Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and costs reduction for private public law entity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the University of Athens's appeal against a first-instance judgment that rejected the plaintiff's claim for delayed salaries. The plaintiff argued the university, as a public law entity, should benefit from cost reduction rules, but the court found no legal basis for this since the university is not staffed by the State Legal Service. Consequently, the appeal was rejected, the lower court's decision on the statute of limitations was upheld, and the plaintiff was ordered to pay the university's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 48, 49, 51, 52 of Law 496/1974; Articles 28 of Law 2579/1998, 22 of Law 3693/1957, 5 of Law 1738/1987; Article 69 of Law 4182/2013: The statute of limitations for delayed salaries of public law entity employees is two years, starting from the end of the fiscal year of the claim, and is interrupted by filing the case; however, cost reduction and offsetting rules apply only to entities staffed by the State Legal Service, not all public law entities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 198 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 198/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία " Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Γαβρίλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 825/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11678/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 28- 11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 11678/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της υπ' αριθμ. καταθέσεως 427/2015 έφεσης του αναιρεσιβλήτου Δ. Σ. κατά της υπ' αριθμ. 825/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η από 14.1.2012 αγωγή του τελευταίου.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Στο άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" (ΦΕΚ Α 204) ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων απο0δοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαβών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών" ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ίδιου ν.δ/τος, "η παραγραφή άρχεται από το τέλος του οικονομικού έτους καθ' ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις".
Η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεων από καθυστερούμενες αποδοχές των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων στα ΝΠΔΔ, διακόπτεται, κατά το άρθρο 51 εδ. α' του ίδιου ν.δ/τος, και "Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων του δικαστηρίου ή των διαιτητών".
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 52 παρ. 3 του ίδιου Ν.Δ., συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψιν αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 51 του ΝΔ 496/1974 τρόπους, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 593/2015).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 253, 261 και 263 του Α.Κ. η διετής παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ.496/1974 των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων αυτού, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Την παραγραφή διακόπτει, εκτός των άλλων και η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που έχει διακοπεί με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 215 και 221 του Κ.Πολ.Δ. ορίζουν ότι η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο.
Η επίδοσή της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μόνον αν η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς μπορεί ο δικαιούχος να εγείρει μέσα στο εξάμηνο νέα αγωγή, ίδια με την προηγούμενη, με το ίδιο δηλαδή αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη.
Όταν, όμως, η πρώτη αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως κατ' ουσίαν αίρονται όλες οι συνέπειες τόσο της κατάθεσης, όσο και της επίδοσής της, επομένως και η διακοπή της παραγραφής, αφού δεν είναι νοητή διακοπή παραγραφής ανύπαρκτης, όπως τελεσιδίκως κρίθηκε, αξίωσης. Νέα αγωγή με το αυτό αντικείμενο και θεμελίωση δεν μπορεί να ασκηθεί γιατί προσκρούει στο δεδικασμένο.
Αγωγή για την ίδια έννομη σχέση, στηριζόμενη στα ίδια πραγματικά περιστατικά, αλλά σε διαφορετική νομική θεμελίωση, δεν εμποδίζεται από το δεδικασμένο και μπορεί να ασκηθεί αλλά ακόμη και αν εγερθεί πριν παρέλθει εξάμηνο από την έγερση της πρώτης η παραγραφή της αξίωσης που ασκείται με αυτή, είτε θεωρηθεί η ίδια με εκείνη της αγωγής που απορρίφθηκε, στηριζόμενη απλώς σε διαφορετική νομική βάση, είτε όχι, δεν έχει διακοπεί με την επίδοση της αρχικής αγωγής, αφού με την απόρριψή της κατ` ουσίαν έχουν εξαλειφθεί τόσο τα δικονομικά, όσο και τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτελέσματά της (ΑΠ 325/1994).
Περαιτέρω, κατά το εδ. α' της παρ. 1 του άρθρου 261 ΑΚ, όπως τούτο ισχύει και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/20-3-2013, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 953/2012), ενώ κατά το εδ.
β' του ίδιου άρθρου, η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι κάθε ασκούμενη (επόμενη) αγωγή είτε για να διακόψει την εκ νέου αρχόμενη παραγραφή του άρθρου 261 ΑΚ, είτε για να θεωρηθεί ότι η παραγραφή του άρθρου 263 ΑΚ έχει διακοπεί με την αρχικώς εγερθείσα αγωγή, για να έχει τα ανωτέρω αποτελέσματα, πρέπει να έχει την ίδια με την αρχική ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή να στηρίζεται στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης ή συνέπειας.
Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα παρατιθέμενα και συγκροτούντα το πραγματικό της στην προηγούμενη αγωγή εφαρμοστέας ουσιαστικής διάταξης περιστατικά, που ήσαν αναγκαία για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωστέας έννομης συνέπειας, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της εφαρμοστέας στην νέα δίκη διάταξης.
Εάν, όμως, η μεταγενέστερη αγωγή στην ιστορική της βάση περιλαμβάνει, ως στοιχεία της και νέα, πρόσθετα, περιστατικά, δυνάμενα να υπαχθούν σε διαφορετικό ουσιαστικό κανόνα δικαίου, προβλέποντα την επέλευση της διά της νέας αγωγής επικαλούμενης έννομης συνέπειας, δεν υφίσταται η προαναφερόμενη αναγκαία προϋπόθεση και μάλιστα ανεξαρτήτως εάν τα πρόσθετα αυτά περιστατικά υφίσταντο και ήταν δυνατόν να προταθούν δια της προηγούμενης αγωγής, καθώς και εάν το υλικό αντικείμενο της νέας δίκης ταυτίζεται με εκείνο της προηγούμενης.
Τούτο δε διότι στην περίπτωση αυτή δεν επιδιώκεται η διαφορετική νομική αξιολόγηση του ίδιου ιστορικού συμβάντος, αλλ’ η αυθεντική διάγνωση έννομης σχέσης ή συνέπειας με την επίκληση νέων περιστατικών γενεσιουργών αυτής κατά νόμο, τα οποία, όμως, δεν απετέλεσαν αντικείμενο της προηγηθείσας αγωγής (ΑΠ 1267/2017, ΑΠ 1184/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, τα άρθρα 1-590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες (όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών των άρθρων 664-676), εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.
Αν στις ειδικές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α)...β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, τα πρακτικά συνεδρίασης που συντάσσονται από το γραμματέα πρέπει να περιέχουν όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως...
τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές ...... Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1193/2018, ΑΠ 98/2015, 698/2014, 9/2014).Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και για τους ισχυρισμούς που προτείνονται ως αντένσταση κατά καταλυτικών ενστάσεων του εναγομένου, εφόσον η αντένσταση αυτή προκύπτει από έγγραφα προγενέστερου χρόνου (ΑΠ 98/2015, 575/2015, 799/2013, 602/2010, 941/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή, μεταξύ άλλων, αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 611/2016, 98/2015, 1087/2014).
Την συνδρομή δε εξαιρετικής περίπτωσης (ή και περισσότερων) από τις παραπάνω για την επιτρεπτή προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών για πρώτη φορά στο Εφετείο οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς, ενώ και στην απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να βεβαιώνεται το παραδεκτό της βραδείας προβολής του και να διαλαμβάνεται στις παραδοχές της η συνδρομή μιας τουλάχιστον από τις παραπάνω περιπτώσεις, που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή του ισχυρισμού (ΑΠ 1099/2017, 243/2015, 9/2014, 259/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ( Ολ ΑΠ 1/2016,7/2014,7/2006,4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 261 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του ότι παρείχε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ εργασία βιβλιοθηκονόμου με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις ανάθεσης έργου και τη συμφωνημένη αμοιβή από 9.11.2005 έως 31.5.2009, με ωράριο καθημερινά από 13:00 έως 20:00.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2009 έως 31.6.2010, το εναγόμενο συνέχισε να δέχεται την εργασία του δίχως έγγραφη σύμβαση έργου και χωρίς να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του ύψους 1.225 ευρώ, πλην του ποσού των 2.000 ευρώ, το οποίο του προκατέβαλε έναντι. Ζήτησε δε, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το ποσόν των 13.925 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το αναιρεσείον προέβαλε την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ισχυριζόμενο ότι από το τέλος του οικονομικού έτους 2009 και 2010, κατά το οποίο γεννήθηκε η κάθε αξίωση, μέχρι την άσκηση της αγωγής, που επιδόθηκε σε αυτό στις 27.5.2013, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 825/2014 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ως άνω ένσταση παραγραφής και απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσίβλητος, με τον πρώτο λόγο της οποίας προέβαλε την αντένσταση, ότι η παραγραφή της αξίωσής του είχε διακοπεί με την άσκηση της προγενέστερης από 6.4.2010 αγωγής του, η οποία επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 12.4.2010 και η οποία, στηριζόμενη στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως ορισμένου χρόνου, απορρίφθηκε κατ' ουσία με την υπ' αριθμ.1030/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της οποίας άσκησε την υπό κρίση αγωγή, η οποία επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 27.5.2013, δηλαδή πριν την παρέλευση διετίας από 31.5.2012.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την προβληθείσα ως άνω αντένσταση του αναιρεσιβλήτου περί διακοπής της παραγραφής, τα εξής: "Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 9.4.2010, την από 6.4.2010 και με αριθμ.
καταθ. 64645/1851/2010 αγωγή κατά του εναγομένου, την οποία επέδωσε στον τελευταίο στις 12.4.2010 σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2267Γ/12.4.2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδοικείο Αθηνών Ε. Μ., ζητώντας, να αναγνωριστεί ότι η σχέση εργασίας που τον συνδέει με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είναι εξαρτημένη σχέση εργασίας και ότι η λύση της εργασιακής του σχέσης άλλως η απόλυσή του είναι άκυρη, να μετατραπεί άλλως αναγνωριστεί η σύμβαση εργασίας του σε σύμβαση αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί ότι η γενόμενη από 11.1.2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους του εναγομένου είναι άκυρη ως παράνομη και να ακυρωθεί, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τον απασχολεί πραγματικά όπως και τον πριν την 11.1.2010 χρόνο, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2009 και Ιανουαρίου 2010, αφαιρουμένου του ποσού των 2000 ευρώ που είχε ήδη λάβει, με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της σύμβασης άλλως από την επίδοση της αγωγής, άλλως και επικουρικά, στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει έγκυρη την καταγγελία της σύμβασης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει την αποζημίωση απόλυσής του, νομιμότοκα από την καταγγελία της σύμβασης άλλως από την επίδοση της αγωγής, άλλως και επικουρικά, στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι η σχέση εργασίας που τον συνέδεε με το εναγόμενο ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει τους μισθούς του έως την 31.12.2010, ημεροχρονολογία λήξης της σύμβασης εργασίας του, που ανέρχονται στο ποσό των 21.275 ευρώ, νομιμότοκα από την ημεροχρονολογία υπογραφής της σύμβασης, ήτοι από 4.9.2009, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
Ότι ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει την εργασία του στο εναγόμενο και το τελευταίο να την αποδέχεται μέχρι τον Ιούνιο του 2010. Και στη συνέχεια εκδόθηκε επί της άνω ασκηθείσας αγωγής του, η υπ' αριθμ. 1030/2012 απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 31.5.2012. Ότι ο ενάγων άσκησε την ένδικη με αριθμ.
καταθ. 54/16.1.2013 αγωγή του, με την οποία, αφού εξέθεσε όλα τα ανωτέρω, ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού να του καταβάλει το ποσό των 1225 ευρώ για κάθε μήνα που πρόσφερε την εργασία του σε αυτό από τον Ιούλιο του 2009 έως τον Ιούνιο του 2010. Ότι το εναγόμενο πρόβαλε παραδεκτά και νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης του ενάγοντος λόγω παρέλευσης διετίας από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η κάθε επιμέρους αξίωση, ήτοι από 1.1.2010 ( (για το έτος 2009) και από 1.1.2011 (για το έτος 2010) έως την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 16.1.2013, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 54/16.1.2013 πράξη κατάθεσης του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 27.5.2013, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 4769Δ/27.5.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Π. Σ.. Ότι στο αγωγικό δικόγραφο, όμως, ο ενάγων, καθ' υποφοράν, πρόβαλε αντένσταση διακοπής της παραγραφής κατά το άρθρο 51 ΝΔ 494/1974, εκθέτοντας ότι πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής είχε προβεί στην άσκηση της από 6.4.2010 με αριθμό καταθ. 64645/1851/2010 αγωγής, στην οποία εμπεριεχόταν και η ένδικη αξίωση και η οποία απορρίφθηκε ελλείψει νόμιμης βάσης.
Ότι η άσκηση της τελευταίας αυτής αγωγής επέφερε πράγματι τη διακοπή της διετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης, που προβλέπεται από το άρθρο 48 παρ. 3 ΝΔ 494/1974, κατ' εφαρμογή του άρθρου 51 του ιδίου ΝΔ, αφού από το τέλος του κάθε οικονομικού έτους (1.1.2010 και 1.1.2011), μέχρι την άσκηση της από 6.4.2010 με αριθμό καταθ. 64645/1851/2010 αγωγής δεν συμπληρώθηκε η διετία, όπως δεν συμπληρώθηκε και από την έκδοση της υπ' αριθμ. 1030/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έως την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Ότι κατόπιν των ανωτέρω η αξίωση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου για την καταβολή σε αυτόν του ποσού των 775 ευρώ για το μήνα Ιούλιο 2009 και του ποσού των 1.225 ευρώ για έκαστο εκ των μηνών Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2009 Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του 2010, και συνολικά του ποσού των 13.925 ευρώ, το οποίο (ποσό) δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από το εναγόμενο, παραμένει ενεργής και πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, αφού το εναγόμενο κατά το ποσό αυτό κατέστη δίχως νόμιμη αιτία πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, ο πλουτισμός του δε αυτός συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε άλλον με τα ίδια προσόντα για την παροχή της ίδιας εργασίας προς κάλυψη των αναγκών του.
Συνακόλουθα, το πρωτόδικο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο ότι η απαίτηση του ενάγοντος έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 ΝΔ 494/1974, που πρότεινε κατ' ένσταση το εναγόμενο, μη κρίνοντας καθόλου επί της αντένστασης διακοπής της παραγραφής που υπολαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο εκ μέρους του ενάγοντος, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, έκρινε βάσιμη την προταθείσα από τον αναιρεσίβλητο αντένσταση διακοπής της παραγραφής, απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ περί παραγραφής της κατ' αυτού αξιώσεως και, ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ωστόσο, από τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η προαναφερόμενη αντένσταση του αναιρεσιβλήτου περί διακοπής της παραγραφής δεν προτάθηκε από αυτόν προφορικά κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και δεν καταχωρήθηκε, έστω συνοπτικά, στα οικεία πρακτικά, ούτε επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης.
Κατά συνέπεια η αντένσταση του ενάγοντος περί διακοπής της παραγραφής ήταν προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν είχε προταθεί προφορικά, ούτε καταχωρηθεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε είχε υποβληθεί καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, καθ' όσον η αναφορά σε αυτήν ότι είχε ασκήσει την από 6.4.2010 αγωγή δεν συνιστά αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής.
Εξ άλλου, ο αναιρεσίβλητος ουδόλως επικαλέστηκε με το δικόγραφο της έφεσής του, όπως από το δικόγραφο αυτό προκύπτει, τη συνδρομή των, από τα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ, οριζομένων προϋποθέσεων, για το παραδεκτό του οψίμως προβληθέντος αυτού ισχυρισμού του, δηλαδή της αντένστασης διακοπής της παραγραφής. Περαιτέρω, με την απόρριψη κατ' ουσίαν της πρώτης από 6.4.2010 αγωγής, και όχι για έλλειψη νόμιμης βάσης, όπως εσφαλμένα αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, έχουν εξαλειφθεί τόσο τα δικονομικά, όσο και τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτελέσματά της, και δεν επέρχεται διακοπή της παραγραφής καθ' όσον η ένδικη αγωγή έχει άλλη νομική αιτία (του αδικαιολογήτου πλουτισμού) ενώ η αρχική αγωγή (σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως ορισμένου χρόνου).
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος κατά παραδοχή της προβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο αντένσταση διακοπής αυτής, δεχόμενο ότι η τελευταία προβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Κατά συνέπεια, ο άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559. Μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές...".
Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναιρέσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για αυτή απόφαση (ΑΠ 259/2020,ΑΠ 1076/2019, ΑΠ 700/2019).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τα προαναφερόμενα έπρεπε να απορριφθεί από ουσιαστική άποψη η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου - Δ. Σ., επικυρουμένης της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής που προέβαλε το αναιρεσείον.
Οι διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του ν. 2717/1999, 22 του ν. 3693/1957, 5 του ν. 1738/1987 και της Κ.Υ.Α 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου και περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας ή μερικής νίκης και ήττας, έχουν εφαρμογή μόνο στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ. (ΑΠ 68/2019).
Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή των άνω περί δικαστικής δαπάνης διατάξεων (σχ. ΑΠ 68/2019, ΑΠ 611/2018, ΑΠ 1228/2009 και 1277/1993). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αποτελεί ν.π.δ.δ., η νομική του υπηρεσία όμως δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και συνεπώς, μολονότι εφαρμόζονται σε αυτό οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4182/2013, δεν εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις για μείωση ή συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης. Μετά τις ανωτέρω σκέψεις πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατά την έκκλητη και την αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού(άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 11678/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 10.2.2015 έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθμ. 825/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών
Απορρίπτει την έφεση κατ' ουσίαν.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ