Supreme Court allows appeal against bank penalty clause for early loan repayment violating consumer protection transparency. The court found the 2% fee unjustified and ordered the case remanded for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a First Instance Court decision upholding a bank's 2% penalty for early loan repayment. The appellants argued this clause violated consumer protection principles by lacking transparency regarding the bank's costs. The court agreed, ruling that the clause was not abusive and failed to explain the rationale for the fee, thus violating the principle of transparency.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2(7)(d) of Law 2251/1994; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A penalty clause for early loan repayment is not abusive if it does not exceed the bank's actual costs, but it must be transparent and explain the rationale to the consumer; otherwise, it violates consumer protection principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 830 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 830 /2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Σ. του Δ., 3) Μ. Θ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Γιοβανοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Σιούφα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9269/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/7/2019 αίτησή τους και τους από 8/10/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος, εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 422/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση η από 30-7-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 166/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους εκκαλούντες-ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες έφεση κατά της 9269/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε, κατά ένα μέρος ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, και κατά ένα μέρος ως μη νόμιμη, την από 10-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης 1643/21-1-2013) αγωγή τους, καθώς και οι από 8-10-2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12-10- 2020, όπως προκύπτει από την 85/12-10-2020 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό, ενώ δικάσιμος της υπόθεσης ορίσθηκε αρμοδίως η στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη (βλ.
την από 21-11-2019 πράξη της Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο της αναίρεσης).
Συνεπώς το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ` αριθμ. 4215 Γ'/13-10-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ.). Συνακόλουθα, αυτοί είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι, επομένως, επίσης παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β' του Ν. 2741/1999 και πριν την αντικατάστασή του με το Ν.3587/2007 και έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός γενικού όρου συναλλαγών (ΓΟΣ) κρίνεται σύμφωνα με το νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια.
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
Ο περιέχων τη διάταξη αυτή Νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές". Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση".
Η ανωτέρω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο "υπέρμετρη διατάραξη" της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, η οποία ομιλεί για "σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών".
Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου "υπέρμετρη διατάραξη" θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει, ο όρος "υπέρμετρη διατάραξη" να εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει "ουσιώδη ή σημαντική" διατάραξη.
Η ανάγκη αυτή εναρμονισμένης δηλαδή προς την οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο "διατάραξη" και μετά την απάλειψη του όρου "υπέρμετρη", στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β' του Ν. 2741/1999. Με βάση δε την άνω ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, η οποία ως προς τον έλεγχο των όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ) αποτελεί εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα εκεί κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.
Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι σημαντική ή ουσιώδης.
Επιπλέον, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περίπτωση β` του Ν. 2251/1994, που ορίζει ότι "ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή", οι δε παρεχόμενες από τις τράπεζες υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, δεν προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά κανόνα μαζικό χαρακτήρα και έντονο το στοιχείο της τυποποίησης.
Ενόψει των ανωτέρω, ο Ν. 2251/1994 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις τραπεζικών συναλλαγών (ΟλΑΠ 15/2007,ΟλΑΠ 6/2006,ΑΠ 1137/2019,ΑΠ 1463/2017). Τέλος, εφόσον η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, προϋπόθεση του παραδεκτού της είναι να προβάλλονται σαφώς όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο, κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα (ΑΠ 1689/2013).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής. Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.
α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 104/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του δικογράφου της από 10-10-2012 αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες διαλαμβάνουν σε αυτό, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) ότι δυνάμει του υπό ημερομηνία 8 Απριλίου 2004 ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΜΕ ΑΝΟΙΚΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ, το οποίο συνήφθη μεταξύ αυτών και ειδικότερα της πρώτης, ως πιστούχου, και των λοιπών, ως εγγυητών, και της τότε εναγομένης ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.(ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής της διαδόχου) η τελευταία συμφώνησε να τους χορηγήσει μεσομακροπρόθεσμο δάνειο, συνολικού ύψους 1.100.000 ευρώ, για την ανέγερση ολοκληρωμένης μορφής ξενοδοχειακής μονάδας, στην ..., προϋπολογισμού 1.370.000 ευρώ, ήτοι δάνειο το οποίο θα κάλυπτε το 80% της επένδυσης, το οποίο θα εκταμιευόταν τμηματικά, σε ποσοστό 80%, με βάση τις πιστοποιήσεις της Διεύθυνσης Τεχνικών Συμβούλων της Εμπορικής Τράπεζας, με βάση προσκομιζόμενα δικαιολογητικά-τιμολόγια, εξοφλημένα, τοις μετρητοίς, στο ύψος του δανείου, κατ' ελάχιστον, δεδομένης της καταβολής της Ίδιας Συμμετοχής, με διάρκεια 13 ετών και αποπληρωμή, με εξάμηνες ισόποσες δόσεις κεφαλαίου, η πρώτη των οποίων θα ήταν καταβλητέα,18 μήνες, από την ημερομηνία της πρώτης εκταμίευσης και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονταν αναλυτικά σ' αυτό, β) ότι στις 27 Φεβρουαρίου 2007, υπογράφηκε μεταξύ της ίδιας ως άνω εναγομένης και των εναγόντων, της πρώτης εξ αυτών, ως Πιστούχου,και των λοιπών, ως εγγυητών, το υπό ημερομηνία 27-02-2007 ΠΡΟΣΘΕΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΜΕ ΑΝΟΙΚΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ, με το οποίο συμφωνήθηκε η τροποποίηση των όρων αποπληρωμής του ανωτέρω μεσομακροπρόθεσμου δανείου, με σκοπό η εναπομένουσα χρηματοδότηση του επενδυτικού προγράμματος της εταιρίας, εκ ποσού 1.060.769,23 ευρώ, να εξοφληθεί την 26-4-2022 και η αποπληρωμή να γίνεται με εξαμηνιαίες ίσες δόσεις κεφαλαίου, η επόμενη των οποίων θα ήταν καταβλητέα 8 μήνες από την τροποποίηση και επιπλέον συμφωνήθηκε επιτόκιο Δ.Α.Ε.
τριμήνου, πλέον περιθωρίου 3,25% και εισφοράς Ν.128/75, γ) ότι μεταξύ των όρων που περιλαμβάνονται στα ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΜΕ ΑΝΟΙΚΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ, οι οποίοι ήταν προδιατυπωμένοι από την εναγομένη στο σύνολό τους, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ αυτών και της εναγομένης και συνιστούσαν ουσιαστικά τους γενικούς όρους, με τους οποίους η εναγομένη χορηγούσε το συγκεκριμένο είδος δανείου προς τους ενδιαφερομένους να συμβληθούν μαζί της, ήταν και ο όρος "ΠΡΟΩΡΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗ", σύμφωνα με τον οποίο "Η ποινή πρόωρης εξόφλησης του δανείου είναι 2% επί των πρόωρα εξοφλούμενων ακέραιων, κατ' αντίστροφη σειρά λήξεως δόσεων του δανείου", δ) ότι τρεις μήνες μετά την υπογραφή του ανωτέρω Πρόσθετου Συμφώνου, και συγκεκριμένα στις 7 Μαϊου 2007, η πρώτη εξ αυτών κατέβαλε στην εναγομένη όλο το κεφάλαιο του μεσομακροπρόθεσμου δανείου, ύψους 1.060.769,23 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, θα έπρεπε να εξοφληθεί της 26-4-2022 και ε) ότι η εναγομένη, για να δεχθεί την κατάθεση του ανωτέρω ποσού των 1.060.769,23 ευρώ στο σχετικό τραπεζικό λογαριασμό και να εξοφληθεί το ανωτέρω χορηγηθέν, αξίωσε από αυτούς το ποσό των 21.215,38 (1.060.769,23 Χ 2%) ευρώ, κατ' εφαρμογή του σχετικού όρου της ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ, ως ποινή, λόγω πρόωρου εξοφλήσεως, το οποίο αρνήθηκαν να της καταβάλουν.
Ζήτησαν δε, κατά το τρίτο σκέλος αυτής (αγωγής), να αναγνωρισθεί ότι ο παραπάνω προδιατυπωμένος όρος "Η ποινή πρόωρης εξόφλησης του δανείου είναι 2 % επί των πρόωρα εξοφλούμενων ακέραιων, κατ' αντίστροφη σειρά λήξεως δόσεων του δανείου", ως γενικός όρος συναλλαγών, είναι άκυρος ως καταχρηστικός, διότι επιφέρει διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή αυτή, κατά το παραπάνω αίτημά της, δεν είναι ορισμένη, διότι δεν εξειδικεύεται σε τι ακριβώς συνίσταται η εν λόγω επικαλούμενη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, και ειδικότερα δεν αναφέρεται: α)ποιο ήταν το κατά τη σύναψη και την προεξόφληση του δανείου συμφωνηθέν επιτόκιο και αν αυτό ήταν μικρότερο ή μεγαλύτερο από το επιτόκιο υπερημερίας που ίσχυε κατά τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους και β)ποιο ήταν το λειτουργικό κόστος και το κόστος του πιστωτικού κινδύνου από τα οποία απηλλάγη η εναγομένη με την προεξόφληση του δανείου, ώστε να μπορεί να ερευνηθεί αν το αιτούμενο από αυτήν ποσό των 21.215,38 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην ως άνω συμφωνηθείσα ποινή, ήτοι στο 2% επί των πρόωρων εξοφλημένων ακέραιων, κατ' αντίστροφη σειρά λήξεως δόσεων του δανείου, ήταν πράγματι υπερβολικό σε σχέση με το ποσό που αυτή θα αποκόμιζε, αν το δάνειο αποπληρωνόταν με εξάμηνες ισόποσες δόσεις μετά πάροδο 15 ετών από την ως άνω πρόωρη εξόφληση και συγκεκριμένα την 26-4-2022, η οποία είχε συμφωνηθεί ως καταληκτική ημερομηνία αποπληρωμής του, εις τρόπον ώστε η εφαρμογή του όρου αυτού να έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και απέρριψε, ως αβάσιμο, το σχετικό λόγο εφέσεως των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης και συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ των αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω συνδρομής νομικής και ποσοτικής αοριστίας εκ της μη επαρκούς εξειδίκευσης των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν την εφαρμογή της επικληθείσας ως άνω διάταξης του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλ' απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως πρόωρη ή μη νόμιμη, ή ως απαράδεκτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 2013/2013,ΑΠ 376/2008).
Επομένως, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το άλλο τμήμα του με το οποίο, για την απόρριψη της αγωγής, αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.
Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και η υπό το στοιχείο ια' περίπτωση, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή.
Εξάλλου και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ' αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, δηλαδή να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δε λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας.
Η διαφάνεια αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στο ορισμένο ή οριστό περιεχόμενο και στην προβλεψιμότητα της ύπαρξης των όρων. Με την έννοια αυτή πρέπει να προκύπτει από τον ΓΟΣ ο λόγος της υποχρέωσης (του καταναλωτή), το τελικό ύψος της επιβάρυνσης και τα κριτήρια από τα οποία προκύπτει και υπολογίζεται η επιβάρυνση αυτή.
Στην αιτία της επιβάρυνσης ανήκει και η αποσαφήνιση αν το ποσό αφορά αποκατάσταση ζημίας ή αν αφορά αντίτιμο ή ανταμοιβή για παροχή(του προμηθευτή). Άρα ο έλεγχος δεν αφορά το ύψος του ποσού καθεαυτό, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνεται ο σχετικός όρος, ώστε να εξειδικεύεται σε τι ακριβώς συνίσταται και πως προκύπτει το εκάστοτε ύψος του ποσού που ζητείται (ΑΠ 430/2005).
Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι... ζητείται να αναγνωριστεί ότι ο περιλαμβανόμενος στην μετά της Τράπεζας καταρτισθείσα δανειστική σύμβαση όρος, που επί λέξει είχε διατυπωθεί ως εξής:
¨Η ποινή πρόωρης εξόφλησης του δανείου είναι 2% επί των πρόωρων εξοφλημένων ακέραιων, κατ' αντίστροφη σειρά λήξεως δόσεων του δανείου¨ είναι άκυρος ως καταχρηστικός" και έκρινε στη συνέχεια ότι "...ο εν λόγω όρος, όπως κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, φέρεται διατυπωμένος, δεν είναι καταχρηστικός, καθόσον α)δεν παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, αφού το περιεχόμενο του όρου αυτού είναι διατυπωμένο με τόση σαφήνεια, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του βούλησης και απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει από τη χρονική στιγμή της κατάρτισης της σύμβασης στην πραγματική τους έκταση, τα δικαιώματά του και τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σχέση της συμφωνούμενης παροχής και αντιπαροχής και το ύψος της επιβαρύνσεώς του σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου και β) δεν αφήνει το τίμημα και συγκεκριμένα το ποσό που πρέπει να καταβληθεί από τους ενάγοντες στην εναγομένη στην περίπτωση που αυτοί καταβάλουν, σε ολοσχερή απόσβεση του κεφαλαίου το οφειλόμενο κατά το χρόνο της καταβολής κεφάλαιο, αόριστο χωρίς λόγο, αλλά επιτρέπει τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τους ενάγοντες, καθόσον αναφέρεται με σαφήνεια ο μαθηματικός τύπος με βάση τον οποίο προσδιορίζεται το ύψος του, κατά το χρόνο της άσκησης του δικαιώματος της πρόωρης εξόφλησης.
Η εκ των προτέρων αναφορά συγκεκριμένου ποσού ποινής πρόωρης εξόφλησης, δεν ήταν δυνατή, καθότι δεν ήταν εκ των προτέρων γνωστό, εάν και πότε θα γινόταν πρόωρη εξόφληση και επομένως και ποιο το ακριβές ποσό, που θα αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο της οφειλής κατά το χρόνο που θα γινόταν πρόωρη εξόφληση, ώστε να υπολογιστεί συγκεκριμένο ποσό ποινής πρόωρης εξόφλησης.
Συνεπώς, ο υπολογισμός του ποσού των 21.215,38 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 2% επί του εξοφλούμενου οφειλομένου ποσού του δανείου των 1.060.769,23 ευρώ και που είχε συμφωνηθεί ως ποινή για την πρόωρη εξόφληση τούτου, έγινε αντικειμενικά, δίκαια και με μαθηματικές αρχές και δεν ήταν καταχρηστικός, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι ενάγοντες δια της υπό κρίση αγωγής τους, η οποία πρέπει να απορριφθεί".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε σε όμοια κρίση και απέρριψε την αγωγή, κατά τα αντίστοιχα σκέλη της, ως νόμω αβάσιμη, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε, και ότι οι περί του αντιθέτου σχετικοί ισχυρισμοί της υπό κρίση εφέσεως έπρεπε να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 2 παρ. 7 στοιχ.ια' του Ν. 2251/1994. Και τούτο διότι ο συγκεκριμένος αυτός όρος του δανειστικού συμβολαίου με τη διατύπωση "Η ποινή πρόωρης εξόφλησης του δανείου είναι 2% επί των πρόωρων εξοφλημένων ακέραιων, κατ' αντίστροφη σειρά λήξεως δόσεων του δανείου", είναι, πράγματι, καταχρηστικός, καθ' όσον παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, αφού τόσο η αιτία της επιβάρυνσης, όσο και ο λόγος αυτής δεν είναι διαφανής για το δανειολήπτη.
Ειδικά, στο κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι στην ένδικη σύμβαση όπως αναφέρεται στην αγωγή συμφωνήθηκε επιτόκιο Δ.Α.Ε. τριμήνου, ήτοι επιτόκιο, όπως διαμορφώνεται στη διατραπεζική αγορά, η επιβάρυνση δεν δικαιολογείται ή δικαιολογείται μόνο αν επικαλεστεί η τράπεζα αδυναμία της να επανατοποθετήσει το επιστρεφόμενο κεφάλαιο στην αγορά.
Συνεπώς ο δανειολήπτης αιφνιδιάζεται, όταν αντιμετωπίζει την αξίωση της τράπεζας για την άνω παροχή, η οποία για το κυμαινόμενο επιτόκιο και τους αστάθμητους συντελεστές που το καθορίζουν, δεν δικαιολογείται. Επιπλέον δεν υπάρχει σαφήνεια ούτε προς το περιεχόμενο της επιβάρυνσης, αφού στην περίπτωση της πρόωρης εξόφλησης με την πρόσθετη επιβάρυνση ο δανειολήπτης δεν γνωρίζει επί ποίου ποσού θα υπολογίζει το επιτόκιο της πρόσθετης επιβάρυνσης (2% επί άγνωστου, πρόωρα εξοφλούμενου ποσού, που κατά τη σύναψη της σύμβασης δεν γνωρίζει ούτε αν αλλά ούτε και σε ποιο ύψος θα προκύψει).
Πράγματι γνωρίζει μεν, πως η επιβάρυνση είναι 2% και είναι σαφές το ύψος αυτό, αλλά ο απλός αριθμητικός υπολογισμός δεν είναι δυνατός, παρά μόνο όταν προκύψει η πρόωρη εξόφληση και το συγκεκριμένο πρόωρα επιστρεφόμενο ποσό. Εξάλλου ο καταναλωτής, ως δανειολήπτης, έχει βάσιμα τις εξής προσδοκίες: α) ότι η πρόωρη εξόφληση δημιουργεί ζημιά στην τράπεζα και αυτός πρέπει δικαίως να την αποκαταστήσει.
Η προσδοκία αυτή δικαιολογείται από το γεγονός, πως, από τις διαπραγματεύσεις, η τράπεζα αναφέρει στο δανειολήπτη την περίπτωση "αποζημίωσης" ή "ποινής" σε περίπτωση "πρόωρης" εξόφλησης, β) ότι η τράπεζα παρέχει δυνατότητα και ευχέρεια στο δανειολήπτη, κάτι που, δεν συμβαδίζει όμως με το ευκαιριακό κέρδος της, από την πρόωρη εξόφληση, γ) ότι στο δάνειο κυμαινόμενου επιτοκίου η υποχρέωση του καταναλωτή θα εξαρτάται από τις διακυμάνσεις των χρηματαγορών, σύμφωνα και με την κυμαινόμενη φύση της υποχρέωσής του και πως δεν θα μετατραπεί μονομερώς από την τράπεζα η υποχρέωσή του σε κάποιο είδος σταθερού επιτοκίου.
Οι παραπάνω όμως προσδοκίες του δανειολήπτη διαψεύδονται γιατί η τράπεζα αποζητά ευκαιριακό κέρδος από την προεξόφληση και γιατί ζητά από το δανειολήπτη σταθερού ύψους παροχή (2%), όποιες κι αν είναι οι οικονομικές συγκυρίες και η κατάσταση των αστάθμητων συντελεστών της χρηματαγοράς. Ο δανειολήπτης σωστά πιστεύει, πως προϊόντος του χρόνου ο τόκος του στο δάνειο θα κυμαίνεται αυξητικά ή πτωτικά βάσει των συνθηκών της αγοράς, το ίδιο δε αναμένει και για την πρόωρη εξόφληση, που αντικαθιστά την παροχή του στην αρχική συμφωνία δανείου.
Όμως το ενιαίο και σταθερό του επιτοκίου της επιβάρυνσης στην πρόωρη εξόφληση διαψεύδει την προσδοκία του αυτή. Τέλος διαψεύδεται η προσδοκία του δανειολήπτη και για ένα πρόσθετο λόγο. Αν καταβάλει σταθερά υπολογιζόμενο ποσό (2% επί του κεφαλαίου) και όχι κυμαινόμενο εκάστοτε, ενδέχεται να καταβάλει περισσότερα από ό, τι θα κατέβαλε αν έληγε κανονικά η σύμβαση δανείου.
Έτσι όμως διαψεύδεται η προσδοκία του, πως ως φερέγγυος οφειλέτης που καταβάλει πρόωρα την οφειλή του, θα αντιμετωπιστεί καλύτερα από την τράπεζα. Αντίθετα η σταθερή επιβάρυνση με 2% ενδέχεται να τον φέρει σε χειρότερη θέση από κάποιο δανειολήπτη που θα αναγκάσει την τράπεζα σε όλο το λειτουργικό κόστος παρακολούθησης του δανείου μέχρι την ολική εξόφλησή του.
Και ναι μεν υπόκειται στην ελευθερία της οικονομίας και των μερών να διαμορφώνουν την παροχή του δανειολήπτη, πλην όμως αυτό δεν αναιρείται και από την επιταγή της διαφάνειας και την ανάγκη η τράπεζα να καταστήσει σαφές στο δανειολήπτη τι ζητά και για ποιο λόγο είναι υποχρεωμένος ο δανειολήπτης να το καταβάλει.
Συμπερασματικά ο κρινόμενος ΓΟΣ με τη συγκεκριμένη διατύπωση προσβάλλει την αρχή της διαφάνειας που διαπνέει το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, αφού δεν διευκρινίζει στον καταναλωτή για ποιο λόγο καταβάλει τη συγκεκριμένη και σ' αυτό το ύψος παροχή στην τράπεζα, τροποποιεί την παροχή του δανειολήπτη από κυμαινόμενο επιτόκιο σε σταθερό και ανατρέπει την προσδοκία του πως θα εξισορροπήσει τις ζημίες της τράπεζας, χωρίς να έχει την υποχρέωση απόδοσης σ' αυτήν ευκαιριακού κέρδους.
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο που κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, έκρινε ότι ο ΓΟΣ που προβλέπει, για την περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου, την καταβολή στη δανείστρια Τράπεζα ποσού ίσου με το 2% επί (του κεφαλαίου) των πρόωρων εξοφλημένων δόσεων του δανείου, δεν είναι καταχρηστικός, παραβίασε, όπως προεκτέθηκε, πράγματι, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.7 εδ.
ια' του Ν.2251/1994. Ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως και οι προβαλλόμενοι σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης και συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Η αναιρετική εμβέλεια δε των λόγων αυτών καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστή άλλο από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176,183,189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 166/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)