Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling retrial under Art. 307 CPC does not require new submissions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a final judgment awarding damages to three individuals. The appellant argued the lower court exceeded its discretion regarding the compensation amount, but the court found the retrial ordered under Article 307 of the Civil Procedure Code was merely a continuation of the original proceedings. Consequently, the court held that parties who had participated in the initial hearing were not required to submit new arguments during the retrial, rendering the appeal substantively baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 307 ΚΠολΔ; A retrial ordered under Article 307 of the Civil Procedure Code constitutes a continuation of the original proceedings rather than a new one, meaning parties who appeared in the initial hearing are not required to submit new proposals during the retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1946 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1946/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙNTERLIFE ΑΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. - Α. του Γ., 2) Μ. Π. του Α., κατοίκων ... και 3) Θ. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1680/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3179/2020 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2021 αίτησή της.
Με την υπ' αριθμό 302/2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν, για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο δε διάδικος, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1819/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, νομίμως φέρεται εκ νέου προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4.4.2025), η από 16.3.2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α." κατά των Α. Π. - Α., Μ. Π. και Θ. Π., κατόπιν της από 15.11.2024 με αριθμό 302/2024 πράξης της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος για επανασυζήτηση της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, μετά τη συζήτηση αυτής κατά την αρχική δικάσιμο της 2.12.2022, που είχε ορισθεί με την με αριθμό 1108/2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος διαπιστώθηκε, μετά και την παρέλευση ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από αυτήν (συζήτηση), αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Χριστίνας - Ζαφειρίας Γαβριηλίδου. Κατά την αρχική δικάσιμο της 2.12.2022 η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Γεώργιο Μανουσάκη και οι αναιρεσίβλητοι από τον δικηγόρο τους Ιωάννη Σκορίνη (με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ακριβή αντίγραφα της υπ'αριθμόν 305/2024 πράξης (για επανασυζήτηση) επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας όσο και στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων με επιμέλεια της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τα από 5.12.2024 και 23.1.2025 αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών του Αρείου Πάγου, Κ.
Τ. και Δ. Β., αντίστοιχα. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα και οι αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, να θεωρηθούν ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενοι, αφού η παρούσα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία είχαν παραστεί.
H υπό κρίση από 16.3.2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3179/2020 τελεσίδικης απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 14.12.2020 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 5.4.2021, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την ως άνω επίδοση, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν.4790/2021, (όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021), τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (από 7.11.2020 έως 5.4.2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid 19, δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα, είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.
Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019).
Κατά τις διατάξεις: i) του άρθρου 12 παρ. 1 του νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...", ii) του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του ιδίου νόμου: "1. O oδηγός oδικoύ oχήματoς επιβάλλεται να έχει τoν πλήρη έλεγχo τoυ oχήματός τoυ ώστε να μπoρεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τoυς απαιτoύμενoυς χειρισμoύς.
2. O oδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα τoυ oχήματός τoυ λαμβάνων συνεχώς υπόψη τoυ τις επικρατoύσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση τoυ εδάφoυς, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της oδoύ, την κατάσταση και τo φoρτίo τoυ oχήματός τoυ, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλoφoρίας, κατά τρόπoν ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πoρεία τoυ oχήματός τoυ μπρoστά από oπoιoδήπoτε εμπόδιo πoυ μπoρεί να πρoβλεφθεί και τo oπoίo βρίσκεται στo oρατό από αυτόν μπρoστινό τμήμα της oδoύ.
Yπoχρεoύται επίσης να μειώνει την ταχύτητα τoυ oχήματός τoυ και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πoρεία τoυ, όταν oι περιστάσεις τo επιβάλλoυν..", iii) του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. α' και δ' του ιδίου νόμου: "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) Αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν......
δ) Σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν" και iv) του άρθρου 39 παρ. 1 και 2: "1. Όλοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς.
Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 3 περίπτωση στ' και 19 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα, όπου σε οδοστρώματα υπάρχουν διαβάσεις πεζών, οι οποίες έχουν σημανθεί με πινακίδες ή διαγραμμίσεις και η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινή σηματοδότηση ή τροχονόμους, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται:
α) Να σταματούν πριν από τη διάβαση, όταν απαγορεύεται σε αυτούς με σήμα να προχωρήσουν ή ...Όταν επιτραπεί να προχωρήσουν, να μη διακόπτουν ή παρεμποδίζουν τη διέλευση των πεζών..., οι οποίοι έχουν ήδη εισέλθει και προχωρούν στη διάβαση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του παρόντος Κώδικα. β) .... 2. Αν σε σημασμένη διάβαση πεζών η κυκλοφορία των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινή σηματοδότηση ή με τροχονόμο, οι οδηγοί υποχρεούνται να πλησιάζουν στη διάβαση με ταχύτητα τόσο μικρή ώστε να μην εκθέτουν σε κίνδυνο τους πεζούς που τη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σε αυτήν και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτουν την πορεία του οχήματός τους για να επιτρέπουν τη διέλευση των πεζών.
Σε σημασμένους με ειδική σήμανση πεζοδρόμους, τα οχήματα τα οποία επιτρέπεται να εισέλθουν σε αυτούς οφείλουν να κινούνται με ταχύτητα βαδίσματος και να παραχωρούν προτεραιότητα στους πεζούς. Στους οδηγούς των οδικών οχημάτων επιβάλλεται να παραχωρούν προτεραιότητα στις διαβάσεις πεζών ή ποδηλατιστών, όταν σε αυτές κινούνται πεζοί ή ποδηλατιστές αντίστοιχα".
Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν, πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).
Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 638/2017). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019).
Δεν έχει, επομένως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ΑΠ 1335/23, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3179/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 24-4-2017 και ώρα 21:10 ο Σ.
Β. (πρώτος εναγόμενος της αγωγής, ως προς τον οποίο δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφό της) οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία κατά τον άνω χρόνο ήταν ασφαλισμένη για τις ζημιές προς τρίτους από την κυκλοφορία της στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, στο κέντρο των Αθηνών, επί της οδού Πατησίων, με κατεύθυνση από το Πολυτεχνείο προς την οδό Πανεπιστημίου.
Η οδός Πατησίων, στο σημείο που ενδιαφέρει την κρινόμενη υπόθεση, είναι διπλής κατεύθυνσης και έχει τέσσερεις λωρίδες κυκλοφορίας. Οι τρεις εξ αυτών έχουν κατεύθυνση προς την οδό Πανεπιστημίου και η μία (1) έχει αντίθετη κατεύθυνση προς Πατήσια. Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 12 μέτρα και το πλάτος του οδοστρώματος στη λωρίδα κυκλοφορίας προς Πατήσια είναι 3,20 μέτρα, που σημαίνει ότι έκαστη των τριών λοιπών λωρίδων κυκλοφορίας έχει πλάτος περί τα τρία μέτρα.
Πλησίον του σημείου του οδοστρώματος, που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, υπάρχουν διαγραμμίσεις διαβάσεων πεζών και δη μία διάβαση πεζών υπάρχει στη διασταύρωση της οδού Πατησίων με την οδό Σατωβριάνδου, που είναι πεζόδρομος και έτερη διάβαση υπάρχει στη διασταύρωση της οδού Πατησίων με την οδό Γλάδστωνος, η οποία, επίσης, είναι πεζόδρομος.
Επιπλέον, εκατέρωθεν της οδού Πατησίων υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 2,40 μέτρων δεξιά και πλάτους 3,80 μέτρων αριστερά σε σχέση προς την κατεύθυνση της οδού προς την οδό Πανεπιστημίου. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την από 24-4-2017 έκθεση αυτοψίας της Διεύθυνσης Τροχαίας Αθηνών και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα.
Κατά τον επίδικο χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν νύκτα αλλά ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, η κατάσταση του ασφάλτινου οδοστρώματος ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, το ανώτατο όριο ταχύτητας επί της οδού είναι τα 50 χιλιόμετρα την ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής, ενώ στην παραπάνω θέση δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων.
Ο προαναφερόμενος δε οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς την οδό Πανεπιστημίου, έχοντας προηγουμένως αποβιβάσει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Πατησίων και μετά τη συμβολή της με την οδό Βερανζέρου τον έτερο αναβάτη της δίκυκλης μοτοσικλέτας του και φίλο του Α.
Κ. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Α. Π., ηλικίας 80 ετών, ευρίσκετο πεζός στο δεξιό πεζοδρόμιο σε σχέση με την πορεία των οχημάτων τα οποία κινούνταν επί της οδού Πατησίων με κατεύθυνση από Πατήσια προς την οδό Πανεπιστημίου, με πρόθεση να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, σε σημείο, όπου υπάρχει καθορισμένη για τους πεζούς διάβαση και δη αυτή που προαναφέρθηκε στη διασταύρωση της οδού Πατησίων με την οδό Γλάδστωνος.
Ο προαναφερθείς πεζός κατήλθε στο οδόστρωμα, από δεξιά προς αριστερά ως προς κατεύθυνση της δίκυκλης μοτοσικλέτας και βαδίζοντας επί της διάβασης πεζών και ελέγχοντας την κίνηση των οχημάτων στην πρώτη και δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας διήλθε αυτές με ασφάλεια, καθότι τα αυτοκίνητα, που κινούνταν επ' αυτών μείωσαν την ταχύτητά τους προ της διάβασης πεζών.
Όταν, όμως, αυτός έφθασε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας δεν ήλεγξε προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων επί της λωρίδας αυτής, ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν θα εμποδίσει την κίνηση των οχημάτων που έβαιναν σ' αυτή αλλά αντίθετα η προσοχή του επικεντρώθηκε στον έλεγχο της τέταρτης λωρίδας, με αντίθετη πορεία, ήτοι προς Πατήσια, λόγω της κίνησης επ' αυτής οχημάτων τρόλλεϋ - λεωφορείων, με συνέπεια να μην αντιληφθεί την δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία διερχόταν εκείνη τη χρονική στιγμή από το εν λόγω σημείο και η τελευταία να επιπέσει επ' αυτού, καθότι ο πεζός παρεμβλήθηκε στην πορεία της, με συνέπεια το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της να προσκρούσει επί του σώματος του πεζού, ο οδηγός της μοτοσικλέτας να απωλέσει τον έλεγχό της και να επιπέσει μαζί με το όχημά του στο οδόστρωμα και επίσης να επιπέσει επί του οδοστρώματος και ο πεζός, ο οποίος τραυματίσθηκε σοβαρά, εκ του οποίου τραυματισμού την 29-4-2017 επήλθε ο θάνατός του λόγω κακώσεων κεφαλής, θώρακος και λεκάνης.
Κατά το χρόνο άφιξης των επιληφθέντων του ατυχήματος αστυνομικών οργάνων η μοτοσυκλέτα είχε ήδη μετακινηθεί από την τελική της θέση. Οι προαναφερόμενες συνθήκες του ατυχήματος, οι πορείες οχήματος και πεζού, το σημείο επί του οδοστρώματος, στο οποίο συνέβη το ατύχημα, η επιφάνεια πρόσκρουσης της μοτοσυκλέτας επί του σώματος του πεζού αποδεικνύονται κυρίως από την προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα.
Από την άνω έκθεση αυτοψίας αποδεικνύεται επίσης ότι στον τόπο του ατυχήματος, τον οποίο προσδιορίζει επακριβώς στον αριθμό 6 της οδού Πατησίων, δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης, ίχνη ολίσθησης ή άλλα ευρήματα, παρά μία κηλίδα αίματος, όπως αυτή εμφαίνεται στο συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα. Στο σχεδιάγραμμα δε αυτό η κηλίδα αίματος εντοπίζεται πλησίον της διαγράμμισης που διαχωρίζει τις τρεις προαναφερόμενες λωρίδες από την τέταρτη με την αντίθετη κατεύθυνση, εντός της αριστερής λωρίδας εκ των τριών και στο άκρο της διάβασης πεζών, όπου εκινείτο ο θανών, γεγονός που σημαίνει ότι η πτώση της μοτοσικλέτας επί του πεζού έλαβε χώρα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κινείτο η μοτοσικλέτα και επί της διάβασης πεζών, όπου κινείτο ο πεζός.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το ατύχημα δεν έλαβε χώρα στο παραπάνω σημείο, διότι ο πεζός δεν κινείτο επί της διάβασης πεζών αλλά εκτός αυτής και στο οδόστρωμα δεξιά της διάβασης, ως προς την πορεία του πεζού και στηρίζει τον ισχυρισμό αυτό στην αναφορά ότι το ατύχημα έγινε στον οικοδομικό αριθμό 6 της οδού Πατησίων, ο οποίος εντοπίζεται μετά τη διάβαση των πεζών καθώς και σε προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες ελήφθησαν από τον συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας, ο οποίος κατέφθασε στον τόπο του ατυχήματος μετά απ' αυτό.
Όμως, ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος, διότι η κηλίδα αίματος εντοπίζεται στο σημείο, που ήδη αναφέρθηκε και όχι στο σημείο που επικαλείται η εναγομένη και επιχειρεί να θεμελιώσει με την προσκόμιση των άνω ασπρόμαυρων δυσδιάκριτων φωτογραφιών. Η αναφορά δε του οικοδομικού αριθμού 6 έγινε από τα επιληφθέντα αστυνομικά όργανα, διότι το οικοδομικό τετράγωνο με τον αριθμό 6 είναι αυτό που βρίσκεται πλησίον του τόπου του ατυχήματος.
Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και σε καμία περίπτωση δε ότι αυτός οδηγούσε καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ./ώρα και τούτο, διότι ο θανών επέπεσε επί του οδοστρώματος και δεν εκτινάχθηκε μακριά απ' αυτό, αφού η κηλίδα αίματος εντοπίζεται επί της διάβασης πεζών.
Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι αυτός αν και προσέγγιζε σε διάβαση πεζών δεν ρύθμισε την κανονική του ταχύτητα, δηλαδή δεν ελαχιστοποίησε αυτή, ώστε να μην εκθέσει σε κίνδυνο τους πεζούς που χρησιμοποιούσαν τη διάβαση, με συνέπεια όταν αντιλήφθηκε τον πεζό Α. Π. να μην δύναται να εκτελέσει οποιονδήποτε ελιγμό ή τροχοπέδηση προς αποφυγή της σύγκρουσης.
Η κατάθεση δε του άνω συνεπιβάτη της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που περιλαμβάνεται στην από 6-10-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, ότι όταν αυτός έφθασε στον τόπο του ατυχήματος, αμέσως μετά τη σύγκρουση, ο πεζός βρισκόταν πεσμένος περίπου δέκα μέτρα μπροστά από τη διάβαση πεζών δεν ευσταθεί, διότι σ' αυτή την περίπτωση η κηλίδα αίματος δεν θα εντοπιζόταν στο προπεριγραφόμενο σημείο.
Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο πεζός διήλθε από το κενό των κιγκλιδωμάτων, που υφίστανται στο άκρο του πεζοδρομίου και το οποίο (κενό) βρίσκεται μετά τη διάβαση πεζών και διάσχισε από το εν λόγω σημείο το οδόστρωμα, διότι και σ' αυτή την περίπτωση η κηλίδα αίματος θα εντοπιζόταν σε διαφορετικό σημείο, απ' αυτό στο οποίο αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα.
Απορριπτέος, τέλος, ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο θανών αποδέχθηκε την υπαιτιότητα του ως προς τον τραυματισμό του, καθότι ο τρίτος ενάγων - υιός του στην από 23-5-2017 έκθεση ένορκης μαρτυρικής εξέτασής του ανέφερε ότι ο προαναφερόμενος πατέρας του όσο νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την ποινική δίωξη του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και τούτο διότι η βούληση αυτού περί μη υποβολής σχετικής έγκλησης σε βάρος του άνω οδηγού δεν σημαίνει και ότι αυτός ομολογεί την υπαιτιότητά του.
Να σημειωθεί, ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του, καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 376/2019 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Αθηνών με ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που τέλεσε σε βάρος του Α.
Π. Υπ' αυτά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και προκύπτουν από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του Α. Π. οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια (συνυπαιτιότητα) του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του άνω θανόντος, οι οποίοι δεν πρόβλεψαν το ατύχημα, διότι αμφότεροι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, μπορούσαν, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων τους και όφειλαν κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός και πεζός, την οποία αν επεδείκνυαν θα μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.
β του ΑΚ). Η αμέλεια του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας συνίσταται στο ότι αυτός, σύμφωνα και με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος του και παρά το γεγονός ότι προσέγγιζε σε σημασμένη διάβαση πεζών, όπου η κυκλοφορία των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινή σηματοδότηση ή με τροχονόμο, δεν πλησίασε στη διάβαση με ταχύτητα τόσο μικρή, ώστε να μη εκθέσει σε κίνδυνο τον προαναφερόμενο πεζό και δεν προέβη σε τροχοπέδηση ώστε να διακόψει την πορεία του οχήματός του και να επιτρέψει στον πεζό να ολοκληρώσει την κίνησή του και ν' ανέλθει στο πεζοδρόμιο (παράβαση άρθρων 12, 19 και 39 παρ. 1, 2 Κ.Ο.Κ.), με αποτέλεσμα, εξαιτίας των άνω πράξεων και παραλείψεων του, να επιπέσει με το όχημά του στον πεζό Α.
Π. και να τον τραυματίσει, από τον οποίο τραυματισμό στη συνέχεια επήλθε ο θάνατός του. Η υπαιτιότητα δε του πεζού συνίσταται ότι αυτός, σύμφωνα και με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις, δεν κατέβαλε την προσοχή που έπρεπε και μπορούσε να καταβάλει, όπως θα έκανε κάθε άλλος συνετός πεζός, κάτω από παρόμοιες μ' αυτόν συνθήκες και ο οποίος, προκειμένου να διασχίσει την ανωτέρω οδό, σε σημείο όπου υπήρχε καθορισμένη διάβαση πεζών, όχι όμως και φωτεινοί σηματοδότες, οι οποίοι να ρυθμίζουν την κυκλοφορία, κατήλθε στο οδόστρωμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων και να λάβει υπόψη του την ταχύτητα και την απόσταση αυτών, ούτε βεβαιώθηκε ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία της επίδικης μοτοσικλέτας και να χτυπηθεί από το εμπρόσθιο μέρος αυτής, κατά παράβαση εκ μέρους του των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4α και 4δ του Κ.Ο.Κ..
Με βάση δε τις πράξεις και παραλείψεις των παραπάνω οδηγού και πεζού το ποσοστό συνυπαιτιότητας πρέπει να καθορισθεί σε 50% για τον έκαστο εξ αυτών.....".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμόν 1680/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η από 14.11.2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του Σ. Β. και της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, είχε θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα κατά του πρώτου εναγομένου, κατόπιν παραιτήσεως των εναγόντων από το δικόγραφό της ως προς αυτόν και είχε απορριφθεί λόγω πλασματικής ερημοδικίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ακολούθως έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, διακράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε αυτήν εν μέρει, αφού αναγνώρισε, μετά από μερική παραδοχή της περί συνυπαιτιότητας ενστάσεως της ασφαλίζουσας το ζημιογόνο όχημα εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του πεζού Α. Π., συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, επήλθε συνεπεία της συγκλίνουσας, κατά ποσοστό 50%, υπαιτιότητας αυτού, και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, επεδίκασε δε στην μεν πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ψυχική οδύνη που υπέστη εξαιτίας του θανάτου του συζύγου της, το ποσό των 25.000 ευρώ και των 20.000 ευρώ, σε καθέναν από τους δύο άλλους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, τέκνα του θανόντος, για την ίδια αιτία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο τον αιτιώδη σύνδεσμο της υπαίτιας, κατά το άνω ποσοστό (50%), συμπεριφοράς του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέττας με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεν παραβίασε ούτε ευθέως είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 και 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 38 παρ. 4, 39 παρ. 1 και 2 και 50 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσης, τα δε πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συντρέχουσας υπαιτιότητας (αμέλειας) αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος και δικαιολογούν την εν μέρει παραδοχή της αγωγής των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, συγγενών του θανόντος πεζού Α.
Π.. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του άνω οδηγού στην πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος και συγκεκριμένα, δέχθηκε: α) ότι την 24.4.2017, περί ώρα 21.10, ο μεν μη διάδικος Σ.
Β., που οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, κινείτο επί της αριστερής λωρίδας της οδού Πατησίων στην Αθήνα, με κατεύθυνση προς την οδό Πανεπιστημίου, ο δε θανών, που έβαινε πεζός στο δεξιό πεζοδρόμιο σε σχέση με την πορεία του άνω οχήματος, άρχισε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα για να φθάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, στο σημείο της καθορισμένης για τους πεζούς διάβασης, στη διασταύρωση της οδού Πατησίων με την οδό Γλάδστωνος, β) ότι τα αυτοκίνητα, που κινούνταν στις λωρίδες αυτές, δεξιά του οδηγού της μοτοσικλέτας, μείωσαν την ταχύτητά τους προ της διάβασης πεζών, γ) ότι ο πεζός κατήλθε στο οδόστρωμα, από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση της δίκυκλης μοτοσικλέτας, επί της διάβασης πεζών, έλεγξε την κίνηση των οχημάτων στην πρώτη και στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας, από τις οποίες διήλθε με ασφάλεια, όμως όταν έφθασε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, επί της οποίας κινείτο ο Σ.
Β., δεν έλεγξε προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων επ' αυτής, αλλά επικεντρώθηκε στον έλεγχο της τέταρτης, αντίθετης κατεύθυνσης, λωρίδας κυκλοφορίας, επί της οποίος κινούνταν οχήματα, τρόλεϊ και λεωφορεία και έτσι δεν αντελήφθη την δίκυκλη μοτοσικλέτα, δ) ότι, αντίστοιχα, ο ως άνω οδηγός, που κινείτο με κανονική ταχύτητα, πλησιάζοντας στη διάβαση πεζών, από την οποία διερχόταν εκείνη τη στιγμή ο πεζός, δεν ελαχιστοποίησε αυτήν, ώστε, όταν αντελήφθη τον πεζό Α.
Π., δεν μπόρεσε να εκτελέσει οποιονδήποτε ελιγμό ή τροχοπέδηση προς αποφυγή της σύγκρουσης, ε) ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα επέπεσε με το δεξιό εμπρόσθιο τμήμα της πάνω στο σώμα του πεζού, που παρεμβλήθηκε στην πορεία της, χωρίς όμως να τον εκτινάξει, με συνέπεια την πτώση αμφοτέρων και τον θανάσιμο τραυματισμό του πεζού και στ) ότι η κηλίδα αίματος από τον τραυματισμό του θανόντος, μετά τη σύγκρουση, εντοπίστηκε εντός της αριστερής από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, κοντά στη διαγράμμιση, η οποία διαχωρίζει τις τρεις λωρίδες της οδού Πατησίων από την αντίθετης κατεύθυνσης τέταρτη λωρίδα, και στο άκρο της διάβασης πεζών όπου κινείτο ο πεζός.
Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης στο αποδεικτικό της πόρισμα, καλύπτουν πλήρως, χωρίς λογικά κενά και με επαρκείς αιτιολογίες το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των περί συνυπαιτιότητας διατάξεων του Α.Κ. Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις και αντιφάσεις της προσβαλλομένης πλήττουν ανεπιτρέπτως (561 εδ. 1 ΚΠολΔ) την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο ίδιος ως άνω λόγος από τον αριθμό 1 εδ. β του ιδίου άρθρου, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα, συντρέχον πταίσμα του οδηγού της μοτοσικλέτας, που έβαινε με κανονική ταχύτητα, αλλά δεν ελαχιστοποίησε την ταχύτητα, όταν αντελήφθη τον πεζό, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, λόγω του χρόνου που μεσολαβεί για την αντίδραση του οδηγού (με τροχοπέδηση ή ελιγμό), παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ. και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.
Ολομ., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 22/2023, Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτής δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως προς τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν ηλικίας 80 ετών, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, όπως ήδη αναφέρθηκε. Οι ενάγοντες είναι η σύζυγος και τα δύο τέκνα του θανόντος, όπως αποδεικνύεται από την από 26-11-2019 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Θεσσαλονίκης. Από την άνω από 23-5-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης ως μάρτυρας του υιού του θανόντος - τρίτου ενάγοντος, ηλικίας 32 ετών (γεν.4-2- 1985) αποδεικνύεται ότι αυτός ενημερώθηκε την επόμενη ημέρα του ατυχήματος από κάποιους οικογενειακούς φίλους, τους οποίους είχε ειδοποιήσει το νοσοκομείο για τον τραυματισμό του πατέρα του, ότι ο θανών έμενε μόνος του στην Αθήνα, ήταν καλά στην υγεία του και αυτοεξυπηρετείτο και ότι η μητέρα του και η αδελφή του διαμένουν μόνιμα στην Θεσσαλονίκη και δεν έρχονται καθόλου στην Αθήνα.
Από την παραπάνω περιγραφή των σχέσεων του θανόντος με τους ενάγοντες αποδεικνύεται ότι αυτές δεν ήταν στενές οικογενειακές σχέσεις, δεδομένου ότι ουδείς αναζήτησε τον θανόντα το βράδυ, που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα. Από το από 5-5-2017 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αποδεικνύεται ότι δεν είχε λυθεί ο γάμος του θανόντος με την πρώτη ενάγουσα.
Από κανένα, επίσης, αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται διάσταση των συζύγων, παρά το γεγονός ότι διέμεναν σε άλλες οικίες και σε διαφορετικές πόλεις, δίχως να προκύπτει ο λόγος της διαφορετικής διαμονής. Ο άνω ενάγων εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσπάθησε ανεπιτυχώς ν' ανασκευάσει την παραπάνω κατάθεσή του.
Ωστόσο, παρά τις μεταξύ τους σχέσεις δεν μπορεί ν' αμφισβητηθεί ότι οι ενάγοντες από την απώλειά του συζύγου, η πρώτη, και πατέρα η δεύτερη και τρίτος, δεν υπέστησαν ψυχική οδύνη. Ο ξαφνικός θάνατός του τους προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου. Πρέπει, επομένως, να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για τη ψυχική οδύνη που υπέστησαν.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη α) την ηλικία του θύματος, β) την καλή κατάσταση της υγείας του, γ) το βαθμό συναισθηματικής σύνδεσης των εναγόντων με το θύμα, δ) την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού τους άλγους, ε) το βαθμό συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εναγόντων (όχι όμως και της εναγομένης που δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι έχει εγγυητική μόνο ευθύνη), κρίνει ότι δικαιούνται να λάβουν το εύλογο και ανάλογο ποσό η μεν πρώτη των 25.000 ευρώ και η δεύτερη και τρίτος των 20.000 ευρώ έκαστος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ και σε έκαστο των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ...".
Κατόπιν αυτών το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στους αναιρεσίβλητους (σύζυγο και τέκνα του θανόντος) το ποσό των 25.000 ευρώ στην πρώτη και των 20.000 ευρώ σε καθέναν από τους λοιπούς, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή την χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 932 εδ. γ' του Α.Κ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, για την προεκτεθείσα αιτία, τα παραπάνω ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατ' αυτήν (αναιρεσείουσα), δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Οι αιτιάσεις, που προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη, που συνίστανται, ειδικότερα κατ' εκτίμηση όσων εκτίθενται στο αναιρετήριο, στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους συναφείς ισχυρισμούς, που παραδεκτά είχε προβάλει στα δικαστήρια της ουσίας, αναφορικά με τα προσδιοριστικά στοιχεία για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησής τους, λόγω ψυχικής οδύνης, και ειδικότερα το βαθμό της συνυπαιτιότητας του θανόντος, την ηλικία των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και τη σχέση τους με τον θανόντα είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι παραπάνω, θεμελιωτικοί του λόγου αυτού ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, με εξαίρεση την "οικονομική ευρωστία" της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι, όπως έχει προεκτεθεί, εγγυητική, και απαντήθηκαν με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του.
Πέραν τούτων, όμως, στην παρούσα περίπτωση, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.3.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3179/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 614 αρ. 6 του ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης.
Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ