Appeal dismissed; Supreme Court rejects claim that damages for data breach were disproportionate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment awarding 500 euros in damages for a data privacy violation. The appellant argued the amount was disproportionate, but the court found the sum reasonable given the proven facts and established legal criteria. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 25 para. 1 Constitution; Art. 932 Civil Code: Damages for moral harm must be proportional to the severity of the violation and the actual prejudice suffered, not arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2008 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2008 /2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ν. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Ζούλφο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Κατσέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1898/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-04-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 19.4.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 1898/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εξαφάνισε τη με αριθμό 277/2022 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, και δικάζοντας επί της από 23.10.2010 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή επικαλούμενη παραβίαση των διατάξεων για τη προστασία των προσωπικών της δεδομένων εκ μέρους του εναγομένου ΝΠΔΔ, είχε ζητήσει να της επιδικασθεί αποζημίωση και εύλογη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης, έκανε αυτή (αγωγή) δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ,ως προς το κονδύλιο της ηθικής βλάβης (το κονδύλιο της αποζημίωσης είχε απορριφθεί ως αόριστο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατ 'αυτού δεν υποβλήθηκε λόγος έφεσης), επιδικάζοντας υπέρ της αναιρεσείουσας, το ποσό των 500 ευρώ, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λ.π.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 του ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Σκοπός της ως άνω διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ εξ άλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ'αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια, ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση, σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται, ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο".
Εξάλλου, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια,ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 523/2025, ΑΠ 1274/2022, ΑΠ 677/2022, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 1341/2018, ΑΠ 752/2018, ΑΠ 1370/2017, ΑΠ 221/2016, AΠ 76/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ (όμοια με αυτή του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (ταυτόσημος με αυτόν του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, με το να επιδικάσει στην αναιρεσείουσα, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής της βλάβης, το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, παραβίασε ευθέως κατά τον προσδιορισμό του, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ποσό υπολείπεται των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα εξής, κρίσιμα για την έρευνα του ερευνώμενου λόγου αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων (ΟΔΕ) του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στην Λογιστική και Χρηματοοικονομική. Απασχολείται επαγγελματικά ως οικονομολόγος σε εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων, συντάσσοντας οικονομοτεχνικές μελέτες και επενδυτικές προτάσεις, διαχειριζόμενη φακέλους επενδυτικών αυτοχρηματοδοτούμενων έργων στα πλαίσια του ισχύοντος αναπτυξιακού νόμου. Επί πλέον τυγχάνει αξιολογήτρια εγγεγραμμένη στο Εθνικό Μητρώο Πιστοποιημένων Αξιολογητών του επενδυτικού νόμου 3908/2011 (ΕΜΠΑ). Υπό τις ανωτέρω ιδιότητές της συνεργάζεται με περιφέρειες και δημόσιες υπηρεσίες, που διαχειρίζονται τα κατά καιρούς έργα, αναλαμβάνοντας με τη μορφή σύμβασης έργου την διενέργεια αξιολόγησης και βαθμολόγησης των επενδυτικών προτάσεων-σχεδίων, οι οποίες κατατίθενται στα πλαίσια του εκάστοτε αναπτυξιακού νόμου. Έτερη δε, εγγεγραμμένη στο ΕΜΠΑ αξιολογήτρια τυγχάνει και η Α. Ψ.
Περαιτέρω, στις 18.6.2020 ο Γ. Γ., υπάλληλος κατά την περίοδο εκείνου του Τμήματος Κινήτρων Περιφερειακής Ανάπτυξης της Δ/νσης Αναπτυξιακού Προγαμματισμού Περιφέρειας Αττικής, απέστειλε στην Α. Ψ. [Ψ.], ανταποκρινόμενος σε αίτημα αυτής προς ενημέρωσή της, σχετικά με τα δικαιολογητικά που όφειλε αυτή να καταθέσει προκειμένου να αμειφθεί για τις εκ μέρους της διενεργηθείσες αξιολογήσεις του έτους 2018, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, από την ηλεκτρονική διεύθυνση "...", το οποίο εμπεριείχε ως συνημμένα αρχεία excel, που αφορούσαν στην καταβολή αμοιβών στους συμμετέχοντες στις διαδικασίες αξιολόγησης επενδυτικών σχεδίων του αναπτυξιακού ν. 4399/2016, αγνοώντας διοικητική ιεραρχία και παρά το ότι είχε ενημερωθεί από τον προϊστάμενο του αρμοδίου τμήματος να περιμένει μέχρι την Δευτέρα 22 Ιουνίου, προκειμένου να ελεγχθεί.
Στα αρχεία αυτά που απέστειλε ο ανωτέρω υπάλληλος της εναγομένης, τα οποία αφορούσαν αξιολογήσεις επενδυτικών σχεδίων από μέλη του ΕΜΠΑ (ιδιώτες και δημοσίους υπαλλήλους) με φορέα υποδοχής όχι την Περιφέρεια Αττικής, καίτοι είχαν αποκρυβεί τα προσωπικά στοιχεία της ενάγουσας, εν τούτοις αυτά δεν είχαν διαγραφεί πλήρως.
Αποτέλεσμα αυτής της απόκρυψης και ουχί διαγραφής, ήταν να εντοπισθούν στην συνέχεια και κατόπιν επεξεργασίας επ'αυτών, διενεργηθείσας εκ της Α. Ψ. [Ψ.], μέσω της ενέργειας επανεμφάνισης των εν λόγω, αποκρυφθεισών στηλών του αρχείου excel (στηλών που αφορούσαν τις ανωτέρω αξιολογήσεις επενδυτικών σχεδίων από μέλη του ΕΜΠΑ), τα προσωπικά στοιχεία της ενάγουσας και ειδικότερα το ΑΦΜ της, το ονοματεπώνυμό της, η ηλεκτρονική της διεύθυνση, η ειδικότητά της, η κατεύθυνσή της, ο τομέας εργασίας της και κυρίως τα στοιχεία όλων των αξιολογήσεων επενδυτικών σχεδίων, που είχε αυτή υποβάλλει μέσα στο έτος 2018.
Εξ άλλου και η ίδια η εναγομένη, με τις κατατεθείσες στο πρωτόδικο δικαστήριο προτάσεις της, συνομολογεί το ανωτέρω πταίσμα του υπαλλήλου της, ο οποίος απέστειλε δύο αρχεία excel, προκειμένου η Α. Ψ. [Ψ.] να υπολογίσει το ποσό της αμοιβής της, δίχως να διαγράψει, εκ παραδρομής, από τα εν λόγω ηλεκτρονικά αρχεία το φύλλο εργασίας που εμπεριείχε τον κατάλογο όλων των οριστικοποιημένων ενεργειών αξιολόγησης με φορέα υποδοχής την Διεύθυνση Αναπτυξιακού Προγραμματισμού Περιφέρειας Αττικής, στο οποίο η αρμόδια Διεύθυνση Αναπτυξιακών Νόμων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων είχε αποκρύψει τις στήλες με τα σχετικά επενδυτικά σχέδια.
Εκ των ανωτέρω, λοιπόν, έπεται ότι η προρρηθείσα παράνομη πράξη του οργάνου της εναγομένης, διά της οποίας αποκαλύφθηκαν σε τρίτο πρόσωπο τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα οφείλεται σε προσωπικό του πταίσμα, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων... Τέλος, η διαβίβαση των ανωτέρων προσωπικών δεδομένων από τον προστηθέντα της εναγομένης, υπάλληλό της Γ.
Γ. προς την Α. Ψ., ήταν ανεπίτρεπτη, και για το λόγο αυτό παράνομη, αφού η εν λόγω ιδιώτης δεν είχε έννομο συμφέρον να είναι σε γνώση της διαβίβασης και η ενάγουσα είχε έννομο συμφέρον να μην διαβιβασθούν τα δεδομένα που την αφορούν, αφού δεν προέκυψε πως επιθυμούσε η ίδια να λάβει γνώση η Α. Ψ. των επενδυτικών προτάσεων που η ίδια είχε καταθέσει, έστω και αν την συνέδεαν φιλικές σχέσεις με αυτήν, αφού η τελευταία (Α.
Ψ.) μόλις επεξεργάστηκε κατά τα ανωτέρω, το αρχείο που της απεστάλη και ανακάλυψε ότι αυτό εμπεριείχε τα προρρηθέντα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, αμέσως επικοινώνησε μαζί της, ενημερώνοντας σχετικά τον σύζυγό της (ενάγουσας) παρορρώντας τους σχετικούς κώδικες δεοντολογίας που την συνέδεαν με το ΕΜΠΑ.
Ούτε, άλλωστε, η διαβίβαση των ως άνω προσωπικών δεδομένων προς την Α. Ψ. ήταν απολύτως απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη τυχόν νομικών της αξιώσεων. Βέβαια δεν αποδείχθηκε, ότι τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, που εμπεριείχαν τα αρχεία που απεστάλησαν στην Α. Ψ. και αφορούσαν πρωτίστως τα στοιχεία των αξιολογήσεων που η ίδια είχε συντάξει, έγιναν γνωστά, όχι μόνον στην ανωτέρω συνάδελφο της ενάγουσας, και φίλη αυτής, αλλά και σε έτερους ιδιώτες, μεταξύ των οποίων και σε αξιολογηθέντες εκ μέρους της επενδυτές, οι οποίοι θα μπορούσαν να αδικοπραγήσουν (πχ.
σωματική βλάβη, φθορά κλπ) σε βάρος της στη περίπτωση που ο φάκελός τους είχε μετά από την αξιολόγησή της απορριφθεί, άλλως σε μέλλοντες να αξιολογηθούν επενδυτές, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποπειραθούν να την εκβιάσουν ή να την δωροδοκήσουν, υποψιαζόμενοι πως από το πλήθος των αξιολογητών του ΕΜΠΑ, την υπόθεσή τους, ενδεχομένως να την έχει αναλάβει αυτή.
Ωστόσο, έστω και αυτή η μοναδική διαρροή των ως άνω προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας προς την Α. Ψ., προκάλεσε σε αυτή ένα κάποιο φόβο, αφού δεν θα μπορούσε να αποκλείσει την, έστω και σε ελάχιστο βαθμό πιθανή, περαιτέρω διαρροή από την προρρηθείσα συνάδελφό της, των ως άνω στοιχείων σε τρίτους, είτε αξιολογηθέντες, είτε μελλόντων να αξιολογηθούν, επενδυτές.
Αυτός ο μικρής έντασης φόβος συνιστά και την ηθική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα από την ανωτέρω πράξη του υπαλλήλου της εναγομένης. Για το λόγο αυτό, η ενάγουσα χρήζει χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας ορίζεται σε 500 ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπ' όψη των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, μεταξύ των οποίων και του βαθμού του πταίσματος του υπαλλήλου της εναγομένης (απέκρυψε και δεν διέγραψε τα επίδικα προσωπικά δεδομένα, τα οποία εμφανίστηκαν μετά από επεξεργασία της ανωτέρω τρίτης) του είδους, της έκτασης και των συνεπειών της προσβολής (γνώση των δεδομένων μόνον από την ανωτέρω τρίτη -μικρής έντασης ανησυχία περί της ελάχιστα πιθανής, αποστολής αυτών από την ανωτέρω τρίτη σε αξιολογούμενους ή αξιολογηθέντες επενδυτές) των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, καθώς και της περιουσιακής, επαγγελματικής και κοινωνικής κατάστασης της παθούσας.
Συνεπώς, το πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ύψους 5.000 ευρώ, μη λαμβάνοντας υπ' όψη κατά πρώτον ότι στα αποσταλέντα αρχεία είχαν αποκρυβεί τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, τα οποία εμφανίστηκαν μόνον μετά την επεξεργασία του ως άνω τρίτου, προς την εναγομένη, φυσικού προσώπου και κατά δεύτερον, ότι από την ως άνω αποστολή-διαβίβαση, γνώση των δεδομένων έλαβε μόνον το προαναφερθέν φυσικό πρόσωπο, ήτοι μη λαμβάνοντας υπ'όψη το πραγματικό μέγεθος του βαθμού του πταίσματος της εναγομένης, καθώς και αυτό (πραγματικό μέγεθος) του είδους, της έκτασης και των συνεπειών της προσβολής, πλημμελώς εκτίμησε το εισαχθέν στη δίκη αποδεικτικό υλικό και πρέπει ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης να γίνει δεκτός.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεν μέρει δεκτή, να εξαφανισθεί η με αριθμό 287/2022 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία) να κρατηθεί η υπόθεση, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 500 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής...".
Με την παραπάνω κρίση του, ως προς το ύψος της επιδικαστέας στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας , ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, διότι, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, το εν λόγω ποσό, τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη, που δέχθηκε ότι υπέστη η αναιρεσείουσα , υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη, δεν υπολείπεται των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσών.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει να απορριφθεί. Ακολούθως να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή λόγω της ήττας της, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (αρθ. 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), η οποία δεν ορίζεται μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί σ'αυτό με πάγια αντιμισθία (σχετ.
προσκ. με αριθμό ....2024 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α. Κ., προς τον δικηγόρο Αθηνών Άγγελο Κατσέλη) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρα 30 παρ. 1 και 2 Ν.4038/2012, 19 παρ. 1 περ. β' Ν. 2556/1997, σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 Ν. 4194/2013, σχετ. ΑΠ 667/2024, ΑΠ 1081/2023, ΑΠ 847/2021, ΑΠ 18/2020), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 19.4.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1898/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ