Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding substantive law violation and interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the first-instance judgment on procedural grounds. The appellant argued that the court violated substantive law and failed to apply interpretation rules regarding the true intent of declarations, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal did not concern a juridical act subject to interpretation rules and that the first-instance court's assessment of evidence was not reviewable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 568(2), 3, 4 of the Code of Civil Procedure; Article 173, 200 of the Civil Code: An appeal based on the violation of substantive law rules or interpretation rules is inadmissible if it concerns a judgment on the non-proven nature of claims rather than a juridical act requiring interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 60 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 60/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: F. K. του K., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Αποστολίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Πύλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ..02β/2-3-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Καλαμάτας Σ. Σ. προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (22-10-2018) και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική, ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων, και δικονομική, ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους.
Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1932/2017, ΑΠ 1385/2012). Όταν ζητείται αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (Ολ.ΑΠ 20/1992).
Δεν είναι απαραίτητο όμως να αναγράφεται στην αγωγή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα, ούτε να εξειδικεύονται τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών. Επίσης, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο αιτούμενος την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους πρέπει και αρκεί να προσδιορίζει αυτή με βάση ένα ή περισσότερα αριθμητικά μεγέθη (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός εμπορεύματος ή η αγοραία αμοιβή μιας υπηρεσίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσομένους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου, και, έτσι να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης και απόδειξης (ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/ 2016, ΑΠ 730/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, προς θεμελίωση της επικαλούμενης ζημίας που προκλήθηκε σε βάρος της από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου - αναιρεσείοντος, συνισταμένη στην παράνομη και υπαίτια κοπή μεγάλων βραχιόνων από 80 ελαιόδενδρα του περιγραφόμενου στην αγωγή ελαιοκτήματος, του οποίου αυτή κατά την άσκηση της αγωγής είχε την ψιλή κυριότητα και στη συνέχεια την πλήρη κυριότητα (μετά το θάνατο του επικαρπωτού πατέρα της Ι.
Α. που απεβίωσε πριν την άσκηση της έφεσης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση), και το οποίο καλλιεργούσε και εκμεταλλευόταν προβαίνοντας κατ' έτος στη συλλογή του ελαιοκάρπου, εκθέτει σε αυτό (δικόγραφο), ότι απώλεσε το καθοριζόμενο ποσό χρημάτων, το οποίο θα κέρδιζε από την παραγωγή ελαιοκάρπου για μια τριετία, εάν δεν είχε λάβει χώρα η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, εκθέτοντας την ποσότητα ελαιών που θα παρήγαγε κάθε δένδρο και την αντίστοιχη ποσότητα ελαιολάδου, καθώς και την τιμή μονάδας αυτού κατά την ως άνω τριετία, ζήτησε δε την καταβολή του χρηματικού ποσού, στο οποίο με την εκτέλεση των αριθμητικών πράξεων ανέρχεται η αποθετική ζημία της.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη ενάγουσα... εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής είχε την ψιλή κυριότητα δυνάμει του υπ' αριθμ. …80/17-3-1994 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Α.
Φ., ενός αγρού ξερικού με ελαιόδενδρα, εκτάσεως κατά τον ανωτέρω τίτλο 3,5 στρεμμάτων, στη θέση "…" …, του τότε Δήμου …, ο οποίος σύμφωνα με τη δήλωση εκμετάλλευσης προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ - Π.Δ …, του έτους 2009 περιείχε 139 ελαιόδενδρα. Με την καλλιέργεια του ανωτέρω αγρού.... ασχολούνταν πάντοτε η ίδια η εφεσίβλητη με την οικογένειά της, τον πατέρα και το σύζυγό της, ενώ τη συλλογή ελαιοκάρπου είχαν αναθέσει από το έτος 2008 στον Π.
Δ.. Το μήνα Δεκέμβριο του 2009 οι ανωτέρω ανέθεσαν στον πρώτο εναγόμενο, L. F. (μη διάδικο στην αναιρετική δίκη), ... το κλάδεμα πέντε ελαιοδένδρων μεγάλης ηλικίας και το κάψιμο των κλαδιών, ..., εργασία την οποία πραγματοποίησε.... Επιπλέον, τον Ιανουάριο του έτους 2010 οι ενάγοντες του πρότειναν να πάρει και τα χοντρά ξύλα που προήλθαν από το κλάδεμα, ωστόσο ο ίδιος δήλωσε πως δεν τα χρειαζόταν, θα ρωτούσε όμως σχετικά κάποιο συγγενή του, εννοώντας τον δεύτερο εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα)....
Στη συνέχεια όμως, χωρίς να υπάρχει η σχετική έγκριση από τους ενάγοντες και σε χρόνο μεταγενέστερο του κλαδέματος των 5 ελαιόδενδρων από τον πρώτο εναγόμενο, ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) προέβη στο κόψιμο των βραχιόνων από 80 δένδρα, ποικιλίας "μαυροελιές" και "βάτσικες", προκαλώντας τους έτσι ζημιά, καθώς ο τρόπος αυτός καρατόμησής τους κατέστησε τα δέντρα μη παραγωγικά.
Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος αρνήθηκε την ανωτέρω πράξη, αποδεχόμενος μόνο το κλάδεμα 7-8 ελαιοδένδρων από την ιδιοκτησία των εναγόντων, οι ισχυρισμοί του δεν κρίνονται πειστικοί, καθόσον αφενός αναφέρει ότι προέβη στο κλάδεμα αυτό με την έγκριση του πρώτου εναγόμενου, L. F., ωστόσο δεν αποδείχθηκε εμπλοκή του πρώτου στο ανωτέρω περιστατικό, ο οποίος ...
ουδέποτε είχε λάβει σχετική εντολή από αυτούς, πέραν της ανάθεσης του κλαδέματος των 5 μεγάλων ελαιοδένδρων, οι οποίες σημειωτέον συμπεριλαμβάνονταν σε αυτές που καρατομήθηκαν, αφετέρου δε, παρά τον ως άνω ισχυρισμό του περί ύπαρξης έγκρισης από τους ιδιοκτήτες, ο μάρτυρας ανταπόδειξης, Χ. Μ.... αντιφατικώς κατέθεσε πως ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος του μετέφερε πως μπέρδεψε το κτήμα των εναγόντων με το γειτονικό προς Βορρά ακίνητο...
και εξ αυτού του λόγου, δηλαδή από λάθος και όχι εκ προθέσεως, έκοψε αυτές τις 8 ελιές, ζητώντας μάλιστα στη συνέχεια συγγνώμη από τους ιδιοκτήτες. Εξάλλου,... αποδείχθηκε ότι από ελαιόδενδρα της ιδιοκτησίας Α. κόπηκαν βραχίονες και όχι απλώς κλαδιά, για τη μεταφορά των οποίων χρησιμοποιήθηκε τρακτέρ, καθώς από τον ίδιο ως άνω υπάλληλο, διαπιστώθηκαν ίχνη από ελαστικά στο έδαφος, επιπλέον δε, μία εβδομάδα πριν την καταγγελία της δεύτερης ενάγουσας, ο F.
K. μετέφερε μεγάλη ποσότητα ξυλείας και συγκεκριμένα 3 τόνους, στην επιχείρηση παρασκευής κάρβουνου του Ι. Κ., στη Γ. Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την ως άνω παράνομη πράξη του δεύτερου εναγόμενου, στην οποία προέβη εν αγνοία των ιδιοκτητών του αγροτικού ακινήτου, επήλθε μεγάλη μείωση στην παραγωγή ελαιοκάρπου από τα κομμένα ελαιόδενδρα και συνακόλουθη μείωση στην παραγωγή ελαιολάδου, για την αποκατάσταση της οποίας οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωση, καθόσον προκειμένου να ξαναβλαστήσουν οι κατεστραμμένοι βραχίονες, απαιτείται χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών.
Από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών - δελτία αποστολής και ποσοτικής παραλαβής ελαιοκάρπου από το ελαιοτριβείο Ρ. Π., παρελθοντικών ελαιοκομικών περιόδων, αποδεικνύεται ότι κατά την περίοδο 2005-2006 παρήχθησαν από το ανωτέρω ελαιόκτημα 1.159,96 κιλά ελαιολάδου, ενώ αντίθετα, κατά την περίοδο 2010-2011, όταν έλαβε χώρα η ανωτέρω παράνομη πράξη, η παραγωγή ανήλθε μόλις στην ποσότητα των 306,44 κιλών, διαφορά που δε βρίσκεται στα πλαίσια της εύλογης απόκλισης μεταξύ δυο ελαιοκομικών περιόδων.
Εξάλλου..... αποδείχθηκε ότι τα συγκεκριμένα δένδρα ήταν μεγάλα και παρήγαγαν ένα σακί ελαιόκαρπο έκαστο, το οποίο ανέρχεται κατά μέσο όρο 7 σε κιλά λάδι.
Συνεπώς, η απώλεια για κάθε έτος υπολογίζεται σε 560 κιλά ελαιόλαδο (80 σακιά Χ 7 κιλά) και πολλαπλασιαζόμενο αυτό επί μια τριετία, με μέση τιμή πώλησης του ελαιολάδου στο ποσό των 2 ευρώ ανά κιλό, οδηγεί στο ποσό των 3.360 ευρώ (560 Χ 3 Χ 2 = 3.360). Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε αν υπήρχε συμφωνία για τα επόμενα έτη και ποια, σχετικά με την καλλιέργεια του κτήματος και την ανάθεση των εργασιών σε ορισμένο πρόσωπο, με αμοιβή ποσοστό επί της παραγωγής, ώστε να αφαιρεθεί από το εισόδημα που θα αποκόμιζαν οι ενάγοντες από την πώληση του ελαιολάδου.
Ωστόσο, ακόμα και αν απασχολείται μόνη η δεύτερη ενάγουσα με το σύζυγό της με τη φροντίδα του εν λόγω ελαιοκτήματος, για το υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να αφαιρεθεί από το ανωτέρω ποσό αυτό που αντιστοιχεί στο έξοδα καλλιέργειας για κάθε ελαιοκομική περίοδο και ειδικότερα για λίπανση των ελαιοδένδρων, κλάδεμα και καύση των κλαδιών, φρεζάρισμα, αμοιβή ελαιοτριβείου κλπ, το οποίο σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ανέρχεται ετησίως περίπου σε ποσοστό 20% επί της παραγωγής και εν προκειμένω, συνολικά για τα τρία έτη, σε ποσό 672 ευρώ.
Άρα η εφεσίβλητη δικαιούται αποζημίωση ίση με το ποσό των 2.688 (3.360- 672) ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 2/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύλου, με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή για το ποσό των 3.760 ευρώ, στη συνέχεια δε, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει σε αυτή το ανωτέρω ποσό των 2.688 ευρώ, επιπλέον δε και ποσόν 200 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και συνοπτικά 2888 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως πιθανολογηθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μελλοντικής αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, καθόσον, ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην αγωγή και την προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά, οι ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα, βάσει των οποίων καθίσταται πιθανό το προσδοκώμενο διαφυγόν κέρδος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επομένως ο τρίτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Εξάλλου, η κρίση του εφετείου ως προς τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της αποθετικής ζημίας της αναιρεσίβλητης, δεν είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεκτική αναιρετικού ελέγχου και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, πλήττεται η εφετειακή απόφαση για έλλειψη, άλλως, ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την άνω βάση υπολογισμού και συνακόλουθα ως προς το ύψος της αποθετικής ζημίας της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 516/2017, ΑΠ 1385/2012, ΑΠ 726/2008).
Με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης λόγω αοριστίας, αφού για τον προσδιορισμό του ύψους των διαφυγόντων κερδών δεν αναφερόταν στο δικόγραφο αυτής λεπτομερώς αν χρειάζονται ειδική λίπανση τα ελαιόδεντρα, το είδος του λιπάσματος, η ποσότητα και η τιμή μονάδος τούτου, ποια η διαφορά μεταξύ της λίπανσης που θα γινόταν στα παλαιά δένδρα και εκείνη που θα χρειαστεί για τα νέα ελαιόδεντρα, πόσα είναι τα έξοδα καλλιέργειας και ελαιοσυλλογής, αν τα ελαιόδεντρα κάνουν την ίδια παραγωγή κάθε χρόνο και πόσα κιλά λάδι παρήχθησαν από τα 139 ελαιόδεντρα που υπάρχουν στο εν λόγω ακίνητο σύμφωνα με την δήλωση εκμετάλλευσης προς τον ΟΠΟΚΕΠΕ Π.Δ ….
του έτους 2009. Ωστόσο, οι ανωτέρω αιτιάσεις αφορούν ποσοτική, και όχι νομική, αοριστία της αγωγής, η οποία συναρτάται με την ίδρυση της κατ' αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλην, όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ τέτοιος λόγος κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. (Ολ.
Α.Π. 26/04, ΑΠ 934/14, ΑΠ 604/11). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004 ΑΠ 386/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, ενώ η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία οι ισχυρισμοί του περί μη διάπραξης της αποδιδόμενης με την αγωγή υπαίτιας συμπεριφοράς, ήτοι της κοπής βραχιόνων από 80 ελαιόδεντρα ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, δεν κρίνονται πειστικοί, καταδεικνύει τη διαπίστωση από το Δικαστήριο κάποιας, έστω και μερικής αμφιβολίας ως προς αληθές των ισχυρισμών του, παρ' όλα αυτά παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς καvόvες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού η αιτίαση δεν αφορά δικαιοπρακτική δήλωση, αλλά υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ανωτέρω ερμηνευτικών διατάξεων πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τη μη απόδειξη των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών του εναγομένου - αναιρεσείοντος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενώ λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, δεν υποβλήθηκε αυτή σε έξοδα και γι' αυτό δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη εις βάρος του ηττώμενου αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2017 αίτηση του F. K. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στη Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ