο.
Από τη διάταξη των άρθρων 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προκύπτει ότι, υπόχρεος προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου, είναι εκείνος που έδωσε την εντολή, προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υπόθεσης, για την οποία αφορά η αμοιβή (Α.Π.140|2007, Α.Π. 1167/2007). Εξάλλου από την ως άνω διάταξη καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ των σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβομένη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες, που προσέφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξαρτήτως του αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. (ΑΠ 2073/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, (όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της με την περ. ε', άρθρ.31 Ν.3130/2003,ΦΕΚ Α 76/28.3.2003), "Η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.& Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 ορίστηκε ότι "η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Δικηγορικού Κώδικα εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδικήν διαδικασίαν προσδιορισμού τιμής μονάδος.
Εφόσον η δικηγορική αμοιβή έχει καθορισθεί κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ 3026/1954, αύτη δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επόμ. προβλεπομένων ελαχίστων ορίων". Στη συνέχεια η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 ορίζει ότι "αι διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται επί δικών διεξαγόμενων κατά την ειδικήν διαδικασίαν περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων.
Η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε πλήρης, αποκλειστικώς δε εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωσιν, επιφυλασσομένων των διατάξεων του ν.δ. 446/1974. Το δικαστήριον εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αμοιβήν του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των μερών διακεκριμένως, υπολογιζομένην βάσει του κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού, ή εν ελλείψει τούτου κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 επόμ.
του αυτού νομοθετικού διατάγματος". Σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων προκειμένου για αίτηση προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων για δημόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτων, το ελάχιστο όριο της αμοιβής κανονίζεται από το άρθρο 100 με βάση την αξία των ακινήτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, που προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, της παρ.5 του ίδιου άρθρου του ν. 1093/1980 και της παρ.6 του ίδιου άρθρου, ο προσδιορισμός της αμοιβής των δικηγόρων που παραστάθηκαν στη δίκη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι ανεξάρτητος της δικαστικής δαπάνης και δεν αποτελεί επιδίκαση υπέρ του διαδίκου που νίκησε, ούτε καταδίκη στη δαπάνη αυτή του υπόχρεου στην καταβολή της αποζημιώσεως, αλλά συνιστά απλό καθορισμό της αμοιβής των δικηγόρων που παρέστησαν για το σκοπό της υπαγωγής της αμοιβής αυτής στο καθεστώς της παρακράτησης ορισμένου ποσοστού προς κάλυψη των εξόδων και ενίσχυση του ειδικού λογαριασμού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. (ΑΠ 2073/2007, ΑΠ 1291/2006, ΑΠ 1254/1998).
Από τις διατάξεις των άρθρων 91, 92 επ. και 98 επ. του Κώδικα περί δικηγόρων και τις διατάξεις των άρθρων 176, 177 και 189 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, άλλη είναι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η στον διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικος του με τη δικαστική απόφαση.
Τούτο διότι η πρώτη, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κωδ. δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ.1 Κωδ.
Δικ.) Αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ" αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αμοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου με βάση τη σχέση έμμισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, η οποία εντούτοις ανήκει στο διάδικο και όχι στο δικηγόρου του.
Ο μη καθορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων στη δίκη περί καθορισμού προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημίωσης ένεκα απαλλοτριώσεως, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έμμισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθμίζεται σε περίπτωση ύπαρξης έγκυρης συμφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Κωδ.
Δικηγόρων καθόσον η επιδίωξη της αμοιβής με βάση την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέα του είναι ανεξάρτητη από αυτή. Ο δικηγόρος μπορεί να επιδιώξει την αμοιβή του αυτή, ασκώντας σχετική αγωγή, που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 677 επ. Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 2073/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι εναγόμενοι "τέλη Ιανουαρίου 2000, ανέθεσαν στον ενάγοντα δικηγόρο, μέλος του ΔΣΑ, αντί της νόμιμης αμοιβής του, την εντολή και πληρεξουσιότητα, να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, ήτοι έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας τους, σύνταξη και κατάθεση δικογράφων στα αρμόδια δικαστήρια και αρχές, παράστασή του ενώπιον αυτών, για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους, σε όλη τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και μέχρι της είσπραξης από αυτούς της αποζημίωσης, που θα επιδικαζόταν οριστικά...Ο ενάγων εκτέλεσε προσηκόντως την εντολή...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν την άσκηση της ένδικης αγωγής κατά των εναγομένων, προς καταβολή της κατά νόμο αμοιβής του. Το ότι αναφέρεται στην απόφαση, ότι η απαλλοτρίωση αυτή έγινε υπέρ και με δαπάνες του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, αυτό δεν αντιφάσκει με την ανωτέρω, πρώτη αιτιολογία, ούτε το γεγονός αυτό αποτελούσε εμπόδιο για την άσκηση ης αγωγής, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού οι εναγόμενοι, βάσει της πιο πάνω εντολής, είναι εκ του νόμου υπόχρεοι, έναντι του εναγομένου, για καταβολή της νόμιμης αμοιβής του.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 τρίτος (και τελευταίος) λόγος της ένδικης αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, παραπονούνται για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά τούτο, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα για αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-8-2008 αίτηση των Ζ. Ν. κ.λπ., για αναίρεση των υπ' αριθμ. 1514|2008 και 55|2007 αποφάσεων των Εφετείου Αθηνών και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ