Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the objection was inadmissible as not raised properly before the first instance court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding a property dispute. The appellant argued the respondent's claim for restitution was invalid, but the court found this objection was not legally raised as a supplementary plea during the initial trial. Consequently, the court ruled the objection inadmissible and rejected the appeal, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; An objection raised in an appeal that was not properly presented as a supplementary plea in the original proceedings is inadmissible, and the appeal must be dismissed if the first-instance judgment remains substantively correct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2045 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2045/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Μ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: M. S. του J., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κοΐθα, που ανακάλεσε την από 20/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/11/2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 68/2021 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/6/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 ως 3, 568 παρ. 1, 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει κατ' αρχήν αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, οπότε δεν απαιτείται κλήτευσή του αλλά συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 477/2019, 52/2019, 1753/2017, 242/2015).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα ...
Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου για την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος δικάσιμο, απαιτείται να λάβει χώρα η επίδοση προς αυτόν και αντιγράφου του κατατεθέντος δικογράφου της αναίρεσης (ΑΠ 837/2014, 815/2008, 873/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η συζήτηση της υπό κρίση από 7-6-2021 αίτησης για αναίρεση της 68/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα, με επιμέλεια του οποίου επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού του ανωτέρω τμήματος της Προέδρου του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου και προθεσμίας κοινοποιήσεως της της αίτησης 60 ημερών τουλάχιστον πριν τη δικάσιμο του Προέδρου του τμήματος αυτού, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη αντίγραφο της 8762/22-9-2021 εκθέσεως επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ι.
Μ. με τις κάτω από αυτήν από 22-9-2021 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής του Αστυφύλακα Α.Τ. Μοσχάτου - Ταύρου, αξιωματικού υπηρεσίας (κωλυομένου του Διοικητή), και βεβαίωση του υπαλλήλου του Ταχυδρομικού Πρακτορείου Κ. Φ.. Όπως προκύπτει δε από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατατέθηκε δήλωση παράστασής του κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σα να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης ανέκκλητης απόφασης του Ειρηνοδικείου, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τις ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές (άρθ. 466 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2)... και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη".
Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι οι λόγοι αναίρεσης κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1702/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ "αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472", δηλαδή οι ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές, εκτός αν ο νόμος ορίζει ρητά το αντίθετο.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς εκείνη άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι κατά της απόφασης, που εκδόθηκε κατά τις ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών, είναι απαράδεκτος ο κατ` αυτής αναιρετικός λόγος περί παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχος δηλαδή του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1056/2019, 1974/2014, 1054/2009).
Κατά το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (πρβλ.
επί του αντίστοιχου λόγου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ: ΑΠ 995/2017, 713/2016). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (πρβλ.
επί του αντίστοιχου λόγου του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ: ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999, ΑΠ 78/2020, 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό.
Έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020).
Με την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) από 22.11.2019 αγωγή της η αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα ακόλουθα: Ότι με το από 12-6-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό "σύμφωνο περάτωσης διαπραγματεύσεων- αρραβώνας για πώληση οριζόντιας ιδιοκτησίας" συμφώνησε με τον αναιρεσείοντα να πωλήσει και να μεταβιβάσει στην ίδια ή σε τρίτο υποδειχθησόμενο από αυτήν πρόσωπο κατά κυριότητα την περιγραφόμενη οριζόντια ιδιοκτησία και το δικαίωμα καθ' ύψος επεκτάσεως, που αναλογούσε σ'αυτήν, αντί συνολικού τιμήματος 85.000 ευρώ με οριστικό συμβόλαιο, που θα καταρτιζόταν μέχρι τις 31-10-2019, και του κατέβαλε συνολικό ποσό 5.000 ευρώ, το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να της επιστρέψει διπλάσιο εάν εκείνος υπαναχωρούσε από τη συμφωνία τους, να το παρακρατήσει δε εάν υπαναχωρούσε η ίδια.
Ότι ο αναιρεσείων είχε αναλάβει επίσης την υποχρέωση να προσκομίσει μέχρι τις 30-6-2019 έγγραφη βεβαίωση μηχανικού του ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο δεν παρουσιάζει πολεοδομικές αυθαιρεσίες ή ότι οι υφιστάμενες αυθαιρεσίες μπορούσαν να τακτοποιηθούν κατά την κείμενη νομοθεσία και δεν θίγουν κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής, πλην όμως εκείνος δεν τήρησε τη σχετική υποχρέωσή του μέχρι και τις 30-7-2019, υπαναχωρώντας με αυτό τον τρόπο από τη συμφωνία τους.
Η αναιρεσίβλητη ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της επιστρέψει το ποσό των 5.000 ευρώ, που του είχε καταβάλει, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας της, επειδή η μεταξύ τους συμφωνία ήταν άκυρη λόγω μη τηρήσεως του προβλεπόμενου από τον νόμο συμβολαιογραφικού τύπου.
Ο αναιρεσείων, με τις επίσης επισκοπούμενες έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Ειρηνοδικείου, επικαλέσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη υπαναχώρησε από τη σύμβαση, αν και ο μηχανικός του την ειδοποίησε πως το ακίνητο δεν παρουσίαζε κάποιο πολεοδομικό πρόβλημα που να εμποδίζει τη μεταβίβαση, και ότι αυτός δικαιούται να παρακρατήσει το ληφθέν ποσό των 5.000 ευρώ κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, που αποτελεί αυτοτελή έγκυρη σύμβαση για την καταβολή ποινής (ποινική ρήτρα) και όχι αρραβώνα, επειδή υπέστη ζημία λόγω της απόρριψης άλλων προτάσεων, που είχε δεχθεί για την αγορά του ακινήτου από τρίτους, τις οποίες απέκρουσε ενόψει της δέσμευσης που είχε αναλάβει απέναντί της, ενώ εν τω μεταξύ οι τιμές των ακινήτων υπέστησαν πτώση, καθώς και ότι το "δικαίωμα" της προς επιστροφή του παραπάνω ποσού ασκείται καταχρηστικώς κατ'άρθρο 281 ΑΚ, αφού η αναιρεσίβλητη ήταν αυτή που υπαναχώρησε από τη συμφωνία τους και η ίδια με τον δικηγόρο της κατήρτισαν το, κατά τους ισχυρισμούς της, άκυρο, ιδιωτικό συμφωνητικό προκειμένου "να εκφύγει εκ τους ασφαλούς ...
των υποχρεώσεων" που είχε αναλάβει απέναντί του, δημιουργώντας του την πεποίθηση πως δεν θα ασκήσει την ένδικη αξίωση, προβάλλοντας τη σχετική περί ακυρότητας αιτίαση. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Περί τον Ιούνιο του 2019 η ενάγουσα ήλθε σε συμφωνία με τον εναγόμενο προκειμένου να αγοράσει από αυτόν ένα διαμέρισμα - οριζόντια ιδιοκτησία του 2ου πάνω από το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 108,00 τμ, μετά του ημίσεως (1/2) εξ αδιαιρέτου των δυνάμενων να οικοδομηθούν ύπερθεν του ορόφου αυτού λοιπών ορόφων, ευρισκόμενο σε μία διώροφη μεθ' υπογείου οικία, η οποία έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου που βρίσκεται στην Αθήνα, στην θέση "..." επί της οδού ...
αρ. .. (πρώην ..). Την 12-6-2019 οι διάδικοι υπέγραψαν το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο περιέχονται οι ουσιώδεις όροι της παραπάνω αγοραπωλησίας, την οποία οι διάδικοι ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν, αντί του τιμήματος των 85.000,00 €, κατά τους ειδικότερους όρους του παραπάνω συμφωνητικού.
Μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε ότι το οριστικό συμβόλαιο της αγοραπωλησίας θα υπογράφει μέχρι την 31-10-2019. Σχετικά με τον τρόπο καταβολής του τιμήματος της αγοραπωλησίας, συμφωνήθηκε ποσό 2.500,00 € να καταβληθεί σε μετρητά από την ενάγουσα στον εναγόμενο, κατά την υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού την 12-6-2019, ενώ επιπλέον 2.500,00 €, συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε μετρητά από την ενάγουσα στον εναγόμενο την 13-6-2019, συνταχθέντος προς τούτο του από 13-6-2019 συμπληρωματικού συμφωνητικού.
Ήτοι συνολικά η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο ως προκαταβολή του τιμήματος της παραπάνω αγοραπωλησίας το ποσό των 5.000,00 €. Επιπλέον ποσό 10.000,00 € συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον εναγόμενο σε μετρητά έως την 30-7-2019, με την προϋπόθεση ότι ο μηχανικός του εναγόμενου θα έχει προσκομίσει σχετικά έγγραφα ότι τα μεταβιβαζόμενα δεν έχουν αυθαιρεσίες ή ότι οι αυθαιρεσίες που έχουν μπορούν να τακτοποιηθούν και δεν θίγουν κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας.
Σε περίπτωση δε που υπάρχει πολεοδομικό πρόβλημα ο μηχανικός υποχρεούται να ενημερώσει την αγοράστρια έως την 30-6-2019 και η έως τότε δοθείσα στον πωλητή προκαταβολή θα πρέπει να επιστραφεί άμεσα. Το υπόλοιπο ποσό των 70.000,00 € συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την ημέρα υπογραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου.
Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι εάν υπαναχωρήσει ο πωλητής από την σύμβαση πώλησης, υποχρεούται να επιστρέψει στην αγοράστρια εις διπλούν την καταβληθείσα προκαταβολή των 5.000,00 €, ενώ εάν υπαναχωρήσει η αγοράστρια από την υπογραφή της σύμβασης πώλησης, θα χάνει την καταβληθείσα προκαταβολή και ουδεμία αξίωση θα έχει για την επιστροφή του χρηματικού ποσού που θα παραμένει στα χέρια του πωλητή.
Ακολούθως αποδείχτηκε ότι η κύρια σύμβαση αγοραπωλησίας του παραπάνω ακινήτου ματαιώθηκε. Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση της παρούσας, η συμφωνία, η οποία περιέχεται στο από 12-6-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό και με την οποία τα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν την κύρια σύμβαση της αγοραπωλησίας, εφόσον δεν έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, ενώ άκυρη είναι και η παρεπόμενη σύμβαση του αρραβώνα που περιέχεται στο από 12-6-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Συνεπώς η ενάγουσα έχει αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για απόδοση της ωφέλειας, ποσού 5.000,00 €, που αποκόμισε ο εναγόμενος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας. Τέλος δεν αποδείχτηκε ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής από την ενάγουσα για την δικαστική επιδίωξη της παραπάνω αξίωσής της, υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, γι' αυτό η σχετική ένσταση του εναγόμενου πρέπει να απορριφθεί.
Ομοίως απορριπτέο ελλείψει εννόμου συμφέροντος, τυγχάνει και το προβαλλόμενο με τις προτάσεις του αίτημα του εναγομένου περί προσκόμισης από την ενάγουσα αντιγράφων των φορολογικών της δηλώσεων και των συμβολαίων αγοράς από αυτήν άλλων ακινήτων, σε αντικατάσταση της αγοράς του ανωτέρω διαμερίσματος του εναγομένου, διότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι πρόσφορα προς ανταπόδειξη του λυσιτελούς ισχυρισμού της ενάγουσας σχετικά με την μη ύπαρξη νόμιμης αιτίας διατήρησης της ωφέλειας που αποκόμισε ο εναγόμενος σε βάρος της περιουσίας της." Κατόπιν αυτών το Ειρηνοδικείο δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, το ποσό των 5.000,00 €, νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της αγωγής.
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο και τον συναφή δεύτερο λόγους της αίτησής του από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, επικαλούμενος αντιστοίχως ότι με βάση τα γενόμενα δεκτά περιστατικά το Ειρηνοδικείο:
α) δεν προέβη στην εφαρμογή των ως άνω εφαρμοστέων στην κρινόμενη περίπτωση διατάξεων, επειδή λόγω της ακυρότητας της συμφωνίας του με την αναιρεσίβλητη το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκούσε μέχρι την υπογραφή ή τη ματαίωση της κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, η ματαίωση δε αυτής οφείλεται σε αδικαιολόγητη υπαναχώρησή της, θεμελιώνουσα ευθύνη της από τις διαπραγματεύσεις προς αποζημίωσή του και β) υπήγαγε τη διαφορά στις διατάξεις περί αρραβώνος, ενώ κατ'εφαρμογή των άρθρων 197 και 198 ΑΚ έπρεπε να δεχθεί ότι η μεταξύ τους συμφωνία περιελάμβανε πρόβλεψη καταβολής αποζημίωσης λόγω ευθύνης από ματαίωση της οριστικής συμβάσεως αγοραπωλησίας εκ μέρους της.
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, διότι, υπό την επίφαση πλημμέλειας από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλει στην πραγματικότητα, απαραδέκτως κατ'άρθρο 560 αρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, που δίκασε κατά τις ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών, λόγους περί παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι λόγους από τον αριθμό 1 εδ.
πρώτο του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η προβολή των οποίων αποκλείεται επί μικροδιαφορών. Ειδικότερα με βάση τη δικονομική διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, που δεν έχει εφαρμογή επί μικροδιαφορών, κρίνεται η παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου όταν το δικαστήριο εξέτασε κατ'ουσίαν την υπόθεση, οπότε ιδρύεται ο ως άνω λόγος αυτός, εάν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται, περιπτώσεις την συνδρομή των οποίων επικαλείται ο αναιρεσείων με τους δύο παραπάνω λόγους της αίτησής του.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι και αβάσιμοι, διότι το Ειρηνοδικείο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκε αδικαιολόγητη υπαναχώρηση της αναιρεσίβλητης από τη συμφωνία και πταίσμα της από τις διαπραγματεύσεις (στάδιο που διαρκούσε μέχρι την αποδειχθείσα ματαίωση της οριστικής συμβάσεως), ώστε να δικαιούται ο αναιρεσείων οποιασδήποτε αποζημίωσης, επιδίκασε δε το αιτηθέν ποσό δεχόμενο ακυρότητα της συμφωνίας, που καταρτίσθηκε με το ιδιωτικό συμφωνητικό λόγω μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου κατ' εφαρμογή των άρθρων 159, 166, 180, 904, 1033 ΑΚ (διατάξεις που αναφέρονται και στη μείζονα σκέψη του) με επαρκείς προς επιστήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και του διατακτικού της προβαλλόμενης απόφασης αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, διότι πληρούν τον πραγματικό των αμέσως προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ενώ η ακυρότητα της σχετικής συμφωνίας συμπαρασύρει και τις παρεπόμενες συμφωνίες υπόσχεσης είτε αρραβώνος είτε της ποινής, που συμφωνήθηκε να καταπίπτει ως μη χρήζουσα απόδειξης αποζημίωση (άρθ. 408 ΑΚ, αναφερόμενο στην ακυρότητα της ποινικής ρήτρας αν υπόσχεση παροχής είναι άκυρη), ο δε αναιρεσείων ουδέποτε προέβαλε προς συμψηφισμό αξίωσή του προς αποζημίωση (μη θεμελιούμενη στις προβλέψεις του άκυρου ιδιωτικού συμφωνητικού) από πταίσμα της αναιρεσίβλητης περί τις διαπραγματεύσεις με την αξίωση της τελευταίας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή αξίωσή του για αποζημίωση αναφερόμενη σε συγκεκριμένες ζημίες του αποτιμώμενες σε ορισμένα ποσά (π.χ.
ότι αυτός απώλεσε συγκεκριμένο ποσό, διότι είχε προσφορά για ίσο ή μεγαλύτερο τίμημα κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, τελικώς αναγκάσθηκε δε να πωλήσει το ακίνητο με προσδιοριζόμενο χαμηλότερο τίμημα ή ότι προέβη σε συγκεκριμένες δαπάνες προς κατάρτιση της ματαιωθείσας συμβάσεως), ώστε να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει και όταν από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου έχει δημιουργηθεί στον τελευταίο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, προερχόμενων κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκομένων σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του δικαιούχου και η υπ'αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση να συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του υποχρέου. Η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται όχι μόνο στην περίπτωση αδράνειάς του να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων του υποχρέου και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (βλ.
και ΟλΑΠ 2/2019, 7/2002, 8/2001, ΑΠ 960/2010, 263/2007, 879/2002). Περαιτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση. Εάν αυτός που προτείνει το σχετικό ισχυρισμό αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται και καταχρηστική άσκησή του (Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 816/2022, 816/2022, 999/2019, 914/1987).
Εξάλλου, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, εάν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΟλΑΠ 30/1998, 37/1996, ΑΠ 617/2022, 999/2020, 397/2020, 139/2018, 1697/2017, 931/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων προβάλλει και πάλι αιτιάσεις από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επικαλούμενος έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της προπαρατιθέμενης ένστασής του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Η ένσταση αυτή, όπως προτάθηκε στο Ειρηνοδικείο, είναι προεχόντως μη νόμιμη, πέραν της αοριστίας της (ο αναιρεσείων, προκειμένου να επιστηρίξει κακόπιστη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία όμως τελεί σε συνάρτηση και με τη δική του προηγηθείσα συμπεριφορά, δεν επικαλείται ότι εκείνος τήρησε έως την 30-7-2019 την υποχρέωσή του να προσκομίσει έγγραφα μηχανικού του περί του ότι τα μεταβιβαζόμενα δεν έχουν αυθαιρεσίες κ.λπ., υποχρέωση που αποδείχθηκε ότι είχε αναλάβει σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Ειρηνοδικείο, αρκούμενος σε αναφορά περί απλής ειδοποίησης του μηχανικού του ότι το ακίνητο δεν παρουσίαζε κάποιο πολεοδομικό πρόβλημα "που να εμποδίζει τη μεταβίβασή του", ενώ επίσης, ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη και ο δικηγόρος της συνέταξαν το ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς να επικαλείται πως ο ίδιος δεν γνώριζε την ακυρότητά του, την οποία, σε κάθε περίπτωση, απέκρουσε, ώστε να του δημιουργηθεί ευλόγως η πεποίθηση πως εκείνη δεν θα ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων της, όπως δεν αποσαφηνίζει και τις τυχόν επελθούσες δυσμενείς συνέπειες για τον ίδιο, παραθέτοντας στοιχεία για απώλεια συγκεκριμένων ευκαιριών προς πώληση του ακινήτου του με ίσο ή υψηλότερο τίμημα, καθώς και για το τίμημα, που τελικώς απέκτησε, εάν το ακίνητό του πωλήθηκε σε άλλο αγοραστή).
Ειδικότερα η ένσταση είναι μη νόμιμη, διότι με τους ισχυρισμούς του ο αναιρεσείων ενώπιον του Ειρηνοδικείου αρνήθηκε την ύπαρξη του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να αξιώσει την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού (επικαλούμενος αυτοτελή έγκυρη σύμβαση περί ποινικής ρήτρας, αναφερόμενος και στο ασκούμενο δικαίωμά της ως "δικαίωμα", εντός εισαγωγικών, και σε "κατά τους ισχυρισμούς της" αναιρεσίβλητης ακυρότητα του ιδιωτικού συμφωνητικού, στην οποία θεμελίωσε την ένδικη αξίωσή της) και δεν προέβαλε την ανωτέρω ένσταση επικουρικώς για την περίπτωση που η αξίωσή της κρινόταν βάσιμη.
Επομένως το Ειρηνοδικείο με εσφαλμένες μεν αιτιολογίες απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, ενώ αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, το διατακτικό όμως της προβαλλομένης απόφασης, με το οποίο έγινε κατά τα προδιαλαμβανόμενα δεκτή η αγωγή, είναι ορθό και, εφόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δυσμενούς εις βάρος του δεδικασμένου (δεδομένου ότι η απόρριψη της ενστάσεώς του ως μη νόμιμης παράγει ευμενέστερο για εκείνον δεδικασμένο από την απόρριψή της ως αβάσιμης κατ'ουσίαν), πρέπει κατόπιν αντικατάστασης της εσφαλμένης αιτιολογίας της, με την ορθή ως άνω αιτιολογία, να απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης.
Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, πρέπει να απορριφθεί η από 7-6-2021 αίτηση για αναίρεση της της 68/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησής του.
Ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-6-2021 αίτηση για αναίρεση της 68/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ