Legislator Case Law & Legislation
7/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, rejecting claim of bad faith regarding land possession.

Case Number 7/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by A.Χ. and E.Χ. against the First Instance Court's ruling in an inheritance dispute over a property in Trikala. The appellants argued that the defendants acted in bad faith by occupying the land for over 20 years, yet the court found their possession lawful and continuous. Consequently, the court rejected the claim of bad faith and dismissed the appeal in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1051 and 980 of the Civil Code; The court held that possession acquired in good faith and maintained without interruption constitutes a valid legal basis for inheritance rights, rendering claims of bad faith unfounded when the possessor has not been expelled.

Keywords

AI generated
inheritance dispute possession in good faith bad faith claim succession law land ownership appeal dismissal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items c and d of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Section 2 of Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 1051 of the Civil Code
Article 980 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 7 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 7/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Α. Χ. του Φ.,2.Ε.Χ. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι παραστάθηκαν ο 1ος δια και η 2η μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ουρανίας Αργύρη .

Των αναιρεσίβλητων: 1.Π.συζύγου Κ.Π., το γένος Η.Ζ., κατοίκου …, 2. Κ. συζύγου Ζ. Φ., το γένος Η. Ζ., κατοίκου …, 3.Β.Ζ. του Η., κατοίκου …, 4.Κ.Η. Β., κατοίκου …, 5.Η.Ε.Α., κατοίκου …, 6.Δ. Ε.Α., κατοίκου …,7.Ε.Α., κατοίκου …. Ο 4ος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Πανάνου, οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 54/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του παρόντος αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ" άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της ανωτέρω κλήτευσης, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο(ΑΠ807/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠοΛΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς αυτές (διατάξεις) των άρθρων 1846 και 1847ΑΚπροκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, πλην άλλων, και στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, του λόγου της διακοπής, η οποία πρέπει να γίνει είτε με επίδοση δικογράφου είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου, και, επομένως ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που πέθανε δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του ούτε η τυχόν τέτοια δήλωση του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 101 ΚΠοΛΔ, σε περίπτωση θανάτου εκείνου που έδωσε την πληρεξουσιότητα, αυτή παύει μόνον αφότου επέλθει διακοπή της δίκης. Από αυτά παρέπεται ότι από το θάνατο του διαδίκου(ο οποίος αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης), μέχρι τη γνωστοποίησή του οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν στο όνομα του θανόντος δεν πάσχουν από ακυρότητα (ΑΠ 1413/2003) .

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη … έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Τρικάλων, Γ.Τ., αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 23-1-2019 επιδόθηκε στον αντίκλητο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Νικόλαο Πανανό κατ' αρθρο 143 ΚΠοΛΔ (είχε παραστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και δεν προκύπτει γνωστοποίηση αντικατάστασής του).Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο την άνω ημερομηνία οι αναιρεσίβλητοι παρέστησαν δια του δικηγόρου Γεωργίου Γεωργακά, συνεργάτη του δικηγόρου Ν Πανανού, και δηλώθηκε, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο ο θάνατος της δεύτερης αναιρεσίβλητης Κ.Φ., στη συνέχεια δε, υπήρξε αίτημα αναβολής της συζήτησης εκ μέρους του παραστάντος δικηγόρου ,λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου Ν Πανανού ως προκύπτει από τα πρακτικά της άνω δικασίμου.

Το αίτημα αναβολής έγινε δεκτό από το δικαστήριο και η υπόθεση αναβλήθηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οπότε κατά την εκφώνηση και συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους εμφανίσθηκε μόνο ο τέταρτος Κ.Β., οι δε λοιποί ούτε εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση.

Επειδή δε, η δήλωση θανάτου της δεύτερης αναιρεσίβλητης έγινε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου από δικηγόρο που δεν είχε πληρεξουσιότητα, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, δηλαδή πρόκειται για μη προσήκουσα γνωστοποίηση του θανάτου της δεύτερης αναιρεσίβλητης και έτσι δεν προκλήθηκε διακοπή της δίκης με αποτέλεσμα οι δικαστικές πράξεις που αναφέρονται σ' αυτήν να μην είναι άκυρες, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

Κατόπιν τούτου το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (πλην του τετάρτου, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του), η κλήτευση των οποίων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 18-9-2019 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς- ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5)αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης .

Οι, κατά την ανωτέρω διάταξη, έξι λόγοι αναιρέσεως αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5 7, 8 και 19 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ, προς τους οποίους, όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως. Η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναιρέσεως, είναι, όπως συνάγεται και από τη, στην άνω διάταξη, λέξη "μόνο", περιοριστική και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των προμνημονευμένων αποφάσεων (Ολ.

ΑΠ 45/1987,ΑΠ575/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 11γ ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη του την… ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμ/φου Φαρκαδόνος Χ.

Χ.-Π. των μαρτύρων Ε. Χ., Δ. Α. και Δ. Χ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δικάσαντος ως Εφετείο κατά απόφασης Ειρηνοδικείου και δεν προβλέπεται ο λόγος αυτός αναίρεσης στο άρθρο 560ΚΠοΛΔ.

Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που είναι ταυτόσημος με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή, να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ.6 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Επιπρόσθετα, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η από την παράλειψη αυτή αοριστία του λόγου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτή ως απαραδέκτου (αρθρ.577 παρ. 1 και 2ΚΠολΔ), δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου, να συμπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, 27/1998, ΑΠ24/2019).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 319/2017).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη(ΑΠ1909/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560ΚΠολΔ κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών και επί λέξει, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, ότι <Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκειμένου να απορρίψει την ένσταση μου, ότι συνεπεία του, ότι πρώτος εξ ημών, ασκούσα πράξεις νομής διανοία κυρίου επί διάστημα μεγαλύτερο της 35ετίας επί του επιδίκου ακινήτου, κατέστην κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, δέχθηκε ότι τάχα νέμονταν οι αντίδικοι το επίδικο_ακίνητο.

Έτσι απέρριψε την ένσταση μας, ότι ο πρώτος εξ ημών κατέστην κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω για να απορρίψει την ένσταση μας περί της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής των αντιδίκων, δέχθηκε ότι "...μεταξύ των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους έγιναν άτυπες πράξεις μεταβίβασης Εμπραγμάτων δικαιωμάτων για το επίδικο, χωρίς να έχουν αυτό στη κατοχή τους, ενώ αποδείχθηκε ότι το επίδικο το είχα στη κατοχή μου από το έτος 1974 μέχρι τη μεταβίβασή του που έγινε το 2006 ...".

Ήτοι η εκκαλουμένη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Από τη μία δέχεται ότι τάχα ο πρώτος εξ ημών ουδέποτε νεμόμουν το επίδικο αυτό ολόκληρο στο όνομα μου και από την άλλη ότι τάχα το είχα μισθωμένο, αλλά ουδέποτε κατεβλήθη μίσθωμα,. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει μίσθωση μεταξύ του πρώτου από εμάς τους αιτούντες και των αντιδίκων χωρίς μίσθωμα και ο πρώτος από εμάς να νέμεται ολόκληρο το ακίνητο στο όνομα μου, να ανεγείρω αποθήκες, να φυτεύω δένδρα εις αυτό και διάφορα παραπήγματα και να μην επιτρέπω εις αυτούς και σε κάθε τρίτο, την είσοδο στο επίδικο και να δέχεται η εκκαλουμένη απόφαση ότι τάχα δεν έκανα διακατοχικές πράξεις με πρόθεση να το νέμομαι καθ' ολοκληρίαν για τον εαυτό μου>.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρει τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου με την επικαλούμενη αντιφατική αιτιολογία ούτε παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίασης και δεν καθορίζεται η νομική πλημμέλεια της απόφασης, αφετέρου δε, διότι υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναίρεσης πλήττεται αποκλειστικό η εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 εδ βΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως <πράγματα> κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π.25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν η στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε(ΑΠ74/2019).

Με το τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση κατ 'ορθή εκτίμηση του λόγου αυτού για την πλημμέλεια του άρθρου 560αρ 5βΚΠολΔ σχετικά με την προβληθείσα από αυτούς ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται τα εξής: < η προσβαλλόμενη απόφαση έδει να δεχθεί ότι οι αντίδικοι επί μακρόν, ήτοι για διάστημα μεγαλύτερο κατά πολύ της 30ετίας, όχι μόνο δεν αντέδρασαν στην ανέγερση κτισμάτων υπό του, πρώτου εξ ημών επί του επιδίκου … οικοπέδου, που κατείχα, αλλά χωρίς ουδέποτε να διαμαρτυρηθούν, στη συνέχεια με τη στάση τους και την εν γένει συμπεριφορά τους, αναγνώριζαν τον πρώτο από εμάς κύριο του επιδίκου ακινήτου.

Μας Δημιουργήθηκε δε η ακλόνητος πεποίθηση ότι καλώς ενεργούσαμε και ότι ουδέποτε οι αντίδικοι θα ασκήσουν το φερόμενο ως δικαίωμα τους. Με την πεποίθηση αυτή διαθέσαμε αρκετές οικονομίες προκειμένου να ανεγείρουμε μικρά κτίσματα , παραπήγματα, περίφραξη , επιχωμάτωση και ισοπέδωση ώστε να γίνει αξιοποιήσιμο το οικόπεδο.

Η μετά την μεταβίβαση του υπό του δικαιοπαρόχου μου σε μένα, άσκηση της αγωγής, υπό των αντιδίκων, ύστερα από όλα τα περιστατικό, το δικαίωμα αυτό των αντιδίκων ασκείται καταχρηστικά και έδει η προσβαλλόμενη απόφαση, να δεχθεί την έφεση μας και για το λόγο αυτό.>. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού το δικαστήριο της ουσίας τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης διαλαβόν τις εξής παραδοχές :<...

Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω, οι ενάγοντες, που, όπως προαναφέρθηκε, μετά το θάνατο του πατρός των πρώτης έως και τετάρτου, παππού των πέμπτου και έκτης και πεθερού του εβδόμου από αυτούς, έως και το έτος 2006, βρίσκονταν στη νομή επιδίκου, οι τρεις τελευταίοι μετά το θάνατο της μητρός των δύο από αυτούς και συζύγου του τρίτου, αδελφής των λοιπών εναγόντων, κατέστησαν συγκύριοι αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού στο πρόσωπο τους συμπληρώθηκε η 20ετής νομή, συνυπολογιζομένων των ετών των δικαιοπαρόχων τους στη νομή του επιδίκου, άρθρο 1051 Α.Κ., που απαιτεί ο νόμος γι' αυτήν, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης ως ουσιαστικά αβάσιμης.

Τη νομή τους δε αυτή ασκούσαν, οι περισσότεροι από αυτούς, για το λόγο ότι κατοικούν μακριά από την …, διά τρίτων (980 Α.Κ.), όπως διά του Κ.Β., συγκυρίου και συννομέως του επιδίκου, ή διά του Η.Α., γείτονά τους, πάντως ουδέποτε αποξενώθηκαν από αυτήν δημιουργώντας στους εναγομένους την εντύπωση ότι την εγκαταλείπουν σ' αυτούς και αυτό οι εναγόμενοι σαφώς το γνώριζαν, δεδομένου ότι επιθυμούσαν να αγοράσουν το επίδικο και το επεδίωξαν στο παρελθόν, χωρίς αποτέλεσμα (βλ.

την από … ένορκη κατάθεση του Γ.Θ.του Ε., ενώπιον του συμβολαιογράφου Φαρκαδόνας Τρικάλων, Δ.Κ.), απορριπτομένης της σχετικής ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμης...>. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 παρ.3 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος τέταρτου αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας τους (αρθ 176,183, 191§2, ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2017 αίτηση αναίρεσης των Α.Χ. και Ε.Χ. κατά της 54/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που δίκασε το Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τέταρτου αναιρεσιβλήτου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ