Legislator Case Law & Legislation
847/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification, upholding public entity's right to use project contracts.

Case Number 847/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by former employees against a labor court judgment regarding their employment status. The court held that the lower court correctly ruled that successive fixed-term project contracts could not be converted into permanent employment contracts for public entities. Consequently, the employees' claims for holiday pay and other benefits under labor law were rejected as the contractual relationship remained one of project-based work.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 652 of the Civil Code; Articles 25, 26, 87, 103 of the Constitution; Article 8 of Law 2112/1920: Successive fixed-term contracts for project work do not automatically transform into permanent employment contracts, even if the employer has continuous needs.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts public entity employment project work contracts labor law classification permanent employment conversion holiday pay entitlement civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 652 of the Civil Code
Articles 25, 26, 87, 103 of the Constitution
Article 8 of Law 2112/1920
Law 2190/1994
Law 2527/1997
Law 3232/2004
Law 3301/2004
Law 3518/2006
Law 4038/2012
Law 2556/1997
Law 4194/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 847 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 847/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. … και 123…, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Του αναιρεσίβλητου: 1) Νομικού Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (εφεξής "Ε.Ο.Π.Υ.Υ."), που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιωνεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία " Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" και το διακριτικό τίτλο "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Δούκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιωνεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία " Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" και το διακριτικό τίτλο "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Τζίμα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Εκδόθηκαν η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλου-Μπουλταδάκη, ανέγνωσε την από 20-11-2014 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του δεύτερου αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 13.10.2019 κλήση των αναιρεσειόντων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 18.12.2013 και με αριθμ. καταθ. 400/2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 513/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στρεφόμενη κατά των αναιρεσιβλήτων 1) του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") και 2) του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" ("Ε.Φ.Κ.Α.") μετά τη ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 4.4.2017.

Ειδικότερα με την από 18.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης 400/2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 513/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές αντίθετες εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 12.11.2011 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 14.11.2011 έφεση του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1470/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και εκδίκασης της από 31.8.2010 αγωγής των εναγόντων, απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη.

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, όπως η τελευταία συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, καθώς και των άρθρων 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται, με επιμέλειά του στους αντιδίκους, ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση, από 18.12.2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 400/2.6.2014, αίτησης αναιρέσεως, επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων και η συζήτηση αυτής ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 2.12.2014, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19.5.2015, οπότε ματαιώθηκε. Στη συνέχεια, με την από 24.11.2016 κλήση των αναιρεσειόντων ορίστηκε νέα δικάσιμος προς συζήτηση της αναιρέσεως η 4.4.2017, κατά την οποία και πάλι ματαιώθηκε.

Τέλος, με την από 13.10.2019 κλήση των αναιρεσειόντων ορίστηκε δικάσιμος η 19.5.2020, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, η οποία επαναπροσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως για την παρούσα δικάσιμο της 2.2.2021, με πράξη της Προέδρου του Β1 τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 "Κύρωση:

α) της από 13.4.2020 Π.Ν.Π. "Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις (Α' 84) και β) της από 1.5.2020 Π.Ν.Π. "Περαιτέρω μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας COVID-19 και την επάνοδο στην κοινωνική και οικονομική κανονικότητα (Α' 90) και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 104).

Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστούν στη δικάσιμο, υπογεγραμμένη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλοι οι αναιρεσείοντες, πλην της 1ης - Α.

Σ. και του 90ου - Π. Ε., οι οποίοι δια των από 10.11.2014 και 4.3.2013, εγγράφων εξουσιοδοτήσεών τους, αντίστοιχα, προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον εν λόγω δικηγόρο, για συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, οπότε θεωρούνται ως δικονομικά παρόντες. Από τα έγγραφα, όμως, που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι λοιποί αναιρεσείοντες - καλούντες, είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, ούτε προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι, κατά τα προεκτιθέμενα, αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους ως άνω δύο αναιρεσείοντες που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από τους αναιρεσιβλήτους.

Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσείοντες πλην των 1ης και 90ου, να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους απολειπόμενους, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, ενώ για τους παριστάμενους προσηκόντως αναιρεσείοντες πρέπει να χωρήσει ο Άρειος Πάγος στη συζήτηση της υπόθεσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα ν' ασκήσει αναίρεση έχει, μεταξύ άλλων, και ο εναγόμενος εφόσον νικήθηκε ολικά ή μερικά, ως και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή μετά την άσκηση την αγωγής. Συνακόλουθα επί νομικού προσώπου, εάν επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο αυτού, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αναίρεσης ο (οιονεί) καθολικός διάδοχος αυτού.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και επί μερικής οιονεί καθολικής διαδοχής, όπως όταν μεταφέρεται κάποιος τομέας που ασκεί συγκεκριμένες δραστηριότητες του αρχικά εναγομένου νομικού προσώπου σε άλλο φορέα, επίσης νομικό πρόσωπο, το οποίο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δραστηριότητα του μεταφερθέντος τομέα.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" [αρχικά αναιρεσίβλητος], με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ (ΣτΕ 806/2015).

Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.

α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α' και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.

α και γ του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α' στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1. Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.

Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.

β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.

Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού, νομιμοποιούμενος ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης εκδοθείσας με εναγόμενο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ., μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος από 1.1.2012 αναδρομική δύναμη προπαρατεθέντος εδαφίου β, είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α 85) (ΑΠ 306/2020, ΑΠ 533/2020). Από όλα τα παραπάνω συνάγεται, ότι ως προς τη ζήτημα της νομιμοποίησης είναι κάθε φορά ερευνητέο, το ποια ήταν η εξέλιξη της σύμβασης εργασίας του προσωπικού, για το οποίο πρόκειται.

Στην προκείμενη περίπτωση από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι η 1η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ έως 11.6.2010 και ο 90ος έως 4.6.2010, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στις υπηρεσίες του οποίου ουδέποτε εντάχθηκαν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες δε νομιμοποιείται παθητικά ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός ΕΟΠΥΥ, όπως ορθώς επισημαίνει αυτός με τις προτάσεις του και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 556 παρ.1 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό - Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και να καταδικασθούν οι ως άνω δύο αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 106, 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις. Επομένως, ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4386/2016 (ο οποίος είναι μεταγενέστερος της αίτησης αναίρεσης) παραδεκτά συνεχίζει τη δίκη το εμφανισθέν και ήδη κληθέν νπδδ ΕΦΚΑ, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός αυτού στις προτάσεις του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά του ανωτέρω δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 , 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασία αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση (Ολ.

ΑΠ 18/2006, 19, 20/2007). Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 (όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937) συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Επακολούθησε, ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.

Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.

Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια, στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων ή απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του ν. 1404/1983 με τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του ν. 1404/1983 η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω, την 10.7.1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οδηγία 1999/7O/ΕΚ του συμβουλίου της 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο, την οποία συνήψαν διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10.7.2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως 10.7.2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις Σ.Σ.Ε. ή την πρακτική του κάθε κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:

α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, από 19.7.2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10.7.2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.

Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών από την αρχική σύμβαση ..." Η επιλογή με το ανωτέρω ΠΔ των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ αυτού (Ολ ΑΠ 7 και 8/2011 ).

Περαιτέρω, με το άρθρο 27 του Ν.3232/2004 ορίστηκε ότι: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δύναται σε εξαιρετικές περιπτώσεις για την κάλυψη αναγκών παροχής ιατρικών υπηρεσιών σε όποια γεωγραφική περιοχή διαπιστώνεται έλλειψη, αλλά και για ευαίσθητες κοινωνικά ομάδες ασθενών να συνεργάζεται με ιατρούς, με σύμβαση μίσθωσης έργου.

Ο τρόπος και το ύψος της αμοιβής των ιατρών αυτών καθορίζεται με απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ανάλογα με την περιοχή ή την κατηγορία των ευαίσθητων κοινωνικά ομάδων ασθενών, στους οποίους οι ιατροί αυτοί θα παρέχουν τις υπηρεσίες τους. Οι ιατροί αυτοί δεν θα μπορεί να υπερβαίνουν σε καμία περίπτωση το 2% του συνολικού αριθμού των οργανικών θέσεων των ιατρών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ".

Στη συνέχεια η ανωτέρω διάταξη αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3302/2004, που ορίζει ότι: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δύναται σε εξαιρετικές περιπτώσεις για την κάλυψη αναγκών παροχής ιατρικών υπηρεσιών σε όποια γεωγραφική περιοχή διαπιστώνεται έλλειψη, αλλά και για ευαίσθητες κοινωνικά ομάδες ασθενών να συνεργάζεται με ιατρούς και οδοντιάτρους, με σύμβαση μίσθωσης έργου.

Με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΚΑ καθορίζεται ο αριθμός των ιατρών και οδοντιάτρων, οι γενικοί και ειδικοί όροι της σύμβασής τους, ο τρόπος και το ύψος της αμοιβής τους ανάλογα με την περιοχή ή την κατηγορία των ευαίσθητων κοινωνικά ομάδων ασθενών, στους οποίους οι ιατροί και οδοντίατροι αυτοί θα προσφέρουν τις ιατρικές υπηρεσίες".

Επιπλέον το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 27 του Ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3302/2004, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 3518/2006, που ορίζει ότι: "Οι ιατροί και οδοντίατροι αυτοί δεν μπορεί να υπερβαίνουν σε καμία περίπτωση το 10% του συνολικού αριθμού των οργανικών θέσεων των ιατρών και οδοντιάτρων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ".

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου, που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατ' αυτήν (19.7.2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών (η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής).

Σύμφωνα, λοιπόν, με την εξαίρεση (ήτοι τη δυνατότητα κατάταξης σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε για την εφαρμογή της, οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν σε αυτήν κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 107/2019, ΑΠ 518/2019, ΑΠ 1805/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 6/2019, 4/2018, 7/2006, 4/2005, 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες), ως προς τους οποίους ερευνάται η αναίρεση, ισχυρίστηκαν τα εξής: Ότι η 1η και ο 90ος των εναγόντων, που είναι ιατροί, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μισθώσεως έργου, που καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 5 Ν. 3232/2004, 10 Ν. 3302/2004 και 37 παρ. 9 Ν. 3518/2006, κατόπιν εκδόσεως για τον κάθε ένα από αυτούς της αντίστοιχης απόφασης του Διοικητή του εναγομένου, προκειμένου να προσφέρουν τις συναρτώμενες με την ειδικότητα του καθενός από αυτούς ιατρικές τους υπηρεσίες στους υγειονομικούς σχηματισμούς του εναγομένου.

Ότι με τις ως άνω συμβάσεις καθορίσθηκε να απασχολούνται αυτοί επί 27 ώρες εβδομαδιαίως, αντί μηνιαίας αμοιβής 1500 ευρώ για τις πρώτες συμβάσεις 24μηνης διάρκειας, 1750 ευρώ για τις δεύτερες συμβάσεις δωδεκάμηνης διάρκειας και 1800 ευρώ για τις τρίτες συμβάσεις επίσης 12μηνης διάρκειας. Ότι ειδικότερα, η 1η ενάγουσα - Σ.

Α. προσλήφθηκε ως νεφρολόγος στο ΚΥ ΙΚΑ Αγίου Αλεξίου Πατρών για το χρονικό διάστημα από 13.12.2005 μέχρι 12.12.2007 (1η σύμβαση), από 18.4.2008 μέχρι 17.4.2009 (2η σύμβαση) και από 12.6.2009 μέχρι 11.6.2010 (3η σύμβαση) και ο 90ος ενάγων Ε. Π. προσλήφθηκε ως ψυχίατρος στο ΚΥ ΙΚΑ Αλεξάνδρας για το χρονικό διάστημα από 1.3.2006 μέχρι 28.2.2008 (1η σύμβαση), από 23.4.2008 μέχρι 22. 4. 2009 (2η σύμβαση) και από 5.6.2009 μέχρι 4.6.2010 (3η σύμβαση).

Ότι μετά την καθορισθείσα λήξη της τελευταίας χρονικά συμβάσεως, όσον αφορά τον καθένα των εναγόντων, το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Ζήτησαν δε, α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απολύσεώς τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει με βάση τη σχέση εργασίας τους, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για επιδόματα εορτών και αδείας και δ) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά για μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ότι εν όψει των αναφερομένων στην αγωγή περιστατικών, το αίτημα περί αναγνωρίσεως ότι οι αναφερόμενες μεταξύ εναγόντων και εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", κατά τα άρθρα 27 παρ. 5 Ν. 3232/2004, 10 Ν. 3302/2004 και 37 παρ. 9 Ν. 3518/2006, συμβάσεις μισθώσεως έργου, συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκ του ότι οι ενάγοντες, στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών, παρείχαν στη πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία στο εναγόμενο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, είναι μη νόμιμη, υπό την έννοια ότι και αν ακόμα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά είναι αληθινά δεν παρέχεται στους ενάγοντες η αιτούμενη προστασία, διότι αφού οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις είναι συμβάσεις μισθώσεως έργου εγκύρως συναφθείσες συμβάσεις των προαναφερθέντων και αν ακόμα στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών οι ενάγοντες παρείχαν στο εναγόμενο εξαρτημένη εργασία, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, λόγω του, κατά τα ανωτέρω, νομοθετικού χαρακτηρισμού των εν λόγω συμβάσεων, ως συμβάσεων μισθώσεως έργου, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Ότι τα ανωτέρω δεν παραλλάσσουν: α) από την Κοινοτική Οδηγία 1999/1970/ΕΚ του Συμβουλίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, κατ' επιταγή της οποίας δεν είναι δυνατή η εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και τούτο διότι η ως άνω Οδηγία δεν έχει σαφείς και ορισμένες διατάξεις και δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό αυτών, αφού η ανωτέρω οδηγία δεν υπαγορεύει, ως συνέπεια καταχρηστικής σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το χαρακτηρισμό αυτών ως μίας ενιαίας σύμβασης αόριστης διάρκειας, ενώ κάτι τέτοιο θα καθιστούσε περιττή τη λήψη μέτρων για την ενσωμάτωση της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη και θα αναιρούσε την παρεχόμενη, από τη συγκεκριμένη Οδηγία, ευχέρεια των κρατών μελών, να διαφοροποιήσουν τα μέτρα κατά τομείς, όταν αυτοί διαφέρουν, να προσδιορίσουν τη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων, την έννοια των συμβάσεων ορισμένου και αορίστου χρόνου και τις προϋποθέσεις που δεν επιτρέπουν μια τέτοια ως άνω καταστρατήγηση σύμβαση και β) από το ΠΔ 164/2004,το οποίο εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας, πρωτίστως διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, αφού οι ενάγοντες δεν είχαν συμπληρώσει ούτε συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την 19.7.2004, ημερομηνία έναρξης ισχύος του εν λόγω ΠΔ, ούτε συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών με τρεις τουλάχιστον - πέραν της αρχικής σύμβασης ανανεώσεις έως την 19.7.2004, προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατ' άρθρο 11 παρ. 1 του ΠΔ 164/2004, για τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας από ορισμένου σ' αορίστου χρόνου.

Κατ' ακολουθίαν, προκειμένου περί συμβάσεων μίσθωσης έργου, στις οποίες δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, στις οποίες θεμελιώνονται οι απαιτήσεις των εναγόντων, έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη και εφόσον το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ακολούθως επιδίκασε σ' αυτούς για τα εν λόγω διαστήματα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και αποδοχές αδείας, έσφαλε.

Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμη. Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, των άρθρων 25 παρ. 1, 3, 26 παρ. 3, 87 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 21 παρ. 1, 2, 3, και 4 του ν. 2190/1994, 6 παρ. 1 ν. 2527/1997, 27 ν. 3232/2004, 10 ν. 3301/2004, 37 παρ. 9 ν. 3518/2006, τις διατάξεις του ΠΔ/τος 164/2004 καθώς και αυτές του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, καθόσον οι ένδικες συμβάσεις μίσθωσης έργου, εφόσον καταρτίσθηκαν κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή μετά την 18.4.2001, δηλαδή υπό την ισχύ του ν. 2190/1994 και του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, έστω και αν οι αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ., δεν μπορούσαν πράγματι να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και να αναγνωρισθεί ότι τα διάδικα μέρη συνδέονται με τέτοιου είδους συμβάσεις.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183, 106, 191).

Δεν ορίζεται δε, η δικαστική δαπάνη μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή έκαστος των αναρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί στους αναιρεσιβλήτους, με πάγια αντιμισθία (βλ. την από 1.2.2021 υπεύθυνη δήλωση της ιδιώτη δικηγόρου Αναστασίας Δούκα, όσον αφορά τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και το υπ' αριθμ. …/….10.2020 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγή Αλ.

Αλεξανδρόπουλου, όσον αφορά τον e-Ε.Φ.Κ.Α. προς το δικηγόρο Ανδρέα Τζίμα) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α. 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α. 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208 / 27.9.2013)].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς όλους τους αναιρεσείοντες πλην των 1ης ( Α. Σ.) και 90ου (Π. Ε.).

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς.

Απορρίπτει την από 18.12.2013 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 513/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά την 1η και 90ο των αναιρεσειόντων.

Και

Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα εκάστου των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ