Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding a rejected retrial request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision that had rejected a request for retrial. The appellant argued that the lower court violated substantive law by failing to apply agricultural restoration legislation, but the court found this argument inadmissible because the retrial request itself was already rejected. Consequently, the court ruled that the substantive law violation could not be examined without first addressing the procedural prerequisite of the retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 544 no. 6 KPolD; Art. 560 no. 1 KPolD: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the appeal relies on a condition that has not been met, such as the failure to conduct a retrial when the retrial request was already dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2054 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2054/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μίγγο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο …..
Εκδόθηκε η ... απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου …... Την αναψηλάφηση της ανωτέρω απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από ... αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε την από ... αίτηση αναψηλάφησης της με αριθμό ... απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 544 αρ. 6 ΚΠολΔικ, αναψηλάφηση επιτρέπεται, εκτός άλλων, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του.
Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτή. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, διότι και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.
Ο λόγος δε της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, διότι η διάταξη δεν κάνει διακρίσεις, ενώ, εξ άλλου, δεν έχει σημασία αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου ή εκτός δίκης, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση απόδειξη ή ως δικαστικό τεκμήριο. Ενόψει τούτων, το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό ή το δικάζον την ως άνω κύρια αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου, που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας, να ασκήσει στη συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, διότι τούτο αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου.
Για τη θεμελίωση, όμως, κατά νόμο, του προπαρατεθέντος λόγου αναψηλάφησης, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή‚ δηλαδή το διατακτικό της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση απόφασης να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 538, 539, 545 και 547 ΚΠολΔ, σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, εφόσον δίκασε κατ' ουσία. Η αναψηλάφηση ασκείται εντός ορισμένης προθεσμίας, με δικόγραφο περιέχον τους λόγους αυτής, οι οποίοι πρέπει να είναι μεταξύ των περιοριστικώς καθοριζομένων από το νόμο.
Κατά δε το άρθρο 549 ΚΠολΔικ, εάν κριθεί ότι η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή και έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της και, αν θεωρήσει οποιονδήποτε από αυτούς παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάζει πλέον την ουσία της υποθέσεως εντός των διαγραφομένων με την αναψηλάφηση ορίων, τότε δε κρίνεται και το παραδεκτό των ισχυρισμών, της επαναφοράς τους, των αποδεικτικών μέσων κλπ. (ΑΠ 568/2017, ΑΠ 760/2016, ΑΠ 1109/2015, ΑΠ 1364/2005, ΑΠ 1602/2005, ΑΠ 1442/1998).
Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 που παραπέμπει σ' αυτόν του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 9/2013, ΑΠ 1599/2018 ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) επισκόπηση της προσβαλλομένης με αριθμό ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….. προκύπτουν τα ακόλουθα : " Στην κρινόμενη από ... (...) αίτηση αναψηλάφησης κατά της με αριθμό ... απόφασης αυτού του δικαστηρίου που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη τακτική διαδικασία, ο αιτών εκθέτει, ότι κατά του καθού η αίτηση άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..την από ... (αρ.
εκθ. κατ. ...) αγωγή αναγνωριστική κυριότητος ακινήτου, επί της οποίας εκδόθηκε μετά από παραπομπή λόγω αρμοδιότητας η με αριθμό ... απόφαση του Ειρηνοδικείου ….., με την οποία έγινε δεκτή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίστηκε ο ίδιος αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου. Ότι κατά της άνω οριστικής απόφασης, ο αντίδικός του άσκησε την από 1.3.2012 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό ...
απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που έκανε δεκτή την έφεση του αντιδίκου του και απέρριψε την αγωγή του. Ότι η παραπάνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη αφού η αναίρεση που άσκησε κατά αυτής απορρίφθηκε με τη με αριθμό ... απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι με τη προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του, καθώς δέχθηκε τον ισχυρισμό του αντιδίκου του ότι ο πατέρας του (αντιδίκου) από το έτος 1957 μέχρι το θάνατό του την ...
ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, όπως εκμίσθωση στον ενάγοντα (αιτούντα), λαμβάνοντας υπόψη την ψευδή ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου (καθού) υιού του, Α. Χ. του Ι., που αυτός έδωσε τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….. κατά τη δικάσιμο της ..., όσο και ενώπιον του Ειρηνοδικείου …., το οποίο δίκασε μετά από παραπομπή την υπόθεση κατά τη δικάσιμο της 6.6.2011 και ειδικότερα, το ψευδές γεγονός ότι ο πατέρας του καθού η αίτηση (παππούς του μάρτυρα) ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο αγροτεμάχιο και ότι μεταξύ του ενάγοντος (αιτούντος) και του πατέρα του εναγομένου (καθού) υπήρξε συμφωνία μίσθωσης του επιδίκου αγροτεμαχίου από τον πρώτο.
Ότι κατά του εν λόγω μάρτυρα και του αντιδίκου του υπέβαλε την από ... μήνυσή του, με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της απάτης στο δικαστήριο, για την οποία οι ανωτέρω κηρύχθηκαν ένοχοι πρωτόδικα με τη με αριθμό ...
απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ….και κατόπιν με τη με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ….. με την οποία αφού κηρύχθηκαν ένοχοι, καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών ο μάρτυρας του καθού και οκτώ μηνών ο ίδιος ο καθού. Ότι η απόφαση αυτή, η οποία καθαρογράφηκε την ..., κατέστη αμετάκλητη, αφού κατά αυτής δεν ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας αναίρεση ή άλλο ένδικο μέσο και έτσι αναγνωρίστηκε αμετάκλητα το ψευδές της άνω κατάθεσης του μάρτυρα, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.....
Από τη προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναψηλάφηση, με αριθμό ... αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε αναφορικά με την αιτούμενη αναγνώριση κυριότητος του ενάγοντος στο επίδικο αγροτεμάχιο: " Δυνάμει του με αριθμό ... τίτλου κυριότητας της ΑΤΕ που μεταγράφηκε νόμιμα...
παραχωρήθηκε προς γεωργική αποκατάσταση στην οικογένεια Π. και ειδικότερα στη Μ. χήρα Κ. Π. και στα τέκνα της Μ., Ι., Β. και Μ. Π., κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου κλήρος ο οποίος μεταξύ άλλων περιείχε και τον με αριθμό αγρό (επίδικο) Α' κατηγορίας, έκτασης ... στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "Νεκροταφεία" του αγροκτήματος Νέας ….
του νομού …... Οι λοιποί αγροί που περιλαμβάνονταν στον ανωτέρω κλήρο ήταν ο με αριθμό ... αγρός Β κατηγορίας, έκτασης 7.410 στρεμμάτων και ο με αριθμό ... αγρός Γ' κατηγορίας έκτασης 7.454 στρεμμάτων. Όμως, η Μ. Π. και ο Ι. Π., κατά το χρόνο εκδόσεως του τίτλου είχαν προαποβιώσει, με συνέπεια, ο ανωτέρω κλήρος, στον οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο, να περιέλθει στους λοιπούς κληρονόμους και συγκεκριμένα στα αδέλφια Μ., Β.
και Μ. Π., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο. Ακολούθως δυνάμει του με αριθμό ... προσυμφώνου του συμβολαιογράφου ….. Δ. Π., ο Β. Π., ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό της αδελφής του Μ. Π., υποσχέθηκε να προβεί στη πώληση, εντός τριών ετών από την υπογραφή του προσυμφώνου, προς τον Γ. Χ., πατέρα του εναγομένου, των ποσοστών του ιδίου (1/3) και της ως άνω αδελφής του Μ. (1/3) δηλαδή συνολικά το ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου των προαναφερομένων αγρών (με αριθμούς ...,...
και ... (επίδικος), αντί τιμήματος 30.000 δραχμών, μέρος του οποίου (τιμήματος) εξοφλήθηκε κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, ενώ ρητά συμφωνήθηκε ότι αυθημερόν ο πωλητής θα παραδώσει τη νομή των προαναφερομένων ακινήτων στον αγοραστή. Πράγματι ο ανωτέρω Γ. Χ. παρέμεινε στη νομή του επιδίκου από το έτος 1957, όπως άλλωστε βεβαιώθηκε και δυνάμει της με αριθμό ...
απόφασης του Ειρηνοδικείου ……, επί επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, Γ. Χ., με την από ... αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας, η οποία (αίτηση) στρεφόταν κατά των κληρονόμων Π., μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ζήτησε την επικύρωση της ανώμαλης δικαιοπραξίας βάσει του προαναφερθέντος προσυμφώνου πώλησης.
Επί της ως άνω αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Ειρηνοδικείου ….., με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και αναγνωρίστηκε η συντέλεση της μεταβίβασης των πιο πάνω αγρών, σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου προς τον Γ. Χ., αφού διαπιστώθηκε η συνεχής νομή του επ' αυτών (αγρών) από το έτος 1957. Η ανωτέρω απόφαση μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….., στον τόμο 20, με αύξοντα αριθμό ....
Ωστόσο δεν έλαβε χώρα συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής από τον Γ. Χ. της δήλωσης βούλησης των προσυμφωνησάντων πωλητών (Β. και Μ. Π.) και της μεταγραφής της αποδοχής του και συνεπώς, η εν λόγω απόφαση του Ειρηνοδικείου δεν αποτελεί τίτλο κυριότητας και δεν δύναται να προσπορίσει κυριότητα στον δικαιοπάροχο του εναγομένου.
Εντούτοις, από το έτος 1957, οπότε και παραδόθηκε η νομή του επιδίκου στον Γ. Χ. και μέχρι το θάνατό του την ... ο τελευταίος ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, όπως η εκμίσθωσή του στον ενάγοντα. Επομένως, ο Γ. Χ. κατέστη κύριος του επιδίκου σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, το έτος 1988, καθώς από το 1968, οπότε μπορούσε να νέμεται το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα ανωτέρω, μέχρι το έτος 1988 είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα της εικοσαετίας...
Στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθμό ... δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου …… Α. Τ., που δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ... πρακτικού αυτού του δικαστηρίου, ο αποβιώσας Γ. Χ., εγκατέστησε κληρονόμο στο ποσοστό του 2/3 εξ αδιαιρέτου στον επίδικο αγρό τον εναγόμενο. Ο δε εναγόμενος, δυνάμει της με αριθμό ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …..
στον τόμο 66 και με αύξοντα αριθμό ..., αποδέχθηκε την ως άνω επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία. Αντίθετα ουδόλως αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος του αγρού και ότι νεμόταν ολόκληρο το επίδικο για λογαριασμό του, γνωστοποιώντας τη βούλησή του αυτή στον εναγόμενο. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των αδελφών Β., Μ.
και Μ. Π. έλαβε χώρα άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων το έτος 1940 και συμφωνήθηκε να λάβει αποκλειστικά ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Μ. Π. τον επίδικο αγρό. Συναφώς δεν αποδείχθηκε, ότι το έτος 1959 μετά το θάνατο του Μ. Π. συμφωνήθηκε η άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων μεταξύ του ενάγοντος, της συζύγου του θανόντος Α.
χήρας Μ. Π. και των ετέρων τέκνων του, Κ. και Α., ώστε να λάβει τον επίδικο αγρό αποκλειστικά ο ενάγων. Αντίθετα, από τα προσκομισθέντα έγγραφα και δη από το ως άνω, με αριθμό ... προσύμφωνο αποδεικνύεται πλήρως, ότι ο ενάγων ήταν συγκύριος σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των προπεριγραφέντων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, χωρίς να προβάλλεται σαφής ισχυρισμός του ενάγοντος περί εικονικότητος του ανωτέρω συμβολαίου, τον οποίο (ισχυρισμό) υπολαμβάνει αναφερόμενος ότι αναγράφηκε πως ο Β.
και η Μ. Π.. αναφέρονται ως συγκύριοι του επιδίκου σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και φέρεται ότι μεταβιβάζεται στον Γ. Χ. και ο επίδικος αγρός για λόγους προστασίας του αγοραστή. Το εν λόγω συμβόλαιο είναι μεταγενέστερο της αρχικά επικληθείσας πρώτης άτυπης διανομής (1940) και προγενέστερο της δεύτερης (1959), γεγονός το οποίο αντιστρατεύεται στους ισχυρισμούς του ενάγοντος, καθώς και στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αφού καταδεικνύει τη σαφή βούληση των κληρονόμων να νέμονται το επίδικο σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με τους αριθμούς ... και ... αγρούς, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, είχαν περιέλθει στην αποκλειστική νομή ενός εκάστου των συγκληρονόμων -αδελφών του, αλλά και οι αγροί αυτοί στο προαναφερόμενο συμβόλαιο πώλησης, εμφανίζονται ότι ανήκουν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε κάθε κληρονόμο.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από τη βούληση του δικαιοπαρόχου του εναγομένου Γ. Χ., να αποκτήσει τίτλο εκτελεστό με βάση το πιο πάνω προσύμφωνο, εφόσον δεν ακολούθησε η σύνταξη οριστικού συμβολαίου, όπως αποδεικνύεται με την έκδοση της με αριθμό ... απόφασης του Ειρηνοδικείου ……, περί επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας, στην οποία ως προελέχθη, καθών η αίτηση ήταν οι κληρονόμοι Π., μεταξύ των οποίων και ο ενάγων.
Εξ άλλου το γεγονός αυτό δεν αναιρείται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό ... απόφαση του δικαστηρίου αυτού (τακτική διαδικασία) με την οποία απορρίφθηκε η διεκδικητική αγωγή της μητέρας και των αδελφών του ενάγοντος εις βάρος του, που αφορούσε τον επίδικο αγρό, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Εξ άλλου ο πατέρας του ενάγοντος, Μ. Π. και εν συνεχεία ο ενάγων καλλιεργούσαν μεν τον επίδικο αγρό άλλοτε με καλαμπόκι, σπανάκι και αργότερα με καλαμπόκι και κριθάρι, καθώς και με ορισμένα ελαιόδεντρα, αλλά οι πράξεις τους αυτές συνάδουν με την ιδιότητά τους ως συγκυρίων του επιδίκου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και δεν καταδείκνυαν τη βούλησή τους να νέμονται ολόκληρο το επίδικο για λογαριασμό τους, γεγονός άλλωστε που ουδέποτε κοινοποίησαν στον εναγόμενο.
Ειδικότερα, ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, Γ. Χ. και στη συνέχεια ο εναγόμενος, μίσθωναν τον επίδικο αγρό στον ενάγοντα, κατά το ποσοστό τους 2/3 εξ αδιαιρέτου, γεγονός που αποδεικνύεται από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ... βεβαίωση της ΔΟΥ ……και αφορά τα οικονομικά έτη 2009 και εντεύθεν, ενώ κατά το οικονομικό έτος 2008, χρήση 2007, το επίδικο δηλωνόταν από τον εναγόμενο ως δωρεάν παραχώρηση στον ενάγοντα, με ποσοστό συγκυριότητας 66,67 % εξ αδιαιρέτου.
Επί πλέον, σε ανύποπτο χρόνο από την ένδικη αμφισβήτηση της κυριότητας του ενάγοντος, που έλαβε χώρα το 2009 και συγκεκριμένα στο έντυπο Ε9 του έτους 1997, ο εναγόμενος δηλώνει τον επίδικο αγρό, με ποσοστό συγκυριότητας 66,66% εξ αδιαιρέτου. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, που δεν αναιρούνται από τη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, καθώς όπως προελέχθη, το γεγονός της καλλιέργειας του αγρού από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος αρμόζει στην ιδιότητά του ως συγκοινωνού και μισθωτή του υπολοίπου ποσοστού 2/3 εξ αδιαιρέτου, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέστη κύριος ολοκλήρου του με αριθμό ...
αγρού". Από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται ότι η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα Α. Χ. του Ι., που καταδικάστηκε για ψευδορκία με τη με αριθμό ... αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ….., δεν ήταν το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για να εκδώσει την προσβαλλομένη απόφασή του.
Η κατάθεση αυτή συνεκτιμήθηκε με αυτή του μάρτυρα αποδείξεως, αμφότερες οι οποίες περιέχονταν στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ συνεκτιμήθηκαν επίσης, από το δικαστήριο και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων το με αριθμό ...
προσύμφωνο του συμβολαιογράφου …… Δ. Π., δυνάμει του οποίου ο Β. Π., ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό της αδελφής του Μ. Π., υποσχέθηκε να προβεί στη πώληση προς τον Γ. Χ., πατέρα του εναγομένου, των ποσοστών του ιδίου (1/3) και της ως άνω αδελφής του Μ. (1/3), δηλαδή συνολικά το ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου των προαναφερομένων αγρών, η με αριθμό ...
απόφαση του Ειρηνοδικείου ….., με την οποία αναγνωρίστηκε η συντέλεση της μεταβίβασης των παραπάνω αγρών σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου προς τον Γ. Χ. (πατέρα του εναγομένου), αφού διαπιστώθηκε η συνεχής νομή του επ' αυτών (αγρών) από το έτος 1957, η με αριθμό ... δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου …… Α. Τ., που δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...
πρακτικό του δικαστηρίου τούτου, με την οποία ο αποβιώσας Γ. Χ., εγκατέστησε κληρονόμο στο ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου στον επίδικο αγρό τον εναγόμενο, η με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ……, με την οποία ο εναγόμενος αποδέχθηκε την ως άνω επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία, η με αριθμό πρωτοκόλλου ...
βεβαίωση της ΔΟΥ ….., και το έντυπο Ε9 του έτους 1997 που προσκόμισε ο εναγόμενος, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. Πρέπει να σημειωθεί, ότι στη με αριθμό ... προσβαλλομένη απόφαση, εκτός από την αρχική αναφορά στο αιτιολογικό της ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης....
αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά..." ουδόλως γίνεται ειδική αναφορά στη συγκεκριμένη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Α. Χ. του Ι., από την οποία να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε στην ψευδή αυτή κατάθεση. Αντιθέτως, με σαφήνεια προκύπτει από τα ανωτέρω ιστορούμενα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ως άνω κατάθεση, η οποία και δεν αποτέλεσε το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο στη διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, ούτε επηρέασε έστω κατά ένα μέρος, την κρίση του δικαστηρίου σχετικά με το δικαίωμα κυριότητος του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, αλλά εκτιμήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δεν είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική και χωρίς αυτή, αφού αυτή (κρίση) αναφορικά με το ζήτημα της άσκησης νομής επί του επιδίκου ακινήτου αρχικά από τον δικαιοπάροχο του εναγομένου Γ.
Χ. και ακολούθως από τον εναγόμενο, μπορούσε να στηριχθεί αυτοτελώς και στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Τουναντίον, το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του τα παραπάνω μνημονευόμενα έγγραφα σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, βάσει των οποίων συνήγαγε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέστη κύριος ολοκλήρου του επιδίκου, με αριθμό ...
αγρού". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο ….., δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε τον μοναδικό λόγο αναψηλάφησης της με αριθμό ... απόφασης του αυτού ως άνω δικαστηρίου. Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο ….., δικάζον επί της υπόψη αίτησης αναψηλάφησης, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που σε συνδυασμό με το παραπάνω σαφές αποδεικτικό πόρισμά του, ως προς την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναψηλάφησης, επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 544 αρ. 6 ΚΠολΔ και της υπαγωγής σ' αυτό των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε.
Συγκεκριμένα, η προσβαλλομένη δέχθηκε, ότι η ένορκη κατάθεση του Α. Χ. που καταδικάσθηκε αμετακλήτως για ψευδορκία μάρτυρος δεν ήταν το μόνο αποδεικτικό μέσο στο οποίο στηρίχθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..για τη διάγνωση του επιδίκου δικαιώματος κυριότητος, αλλά εκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική χωρίς αυτή, καθώς και ότι το κρίσιμο ζήτημα της κτήσης κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και δη την υπερεικοσαετή, εν προκειμένω, άσκηση εμφανών πράξεων νομής σ' αυτό, στηριζόταν αυτοτελώς στα λοιπά, πλην της εν λόγω ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης αποδεικτικά μέσα, ενώ ουδόλως απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης να διελάμβανε αυτή ολόκληρη ή έστω περικοπή της ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσής του, που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ.
Τούτο δε, πολύ περισσότερο αφού, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της τελευταίας, ουδόλως γίνεται στην προσβληθείσα με αίτηση αναψηλάφησης απόφαση, ειδική αναφορά στη συγκεκριμένη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Α. Χ. του Ι., από την οποία να προέκυπτε, ότι η παραπάνω απόφαση στηρίχθηκε εν όλω στην αμετακλήτως κριθείσα ως ψευδή αυτή κατάθεση, ή έστω σε μέρος αυτής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και ...
του ΚΠολΔ. Ο λόγος όμως αυτός, δεν περιλαμβάνεται στους κατ' άρθρο 560 ΚΠολΔ περιοριστικά απαριθμούμενους λόγους, που αφορούν στον αναιρετικό έλεγχο των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση αποφάσεων των πρωτοδικείων (ΑΠ 97/2013, ΑΠ 1008/2002, ΑΠ 1072/1992). Στη προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσής του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο της αναψηλαφήσεως με την προσβαλλομένη απόφασή του προς σκοπό συναγωγής του αποδεικτικού του πορίσματος " ...προδήλως και παρά την διαβεβαίωσή του δεν έλαβε υπόψη του το απολύτως κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, τη με αριθμό ...
απόφαση του Τριμελούς Εφετείου …… και την ταυτοσήμου περιεχομένου, με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου …..... αλλά προφανέστατα τις αγνόησε...". Ο λόγος όμως αυτός, απαραδέκτως προβάλλεται στη προκειμένη περίπτωση, που η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε επί αιτήσεως αναψηλαφήσεως σε κατ' έφεση εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά τα προεκτεθέντα, και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ψευδή ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, και δη, σφάλμα στην ανεύρεση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, καθόσον το δικαστήριο παρέλειψε να κάνει χρήση και να εφαρμόσει τη νομοθεσία για την γεωργική αποκατάσταση των κληρούχων, αρκεσθέν μόνον στην εφαρμογή του άρθρου 1045 του ΑΚ περί της κτήσεως κυριότητος ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον τούτο προϋπέθετε την μετά εξαφάνιση της προσβαλλομένης εκ νέου εκδίκαση της διαφοράς, ενώ στη προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη μετά την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναψηλαφήσεως, απέρριψε ως αβάσιμο τον μοναδικό αυτής λόγο εκ του άρθρου 544 αρ. 6 ΚΠολΔ χωρίς συνεπώς, να προβεί σε εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων και να καταδικασθεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του (άρθ. 173, 183 ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της με αριθμό ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου …...
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ