Legislator Case Law & Legislation
583/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance claim denial based on statute of limitations due to insufficient factual findings by lower court.

Case Number 583/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of an insurance claim based on the statute of limitations. The appellant argued that the lower court failed to verify whether the specific claim under Article 931 of the Civil Code had been definitively established and whether the five-year limitation period had expired before the lawsuit was filed. The court found the lower court's reasoning insufficient as it did not explicitly confirm the definitive nature of the relevant judgment or the exact timeline of the limitation period, rendering the dismissal legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 931 and 929 of the Civil Code; The Supreme Court holds that when a lower court rejects a statute of limitations objection without explicitly verifying the definitive establishment of the specific claim under Article 931 and the precise timeline of the limitation period, the appeal is admissible and the lower judgment must be quashed.

Keywords

AI generated
Insurance Claim Statute of Limitations Civil Code Article 931 Definitive Judgment Appeal Admissibility Insufficient Reasoning Quashing Judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 931 of the Civil Code
Article 929 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 583 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 583/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που απορρόφησε δια συγχωνεύσεως την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/8/2001 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 3/9/2001 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - αναγωγή του δευτέρου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/1419, 1518/116, 125/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 402/2003 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο πρώτος των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων με την από 29/9/2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 670/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 402/2003 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 170/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/1/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 24/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ο οποίος παραδεκτώς εξετάζεται ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ... δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6610Γ/24-4-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χίου ... προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη συνεδρίαση της 3-4-2009, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η δε αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη δικάσιμο αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, παρά την απουσία του δευτέρου αναιρεσιβλήτου.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσια- στικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμη- νευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κατά τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και επί εκ πλαγίου παραβίασης κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν, δηλαδή, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Λόγος, όμως, αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της πραγματικότητας. Αν προβληθεί λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ παραδεκτά εξετάζεται ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, διότι περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική παρούσα ή μέλλουσα αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαία από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Εξάλλου, από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως, εκκρεμοδικία, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α ΑΚ προκύπτει, ότι, αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημιά από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ, 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και αυτό, γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι, δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται, ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία του από την αδικοπραξία.

Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαία, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια, (πενταετή) παραγραφή. Και τούτο διότι, κατά μεν το άρθρο 272 ΑΚ, που ορίζει ότι, με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, άρα με τη συμπλήρωσή της, ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστή για άρνηση της παροχής προς αυτόν, εφόσον δε, κατά το μεταγενέστερο μέρος της, η αξίωση δεν είχε καταστεί επίδικη, το παραχθέν με βάση την αρχική αγωγή - ως προς το μέρος της προγενέστερης ζημίας, - δεδικασμένο δεν εξοβελίζει το ως άνω κεκτημένο δικαίωμα προς απόκρουση της αξίωσης κατά το μη προβληθέν με την αρχική αγωγή μέρος της, αφού τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται από το άρθρο 268 ΑΚ, ούτε άλλωστε, δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού είχε ο οφειλέτης στην αρχική δίκη, όταν δημιουργήθηκε το δεδικασμένο.

Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της αρχικής συντομότερης παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, (Ολ. ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1310/2004), ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα "τρόπων διακοπής" της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση, την έννοια, υπό την οποία λαμβάνει τη "διακοπή" της παραγραφής, ήτοι της παύσης της διαδρομής αυτής, πριν από τη συμπλήρωση του, κατά νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του, διαδραμόντος μέχρι το γεγονός της διακοπής, χρόνου (άρθρ. 270 ΑΚ), (ΟλΑΠ 24/2003, 38/1996, 23/1994).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (ΑΠ 1012/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, αιτιάται ότι, "η πληττόμενη απόφαση απορρίψασα την ένστασή μου περί παραγραφής της ως άνω κατ' ΑΚ 931 αξίωσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, καίτοι η αξίωση αυτή, που γεννήθηκε από της αδικοπραξίας (7.2.1994), ασκήθηκε το πρώτον με την από 1.8.2001 αγωγή του, ήτοι μετά τη συμπλήρωση πέντε (5) και πλέον ετών από του ενδίκου ατυχήματος (7.2.1994), παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 251, 268 και 937 ΑΚ.

Παραβίασε όμως και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 929 και 931 ΑΚ, διότι έκρινε πως η κατ' ΑΚ 931 αξίωση, που ασκήθηκε το πρώτον με την από 1.8.2001 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αποτελεί μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως για αποθετική ζημία, (απώλεια προσόδων), που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση με την υπ' αριθμ. 58/1999 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.

Δηλαδή, έκρινε πως η κατ' ΑΚ 931 αξίωση, ως αποτελούσα μέρος της ΑΚ 929 αξιώσεως, έχει την ίδια έννοια και περιεχόμενο με την τελευταία αυτή αξίωση, (απώλεια προσόδων), και ως εκ τούτου η παραγραφή αυτής διεκόπη δια της τελεσιδίκου αναγνωρίσεως της κατ' ΑΚ 929 αξιώσεως, περί αποζη- μιώσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Πλην όμως, κατά τα προπαρατεθέντα, η κατ' ΑΚ 931 αξίωση προβλέπει επιδίκαση χρηματικής παροχής, η οποία δεν αποτελεί αποζημίωση, διότι δεν συνδέεται εννοιολογικά με την επίκληση και απόδειξη περιουσιακής ζημίας, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό, για τούτο και η αξίωση αυτή (ΑΚ 931) είναι διαφορετική από την κατ' ΑΚ 929 αξίωση για αποζημίωση, λόγω διαφυγόντων εισοδημάτων του παθόντος, όπως είναι διαφορετική και από την κατ' ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση, (ΑΠ 670/2006).

Έτσι, η πληττόμενη απόφαση, η οποία έκρινε πως η κατ' ΑΚ 931 αξίωση, (που κατά τις παραδοχές της γεννήθηκε από την τέλεση της αδικοπραξίας), αποτελεί αξίωση αποζημίωσης για απώλεια προσόδων, όπως ακριβώς και η κατ' ΑΚ 929 αξίωση για αποθετική ζημία, που βεβαιώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 58/1999 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και, ως βεβαιωθείσα τελεσιδίκως, υπάγεται στην κατ' ΑΚ 268 εικοσαετή παραγραφή, υπέπεσε στη πλημμέλεια της ΚΠολΔ 559 αρ. 1, διότι ερμήνευσε εσφαλμένως τη διάταξη της ΑΚ 931, αποδώσασα εις αυτήν έννοια, (αποζημίωση) και περιεχόμενο, (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων), που η διάταξη αυτή δεν έχει, και διότι αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 251, 268 και 937 ΑΚ, παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των, επειδή η κατ' ΑΚ 931 αξίωση, που γεννήθηκε από της τελέσεως (7.2.1994) της αδικοπραξίας και δεν αποτελεί αποζημίωση, (και που είναι διαφορετική κατ' έννοια και περιεχόμενο από την κατ' ΑΚ 929 και ΑΚ 932 αξίωση), ασκήθηκε για πρώτη φορά μετά την συμπλήρωση πέντε (5) και πλέον ετών από του ατυχήματος, χωρίς εν τω μεταξύ να διακοπεί, ουδέ να αναγνωρισθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση".

Ως προς την ένσταση της παραγραφής η πληττόμενη απόφαση δέχτηκε, ότι, η σχετική αξίωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου "είχε βεβαιωθεί τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 58/1999 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου", και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχτηκε η πληττόμενη απόφαση με την τελευταία διάταξη, δεν έχει νόμιμη βάση, αφού στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί αν συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου περί παραγραφής που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, ενώ, για να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, δια της οποίας, προκειμένου περί των αξιώσεων που βεβαιώθηκαν δια τελεσιδίκων αποφάσεων, θεσπίζεται η σε αυτήν αναφερόμενη νέα παραγραφή, αρχομένη εκ νέου από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής, απαιτείται η δια τελεσιδίκου αποφάσεως βεβαίωση ειδικώς της αξιώσεως από το άρθρο 931 ΑΚ, η οποία πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, και δεν αρκεί η βεβαίωση άλλης αξιώσεως αποζημιώσεως, όπως είναι αυτή από το άρθρο 929 ΑΚ, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση περί πενταετούς παραγραφής, την οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα, με την ανεπαρκή αιτιολογία ότι η αξίωση του ενάγοντα από το άρθρο 931 ΑΚ "είχε βεβαιωθεί τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 58/1999 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου".

Δεν διευκρινίζει, όμως, όπως θα έπρεπε, το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, πότε η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε, ώστε να ελεγχθεί εάν μέχρι την τελεσιδικία της είχε παρέλθει ή μη πενταετία, (η μη παρέλευση της οποίας, είναι αναγκαία για την αναφερόμενη επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, όταν συντρέχει νόμιμη περίπτωση), εάν ήταν ή μη επίδικη στην πρώτη αγωγή η ως άνω αξίωση, και δεν διαλαμβάνει ότι με αυτή βεβαιώνεται ειδικώς η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ.

Επιπλέον, το Εφετείο, δεν διευκρινίζει, εάν παρήλθε πενταετία πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, Γενικόλογα δέχεται, ότι όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εκκαλούντων πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι και συγκεκριμένα Δ) "περί παραγραφής", χωρίς να διευκρινίζει ποια παραγραφή εννοεί, το χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε η σχετική αξίωση, το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής, ώστε να είναι ευχερής ο προσδιορισμός του χρόνου συμπληρώσεως της πενταετούς παραγραφής, και το χρόνο επιδόσεως της αγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν, με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι επιδόσεως της αγωγής, από της οποίας διακόπτεται η παραγραφή, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος παραδεκτά εξετάζεται ως αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, ανεξαρτήτως του ότι προτάθηκε και από τον Εισηγητή, (άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλ- λόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της αξιώσεως από το άρθρο 931 ΑΚ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 170/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, (μεταβατική έδρα Χίου), κατά το μέρος που ορίζεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ