Legislator Case Law & Legislation
195/2024 AI generated

Appeal dismissed because the specific ground relied upon does not exist in the relevant article for appeals against first-instance judgments.

Case Number 195/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple parties against a first-instance judgment. The appellants argued that the court failed to consider specific evidence they submitted, relying on a ground for appeal found in Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court ruled this ground inapplicable because the judgment was rendered by a single judge acting as a court of first instance, not as a court of appeal, meaning the correct grounds for appeal are those listed in Article 560, which do not include the one cited by the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; The specific grounds for appeal listed in Article 560 are exclusive for judgments rendered by single judges acting as courts of first instance, excluding grounds from Article 559.

Keywords

AI generated
appeal admissibility single judge jurisdiction Code of Civil Procedure exhaustion of grounds jurisdictional error

Cited Legislation

AI generated
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 97 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 195 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 195/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Ε., 2) Ε. Π. του Γ., παρισταμένου ήδη για τον εαυτό του ατομικά ως ενηλικιωθέντος, 3) Α. Π. του Γ., παριστάμενης ήδη για τον εαυτό της ατομικά ως ενηλικιωθείσας, 4) Ι. Π. του Ε., 5) Χ. Π. του Ι., παριστάμενης ήδη για τον εαυτό της ατομικά ως ενηλικιωθείσας και 6) Χ. Π. του Ι., απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη - Δημήτριο Κάκο. Της αναιρεσιβλήτου: Ρ. Γ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστιάννα Παπαδόσηφου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την απαιτούμενη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση του εντολέα διαδίκου που καταχωρείται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πιο πάνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνες του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η τελευταία γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως ο δικηγόρος που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτού, αν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο.

Εάν δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις αυτές, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τη συζήτηση της υπό κρίση από 14-10-2021 αίτησης αναίρεσης κατά της ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο, επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, αφού με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Ι.

Π. επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παρασταθεί στη δικάσιμο που ορίστηκε [βλ. προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 130 ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κρήτης Σ. Μ.]. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την πιο πάνω δικάσιμο και τη συζήτηση που επακολούθησε η τρίτη αναιρεσείουσα Α.

Π. παραστάθηκε διά του δικηγόρου Ι.-Δ. Κ.. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο παραπάνω δικηγόρος που επέσπευσε τη συζήτηση και παραστάθηκε στο ακροατήριο είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα από την τρίτη αναιρεσείουσα, ούτε ότι η τελευταία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτουν τα ακόλουθα: Μεταξύ των αναιρεσειόντων και της Σ. Π. και της Ε. Κ. εκκρεμούσε δικαστικός αγώνας σχετικά με την κατάληψη τμημάτων των όμορων ιδιοκτησιών τους. Κατά τη διάρκεια του δικαστικού αυτού αγώνα εκδόθηκε η υπ' αριθ. 53/201 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και διόρισε την αναιρεσίβλητη, ως πραγματογνώμονα, από τον τηρούμενο στο ως άνω Πρωτοδικείο κατάλογο, προκειμένου να γνωμοδοτήσει για τα επίδικα ζητήματα, με αιτιολογημένη έκθεση και σύνταξη τοπογραφικού δια γράμματος.

Η αναιρεσίβλητη συνέταξε την από 9-11-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνημμένο σ' αυτή τοπογραφικό διάγραμμα. Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της ως άνω πραγματογνώμονος και ήδη αναιρεσίβλητης την ένδικη αγωγή, ισχυριζόμενοι ότι αυτή γνωμάτευσε ψευδώς εν γνώσει της ότι οι αναιρεσείοντες είχαν καταλάβει τμήμα της ιδιοκτησίας των αντιδίκων τους, με σκοπό να ζημιώσει τους ίδιους και να ωφελήσει τους αντιδίκους τους.

Ειδικότερα, ότι η αναιρεσίβλητη απέκρυψε έγγραφα και στοιχεία, τελώντας σε βάρος τους τα αδικήματα της ψευδορκίας πραγματογνώμονος, της απάτης στο δικαστήριο και της πλαστογραφίας, αφού δεν εφάρμοσε τους κανόνες της επιστήμης της, απέκρυψε σημαντικά αποδεικτικά έγγραφα, παρέλειψε να σχολιάσει κρίσιμα σημεία που αφορούσαν τα επίδικα ζητήματα και παραποίησε δόλια πραγματικά στοιχεία με αποτέλεσμα η πραγματογνωμοσύνη να βρίθει λαθών.

Επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι η αναιρεσίβλητη τέλεσε σε βάρος τους το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού τους παρουσίασε ως άτομα που προσπαθούσαν να υφαρπάξουν περιουσιακά στοιχεία των αντιδίκων τους Με την αγωγή αυτή ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των 6000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 193/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αναίρεσή τους.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Σχετικά με τις παραπάνω αιτιάσεις, το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Oι ενάγοντες είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι ενός οικοπέδου με ημιτελή πολυώροφη οικοδομή που βρίσκεται εντός της πόλης του ...

και συγκεκριμένα στην περιοχή ... και επί της συμβολής των οδών ... και ..., το οποίο συνορεύει στη δυτική του πλευρά με ακίνητο ιδιοκτησίας των Σ., συζύγου Γ. Π. και Ε. Κ. του Α.. Μεταξύ των ανωτέρω υφίσταται αντιδικία αναφορικά με την ιδιοκτησία τμημάτων των συνορευόμενων ιδιοκτησιών τους, για την επίλυση της οποίας αυτοί έχουν προσφύγει ενώπιον της πολιτικής αλλά και της πολιτικής δικαιοσύνης.

Οι ενταύθα ενάγοντες άσκησαν σε βάρος των προαναφερόμενων αντιδίκων τους την από 12-6-2008 και με αριθμό κατάθεσης 1504/ΠΤ/96/2008 αγωγή τους με την οποία ζητούσαν, επικαλούμενοι παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των τελευταίων εξαιτίας της οποίας αυτοί υπέστησαν θετική και αποθετική ζημία, να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτών (των αντιδίκων τους) να τους καταβάλουν, εις ολόκληρο η καθεμία, τα αναφερόμενα στην ως άνω αγωγή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία αυτή υπέστησαν.

Η ως άνω αγωγή συνεκδικάστηκε με την από 11-12-2009 και με αριθμό κατάθεσης ... ανταγωγή των ως άνω αντιδίκων τους και εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... με την οποία αφενός μεν αναστάλθηκε η εκδίκαση της ως άνω με αριθμό κατάθεσης ... αγωγής εωσότου εκδοθεί απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ...

επί της με αριθμό κατάθεσης ... αίτησης ακύρωσης, αφετέρου αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της με αριθμό κατάθεσης ... ανταγωγής προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη από τοπογράφο μηχανικό, ο οποίος θα γνωμοδοτούσε για τα επίδικα ζητήματα, για τα οποία απαιτούνταν ειδικές γνώσεις. Με την ίδια ως άνω μη οριστική απόφαση διορίστηκε πραγματογνώμονας η ενταύθα εναγομένη, η οποία είναι τοπογράφος μηχανικός, εντελλόμενη όπως προβεί σε σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, στο οποίο θα καταγράφεται η υφιστάμενη κατάσταση μεταξύ των ανωτέρω όμορων ιδιοκτησιών, θα απεικονίζονται και θα οριοθετούνται τα περιγραφόμενα στην αγωγή και στην ανταγωγή όμορα ακίνητα (σε περίπτωση δε τυχόν κατάληψης θα επισημαίνονται τα αντίστοιχα καταληφθέντα τμήματα, με ακριβή προσδιορισμό εμβαδού, ορίων και πλευρικών διαστάσεων) και όπως συντάξει αιτιολογημένη έκθεση, στην οποία θα αναφέρει τα συμπεράσματά της, καθώς και όλα τα στοιχεία που έλαβε υπόψη της για την εκπόνηση της πραγματογνωμοσύνης.

Η εναγομένη, αφού έδωσε τον όρκο του πραγματογνώμονα στις 16-9-2011 στο Πρωτοδικείο ..., με την παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι όρισαν τεχνικούς συμβούλους και δεν αντέλεξαν στο διορισμό της εν λόγω πραγματογνώμονα, όπως προκύπτει από το σχετικό προσκομισθέν αντίγραφο της έκθεσης όρκισης, εκπόνησε τη διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη και κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου ..., στις 16-11-2011, την από 9-11-2011 έκθεσή της μαζί με τα σχετικά έγγραφα, φωτογραφίες και τοπογραφικό διάγραμμα.

Η εν λόγω έκθεση αποτελείται από 11 σελίδες, στις οποίες αρχικά περιγράφεται το ιστορικό της υπόθεσης μεταξύ των διαδίκων, ακολούθως γίνεται παράθεση των σχετικών εγγράφων, σχεδίων και στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη, στα οποία περιλαμβάνονται τόσο οι πραγματογνωμοσύνες των πολιτικών μηχανικών Γ. Β., Σ. Π., Κ.

Α. και Σ. Ξ., όσο και τα τοπογραφικά διαγράμματα των ως άνω πραγματογνωμόνων, εκτίθενται οι απόψεις των εμπλεκομένων μερών και γίνεται παράθεση του τρόπου μεθοδολογίας και εργασίας της εναγομένης κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η οποία αναφέρει ότι "αφού μελετήθηκαν όλα τα προσκομισθέντα στοιχεία έγινε η τοπογραφική αποτύπωση, με τοπογραφικά όργανα τελευταίας τεχνολογίας (..., ...

διπλής συχνότητας) των επίδικων ακινήτων των οδών ... και ..., στα πρόσωπα των επίδικων και επιπλέον κάποιων ορίων των όμορων ιδιοκτησιών και κυρίως του δυτικού ακινήτου, της ιδιοκτησίας Π., ώστε να είναι δυνατή η συσχέτιση με το τοπογραφικό διάγραμμα διανομής του μηχανικού Γ. Τ., στο οποίο περιγράφονται πλήρως τα επίδικα ακίνητα και συνορεύει συμβόλαια αυτών, αλλά και των ομόρων τους, που προήλθαν από την ίδια διανομή μεγαλύτερης έκτασης", ότι "επιπλέον η αποτύπωση εντάχθηκε στο κρατικό σύστημα αναφοράς σε προβολή ..., στην οποία αναφέρονται και οι συντεταγμένες των αρχικών και τελικών ιδιοκτησιών, όπως προκύπτουν από την με αριθμό 8 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής, ώστε να μπορούν να συσχετιστούν με αυτήν, ότι "τέλος, μετρήθηκαν κάποιες εσωτερικές διαστάσεις της κατοικίας Π.

για να προσδιοριστεί η θέση του επίδικου μεσότοιχου o οποίος δεν υπάρχει σήμερα και ελήφθησαν φωτογραφίες". Στο τελευταίο κεφάλαιο της ως άνω έκθεσης, η εναγομένη καταλήγει σε αιτιολογημένα συμπεράσματα, με βάση τα εξετασθέντα από αυτή στοιχεία, φωτογραφίες, απόψεις των μερών και την ως άνω παρατεθείσα μεθοδολογία, εκθέτοντας ότι προκύπτει καταληφθέν τμήμα της ιδιοκτησίας Π.

από την οικοδομή Π., το οποίο περιγράφεται με τα στοιχεία Β-Γ-Ζ-Β με πλευρές Β-Γ 0.23 μ., Γ-Ζ 16,99 μ. και Ζ-Β 16/99 μ. και εμβαδόν 2,12 τ.μ., ενώ το σημείο Z προκύπτει ως η τομή της οικοδομής Π. σήμερα, με το όριο των ιδιοκτησιών, όπου είναι η ευθεία Ε- Β, στο δε όριο Ε-Z δεν υπάρχει κατάληψη και η δυτική πλευρά της οικοδομής συμπίπτει με το όριο αυτό.

Στη συνέχεια, ο πρώτος των εναγόντων με την από 4-6-2012 εξώδικη επιστολή- διαμαρτυρία του, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 6-6-2012, διαμαρτυρήθηκε για την εγκυρότητα και αντικειμενικότητα της ως άνω πραγματογνωμοσύνης που καταρτίστηκε από την εναγομένη, επικαλούμενος κυρίως την πραγματογνωμοσύνη του τεχνικού του συμβούλου, Θ.

Ν., και τα σχετικά με αυτή έγγραφα, ζητώντας από την εναγομένη να διορθώσει την εκπονηθείσα και κατατεθείσα από αυτή, ενώπιον του Δικαστηρίου, πραγματογνωμοσύνη, καίτοι η εν λόγω ενέργεια δεν προβλέπεται από το νόμο. Κατόπιν των ανωτέρω, εκδόθηκε 1] με αριθμό 14/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία αφού έλαβε υπόψη της την ήδη εκδοθείσα με αριθμό 93/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ..., η οποία είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη, την από 9-11-2011 και με αριθμό 17/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εναγομένης, τις λοιπές τεχνικές εκθέσεις που είχαν προσκομιστεί από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και την τεχνική έκθεση του Θ.

Ν., αλλά και την με αριθμό 19.235/21-10-2010 ένορκη βεβαίωση του τελευταίου, επίσης δε όλα τα λοιπά προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, απέρριψε την με αριθμό κατάθεσης 1504/ ΠΤ/ 96/2008 αγωγή των ενταύθα εναγόντων και δέχτηκε εν μέρει την με αριθμό κατάθεσης ... ανταγωγή των αντιδίκων των εναγόντων, αναγνώρισε δε ότι οι τελευταίες ήταν έως την 29η-3-1994 συγκυρίες κατά ποσοστό 60% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 40% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη εδαφικού τμήματος που βρίσκεται στην περιοχή "..." ...

του δήμου ... τριγωνικού σχήματος, εμβαδού 2,12 τμ. που αποτυπώνεται στο από Νοεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της εναγομένης, με στοιχεία Β-Γ-Ζ-Β και πλευρικές διαστάσεις Β-Γ 0,23 μ. (νότια πλευρά που συνορεύει με οδό ...), Γ-Ζ 16,99 μ. (δυτική πλευρά που συνορεύει με ιδιοκτησία αντεναγουσών) και Z-Β 16,99 μ. (ανατολική πλευρά που συνορεύει με ιδιοκτησία αντεναγομένων).

Ακολούθως, οι ενταύθα ενάγοντες άσκησαν την από 3-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 89/2015 έφεση ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, με την οποία παραπονούνταν για την ως άνω με αριθμό 14/2015 εκδοθείσα απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με τη με αριθμό ... απόφασή του δέχτηκε εν μέρει την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε την ως άνω ανταγωγή των αντιδίκων των ενταύθα εναγόντων, εξαφάνισε τη με αριθμό 14/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

και απέρριψε την ανταγωγή ελλείψει εννόμου συμφέροντος, επικύρωσε δε την προαναφερθείσα απόφαση ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή των εναγόντων. Σύμφωνα με το αιτιολογικό της ως άνω απόφασης του Εφετείου Κρήτης, η αγωγή ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς "κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν βαρύνονται με υπαιτιότητα οι εναγόμενες και δη με δόλο, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, κατά την προσφυγή τους ενώπιον της διοίκησης και των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων", αφού "συνάγεται ότι για την επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων με αφορμή κυρίως την υπ' αριθ. 8/1994 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής και την ήδη υφιστάμενη για πολλά έτη κατάσταση αναφορικά με τις ιδιοκτησίες των διαδίκων (για την οποία σημειωτέον πραγματοποιήθηκαν και από τις δύο πλευρές τεχνικές εκθέσεις από πολιτικούς μηχανικούς με αντίθετα πορίσματα αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης μεσότοιχου, με την έννοια ότι ο τοίχος αυτός καταλάμβανε εδαφικά τμήματα τόσο του ακινήτου των εναγόντων, όσο και του ακινήτου των εναγομένων, αλλά και η διαταχθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη της πραγματογνώμονος Ρ.

Γ., σύμφωνα με την οποία ο επίδικος τοίχος ήταν κτισμένος και σε εδαφική λωρίδα εμβαδού 2,12 τ.μ. του ακινήτου των εναγομένων), ήταν αναγκαία η προσφυγή στις διοικητικές αρχές, αλλά και ενώπιον της πολιτικής και διοικητικής δικαιοσύνης". Σημειωτέον ότι κατά της ανωτέρω με αριθμό ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης έχει ήδη ασκηθεί η από 10-7-2019 και με αριθμό κατάθεσης ...

αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 8ης Μαρτίου 2021 (σχετ. το προσκομιζόμενο από τους εκκαλούντες σχετικό δικόγραφο).Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά καθίσταται σαφές, ότι η εναγόμενη πραγματογνώμονας, με την προαναφερόμενη έκθεσή της, αποφάνθηκε αιτιολογημένα για τα τεθέντα σ' αυτή ζητήματα και κατέληξε στα συμπεράσματά της με βάση μεθοδολογία που είναι σύμφωνη με τα κριτήρια διεξαγωγής έρευνας στο πλαίσιο της επιστήμης της, αναλύει δε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της με σαφήνεια την ακολουθούμενη απ' αυτή μεθοδολογία, παραθέτοντας μάλιστα, και προσδιορίζοντας και τα χρησιμοποιηθέντα από αυτή στοιχεία.

Είναι σαφές δε ότι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης αυτού του είδους είναι επιστημονικές εργασίες, οι οποίες, ορισμένες φορές, μπορεί να είναι εσφαλμένες, εν όλω ή εν μέρει. Δεν είναι δυνατόν, όμως, να θεωρηθεί αξιόποινη πράξη μία επιστημονική εργασία (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εναγομένης), η οποία, χρησιμοποιώντας δόκιμη μεθοδολογία, καταλήγει σε συμπεράσματα βασιζόμενα σε παρατηρήσεις και σε συγκριτικές προσεγγίσεις.

Εξάλλου, τα πορίσματα στα οποία κατέληξε η ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη έχουν ήδη επικυρωθεί με την ως άνω με αριθμό τελεσίδικη ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία έλαβε υπόψη της το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων των διαδίκων και έκρινε τους ισχυρισμούς αυτών, επανάληψη των οποίων, από την πλευρά των εναγόντων γίνεται με την κρινόμενη αγωγή τους.

Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη πραγματογνώμονας γνωμάτευσε ψευδώς και αντίθετα στην επιστημονική αλήθεια, αλλά αυτή διατύπωσε κρίσεις που είναι σύμφωνες με την ενδόμυχη πεποίθησή της, με συνέπεια να μην μπορούν να στοιχειοθετηθούν οι αποδιδόμενες σ' αυτή, με την ως άνω αγωγή, αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, της απάτης και της πλαστογραφίας.

Εξάλλου, από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχτηκε ότι πληρούνται και οι προϋποθέσεις για την πλήρωση του πραγματικού της αδικοπραξίας, ελλειπούσης της προϋπόθεσης της ύπαρξης περιουσιακής ζημίας των εναγόντων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τις πράξεις της εναγομένης. Συγκεκριμένα, η περιουσιακή ζημία των εναγόντων/προερχόμενη από την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής τους δεν προήλθε από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εναγομένης, εφόσον αυτή, εκτιμήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ, ελεύθερα από το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ ελήφθησαν υπόψη και οι τεχνικές εκθέσεις του Θ.

Ν., αλλά και των λοιπών πραγματογνωμόνων που είχαν γνωμοδοτήσει αντίθετα από την εναγομένη και εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις οι οποίες απέρριψαν την αγωγή των εναγόντων. Σημειωτέον δε ότι η αγωγή των εναγόντων δεν αφορούσε την αναγνώριση της κυριότητάς τους στα επίδικα τμήματα των όμορων ιδιοκτησιών, αλλά αφορούσε στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εκεί αντιδίκων τους, οποία συνίστατο στην προσφυγή από αυτές ενώπιον της πολιτικής και διοικητικής δικαιοσύνης, προκειμένου να επιλυθούν οι μεταξύ τους διαφορές.

Τέλος, οι ενάγοντες δεν εξέφρασαν αντιρρήσεις για το διορισμό της εναγομένης, επικαλούμενοι μεροληψία αυτής και ζητώντας την εξαίρεσή της κατά την όρκισή της, όπως είχαν τη δικονομική δυνατότητα, δεδομένου ότι η εναγομένη διορίστηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους, από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που τηρούνταν στο εκδόσαν την μη οριστική απόφαση Δικαστήριο, ενώ περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη- πραγματογνώμονας είχε σχέση με τους αντιδίκους των εναγόντων, ώστε, εκ τούτου, να έχει ιδιαίτερους λόγους να καταλήξει σε συμπεράσματα ευνοϊκά προς τα συμφέροντα των τελευταίων.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του και με ανάλογη αιτιολογία, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί και με την εδώ αναφερόμενη, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την ως άνω αγωγή, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή ταυ νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ [η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ], αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως ''πράγματα'', των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου [ολΑΠ 22/2005, ΑΠ 1296/2022].

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση [ΑΠ 1296/2022, ΑΠ50/2020]. Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά από τους αναιρεσείοντες και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, δέχθηκε ότι η υπ' αριθ. 17/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αναιρεσίβλητης ήταν ορθή και αιτιολογημένη, χωρίς όμως να λάβει υπόψη τους δικούς τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τα προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα, με τα οποία αποδείκνυαν τις διαπραχθείσες με την πραγματογνωμοσύνη αυτή εννέα αδικοπραξίες, καθώς η ως άνω πραγματογνώμων:

α] απέκρυψε δόλια την ύπαρξη των αναφερομένων κτισμάτων, που θα καθιστούσαν αδύνατη την αμφισβήτηση του σταθερού σημείου αναφοράς για την οριοθέτηση των επίδικων ιδιοκτησιών, β] δεν έλαβε υπόψη την τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Θ. Ν., το με ημερομηνία 30-6-1966 κτηματολογικό διάγραμμα βελτίωσης χάραξης της υπ' αριθ. 14 επαρχιακής οδού της Νομαρχίας ..., τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα με ημερομηνία 30-6-1966, που συνοδεύει το ανωτέρω διάγραμμα, το υπ' αριθ. ...

έγγραφο του Νομαρχιακού Ταμείου ... και τα υπ' αριθ. ... έγγραφα του Νομαρχιακού Ταμείου ..., από τα οποία αποδεικνύεται το σταθερό και αμετάβλητο σημείο οριοθέτησης των επίδικων ιδιοκτησιών, γ] δεν έλαβε υπόψη τα κρατικά έγγραφα, τα οποία αναφέρονται στις προηγούμενες αδικοπραξίες και τα οποία η αναιρεσίβλητη βεβαίωσε ψευδώς ότι δεν υπάρχουν και ότι το μόνο σταθερό σημείο που είχε διατηρηθεί αυτούσιο έως σήμερα είναι το εναπομείναν κράσπεδο, το οποίο αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για τη μέτρηση και οριοθέτηση των επίδικων ιδιοκτησιών, δ] παραποίησε το τοπογραφικό διάγραμμα διανομής του μηχανικού Γ.

Τ., του έτους 1955, από το οποίο προέκυπτε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν γωνιακό και οριοθετείτο από τις οδούς ... ανατολικά και από την οδό ... νότια, σε πρόσωπο 16 μέτρων, ε] ανάφερε ψευδώς ότι δεν προέκυπτε από κάποιο στοιχείο ότι το κράσπεδο προϋπήρχε του 1955 και δεν αποτυπωνόταν στο τοπογραφικό διάγραμμά διανομής του 1955, παρότι το κράσπεδο αυτό κατασκευάστηκε πριν την οριοθέτηση της οδού ...

το 1955 και υπάρχει ακόμη μετά την επικάλυψή του με άσφαλτο, σχηματίζοντας ένα ''σαμαράκι'' ώστε να μπορούν να διέρχονται τα αυτοκίνητα, στ] βεβαίωσε ψευδώς ότι δεν υπάρχουν τα επίσημα τοπογραφικά διαγράμματα του Δήμου ..., αποκρύπτοντας ότι η πρόσοψη της ιδιοκτησίας ... επί της οδού ..., έχει υποστεί στο παρελθόν αλλεπάλληλες αυξομειώσεις και άρα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να την θεωρήσει σταθερό σημείο, όπως παρανόμως έπραξε, ζ] βεβαίωσε εν γνώσει της ψευδώς ότι ο παλαιός πετρότοιχος που οριοθετούσε τις ιδιοκτησίες Π.

και ..., υφίσταται σε όλο το μήκος του, ενώ ο πετρότοιχος αυτό δεν υφίσταται σε όλο το μήκος του και λείπουν μερικά μέτρα στο νότιο άκρο του, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί σταθερό σημείο του νοτιοδυτικού ορίου, η] αποτύπωσε ψευδώς εν γνώσει της στο τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο επισυνάπτεται στην πραγματογνωμοσύνη της ότι το σημείο επαφής του παλαιού πετρότοιχου στο δυτικό όριο της ιδιοκτησίας Π.

με την βορειοανατολική γωνία της νέας οικοδομής ..., εφάπτεται στον παλαιό μαντρότοιχο, ενώ η πραγματικότητα είναι ότι τον επικαλύπτει κατά οχτώ εκατοστά και ότι το υποτιθέμενο σταθερό σημείο Δ δεν είναι στο σημείο που εν γνώσεις της ψευδώς βεβαιώνει αλλά οχτώ εκατοστά ανατολικότερα και θ] παραποίησε κάθε αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αποδείκνυε ότι ο επίδικος τοίχος δεν είχε κατασκευαστεί ως μεσότοιχος, αλλά χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά και εν αγνοία τους από τον δικαιοπάροχο των αντιδίκων τους, αλλά και από τον εργολάβο της δικής τους οικοδομής, γεγονός που προκύπτει και από την από 7-8-2006 πραγματογνωμοσύνη του μηχανικού Γ.

Β.. Όπως, όμως, σαφώς προκύπτει από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη όλους τους ανωτέρω αναφερόμενους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που περιλαμβάνονταν στην ιστορική βάση της αγωγής τους, και τους αντέκρουσε αναλυτικώς, απορρίπτοντας αυτούς με ειδικές, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως κατ' ουσίαν αβασίμους, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που προεβλήθησαν από τους αναιρεσείοντες για την στοιχειοθέτησή τους, δεχόμενο, ειδικότερα, μεταξύ άλλων, α) ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη πραγματογνώμονας γνωμάτευσε ψευδώς και αντίθετα στην επιστημονική αλήθεια, αλλά αντίθετα διατύπωσε κρίσεις που είναι σύμφωνες με την ενδόμυχη πεποίθησή της, με συνέπεια να μην μπορούν να στοιχειοθετηθούν οι αποδιδόμενες σ' αυτή με την αγωγή αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, της απάτης στο δικαστήριο και της πλαστογραφίας, β) ότι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης είναι επιστημονικές εργασίες και ορισμένες φορές μπορεί να είναι εσφαλμένες εν όλω ή εν μέρει, η ένδικη όμως πραγματογνωμοσύνη δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί αξιόποινη πράξη ή γενικά να συνιστά αδικοπραξία, αφού είναι επιστημονική εργασία, η οποία χρησιμοποιώντας δόκιμη μεθοδολογία καταλήγει σε συμπεράσματα βασιζόμενα σε παρατηρήσεις και σε συγκριτικές προσεγγίσεις, γ) ότι η αναιρεσίβλητη αποφάνθηκε αιτιολογημένα για τα τεθέντα σ' αυτή ζητήματα και κατέληξε στα συμπεράσματά της με βάση μεθοδολογία που είναι σύμφωνη με τα κριτήρια διεξαγωγής έρευνας στο πλαίσιο της επιστήμης της, αναλύει δε με σαφήνεια την ακολουθούμενη από αυτή μεθοδολογία, παραθέτοντας μάλιστα και προσδιορίζοντας και τα χρησιμοποιηθέντα από αυτή στοιχεία, και δ) ότι τα πορίσματα στα οποία κατέληξε η αναιρεσίβλητη έχουν ήδη επικυρωθεί με την ως άνω με αριθμό τελεσίδικη ...

απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία έλαβε υπόψη της το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων των διαδίκων και έκρινε τους ισχυρισμούς αυτών, επανάληψη των οποίων, από την πλευρά των εναγόντων γίνεται με την κρινόμενη αγωγή τους. Επομένως, ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος και ως προς τις εννέα επί μέρους αιτιάσεις του.

Περαιτέρω, έτσι όπως διατυπώθηκε ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και ως προς τις εννέα επί, μέρους αιτιάσεις του, που προαναφέρθηκαν, δεν εκτιμάται ότι συνιστά την πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, διότι οι αιτιάσεις του, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ] Ειδικότερα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα της κρινόμενης υπόθεσης.

Συγκεκριμένα οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αναφέρονται στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους δέχεται ότι αποδείχθηκαν όσα αντίθετα πραγματικά περιστατικά περιλαμβάνονται στις παραδοχές του και δεν ισχύουν αυτά τα οποία οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως αποδειχθέντα και αληθή πραγματικά περιστατικά, με βάση μάλιστα μόνο τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές, οι οποίες δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ότι αποδεικνύονται από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, δεν μπορούν να ιδρύσουν την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, αφού δεν συνιστά ανεπάρκεια της αιτιολογίας, η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα που θεωρούν αληθή οι αναιρεσείοντες.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο αυτό [ΑΠ 7/2020] και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως [ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018].

Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνου του αριθμού 11 που ιδρύεται ''αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν''.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε κατ' έφεση επί απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., διότι δεν έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πλήττεται απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, στις δε ειρηνοδικειακές υποθέσεις, οι αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στους οποίους δεν προβλέπεται αντίστοιχος λόγος αναίρεσης με εκείνον εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, όπως προεκτέθηκε, η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι περιοριστική, με συνέπεια να μην μπορεί να προβληθεί, πλην των ανωτέρω, οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των προμνημονευόμενων αποφάσεων.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των παρόντων αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν [άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-10-2021 αίτησης αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα Α. Π..

Απορρίπτει την από 14-10-2021 αίτηση των Γ., Ε., Ι., Χ. και Χριστίνας Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος των παρόντων αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ