Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appellant failed to prove valid power of attorney.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a personal injury claim. The appellant argued for a twenty-year limitation period, but the lower court correctly applied the five-year statute of limitations for compensation claims. The Court of Appeal properly rejected the appellant's defense based on the expiration of the limitation period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 937, 929, 268 of the Civil Code; The claim for compensation constitutes a twenty-year limitation period, whereas the claim for monetary satisfaction is subject to a five-year limitation period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2039 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2039/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ, που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Α. Δ., κατοίκου ... και 2. Δ. Χ. Μ., κατοίκου ... αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Εληώτου- Οικονόμου-Γκούρα Καλλιόπη,και κατέθεσε προτάσεις για τον 1ο των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-4-2007 και 7-6-2007 αγωγές του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου και την από 27-7-2007 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του 2ου ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3462/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5265/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 10-1-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση, τότε Αρεοπαγίτη και νύν Αντιπρόεδρου του Αρείου Πάγου, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του αρθρ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δικ προκύπτει ότι, στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζεται από το δικαστήριο, ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Επίσης, ατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ'αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ'αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση Α.Π.240/2011).Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα .../17-8-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 25-1-2013, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 4-10-2013, επιδόθηκε νομίμως, μετά από παραγγελία του πληρεξούσιου Δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και έχει προς τούτο πληρεξουσιότητα, προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Στην τελευταία αυτή δικάσιμο, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση και εκπροσώπησε τους δύο αναιρεσιβλήτους η πληρεξούσια Δικηγόρος Καλλιόπη Εληώτου-Οικονόμου Γκούρα, η οποία όμως δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που θεωρείται μη παριστάμενος. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του ως άνω αναιρεσιβλήτου κατά τα προαναφερθέντα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό (Ολ.
ΑΠ 11/92, Α.Π. 40/2005) Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ'άρθρο 561 παρ.2 του ιδίου Κώδικα επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 11-4-2007 αγωγή του ο πρώτος αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος- ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος - Δ. Μ. να του καταβάλει το ποσό των 189.865,23 ευρώ, νομιμοτόκως, για την ζημία (αποθετική) που υπέστη από το αυτοκινητικό ατύχημα, που έλαβε χώρα την 8-3-2002 και οφείλεται σε αμέλεια του ως άνω εναγομένου, κατά την οδήγηση του υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... γεωργικού ελκυστήρα, με την δε από 7-6-2007 πλαγιαστική αγωγή του ο ίδιος ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη- ήδη αναιρεσείουσα- ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένος ο εν λόγω ελκυστήρας για ζημίες προς τρίτους, να καταβάλει στον εναγόμενο με την κύρια αγωγή, ο οποίος αδράνησε να ασκήσει τα δικαιώματα του, το ανωτέρω ποσό ή όποιο άλλο ποσό υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον ενάγοντα.
Εξάλλου ο δεύτερος αναιρεσίβλητος άσκησε προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ζητώντας να υποχρεωθεί να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα. Επ' αυτών εκδόθηκε η 3462/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε την κύρια αγωγή κρίνοντας την ένδικη αξίωση παραγεγραμμένη.
Κατ' αυτής άσκησε την στρεφόμενη κατά των δύο εναγομένων από 22-10-2008 έφεση ο πρώτος αναιρεσίβλητος με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης, προκειμένου να γίνουν δεκτές οι αγωγές του, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος άσκησε αντέφεση, με την οποία ζήτησε να εξαφανισθεί η ως άνω πρωτόδικη, ώστε η κατ' αυτού ασκηθείσα κύρια αγωγή να απορριφθεί, όχι λόγω παραγραφής της ένδικης αξίωσης, αλλά ως αόριστη.
Με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5265/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η αντέφεση ως απαράδεκτη, έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση, κρατήθηκε η υπόθεση και έγιναν εν μέρει δεκτές οι δύο αγωγές. Υπό τα ως άνω δεδομένα είναι προφανές, ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Δ. Μ., στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήρξε ούτε νικήσας διάδικος ούτε καν αντίδικος της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, απαραδέκτως στρέφεται κατ' αυτού και πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτόν, αυτεπαγγέλτως, για έλλειψη έννομου συμφέροντος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικό περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 248, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα η δε παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι κατ'αρχήν πενταετής και εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξίωσης είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η εν λόγω παραγραφή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή" εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ'αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωσης.
Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.
Α.Π. 23/1994, 38/1996, 24/2003, Α.Π. 642/2007, 997/2003, 2/2010, 377/2009). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγου θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίας έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.
Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση είτε με αναγνωριστική αγωγή είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε(Α.Π. 1012/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 8-3-2002 και περί ώραν 17.30 ο εναγόμενος Δ. Μ. οδηγώντας τον υπ' αριθ.
Κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα, που ήταν ασφαλισμένος για τις απέναντι σε τρίτους αστική του ευθύνη στην πλαγιαστικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στη διπλής κατεύθυνσης επαρχιακή οδό Λάδη Μεταξάδων του Νομού Έβρου, με κατεύθυνση προς Μεταξάδες. Αυτός όταν έφθασε στο σημείο που η οδός αυτή διασταυρώνεται με αγροτικό δρόμο, αριστερά σε σχέση με την πορεία του, από αμέλεια του συνισταμένη στην με προσήλωση του στην οδήγηση, πραγματοποίησε αιφνιδιαστικά αριστερό ελιγμό αλλαγής πορείας, παραβιάζοντας την εκεί υπάρχουσα διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων της οδού γραμμής, με αποτέλεσμα να βρεθεί προ της υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων και πήγαινε στο αντίθετο, προς Λάδη, ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, αποφράζοντας την πορεία αυτής και με περαιτέρω αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντος. Ο τελευταίος διακομίσθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο Διδυμοτείχου και στη συνέχεια, με ειδική αεροπορική πτήση, στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ" Αττικής όπου νοσηλεύτηκε από την 9-3-2002 έως την 13-5-2002, υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις τα κάτω άκρα, στο χέρι και σε ειδική επέμβαση, για την κάλυψη του κολοβώματος με ελεύθερο δερματικό μόσχευμα, διότι παρουσίαζε μεγάλης σύνθλιψη με εξελκυσμό των αγγείων και των νεύρων, για το λόγο δε αυτό κρίθηκε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να επανασυγκολληθεί το ακρωτηριασμένο πόδι του, στο ύψος της κνήμης, γι' αυτό και τοποθετήθηκε τεχνητό μέλος, δηλαδή κνημιαία πρόθεση τύπου MODULAR, με θήκη σιλικόνης, ασφάλεια σιλικόνης, πέλμα flex-foot, με αφρώδη επικάλυψη και διακοσμητικό γάντι σιλικόνης με τριχοφυΐα.
Ο ενάγων ζημιώθηκε τα εξής χρηματικά ποσά: α) 17.608,22 Ευρώ για τεχνητό μέλος, β) 5040 Ευρώ για φυσιοθεραπείες (1200 Ευρώ για γενόμενες και 3840 Ευρώ για μελλοντικές) και γ) 1830 Ευρώ για αεροπορικά εισιτήρια και συνολικά 24.478,22 Ευρώ, ποσό από το οποίο πρέπει να αφαιρεθούν 1322,96 Ευρώ, που ο ενάγων εισέπραξε από το ΙΚΑ για αγορά αμαξιδίου και συνολικά 23155,26 Ευρώ (24.478,22-1322,96).
Τα ως άνω έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, και λαμβάνονται υπόψη, αντί αληθείας, από το παρόν δικαστήριο, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις, με την υπ'αριθμ. 2570/21-3-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προηγούμενης, από 7-1-2003, αγωγής του ενάγοντος κατά των ιδίων εναγομένων. Μάλιστα με την ίδια ως άνω τελεσίδικη απόφαση (και μετά από εξαφάνιση της υπ'αριθμ. 4992/2003 εκκαλουμένη), αφού κρίθηκε ότι ο ενάγων " ηλικίας 26 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, είχε προσληφθεί, ως συμβασιούχος συνοριοφύλακας του Ν.
Έβρου και υπηρετούσε στο τμήμα συνοριακής φύλαξης …. Ο μισθός του ανερχόταν σε 702,32 Ευρώ μηνιαία ... Για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού ... απαιτούνται ιδιαίτερα φυσικά και σωματικά προσόντα ... Οι επαγγελματικές του δραστηριότητες ήταν συνυφασμένες με την αρτιμέλεια του. Είναι άγαμος ... η ακινησία- του έχει προκαλέσει μελαγχολία και εσωστρέφεια" επιδικάσθηκε σε αυτόν (ενάγοντα) ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 200.000 Ευρώ.
Επίσης, αφού κρίθηκε και ότι "η ισόβια αναπηρία του ... αποτελεί αρνητικό στοιχείο ... και οπωσδήποτε θα επιδράσει στο οικονομικό μέλλον του, διότι, ακόμη και αν παραμείνει στην υπηρεσία του ως υπάλληλος γραφείου, γεγονός που δεν είναι βέβαιο, διότι για τη μονιμοποίηση συνεκτιμάται και η κατάσταση της υγείας του υποψηφίου, είναι αναμφισβήτητο, ότι η εξέλιξη του θα περιοριστεί και θα στερηθεί των εισοδημάτων υπηρεσίας επιφυλακής και υπερωριακής απασχόλησης, που δεν μπορεί να παρέχει, εφόσον η αναπηρία του δεν του επιτρέπει την πολύωρη και κοπιώδη εργασία" επιδικάσθηκε στον ενάγοντα ως πρόσθετη, κατ' άρθρο, 931 ΑΚ αποζημίωση το ποσό των 60000 Ευρώ.
Έτσι επιδικάσθηκε τελεσίδικα στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 284.478,22 Ευρώ. Περαιτέρω και αφού η ως άνω τελεσίδικη απόφαση δημοσιεύτηκε το έτος 2005 και δη την 31-3-2005, δηλαδή εντός της πενταετίας από την ημέρα του ατυχήματος (8-3-2002), βεβαιώθηκε η σχετική αξίωση του ενάγοντος, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 268 παρ. 1 ΑΚ, για κάθε ζημία του άρθρου 929 ΑΚ, η οποία και παραγράφεται σε είκοσι έτη από την ως άνω τελεσιδικία.
Έτσι ο χρόνος παραγραφής τρέχει όχι από την ημέρα του ατυχήματος (8-3-2002) αλλά από τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου Αθηνών (31-3-2005), με την οποία διακόπηκε η παραγραφή με την τελεσίδικη αναγνώριση της κατ' άρθρο 929 αξίωσης περί αποζημίωσης του ενάγοντος. Η δε ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο την 17-5-2007.
Σημειώνεται ότι ναι μεν ο ενάγων με την προγενέστερη (από 7-1-2003) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση, δεν ζήτησε διαφυγόντα εισοδήματα, αλλά αποζημίωση, κατ' άρθρα 929 ΑΚ, για άλλα κονδύλια, πλην όμως έτσι βεβαιώθηκε και η ύπαρξη της ένδικης απαίτησης, δεδομένου ότι η απώλεια προσόδων, που ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο αλλά και μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε τελεσιδίκως η αξίωση αυτού, αποτελεί αποζημίωση του άρθρου 929 ΑΚ, η οποία και αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως ότι δικαιούται ο ενάγων να απαιτήσει από τον εναγόμενο.
συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του, (πρβλ. ΑΠ 997/2003) και ως εκ τούτου υπάγεται στην, κατ' άρθρο 268 ΑΚ, εικοσαετή παραγραφή. Αντίθετα η κατ' άρθρο 931 ΑΚ αξίωση δεν αποτελεί αποζημίωση και είναι διαφορετική από την κατ' άρθρο 920 ΑΚ αξίωση, όπως είναι διαφορετική και από την κατ' άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 583/2010, ΑΠ 670/2006).
Γι'αυτό και πρέπει η προβληθείσα από τον ενάγοντα αντένσταση του άρθρου 268 ΑΚ να γίνει δεκτή και στην ουσία της, απορριπτόμενης της ένστασης πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, που προβάλλει ο εναγόμενος". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριό του με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε, λόγω παραγραφής, την αγωγή, δεχθέν την προβληθείσα εκ μέρους του εναγομένου Δ.
Μ. ένσταση πενταετούς παραγραφής ότι δηλ. από το χρόνο του ατυχήματος και μέχρι την επίδοση της αγωγής, την 17-5-2007, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ενώ έκρινε και ότι δεν επιμηκύνθηκε η ως άνω παραγραφή σε εικοσαετή, καθόσον ο ενάγων με την πρώτη αγωγή του δεν ζήτησε και διαφυγόντα κέρδη και έτσι δεν βεβαιώθηκε η ύπαρξη της ένδικης απαίτησης (καθώς, επίσης, και ότι δεν πρόκειται για περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας του ενάγοντος) έσφαλε στην κρίση του αυτή.
Γι' αυτό και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος να γίνει δεκτός και κατ'ουσίαν βάσιμος". Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1 και 268 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, αναφορικά με τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον του και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα αυτού, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος με το υπ' αρ. 4428837, σειρά Χ, διπλότυπο της ΚΑ Δ.Ο.Υ. Αθηνών παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 707/2012 αίτηση για αναίρεση της 5265/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
-Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ