Legislator Case Law & Legislation
754/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against contradictory reasoning in bank loan contract dispute regarding accounting entries.

Case Number 754/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against two lower court decisions regarding a loan contract dispute. The bank argued the lower courts contained contradictory reasoning regarding free installment payments versus simple accounting entries, but the court found no actual conflict in the legal conclusions. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the bank was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62(a), 73, 35 of the Civil Code; Article 573(1) of the Code of Civil Procedure: Procedural acts initiated by a deceased person are inadmissible and must be pursued by their heirs; contradictory reasoning in lower court judgments does not constitute grounds for appeal if the final legal conclusions remain consistent.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning appeal admissibility deceased party capacity loan contract dispute legal costs award Civil Code capacity banking litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 62(a) of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 and following of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 806 and 39(5) of Law 3259/2004

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 754 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 754/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: υπό ειδική εκκαθάριση τελούντος πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Χ. του Γ. και 2) Μ. Μ. του Γ., κατοίκων … Σερρών. Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο, ο οποίος ανακάλεσε την από 25.09.2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό ο ανωτέρω δικηγόρος, αφού πήρε τον λόγο, δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, Μ. Χ., απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 25.04.2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου … του Νομού Σερρών και κληρονομήθηκε από τους: 1.1) Β. Μ. χήρα Χ., 1.2) Μ. Μ. του Χ. και 1.3) Σ. Μ. του Χ., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.06.2007 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Χ. Μ. του Γ. και του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7203/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 2953/2013 μη οριστική και 2102/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των υπ’ αριθ. 2953/2013 (προδικαστικής – μη οριστικής) και 2102/2017 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητεί το αναιρεσείον με την από 31.10.2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες, διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων μόνο αν η μεταβολή συμβεί εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση• συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων δυνατή στην περίπτωση αυτή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως ορίζουν τα άρθρα 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ αντίστοιχα.

Διαφορετικά, αν κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου, δηλαδή της κατάθεσης αυτού κατά το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α’, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 45/2018). Αν όμως το ένδικο μέσο απευθύνεται κατά αποβιώσαντος και ο ασκήσας αυτό διάδικος αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση όμως αυτού, εφόσον μέχρι τότε έχει γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σε αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμου του (ΑΠ 304/2018, ΑΠ 433/2017). Αν όμως αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο ήταν κατά το χρόνο άσκησης σε γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (έφεση, αναίρεση) κατά το μέρος που στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος πριν την άσκησή του, απορρίπτεται κατά τα προαναφερθέντα ως απαράδεκτο (ΑΠ 492/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Χ. Μ. απεβίωσε στις 25.04.2015, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναίρεσης 2953/2013 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και τον επισυμβάντα θάνατο του Χ. Μ., οι κληρονόμοι του τελευταίου από κοινού με το δεύτερο αναιρεσίβλητο Μ. Μ. επέσπευσαν ως εκκαλούντες τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με την από 30.05.2016 κλήση – δήλωση συνέχισης της δίκης (αριθμ. κατάθ. 2455/2016), η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα – τότε εφεσίβλητη με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 16.02.2017, στις 03.06.2016, σύμφωνα με την …/3-6-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σωκράτη Παπουλίδη.

Μετά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία οι ως άνω καλούντες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Πάρη Αναστασάκου δυνάμει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκδόθηκε η επίσης προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης 2102/2017 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά των δύο πιο πάνω αποφάσεων του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε την από 31.10.2018 ένδικη αίτηση αναίρεσης, την οποία απευθύνει και κατά του Χ. Μ., ο οποίος, όμως, κατά τα προαναφερθέντα είχε προαποβιώσει πολύ πριν την άσκηση της αναίρεσης. Επομένως, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, το γεγονός δε του θανάτου του ήταν σε γνώση της αναιρεσείουσας, πρέπει αυτή να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη ως προς τον εν λόγω θανόντα πρώτο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ζήτημα καταδίκης της αναιρεσείουσας στην πληρωμή δικαστικών εξόδων μετά την απόρριψη της αναίρεσης ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, κατά τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, δεν γεννάται, εφόσον ο δικαιούχος αυτών πρώτος αναιρεσίβλητος είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.

Κατά τα λοιπά, με την κρινόμενη από 31.10.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι εκδοθείσες αντιμωλία των τότε διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία με αριθμούς 2953/2013 και 2102/2017 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, μετά από άσκηση έφεσης των εναγόντων – αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσας με αριθμό 7203/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη 2953/2013 απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η ως άνω έφεση, εξαφανίστηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 15.06.2007 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναβάλλοντας την οριστική του απόφαση, διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Με την επίσης προσβαλλόμενη 2102/2017 οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίνεται από το εφετείο ως νόμιμη και εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση που την είχε κρίνει απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997), όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης στο άνω κρίσιμο ζήτημα νομιμότητας της αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

[ΙΙΙ] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη ή τη δέχθηκε ως νόμιμη (ΑΠ 376/2008, ΑΠ 2081/2007).

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, επειδή με αυτήν κρίθηκε νόμιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

[IV] Στο άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 «Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κλπ» ορίζεται:

(α) στην παράγραφο 1: «Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού»,

(β) στην παράγραφο 5: «Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση [...]. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης [...] ». Και

(γ) στην παράγραφο 8: «Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος».

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν να μην επιδιώκουν ούτε να διαθέτουν μεμονωμένως τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμό του, έτσι ώστε να αποσβεστούν κατά το μέρος που καλύπτονται και να οφείλεται ως μοναδική απαίτηση το κατάλοιπο που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (ΟλΑΠ 31/1997, ΑΠ 1543/2007).

Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβαση προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές ή μόνο από τη μία (ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 715/2009).

Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικώς με καταγγελία της σύμβασης (άρθρ. 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ), χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.

Πάντως το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωρισθεί κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ ή με την έννοια της επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου.

Το χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο (ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1437/2014).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, δηλαδή εκείνη κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεολυτικό δάνειο, ως εκ της φύσης τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση ανοικτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό, α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητά της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθησή της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεολύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεολυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται.

Κάθε δε συνομολόγηση κατά την οποία το τοκοχρεολυτικό δάνειο θεωρείται ως ανοικτός λογαριασμός, είναι παράνομη, αφού γίνεται με τον πρόδηλο σκοπό να πορισθεί η τράπεζα έμμεσα και ανεπίτρεπτα ωφελήματα, που παρέχονται από το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και ιδίως τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό. Όταν δεν είναι δυνατό οι μεταξύ των μερών κύριες συμβάσεις και δοσοληψίες να εξυπηρετηθούν μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού, τότε η τήρησή του δεν είναι επιτρεπτή και αυτό ανεξάρτητα από την ύπαρξη κοινής συμφωνίας, η οποία, ως αντίθετη στη φύση, στη λειτουργία και στα αποτελέσματά του, κρίνεται ως μη σύννομη (ΑΠ 543/1998).

Περαιτέρω, ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη (ΑΠ 772/2012). Έτσι, σε περίπτωση που προκύπτει από τις αποδείξεις ότι συνήφθη από τα μέρη σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη σχέση τους ως σύμβαση παροχής δανείου με ανοικτό λογαριασμό (ΑΠ 1438/1995, ΑΠ 79/1995).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 4/2005).

[V] Με τον τρίτο και τον έκτο λόγο αναίρεσης, ενιαία εκτιμώμενους, αποδίδεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις του Εφετείου η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 806, 807, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ, 47, 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 και 39 Ν. 3259/2004, με αποτέλεσμα τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους ως δανείου, αντί του ορθού χαρακτηρισμού αυτής ως πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι,

α) αν και στο κείμενο των επιδίκων συμβάσεων γίνεται ρητά λόγος για «μορφή […] ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού»,

β) αν και από τα συμβατικά κείμενα προκύπτουν οι λοιπές προϋποθέσεις της λειτουργίας αλληλόχρεου λογαριασμού,

γ) αν και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ορθά ότι χαρακτηριστικό της σύμβασης δανείου και, κατ’ επέκταση του κοινού δανειακού λογαριασμού, είναι η ύπαρξη δόσεων προς εξόφληση του δανείου, ωστόσο το Εφετείο χαρακτηρίζει τις επίδικες συμβάσεις ως δανειακές και όχι εξυπηρετούμενες μέσω αλληλοχρέου λογαριασμού, παρά τη ρητή απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης στα συμβατικά κείμενα για τμηματική αποπληρωμή του δανείου σε δόσεις οποιασδήποτε μορφής,

δ) αν και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποδέχεται ότι στους τηρηθέντες λογαριασμούς απεικονίζονται οι εκατέρωθεν τμηματικές παροχές, χαρακτηρίζει τελικά τις συμβάσεις ως απλές δανειακές και

ε) εφαρμόζοντας περαιτέρω το εσφαλμένο αυτό συμπέρασμα θεωρεί ότι η Τράπεζα «κατέληξε στο (οφειλόμενο από τους ενάγοντες) ποσό των 112.238,53 ευρώ κατόπιν εσφαλμένου υπολογισμού, κυρίως, γιατί εξέλαβε τις συμβάσεις των βραχυπρόθεσμων δανείων ως συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό».

Στην προκειμένη περίπτωση με την πρώτη προσβαλλόμενη με αριθμό 2953/2013 απόφαση του Εφετείου, έγιναν δεκτά ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, τα ακόλουθα:

«|Οι ενάγοντες, οι οποίοι τυγχάνουν αγρότες στην περιοχή … Σερρών, για την εξυπηρέτηση των αγροτικών δραστηριοτήτων τους, συνήψαν με την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία μέσω του υποκαταστήματός της στη … Σερρών, συμβάσεις δανείου, με τις οποίες τους χορηγήθηκαν τα παρακάτω βραχυπρόθεσμα δάνεια. Ειδικότερα, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων:

Α) Η υπ’ αριθμ. …/16-5-1983 σύμβαση πίστωσης, ποσού 10.000.000 δραχμών (29.347,03 ευρώ) με κυμαινόμενο επιτόκιο, λήξης 31.12.1985, δυνάμει της οποίας εκταμιεύτηκε την 25.08.1987 ποσό 18.000.000 δραχμών (52.824,66 ευρώ), με επιτόκιο 18,00% και χρόνο λήξης τον Ιούνιο του 1988.

Β) Η υπ’ αριθμ. …/16-11-1988 σύμβαση πίστωσης, ποσού 12.000.000 δραχμών (35.216,44 ευρώ), με κυμαινόμενο επιτόκιο, λήξης την 31.12.1991, δυνάμει της οποίας εκταμιεύτηκαν (1) την 16.11.1988 ποσό 38.151,14 ευρώ, με επιτόκιο 18,00% και χρόνο λήξης το Σεπτέμβριο του 1989, (2) την 07.02.1989 ποσό 26.412,33 ευρώ, με επιτόκιο 16,00% και χρόνο λήξης τον Αύγουστο του 1992, ήτοι συνολικά (εκταμιεύτηκε) το ποσό των 64.563,47 ευρώ.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι πρόκειται για πιστώσεις με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, τις οποίες υπολογίζει με βάση το ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης αποδείχθηκαν ειδικότερα τα εξής:

Για τις επίδικες συμβάσεις των παραπάνω βραχυπρόθεσμων δανείων καταρτίστηκαν σχετικά έγγραφα συμφωνητικά και ανοίχθηκαν ταυτάριθμοι, αντίστοιχα, λογαριασμοί. Με το άρθρο 2 των πανομοιότυπων συμβάσεων που προσκομίζονται σε αντίγραφα, συμφωνήθηκαν τα εξής: «Για τη λήψη των δανείων, ο πιστούχος θα υπογράφει εντάλματα πληρωμής ή άλλα ειδικά έγγραφα. Στα εντάλματα πληρωμής ή στα ειδικά αυτά έγγραφα, που συμφωνείται ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας θα αναγράφονται οι ειδικότεροι όροι της χορήγησης των δανείων και ιδιαίτερα ο ειδικός σκοπός τους, το επιτόκιο χορήγησής τους, η λήξη τους και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή ένδειξη. Η διάρκεια των δανείων (βραχυπρόθεσμων ή μεσομακροπρόθεσμων) που θα χορηγηθούν με βάση την παρούσα σύμβαση, θα είναι ανάλογη με το σκοπό τους. Τα δάνεια θα είναι έντοκα και ο τόκος θα υπολογίζεται με τα επιτόκια που κάθε φορά θα ισχύουν για τις διάφορες κατηγορίες των δανείων της Τράπεζας, όπως αυτά καθορίζονται με τις αποφάσεις των αρμόδιων νομισματικών και λοιπών κρατικών αρχών και θα αναγράφονται στα εντάλματα πληρωμής [...]».

Τέλος, με το άρθρο 9 των ως άνω συμβάσεων ορίζεται ότι «Συμφωνείται ότι η λογιστική παρακολούθηση των δανείων που θα χορηγηθούν με βάση την παρούσα σύμβαση θα γίνεται στη μερίδα του πιστούχου. Ειδικότερα, συμφωνείται ότι η λογιστική αυτή εξυπηρέτηση των δανείων και ο τρόπος χρέωσης και η εξόφλησή τους θα γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Τα βραχυπρόθεσμα δάνεια θα παρακολουθούνται σε ενιαία υπομερίδα με τη μορφή του ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού. Ο τρεχούμενος αυτός λογαριασμός θα εκτοκίζεται με τα επιτόκια που συμφωνούνται με το άρθρο 2 της παρούσας και ο τόκος θα πληρώνεται στην Τράπεζα στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου, οπότε και ο λογαριασμός αυτός θα εκκαθαρίζεται για έλεγχο του ύψους του και της κανονικής και εμπρόθεσμης εξυπηρέτησής του.

O πιστούχος υποχρεώνεται να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο (κατάλοιπο), που προκύπτει με τον τρόπο αυτό. Διαφορετικά, το ποσό αυτό φέρει (έχει) αυτοδίκαια τόκο υπερημερίας για τα κονδύλια που έληξαν κατά το χρονικό διάστημα από την 30/6 έως 31/12 και από τη λήξη τους εφόσον δεν εξοφλήθηκαν εμπρόθεσμα και θα υπολογίζονται, χωρίς ειδοποίηση ή οποιαδήποτε όχληση των πιστούχων, ο τόκος που ισχύει κάθε φορά υπέρ της ΑΤΕ για τα ληξιπρόθεσμα δάνεια.

Κατ’ εξαίρεση, ποσά που καταβλήθηκαν για παραγωγικές εργασίες και δραστηριότητες, τα οποία κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας, δεν πρέπει ακόμα να πληρωθούν, γιατί δεν περατώθηκε η παραγωγική διαδικασία για την οποία χορηγήθηκαν ή γιατί συμφωνήθηκε στο ένταλμα πληρωμής διαφορετικός χρόνος από αυτόν που ορίζεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μπορούν να επαναφερθούν πάλι σε χρέωση ανοικτού λογαριασμού, χωρίς να επιβαρυνθούν οι πιστούχοι με τόκο υπερημερίας.

Ο πιστούχος έχει υποχρέωση να καταβάλλει σε πίστωση του παραπάνω λογαριασμού του, έστω και πριν από τη λήξη του δανείου του, ποσά ανάλογα με την αξία των κάθε είδους προϊόντων του που θα πωλεί. Στις καταβολές που θα γίνονται με τον τρόπο αυτό πριν από τη λήξη των δανείων θα υπολογίζεται (από την ημέρα της καταβολής μέχρι την ημερομηνία λήξης) τόκος υπέρ αυτών με το επιτόκιο χορήγησης των δανείων [...]».

Με βάση τους ανωτέρω όρους, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δόθηκε από τα διάδικα μέρη (στην πραγματικότητα από την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία, αφού πρόκειται για έντυπους όρους, στους οποίους προσχώρησαν οι ενάγοντες), αποτελούν συμβάσεις δανείου και όχι συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, καθόσον δεν προβλέπεται σε αυτές ότι οι εκατέρωθεν χρεοπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλειά τους και ότι η αξίωση της εναγομένης θα γεννάται, μόνο, μετά από το κλείσιμο του λογαριασμού και την αναγνώριση του προκύπτοντος καταλοίπου, όπως θα έπρεπε, εάν επρόκειτο για αλληλόχρεο λογαριασμό, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη. Ο αναφερόμενος δε στο άρθρο 9 των εν λόγω συμβάσεων λογαριασμός για τη λογιστική παρακολούθηση των δανείων, έχει την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, αφού η τήρησή του απλώς απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής, τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές|».

Επίσης, με τη δεύτερη προσβαλλόμενη με αριθμό 2102/2017 απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά κατά το ενδιαφέρον μέρος της τα ακόλουθα:

«|Οι συμβάσεις αυτές, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους από την εναγομένη τράπεζα, η οποία έθεσε και τους προδιατυπωμένους έντυπους όρους στους οποίους προσχώρησαν οι ενάγοντες, αποτελούν συμβάσεις δανείου και όχι συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ως ήδη κρίθηκε και με την υπ’ αριθμ. 2953/2013 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον δεν προβλέπεται σε αυτές ότι οι εκατέρωθεν χρεοπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλειά τους και ότι η αξίωση της εναγομένης θα γεννάται, μόνο, μετά το κλείσιμο του λογαριασμού και την αναγνώριση του προκύπτοντος καταλοίπου, όπως θα έπρεπε, εάν θα επρόκειτο για αλληλόχρεο λογαριασμό, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη. Ο αναφερόμενος δε στο άρθρο 9 των εν λόγω συμβάσεων λογαριασμός για τη λογιστική παρακολούθηση των δανείων, έχει την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, αφού η τήρησή του απλώς απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής, τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές. Ας σημειωθεί, ακόμη, ότι οι παροχές του ενός μέρους αποτελούν καταβολές έναντι των απαιτήσεων του άλλου, που δημιουργούνται εξ αιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους|».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προηγουμένως, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. 2953/2013 απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή και εξαφάνισε την προσβληθείσα με την έφεση υπ' αριθμ. 7203/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή είχε κριθεί ως μη νόμιμη, διατάσσοντας δε περαιτέρω τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, δέχθηκε με την ίδια απόφασή του, όσο και με την εκδοθείσα στη συνέχεια υπ’ αριθμ. 2102/2017 οριστική του απόφαση ότι η έννομη σχέση η οποία συνδέει τους διαδίκους σε σχέση με τα επίδικα βραχυπρόθεσμα δάνεια, δεν αποτελεί άνοιγμα πίστωσης το οποίο κινήθηκε μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά σύμβαση κοινού δανείου, για την οποία τηρήθηκε απλός δοσοληπτικός λογαριασμός.

Δεχόμενο δε περαιτέρω την αγωγή, αναγνώρισε με την ως άνω 2102/2017 απόφασή του ότι μετά τις καταβολές που διενεργήθηκαν εκ μέρους των εναγόντων ουδεμία οφειλή υφίσταται προς την εναγομένη τράπεζα με βάση την παράγραφο 5 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 668, 669 ΕμπΝ, 47 και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923, 112 ΕισΝΑΚ, 361, 873 και 874 ΑΚ, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 και 807 ΑΚ και 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004, οι οποίες είχαν εν προκειμένω εφαρμογή, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω αναφερόμενα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο τρίτος και ο έκτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις η πλημμέλεια της παράβασης των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι.

[VI] O από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκαν ευθέως, εκτός από τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνοι των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνο, όταν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων. Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων (ΑΠ 1413/2008).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, που περιλαμβάνονται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, το εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με βάση του όρους της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, κατέληξε στην κρίση του ότι η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους είναι σύμβαση κοινού δανείου και όχι πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δεν προκύπτει δε περαιτέρω από τις αιτιολογίες των προσβαλλόμενων αποφάσεων ότι το ανωτέρω Δικαστήριο διαπίστωσε άμεσα ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων των συμβληθέντων διαδίκων, όπως αυτές περιελήφθησαν στις επίδικες συμβάσεις, ώστε να παραστεί ανάγκη να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις η πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με το να μη προσφύγουν στους κανόνες αυτούς για να διαπιστωθεί η αληθής βούληση των συμβληθέντων διαδίκων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων μερών.

[VII] Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση ή αν η απόφαση στηρίχθηκε κυρίως και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα ή όταν το συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο δεν θα μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αν είχε ληφθεί υπόψη. Επίσης, αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 249/2019, ΑΠ 758/2017).

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα και ιδίως τις καρτέλες κίνησης των λογαριασμών, από την επισκόπηση των οποίων, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ο τρόπος λειτουργίας των συμβάσεων και, κατ' επέκταση η πραγματική τους φύση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης σε σχέση με τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους είναι σύμβαση κοινού δανείου, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι.

Ειδικότερα, στη μεν 2953/2013 απόφαση βεβαιώνεται ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του μετά «από την εκτίμηση των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι με τις προτάσεις τους», στη δε 2102/2017 απόφαση βεβαιώνεται σχετικά με την κρίση του στην οποία κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων «όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επαναπροσκομίζουν μετ' επικλήσεως στην παρούσα συζήτηση».

Δεν καταλείπεται, έτσι, καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις καρτέλες κίνησης των λογαριασμών, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα τράπεζα.

[VIII] Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 731/2019, ΑΠ 536/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις περιέχουν αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι παρά το γεγονός ότι η 2953/2013 απόφαση δέχθηκε ότι «Ο αναφερόμενος δε στο άρθρο 9 των εν λόγω συμβάσεων λογαριασμός για τη λογιστική παρακολούθηση των δανείων έχει την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, αφού η τήρησή του απλώς απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής, τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές», τις ίδιες δε ακριβώς αιτιολογίες περιέχει και η 2102/2017 απόφαση, εννοώντας και οι δύο αποφάσεις ελεύθερες καταβολές, ωστόσο και οι δύο απέρριψαν τελικά την ύπαρξη του αλληλόχρεου λογαριασμού, παρά το ότι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του τελευταίου είναι ακριβώς αυτή η απεικόνιση των ελεύθερων τμηματικών καταβολών που γίνονται και από τα δύο μέρη, με αποτέλεσμα και οι δύο αποφάσεις να περιέχουν αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από τις ως άνω αιτιολογίες, που είναι κοινές και για τις δύο αποφάσεις, δεν συνάγεται αντιφατικότητα μεταξύ τους με την έννοια που προαναφέρθηκε. Επί πλέον, επιχειρείται επιλεκτική παράθεση αιτιολογιών των προσβαλλόμενων αποφάσεων για τη θεμελίωση του σχετικού αναιρετικού λόγου, ενώ από το σύνολο των αιτιολογιών των αποφάσεων, όπως οι αιτιολογίες αυτές παρατέθηκαν ανωτέρω, δεν προκύπτει αντιφατικότητα μεταξύ τους.

Το δε Εφετείο κατέληξε στην κατά τα ανωτέρω κρίση του, προβαίνοντας, με βάση τις εν λόγω αιτιολογίες, στην ορθή υπαγωγή της ένδικης υπόθεσης στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 806 και 39 παρ. 5 Ν. 3259/2004.

[IX] Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτή λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.10.2018 αίτηση της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 2953/2013 και 2102/2017 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ