Legislator Case Law & Legislation
1962/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for contradictory reasoning and failure to examine merits.

Case Number 1962/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court committed legal errors by rejecting claims on contradictory grounds and failing to examine the merits of the dispute regarding travel expenses. The court ruled that the First Instance Court correctly rejected the claim as inadmissible without needing to examine the substantive facts, thereby negating the alleged procedural flaws.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 559(1) and 559(10) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on contradictory reasoning or failure to examine the merits is inadmissible when the lower court correctly rejects a claim as inadmissible without entering into the substance of the dispute.

Keywords

AI generated
cassation appeal contradictory reasoning failure to examine merits inadmissible claim procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) and 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1962 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1962/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Φ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ματθαίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Τ.Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 418/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3769/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-2-2023 και με αριθ. κατάθ. 1805/166/24-2-23 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3769/7-9-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της με αρ. 418/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως αβάσιμη κατ' ουσία, και κάνοντας δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της από 16-10-2017 αγωγής αυτού με αρ.

εκθ. καταθ. 587945/2549/2017, την δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 15.075,85 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από διαφυγόντα κέρδη, ως εκ της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος του Υποδιευθυντή και αυτών του Τμηματάρχη, καθώς και για την χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1, και 144 παρ.1 KΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 KΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 872/2023, ΑΠ 1028/2023, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1184/2015).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 367/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον με αρ. Α1 λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον, απορρίπτοντας τις αγωγικές του αξιώσεις από διαφορές επί της αποζημίωσης αποχώρησής του, επί της πρόσθετης νόμιμης αποζημίωσης των εννέα μηνιαίων μισθών και επί του προσθέτου ποσού του προγράμματος εθελουσίας εξόδου, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό και συγκεκριμένα δεν προκύπτει, απ' αυτές, σε ποιο λόγο έφεσης και ισχυρισμό της αντιδίκου αναφέρεται, ούτε προκύπτει σαφώς σε ποια εσφαλμένη αποδεικτική εκτίμηση, ποιών αποδείξεων κρίθηκε κατ' έφεση ότι υπέπεσε η πρωτόδικη απόφαση, καθώς δεν αναφέρονται ούτε ενδεικτικά ποιά αποδεικτικά στοιχεία όφειλε, αλλά απέτυχε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να εκτιμήσει ορθά και να συναγάγει βάσει αυτών το όποιο ορθό αποδεικτικό πόρισμα κρίθηκε ως απαραίτητο για την επίλυση της παρούσας διαφοράς και με ποιο τρόπο η εσφαλμένη πρωτόδικη εκτίμηση αυτών των αποδεικτικών στοιχείων οδήγησε το Εφετείο να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, ούτε προκύπτει ποιός κρίθηκε ως ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου και τα αναγκαία πραγματικά δεδομένα για την εφαρμογή του στην επίδικη περίπτωση.

Επί πλέον δεν προκύπτει αν και πως συσχετίζονται τα όποια επί μέρους σφάλματα κατά την εκτίμηση των όποιων αποδείξεων διαπιστώθηκαν από το δικάσαν Εφετείο, σχετικά με τις διαφορετικές επί μέρους παραδοχές και κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης και τις διαφορετικές αγωγικές αξιώσεις του. Η ασάφεια δε αυτή εκτείνεται και στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της καθώς, ενώ δέχεται ως βάσιμο το λόγο έφεσης που αφορά τις προαναφερόμενες αξιώσεις, στο διατακτικό αναγράφεται ότι το Δικαστήριο δέχεται συνολικά και όχι εν μέρει την έφεση της αντιδίκου και εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και όχι μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής το αντίστοιχο με το λόγο έφεσης.

Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, α) λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του ασάφεια ή αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία, β) διότι οι διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις συνάπτονται με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων για την αιτιολόγηση του σχετικού, συνοπτικού μεν αλλά σαφούς, αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την απόρριψη των αγωγικών αιτημάτων του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, που προαναφέρονται, ως ουσιαστικά αβάσιμων με την παραδοχή ότι (και) κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αυτός, δεν θα είχε αποχωρήσει αν είχε παραμείνει στη θέση του Υποδιευθυντή και δεν είναι απαραίτητο για τη σαφήνεια και πληρότητα της αιτιολογίας του να αναφέρεται ειδικά και συγκεκριμένα από ποια επί μέρους, εκ του συνόλου των επικληθέντων και προσκομισθέντων υπό των διαδίκων αποδεικτικών μέσων, οδηγήθηκε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αποκρούοντας τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του και εσφαλμένα εκτίμησε το πρωτόδικο δικαστήριο, ή όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του.

Σημειώνεται ότι δεν δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή μόνο του σχετικού με τις εν λόγω αξιώσεις λόγου έφεσης του αναιρεσίβλητου και της εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης στο σύνολό της, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εν λόγω εξαφάνιση κράτησε την υπόθεση και επεδίκασε στον αναιρεσείοντα, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως αποζημίωση, τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος του Υποδιευθυντή και αυτών του Τμηματάρχη, ως και το ίδιο ποσό για χρηματική ικανοποίηση αυτού προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 KΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 194/2021).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του KΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του KΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και σε ποία έκταση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του KΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση της εκκαλουμένης ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς. Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του KΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον με αρ. Α2 από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι επιλήφθηκε κεφαλαίων της αγωγής μη εκκληθέντων με την έφεση του αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό προβάλλει την αιτίαση, σχετικά με τις αγωγικές του αξιώσεις, που αφορούσαν τις αιτούμενες διαφορές επί της αποζημίωσης αποχώρησης του ενάγοντος, επί της πρόσθετης νόμιμης αποζημίωσης του των εννέα μηνιαίων μισθών, καθώς και επί του πρόσθετου ποσού του προγράμματος της εθελουσίας εξόδου, οι οποίες κρίθηκαν ουσιαστικά βάσιμες από την εκκαλουμένη απόφαση, ότι, το Εφετείο, κρίνοντας και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση με το αιτιολογικό ότι αυτή ήταν εσφαλμένη "ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τα προαναφερθέντα, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του λόγου της εφέσεως της εναγομένης..", έκανε δεκτό λόγο και ισχυρισμό χωρίς να υφίσταται αντίστοιχος λόγος έφεσης, αντίστοιχο εφετειακό παράπονο και αντίστοιχο εφετειακό αίτημα της αντιδίκου.

Από την εκτίμηση του περιεχομένου της από 28-7-2020 και με αριθ. 53199/4231/28-7-2020 έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσιβλήτου, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του KΠολΔ), με την οποία η εναγομένη-εκκαλούσα παραπονέθηκε για την κρίση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να δεχτεί την αγωγή του ενάγοντος εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσία, προβάλλοντας ειδικότερα με τον πέμπτο λόγο της έφεσης της, την ακόλουθη, κατ' αντιγραφή, αιτίαση: "Εσφαλμένα η εκκαλουμένη επεδίκασε στον αντίδικο διαφορές στο οικονομικό κίνητρο του προγράμματος εθελουσίας εξόδου, στην πρόσθετη νόμιμη αποζημίωση των 9 μισθών και στο πρόσθετο ποσό του προγράμματος εθελουσίας εξόδου, καθότι είναι τουλάχιστον αντιφατικό να ισχυρίζεται ότι δεν θα υπέβαλλε αίτηση συμμετοχής στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου (και άρα δεν θα αποχωρούσε και προφανώς δεν θα εισέπραττε κανένα ποσό) εάν δεν τον είχαμε μετακινήσει και ταυτόχρονα να αιτείται διαφορών στα διάφορα ποσά με βάση τις αποδοχές που θα λάμβανε, ως προϊστάμενος στάθμης Υποδιεύθυνσης, οπότε όμως δεν θα αποχωρούσε", ενώ όφειλε να απορρίψει ως αβάσιμα τα σχετικά αγωγικά αιτήματα, και στη συνέχεια, επικουρικώς, ότι προέβη σε λανθασμένο υπολογισμό των επιδικασθεισών διαφορών, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα, σε συνδυασμό με το αίτημα της έφεσης, να εξαφανισθεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί τω τέλει να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του ενάγοντος κατ' αυτής, προκύπτει ότι με την έφεσή της η εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο σύνολό της και συγκεκριμένα και ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε τις επιδικασθείσες στον ενάγοντα διαφορές επί των εργοδοτικών παροχών της εθελουσίας εξόδου, την πρόσθετη νόμιμη αποζημίωση των εννέα μισθών και το πρόσθετο ποσό του προγράμματος εθελουσίας εξόδου.

Κατ' αποδοχή δε του λόγου αυτού της έφεσης ως βάσιμου κατ' ουσία, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε εν συνεχεία την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό ως αβάσιμη κατ' ουσία. Επομένως είναι αβάσιμα τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον με αρ. Α2 από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του KΠολΔ αναιρετικό λόγο και συνακόλουθα ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί.

Παράλληλα, ο αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, καθόσον η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου λόγου έφεσης, δεν ιδρύει την επικαλούμενη πλημμέλεια, αλλά αυτήν εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 14/2022).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 14/2017). Τέλος ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένους και παραδεκτούς τους λόγους έφεσης, ενώ οι λόγοι ήταν αόριστοι και κατά συνέπεια απαράδεκτοι (ΑΠ 574/2018, ΑΠ 803/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον με αρ. Α3 λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε αυτεπαγγέλτως τον πέμπτο λόγο της έφεσης της εναγομένης (κατά το επικουρικό του σκέλος), με τον οποίο και κατά τα τρία μέρη αυτού 5α, 5β, 5γ, προέβαλλε αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης με την οποία έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσία οι αγωγικές αξιώσεις του από διαφορές στο οικονομικό κίνητρο του προγράμματος εθελουσίας εξόδου, στην πρόσθετη νόμιμη αποζημίωση των εννέα μισθών και στο πρόσθετο ποσό του προγράμματος εθελουσίας εξόδου, ως απαράδεκτο, α) λόγω αοριστίας, και β) επικουρικά, αν υποτεθεί ότι είχε προβληθεί από την εναγομένη-εκκαλούσα κάποιος σχετικός με τις ως άνω αξιώσεις του εφετειακός λόγος και ισχυρισμός, λόγω προβολής των αναφερομένων σ' αυτόν ισχυρισμών της το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, άλλως ως νομικά αβάσιμο, καθόσον δεν αναφέρεται στο λόγο αυτό της έφεσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ποια ήταν τα συγκεκριμένα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης και ποιος ακριβώς ήταν ο νόμιμος τρόπος υπολογισμού των αντίστοιχων ποσών, ούτε αναγράφεται μαθηματικά (αριθμητικά ή σε ποσοστό) ποια υποτίθεται ήταν τα ποσά οφειλομένων διαφορών στα οποία θα έπρεπε να καταλήξει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν τα είχε υπολογίσει κατά νομικά ορθό τρόπο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η σύγκριση μεταξύ των ορθών (κατά την εναγομένη) ποσών και εκείνων που (υποτίθεται ότι) εσφαλμένα έγιναν δεκτά πρωτοδίκως.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο ισχυρισμός για αοριστία του επικαλουμένου λόγου της έφεσης της εναγομένης (επικουρικό σκέλος) και το προβαλλόμενο απαράδεκτο, προτάθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο νομίμως με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πλέον αυτών πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία ως προς τις προαναφερθείσες αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος-αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία, η οποία στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και δεν πλήττεται επιτυχώς (ενόψει της προαναφερθείσας απόρριψης του πρώτου αναιρετικού λόγου) με λόγο αναίρεσης: "...εξάλλου το Μονομελές Πρωτοδικείο επιδίκασε στον ενάγοντα διαφορές από την αποζημίωση αποχώρησής του, επί της πρόσθετης νόμιμης αποζημίωσης των εννέα (9) μηνιαίων μισθών και επί του προσθέτου ποσού του προγράμματος εθελουσίας εξόδου, αντί να απορρίψει τα σχετικά κονδύλια ως ουσία αβάσιμα, καθότι βάσισε την κρίση του στη λανθασμένη προϋπόθεση ότι ο ενάγων θα είχε αποχωρήσει από την εργασία του και αν είχε παραμείνει Υποδιευθυντής, ακόμα και ο ίδιος, όμως, ισχυρίστηκε το αντίθετο και άρα δεν πρέπει να του επιδικαστούν οι εν λόγω διαφορές".

Ως εκ τούτου, δεν υφίστατο στάδιο έρευνας του δευτέρου σκέλους (επικουρικού) του πέμπτου λόγου της έφεσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, που αφορούσε αιτιάσεις αυτής ως προς τον τρόπο υπολογισμού των από την εκκαλουμένη απόφαση επιδικασθέντων στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα αντίστοιχων ποσών και η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά δεν διέλαβε στο αιτιολογικό της αντίστοιχες παραδοχές.

Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Με τις διατάξεις της από 16.5.1995 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ , οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 3 Ν. 1876/1990, 12 παρ. 4 Ν. 1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2224/1994 και άρθρο δεύτερο παρ. 2 Ν. 2257/1994, καταργήθηκε από της ισχύος αυτής, την 1-6-1995, το επίδομα ευθύνης θέσης και η αποζημίωση παράστασης που καταβαλλόταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης Τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή σύμφωνα με αποφάσεις του Δ.Σ.

του Ο.Τ.Ε. και τον όρο 25 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ και ορίσθηκε ότι από την ημερομηνία αυτή (1-6-1995) στους προϊσταμένους των αναφερομένων λειτουργιών χορηγούνται έξοδα κίνησης και παράστασης, κλιμακούμενα, όπως ορίζεται, κατά βαθμό και θέση στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Τα έξοδα αυτά κατά τους όρους της εν λόγω ΕΣΣΕ "2. ...

είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο Ο.Τ.Ε. επιφυλάσσει σ` αυτόν ρητά το δικαίωμα ανάκλησης τους. 3. Δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας. 4. Χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του Ο.Τ.Ε.

στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησης τους κλπ. 5. Για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του ...". Από τις διατάξεις αυτές της παραπάνω ΕΣΣΕ που όπως σημειώθηκε είναι κανονιστικού περιεχομένου και επομένως έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, προκύπτει ότι τα καταβαλλόμενα από 1-6-1995 και εφεξής, στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του Ο.Τ.Ε.

έξοδα κίνησης και παράστασης δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ` αυτούς ανεξαρτήτως της άσκησης των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, αλλ` αντιθέτως αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή του Ο.Τ.Ε. συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου, που σκοπό έχει να αντιμετωπίσει δι` αυτής ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος τις δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του Ο.Τ.Ε.

και τα έξοδα κίνησης και παράστασης αυτού ως εκπροσώπου του Ο.Τ.Ε. στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους. Εξ αυτού παρέπεται ότι σε περίπτωση που δεν ασκήθηκαν τέτοια καθήκοντα, έστω και λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εργοδότη Ο.Τ.Ε., που δεν ανέθεσε στο μισθωτό καθήκοντα προϊσταμένου ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ο τελευταίος δεν υφίσταται περιουσιακή ζημία με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους.

Και τούτο γιατί τα έξοδα κίνησης και παράστασης τα οποία εκ της μη ανάθεσης των καθηκόντων προϊσταμένου στερήθηκε, ως προορισμένα να αναλωθούν για τις παραπάνω ανάγκες, δεν επρόκειτο κατά πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν δια της απόληψης τους επαύξηση της περιουσίας αυτού, ώστε η μη ανάθεση των άνω καθηκόντων να συνεπάγεται ματαίωση της εν λόγω περιουσιακής επαύξησης (ΟλΑΠ 11/2007, ΟλΑΠ 12/2007, ΑΠ 574/2020, ΑΠ 122/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, ζήτησε να επιδικασθεί σ` αυτόν αποζημίωση, διότι, εξαιτίας του παράνομου υποβιβασμού του από τη θέση του Υποδιευθυντή Τεχνικού Διαμερίσματος Ν.

Π. σε αυτή του Τμηματάρχη στο τμήμα Τεχνικών Λειτουργειών Π.Μ., κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, δεν άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου στάθμης Υποδιεύθυνσης, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε αν διατηρούσε τον βαθμό αυτό και δεν είχε υποβιβαστεί και στερήθηκε έτσι τα έξοδα κίνησης και παράστασης κατά τη χρονική περίοδο από 22-10-2015 μέχρι 30-11-2016, που χορηγήθηκε με απόφαση του Δ.Σ.

του ΟΤΕ στο προσωπικό για βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή, εφόσον κατείχε ή κατέχει θέση προϊσταμένου διεύθυνσης ή υποδιεύθυνσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 418/2020 απόφασή του, απέρριψε το αίτημα αυτό ως μη νόμιμο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού παραθέτει στη μείζονα σκέψη του την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με αρ. 11/2007, ακολούθως ερευνώντας τον πρώτο λόγο της έφεσης του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, σχετικά με την απόρριψη του αγωγικού του αιτήματος επιδίκασης των εξόδων κίνησης και παράστασης, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε αν δεν είχε μεσολαβήσει ο παράνομος υποβιβασμός του από το βαθμό του Υποδιευθυντή σε αυτόν του Τμηματάρχη, δέχτηκε, με αναφορά στις νομικές σκέψεις που διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση του, ότι ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αιτούμενο με την αγωγή κονδύλιο εξόδων κίνησης και παράστασης, ως μη νόμιμο και ακολούθως απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος ως αβάσιμο κατ' ουσία.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, σύμφωνα και με τις σκέψεις που προηγήθηκαν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της από 16.5.1995 ΕΣΣΕ και εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ. Τούτο δε διότι υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, ο ενάγων, εξαιτίας της εκτιθέμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης-αναιρεσιβλήτου, που δεν του ανέθεσε καθήκοντα προϊσταμένου ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας της, δεν άσκησε καθήκοντα Υποδιευθυντή των υπηρεσιών της και ως εκ τούτου, δεν υπέστη περιουσιακή ζημία με την μορφή του διαφυγόντος κέρδους και εντεύθεν ματαίωση της περιουσιακής του επαύξησης κατά το αιτούμενο ποσό των εξόδων κίνησης και παράστασης, καθότι τα ποσά αυτά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προορίζονται να αναλωθούν για τις πιο πάνω ανάγκες, με συνέπεια η αγωγή του, κατά το προαναφερθέν αίτημα, να είναι μη νόμιμη.

Επομένως είναι αβάσιμος ο με αρίθμηση Β1 λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται αντιθέτως ότι η αγωγή του είναι νόμιμη τουλάχιστον κατά το ήμισυ του αιτουμένου ποσού που θα είχε λάβει, ως μισθολογική παροχή, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο παράνομος υποβιβασμός του, δοθέντος ότι ο ισχυρισμός του αυτός προϋποθέτει πραγματική άσκηση των καθηκόντων Υποδιευθυντή, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν περιέχει παντελώς πραγματικά περιστατικά ή τα περιεχόμενα δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αφορά αποκλειστικά τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 240/2024, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 818/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλ` απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως πρόωρη ή μη νόμιμη, ή ως απαράδεκτη ή για οποιονδήποτε άλλο μη ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 728/2023, ΑΠ 754/2021, ΑΠ830/2021, ΑΠ 2013/2013, ΑΠ 376/2008).

Με τον υπό αρίθμηση Β2 λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση α) την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και άλλως β) την εκ του αρ. 1 σε συνδυασμό με την εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, αφ' ενός μεν ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του, με την κρίση ότι η αγωγή του, ως προς το αιτούμενο με αυτήν ποσό των εξόδων κίνησης και παράστασης, είναι μη νόμιμη, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, στερούμενη έτσι νόμιμης βάσης, καθότι δέχτηκε αντιφατικά ότι το καταβαλλόμενο από την εναγομένη ποσό των εξόδων κίνησης και παράστασης, είναι "ανακλητή οικειοθελής παροχή του ΟΤΕ", δηλαδή εργοδοτική παροχή και ακολούθως ότι το ίδιο ποσό συνιστά στην πραγματικότητα αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών των Υποδιευθυντών και κατά συνέπεια αν δεν είχε αντικατασταθεί και υποβιβαστεί παρανόμως από Υποδιευθυντής σε Τμηματάρχη, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη θα του κατέβαλλε το αιτούμενο ποσό ως αποζημίωση για τα ποσά που ξόδευε μηνιαίως όσο ασκούσε καθήκοντα Υποδιευθυντή, αφ' ετέρου δε ότι το Εφετείο δεν εξέτασε κατ' ουσία, ούτε η κρίση του συνοδεύεται από οποιαδήποτε αποδεικτική απόπειρα ότι οι επίμαχες καταβολές συνιστούσαν αποκατάσταση εξόδων ή αντιθέτως εργοδοτική παροχή.

Υπό το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, α) κατά το πρώτο κύριο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον το Δικαστήριο, ως προς το επίδικο αίτημα της αγωγής, δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και ως εκ τούτου δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά έκρινε την αγωγή, ως προς το αίτημα αυτό, ως μη νόμιμη.

β) κατά το δεύτερο, επικουρικό του σκέλος, αληθώς εκτιμώμενος από τον αρ. 10 (και όχι και εκ του αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον, με το να κρίνει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι στις αξιώσεις του αναιρεσείοντος από την προπεριγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσιβλήτου δεν εμπίπτουν κατά την έννοια του άρθρου 298 του ΑΚ τα καταβαλλόμενα ποσά για έξοδα κίνησης και παράστασης και με το να απορρίψει στη συνέχεια ως μη νόμιμα τα σχετικά κονδύλια, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπ' όψη πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη, καθότι η ως άνω πλημμέλεια προϋποθέτει έρευνα κατ' ουσία της διαφοράς και δεν ιδρύεται στην περίπτωση απόρριψης σχετικού κεφαλαίου της αγωγής ως μη νομίμου.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 24-2-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3769/7-9-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ