Supreme Court remands non-proportionality claim regarding punitive damages to Plenary Court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded a specific appeal argument to the Plenary Court for further examination. The appellant bank challenged a final judgment awarding it punitive damages for moral harm caused by its own tortious conduct. While the Court acknowledged the argument raised a valid legal issue regarding the proportionality principle, it declined to rule on the merits itself.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 563 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a proportionality challenge to the Plenary Court when the majority of judges finds the argument legally sound but requires further factual assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1942 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1942/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ Βank" και εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ξανάλατο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στα …και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " …" με το διακριτικό τίτλο " …" που εδρεύει στα …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Σκαρίπα και Γεώργιο Κωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6377/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1090/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2010 αίτησή της και τους από 5-10-2012 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 23-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως προσβάλλεται η 1090/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις από 25-7-2008 και 16-2-2009 αντίθετες εφέσεις κατά της 6377/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις απέρριψε κατ'ουσίαν κατά το μέρος που αφορούσαν τη διάταξη της εκκαλουμένης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 17-11-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα τους οφείλει τα ποσά των 1.000.000 και 750.000 ευρώ, αντίστοιχα, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αναφερόμενη σε βάρος τους αδικοπραξία της αναιρεσείουσας.
Η αίτηση και το πρόσθετο δικόγραφο ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Με τη διάταξη αυτή, που συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά την γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν κατά το κοινό αίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου δε συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου δε να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει η ανωτέρω αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει κατά τις περιστάσεις η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, όπως λχ της φυσικής ευχέρειας για την κατάρτιση ή μη συμβάσεως στα πλαίσια του άρθρου 361 ΑΚ, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ζημιώσαντος, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού, και όλες οι επί μέρους περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής.
Για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ευθύνης δεν απαιτείται να προέβη ο υπαίτιος στην ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον παθόντα, αλλά αρκεί και η γνώση αυτού ότι η επέλευση ζημίας στον άλλον ήταν ενδεχόμενη και παρά ταύτα αυτός δε θέλησε να απόσχει από την πράξη ή την παράλειψη που προκάλεσε την ζημία (ΑΠ 1652/2006).
Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή, που εκδίδεται από Τράπεζα η οποία εκτός από ιδιωτική επιχείρηση διαμεσολαβήσεως στην κυκλοφορία του χρήματος, ασκεί παραλλήλως και δημόσια λειτουργία υπό την ευρύτερη έννοια του όρου. αφού η δραστηριότητα της αυτή αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία αποτελεί ένα ιδιαίτερο τύπο εγγυήσεως και συνιστά ιδιόμορφη ετεροβαρή σύμβαση, που καταρτίζεται στα πλαίσια του άρθρου 361 ΑΚ και επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγυήσεως των άρθρων 847 επ.
ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με αυτήν. Με τη σύμβαση αυτή η Τράπεζα υπόσχεται την καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού στον δέκτη της επιστολής, κατόπιν δηλώσεως αυτού για την κατάπτωση της, είτε σε πρώτη ζήτηση είτε με όρους, ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή την τύχη της βασικής σχέσεως (σχέσεως αξίας) μεταξύ του δέκτη της επιστολής και του οφειλέτη του, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η εγγυητική επιστολή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτες ενάγουσες είναι ανώνυμες εταιρείες, με αντικείμενο δραστηριότητας, από της ιδρύσεως των, την αγορά από τους αγρότες παραγωγούς ποσοτήτων συσπόρου βάμβακος, τη βιομηχανική επεξεργασία του σε εκκοκισμένο βαμβάκι, την παραγωγή νημάτων και την εμπορία των προϊόντων αυτών και των υποπροϊόντων τους σε επιχειρήσεις του εσωτερικού και ιδίως του εξωτερικού.
Η πρώτη από αυτές εταιρεία διατηρεί προς τον σκοπό αυτό εκκοκιστικές μονάδες στις περιοχές .., .., …και …και δραστηριοποιείται κατά τα ανωτέρω ήδη από το έτος 1991... Η δεύτερη από αυτές συνεστήθη το έτος 2005...με απορρόφηση και εισφορά σε αυτήν των κλάδων εκκοκίσεως και εμπορίας βάμβακος, που αποσχίσθηκαν από τις εταιρείες "BELCOT ΑΕ" και "ΒΙ.ΒΑ.ΤΟΜ ΑΕ", οι οποίες λειτουργούσαν από τα έτη 1997 και 2001 αντιστοίχως...
και διατηρούσαν εκκοκιστικές μονάδες στην ... η πρώτη και στην ... και ... η δεύτερη. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι εποχιακές με περίοδο λειτουργίας των από τις αρχές Οκτωβρίου έως τα τέλη Δεκεμβρίου κάθε έτους. Από της συστάσεως των, οι ανωτέρω εταιρείες χρηματοδοτούνταν για τις ανάγκες λειτουργίας των, αποκλειστικά από την πρώτη εναγομένη Τράπεζα, συνάπτοντας μαζί της συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και παρέχοντας τις ανάλογες εμπράγματες εξασφαλίσεις.
Ειδικότερα κατά την έναρξη της εκκοκιστικής περιόδου έτους 2002 είχαν συναφθεί η με αριθ. …/15-10-2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό ποσού 53.684.600 ευρώ, που με την από 30-9-2004 πρόσθετη πράξη αυξήθηκε σε 63.684.600 ευρώ προς την πρώτη ενάγουσα εταιρεία, η με αριθ. …/15-10-2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό ποσού 11.232.000 ευρώ προς την εταιρεία "BELCOT ΑΕ" και η με αριθ.
…/2-10-2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό ποσού 15.060.000 ευρώ, που με τις από 22-10-2003 και 1-10-2004 πρόσθετες πράξεις μειώθηκε σε 9.100.000 και 6.000.000 ευρώ αντίστοιχα προς την εταιρεία "ΒΙ.ΒΑ.ΤΟΜ ΑΕ", προς την οποία είχε επίσης χορηγηθεί με την με αριθ. …/20-6-2002 σύμβαση τοκοχρεολυτικό δάνειο ύψους 735.000 ευρώ για αγορά μηχανημάτων του εργοστασίου εκκοκίσεως βάμβακος.
Οι ανωτέρου πιστώσεις με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό είχαν ανοιχθεί από την πρώτη εναγομένη Τράπεζα με σκοπό να χρησιμοποιηθούν από τις πιστούχες για την πληρωμή της εμπορικής αξίας συσπόρου βάμβακος και την έκδοση εγγυητικών επιστολών, όπως αναγράφεται στις ανωτέρω συμβάσεις... Έτσι στα πλαίσια των εν λόγω συμβάσεων και γενικότερα της συνεργασίας των μερών, η πρώτη εναγομένη Τράπεζα χορηγούσε πάντοτε στις ως άνω εταιρείες εγγυητικές επιστολές ενάρξεως-καλής λειτουργίας και προκαταβολών, από τις οποίες οι πρώτες αφορούσαν τη φερεγγυότητα των εκκοκιστικών μονάδων και οι δεύτερες εγγυήσεις ότι θα πληρωθούν παραγωγοί (κοινοτική ενίσχυση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και εμπορική αξία) για την ποσότητα βάμβακος που παρέδιδαν στα εκκοκιστήρια.
Η προκατάθεση των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών στον αρμόδιο οργανισμό ελέγχου (ΟΠΕΚΕΠΕ) αποτελούσε μέχρι και την εκκοκιστική περίοδο του έτους 2005 απαραίτητη από τον vόμo προϋπόθεση, σύμφωνα με σχετική κοινή υπουργική απόφαση που εκδιδόταν κάθε έτος, για την λειτουργία των πιο πάνω μονάδων, διότι διαφορετικά αυτές δεν επιτρεπόταν να αγοράσουν σύσπορο βαμβάκι από τους αγρότες παραγωγούς, με συνέπεια να τίθενται εκτός λειτουργίας.
Η προϋπόθεση αυτή έπαυσε να ισχύει από την επομένη εκκοκιστική περίοδο του έτους 2006, δυνάμει της με αριθ. 34395/28-2-2006 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής οικονομίας & οικονομικών και Αγροτικής ανάπτυξης & Τροφίμων, ήταν δε ήδη γνωστό σε όσους εμπλέκονταν στην δραστηριότητα της εκκοκίσεως βάμβακος ότι επίκειται η ανωτέρω νομοθετική μεταβολή.
Οι ανωτέρω εταιρείες από της ιδρύσεως των είχαν αξιόλογη και ανοδική πορεία στον τομέα δραστηριότητας των με κύκλο εργασιών, κατά την περίοδο 2003-2004, 49.578.878 ευρώ η πρώτη ενάγουσα και 4.158.493 ευρώ η εταιρεία "BELCOT ΑΕ" καταλαμβάνοντας ως όμιλος την πρώτη θέση ανάμεσα σε 34 συνολικά δραστηριοποιούμενες στον χώρο αυτό εταιρείες και κατέχοντας το 10% της ελληνικής αγοράς.
Μάλιστα η πρώτη ενάγουσα εταιρεία κατέχει συνεχώς την πρώτη θέση μεταξύ των ανταγωνιστριών εταιρειών από άποψη κύκλου εργασιών από την περίοδο 1997-1998 και από άποψη αξίας παγίων και συνόλου ενεργητικού από την περίοδο 1998-1999, ενώ η εταιρεία "ΒΕLCΟΤ ΑΕ" ανήλθε στην τρίτη θέση από άποψη παγίων και αξίας ενεργητικού.
Τα καθαρά προ φόρων κέρδη αυτών δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλα, αφού κατά τις περιόδους των ετών 2001-2002, 2002-2003 και 2003-2004 ανήλθαν για την πρώτη ενάγουσα σε 1.567.530, 815.302 και 1.007.861 ευρώ αντίστοιχα και για την εταιρεία "ΒΕΕΟΟΤ ΑΕ" σε 144.876 και 67.500 ευρώ για τις δύο πρώτες περιόδους, με ζημίες 449.769 ευρώ για την τελευταία περίοδο.
Όμως όλες οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο αυτό εμφανίζουν είτε μικρά προ φόρων κέρδη, είτε ζημίες, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη ενάγουσα από ζημίες που κυμαίνονταν από 1.512.523 ευρώ την περίοδο 1997-1998 έως 3.489.913 ευρώ την περίοδο 2000-2001 (πλην της περιόδου 1999-2000 που εμφάνισε κέρδη 1.222.536 ευρώ) κατάφερε να εμφανίσει κέρδη κατά την τελευταία τριετία...
Στην περίοδο 2004-2005 τα εκτιμώμενα προ φόρων κέρδη του ομίλου ανέρχονταν σε 1.601.000 ευρώ. Κατά την παραγωγική περίοδο απασχολούνται στα εκκοκιστήρια συνολικά 500 περίπου άτομα, ενώ το μόνιμο προσωπικό ανέρχεται σε 70 άτομα... Η χορήγηση των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών, ως εκ του προαναφερθέντος σκοπού για τον οποίο χορηγούνταν, ενείχε πολύ χαμηλό κίνδυνο καταπτώσεως για την εναγομένη Τράπεζα...ουδέποτε δε καθ' όλη την διάρκεια συνεργασίας των εναγουσών με την εναγομένη είχε ανακύψει τέτοιο ζήτημα.
Ήδη από το έτος 2002, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι πιο πάνω εταιρείες που είχαν ως συνέπεια να καταβάλλουν μεν τα τοκοχρεολύσια των μακροπροθέσμων υποχρεώσεων τους προς την πρώτη εναγομένη Τράπεζα και τους τόκους επί των βραχυπροθέσμων οφειλών τους, πλην όμως να μην μειώνουν τα υπόλοιπα των βραχυπροθέσμων υποχρεώσεων τους με την καταβολή μέρους του κεφαλαίου προς αυτήν..., είχαν λάβει χώρα διαδοχικές ρυθμίσεις (παρατάσεις) του χρόνου καταβολής των βραχυπροθέσμων οφειλών, έναντι προσθέτων εγγυήσεων παροχής ενεχύρου επί του εκκοκισμένου βάμβακος και των λογαριασμών όψεως που ετηρούντο στην εναγομένη Τράπεζα.
Παραλλήλως συμφωνήθηκε με τις με αριθ. …και …/15-10-2002 πρόσθετες πράξεις στις ανωτέρω συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό που είχαν καταρτισθεί με την πρώτη ενάγουσα και την εταιρεία "BELCOT ΑΕ" ότι οι ανωτέρω συμβάσεις θα λειτουργούν μόνο πιστωτικά (δεν θα γινόντουσαν δηλαδή νέες χορηγήσεις κεφαλαίων από την εναγομένη Τράπεζα), με προφανή σκοπό την μείωση του χρεωστικού καταλοίπου, ενώ ο τρίτος των εναγόντων, ως εκπρόσωπος των ανωτέρω εταιρειών και, ατομικά ανέλαβε την υποχρέωση μειώσεως του βραχυπροθέσμου δανεισμού των πιο πάνω εταιρειών κατά 3.200.000 ευρώ μέχρι 30-12-2004 και 10.000.000 ευρώ μέχρι 30-4-2005.
Για τον λόγο αυτό ο τρίτος ενάγων προέβη στην έκδοση δύο ισόποσων επιταγών σε διαταγή της πρώτης εναγομένης, από τις οποίες καταβλήθηκε μέρος της πρώτης ύψους 625.000 ευρώ και αντικαταστάθηκε αυτή με άλλη επιταγή ποσού 2.575.000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2005. Οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν και η πρώτη εναγομένη προέβη στην σφράγιση τους στις 9-5-2005.
Στις 15-9-2005 οι δύο πρώτες ενάγουσες εταιρείες δια του νομίμου εκπροσώπου τους τρίτου των εναγόντων υπέβαλαν εγγράφως αίτημα προς την διεύθυνση μεγάλων πελατών της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, με το οποίο ζητούσαν αφενός μεν την εκ νέου αναδιάρθρωση των βραχυπροθέσμων και ληξιπροθέσμων δανείων τους, ύψους 38.588.000 και 4.300.000 ευρώ αντιστοίχως με δεκαετή αποπληρωμή τους, αφετέρου δε την χορήγηση εγγυητικών επιστολών έναρξης και καλής λειτουργίας ύψους 3.600.000 ευρώ, ήτοι 400.000 ευρώ για κάθε εκκοκιστήριο (εννέα συνολικά) και εγγυητικών επιστολών προκαταβολών ύψους 50.000.000 ευρώ, προσφέροντας προς περαιτέρω εξασφάλιση της Τράπεζας, πέραν των μέχρι τότε εγγυήσεων για τις προηγούμενες χρηματοδοτήσεις, και ενέχυρο επί 6.441.120 ανωνύμων μετοχών της δεύτερης ενάγουσας και αφορούσαν μετοχές των απορροφηθεισών από αυτήν εταιρειών, που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και 8.258.470 μετοχών της εισηγμένης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ", που υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιο της πρώτης ενάγουσας.
Ήδη πριν την υποβολή του ανωτέρω αιτήματος είχαν λάβει χώρα σχετικές συζητήσεις μεταξύ των μερών αναφορικά με το ζήτημα της αναδιαρθώσεως των όρων των βραχυπροθέσμων υποχρεώσεων των εταιρειών προς την εναγομένη Τράπεζα και στα πλαίσια αυτά υποβλήθηκε με υπόδειξη των οργάνων αυτής μελέτη από τον ανεξάρτητο οίκο ORANT THORNTON σχετικά με την βιωσιμότητα των εταιρειών του ομίλου.
Το εν λόγω αίτημα τέθηκε υπόψη του αρμοδίου οργάνου της πρώτης εναγομένης Τράπεζας και συγκεκριμένα του Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων, στο οποίο μετείχε και ο δεύτερος των εναγομένων, διοικητής της Τράπεζας, ως Πρόεδρος αυτού. Το όργανο αυτό συνεδρίασε στις 29 Σεπτεμβρίου 2005 για να αποφασίσει επί του ανωτέρω αιτήματος, αρμόδιος δε εισηγητής προς τούτο ορίσθηκε ο υπεύθυνος λογαριασμού Ι.
Σ. Στην εισήγηση του αυτή, την οποία υπογράφουν επίσης ο διευθυντής και ο υποδιευθυντής της διευθύνσεως μεγάλων πελατών της εναγομένης..., ο ανωτέρω εισηγητής διαπιστώνει τα εξής κρίσιμα για την λήψη αποφάσεως επί της ανωτέρω αιτήσεως στοιχεία α) ότι οι συνολικές (μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες) οφειλές των δύο πρώτων εναγουσών από την μέχρι τότε χρηματοδότηση τους από την εναγομένη Τράπεζα ανέρχονται στο ποσό των 67.030.479 ευρώ, από το οποίο ποσό 4.258.668 ευρώ (2.961.932 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, 813.285 ευρώ για την εταιρεία "BELCOT ΑΕ" και 483.451 ευρώ για την εταιρεία "ΒΙ.ΒΑ.ΤΟΜ ΑΕ αφορά ληξιπρόθεσμες οφειλές και το υπόλοιπο άληκτες, β) ότι η εμπορική αξία των πέντε από τα εννέα εκκοκιστήρια, επί των οποίων η πρώτη εναγομένη είχε εγγράψει υποθήκες, εκτιμήθηκε σε 31.310.000 ευρώ και των λοιπών τεσσάρων εκτιμάται σε 9.000.000 ευρώ, γ) ότι οι μακροπρόθεσμες οφειλές τους και οι τόκοι των βραχυπροθέσμων οφειλών εξυπηρετούντο κανονικά μέχρι τον Μάρτιο του 2005, οι δε ως άνω ληξιπρόθεσμες οφειλές προέκυψαν από την δόση της 31-3-2005 και μετά, δ) ότι οι δύο πρώτες ενάγουσες δεν τήρησαν την δέσμευση που απέρρεε από προηγούμενη συμβατική ρύθμιση των χρεών τους να μειώσουν τις βραχυπρόθεσμες οφειλές τους κατά 3.200.000 ευρώ μέχρι 30-12-2004 και κατά 10.000.000 ευρώ μέχρι 30-4-2005, παρά μόνο κατά 625.000 ευρώ, οι δε εκδοθείσες προς εξασφάλιση της πιο πάνω υποχρεώσεως τραπεζικές επιταγές ποσού 2.575.000 και 10.000.000 ευρώ, εκδόσεως του τρίτου των εναγόντων ατομικά σφραγίσθηκαν, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή.
Στο σημείο αυτό γίνεται μνεία στην εισήγηση ότι η μείωση των βραχυπροθέσμων οφειλών κατά 10.000.000 ευρώ δεν κατέστη δυνατή λόγω αδυναμίας εισπράξεως απαιτήσεων από την εταιρεία "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ", έναντι των οποίων η πρώτη ενάγουσα υποχρεώθηκε να αποκτήσει μετοχές αυτής, ε) ότι το μεγαλύτερο μέρος των εγγυητικών επιστολών που είχαν χορηγηθεί επιστράφηκαν κανονικά στο υποκατάστημα Φαρσάλων και αναμένεται η επιστροφή των υπολοίπων, ενώ το υποκατάστημα Φαρσάλων εισέπραξε για την έκδοση τους προμήθειες της τάξεως των 348.390 ευρώ, στ) ότι οι δύο πρώτες ενάγουσες έχουν την προπεριγραφείσα κυρίαρχη θέση στον κλάδο που δραστηριοποιούνται, ενώ ο τρίτος ενάγων έχει μακρά παρουσία στον χώρο και ανάλογη εμπειρία, ζ) ότι οι ενάγουσες εμφανίζουν χαμηλά προ φόρων κέρδη κατά την τελευταία τριετία, η) ότι με βάση τις εκτιμήσεις του ανεξάρτητου οίκου ORANT THORNTON οι εταιρείες είναι βιώσιμες, πλην όμως είναι αβέβαιο εάν σε χρονικό ορίζοντα επταετίας οι ταμειακές ροές θα επιτρέψουν σε αυτές να αποπληρώσουν το σύνολο των υποχρεώσεων τους, ενώ τουλάχιστον για την περίοδο 2005-2006 θα υπάρξει αδυναμία καταβολής του συνόλου των χρεολυσίων.
Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων, ο εισηγητής εισηγήθηκε στο ως άνω Γενικό Συμβούλιο Χορηγήσεων, είτε την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και την λήψη μέτρων εκ μέρους της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, λύση που θα είχε ως συνέπεια την λογιστικοποίηση των επισφαλειών και την είσπραξη μικρού μέρους των απαιτήσεων μέχρι την αξία των υποθηκευμένων παγίων στοιχείων, είτε την ανανέωση των πιστοδοτικών ορίων για ένα ακόμη έτος μέχρι τις 30-9-2006, τα οποία θα λειτουργούν μόνο πιστωτικά, με εξαίρεση τα όρια για την ταυτόχρονη έκδοση των απαιτουμένων εγγυητικών επιστολών καλής λειτουργίας, ύψους 300.000 ευρώ για κάθε εκκοκιστήριο, και προκαταβολών ύψους 50.000.000 ευρώ.
Αυτή η τελευταία ενέργεια της πρώτης εναγομένης περιγράφεται από τον εισηγητή ως αυτονόητη προϋπόθεση για την περίπτωση επιλογής της δεύτερης λύσης, γεγονός απόλυτα εύλογο, διότι μόνο εάν οι δύο πρώτες ενάγουσες ασκούσαν την παραγωγική τους δραστηριότητα κατά την τρέχουσα εκκοκιστική περίοδο θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι της πρώτης εναγομένης, αφού η λειτουργία τους προϋπέθετε την έκδοση των εγγυητικών επιστολών.
Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, δηλαδή μη έκδοση των εγγυητικών επιστολών, θα καθιστούσε άνευ νοήματος την επιλογή της ανανεώσεως των δανειακών συμβάσεων για περαιτέρω χρόνο, διότι ούτε οι ενάγουσες εταιρείες θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις των προς την πρώτη εναγομένη και ειδικότερα να καταβάλουν τις ληξιπρόθεσμες προς αυτήν οφειλές τους, αφού δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, ούτε η πρώτη εναγομένη Τράπεζα θα μπορούσε να προσδοκά σε οποιοδήποτε όφελος από την ανανέωση αυτή, οπότε μόνο η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και η λήψη εξαναγκαστικών μέτρων σε βάρος των δύο πρώτων εναγουσών.
με όλα τα μειονεκτήματα της σχετικής επιλογής, θα ήταν η ενδεδειγμένη λύση. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στους συνημμένους στην πιο πάνω εισήγηση από τον εισηγητή πίνακες εκτιμήσεως πιστωτικού κινδύνου πελάτη, η εκτιμώμενη ζημία από την χορήγηση των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών προκαταβολής, ύψους 50.000.000 ευρώ (40.000.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα + 5.000.000 ευρώ για κάθε μία από τις εταιρείες "BELCOT ΑΕ" και "ΒΙ.ΒΑ.ΤΟΜ ΑΕ") ορίζεται μηδενική.
Στην συνέχεια το Γενικό Συμβούλιο Χορηγήσεων της πρώτης εναγομένης Τράπεζας με την με αριθμό 501/29 Σεπτεμβρίου 2005 ομόφωνη απόφαση του αποφάσισε την επιλογή της δεύτερης λύσεως, ήτοι της ανανεώσεως του χρόνου λήξεως των βραχυπροθέσμων χρηματοδοτήσεων των πιο πάνω εταιρειών μέχρι 30-9-2006 που θα λειτουργούν μόνο πιστωτικά, υπό την προϋπόθεση ότι προηγουμένως, θα κατατεθεί το ποσό των 4.000.000 ευρώ σε πίστωση των βραχυπροθέσμων οφειλών τους, χωρίς όμως να αποφανθεί ταυτοχρόνως και για την ικανοποίηση του αιτήματος για την χορήγηση των εγγυητικών επιστολών.
Η ανωτέρω απόφαση κοινοποιήθηκε στο υποκατάστημα Φαρσάλων που εξέδιδε τις εγγυητικές επιστολές μόλις στις 25 Οκτωβρίου 2005 με το με αριθμό 58706/25-10-2005 έγγραφο της Διευθύνσεως μεγάλων πελατών της πρώτης εναγομένης, στον δε τρίτο των εναγόντων, ως εκπρόσωπο του ομίλου των εταιρειών στις 8 Νοεμβρίου 2005... 'Ηδη όμως από 12 Οκτωβρίου 2005 η Περιφερειακή Διεύθυνση Θεσσαλίας με τα με αριθ. 15102 και 15103/12-10-2005 έγγραφα της προς τις δύο πρώτες ενάγουσες είχε τάξει προθεσμία δύο ημερών μέχρι 14-10-2005 για την κατάθεση των φακέλων φερεγγυότητας, γεγονός που ουδέποτε συνέβη, αφού δεν εκδόθηκαν οι εγγυητικές επιστολές εκ μέρους της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, ούτε είχαν δοθεί από αυτήν οδηγίες στο υποκατάστημα Φαρσάλων για τις προϋποθέσεις εκδόσεως τους.
Τούτο είχε ως συνέπεια την αδυναμία λειτουργίας των εκκοκιστηρίων των εναγουσών εταιρειών και τον εκτοπισμό τους από την παραγωγική λειτουργία κατά την ανωτέρω εκκοκιστική περίοδο, αφού λόγω της μικρής διάρκειας αυτής που είχε ήδη αρχίσει και της παρόδου της ταχθείσας από την αρμοδία κρατική υπηρεσία προθεσμίας για την προσκόμιση των φακέλων φερεγγυότητας, ως εκ του χρόνου αποστολής του ανωτέρω εγγράφου στο υποκατάστημα Φαρσάλων, ήταν αδύνατη η προσφυγή των εναγουσών σε οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα για την έκδοση των αναγκαίων για την λειτουργία τους εγγυητικών επιστολών.
Σημειωτέον. ότι λίγες ημέρες πριν, στις 10-10-2005, υπήρξε μείωση των ληξιπροθέσμων οφειλών των πιο πάνω εταιρειών κατά 1.474.675,77 ευρώ και κατά 66.557.646 γιεν Ιαπωνίας (JPY), με χρέωση των λογαριασμών των ομίλων, γεγονός που δεν αμφισβητούν ειδικά οι εναγόμενοι, συναγόμενης σχετικώς ομολογίας. Η ως άνω συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, ήτοι η χωρίς εύλογη αιτία παράλειψη της να χορηγήσει τις απαιτούμενες για την λειτουργία των εκκοκκιστηρίων των εναγουσών εταιρειών εγγυητικές επιστολές με το να μην αποφανθεί σχετικά στην με αριθμό 501/29-9-2005 απόφαση του αρμοδίου οργάνου, συνιστά συμπεριφορά που αντίκειται στα χρηστά ήθη, διότι είναι αντιφατικό και αναμενόμενο εκ μέρους πιστωτικού ιδρύματος, ενώ επιλέγει να αναδιαρθρώσει τους όρους του βραχυπροθέσμου δανεισμού πελάτη του, παρέχοντας περαιτέρω προθεσμία εξοφλήσεως, ταυτόχρονα να του στερεί την δυνατότητα λειτουργίας και συνακόλουθα αποπληρωμής των χρεών του, εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι αφενός μεν η έκδοση των εγγυητικών επιστολών προς τις ενάγουσες εταιρείες απαιτείτο ως αναγκαίος όρος της λειτουργίας των για τελευταία φορά, λόγω επικείμενης αλλαγής της νομοθεσίας, αφετέρου δε η ως άνω έχουσα το πιο πάνω περιεχόμενο απόφαση περιήλθε σε γνώση των εναγουσών σε τέτοιο χρόνο που στερούσε από αυτές κάθε δυνατότητα ευρέσεως εναλλακτικής λύσεως.
Η πρώτη εναγομένη γνώριζε ότι η παράλειψη ικανοποιήσεως του αιτήματος των εναγουσών εταιρειών, με τις οποίες είχε πολυετή και μάλιστα αποκλειστική συνεργασία από της ιδρύσεως της πρώτης και των απορροφηθεισών από την δεύτερη εταιρειών, θα είχε ως συνέπεια την αδυναμία λειτουργίας των κατά την εκκοκιστική περίοδο του έτους 2005 που είχε ουσιαστικά αρχίσει και την συνακόλουθη πρόκληση ζημίας από την παύση της επιχειρηματικής των δραστηριότητας και τον εκτοπισμό τους από την σχετική αγορά, στην οποία κατείχαν την πρώτη θέση, και παρά ταύτα ενέμεινε στην συμπεριφορά της.
Η κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως ότι η μη χορήγηση εγγυητικών επιστολών οφείλεται στα προαναφερθέντα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι ανωτέρω εταιρείες ως προς την πληρωμή των βραχυπροθέσμων οφειλών τους και την αδυναμία μειώσεως του ύψους αυτών που είχε ως συνέπεια την σφράγιση των επιταγών εκδόσεως του τρίτου ενάγοντος, δεν κρίνεται πειστική, αφού αφενός μεν, παρά την σχετική εισήγηση, στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων δεν διαλαμβάνεται κάτι τουλάχιστον ρητά για τους όρους χορηγήσεως των εγγυητικών επιστολών, αφετέρου δε τα ως άνω οικονομικά προβλήματα των εταιρειών του ομίλου ήταν σε γνώση του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης Τράπεζας κατά την λήψη της αποφάσεως του, αφού διαλαμβάνονταν με κάθε λεπτομέρεια στην προς αυτό εισήγηση.
Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 809 ΑΚ, την οποία αβασίμως επικαλείται η εκκαλούσα τράπεζα που προϋποθέτει άγνοια της αφερεγγυότητας του δανειολήπτη από τον δανειστή γεγονός που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης που είχε ως συνέπεια την παύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας των δύο πρώτων εναγουσών εταιρειών, των οποίων τα εκκοκιστήρια δε λειτούργησαν κατά την επικείμενη εκκοκιστική περίοδο, προσβλήθηκε η φήμη και η εμπορική τους πίστη στην αγορά, λαμβανομένης υπόψη της κυρίαρχης θέσεως των στην εμπορία βάμβακος και του αντίκτυπου που προκλήθηκε στον χώρο αυτό από την αιφνίδια διακοπή της επιχειρηματικής των δραστηριότητας, με συνέπεια να υποστούν αυτές ηθική βλάβη.
Για την αποκατάσταση της εν λόγω ηθικής βλάβης, οι δύο πρώτες ενάγουσες εταιρείες δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση, η μεν πρώτη το ποσό του 1.000.000 ευρώ, η δε δεύτερη το ποσό των 750.000 ευρώ, τα οποία κρίνονται εύλογα από το Δικαστήριο τούτο μετά από στάθμιση του είδους της προσβολής, των ανωτέρω συνθηκών υπό τις οποίες αυτή εκδηλώθηκε, των προσπαθειών που θα απαιτηθούν για την επανάκτηση της θέσεως των εναγουσών εταιρειών στην αγορά εκκοκισμένου βάμβακος σε περίπτωση επαναλειτουργίας των, του βαθμού πταίσματος (δόλος) της πρώτης εναγομένης, της διαφοράς στο μέγεθος και τον χρόνο λειτουργίας των εναγουσών εταιρειών και της οικονομικής καταστάσεως των μερών (των εναγουσών εταιρειών όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, της δε πρώτης εναγομένης ως μεγάλης Τράπεζας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι και κατ'ουσίαν βάσιμη κατά το μέρος που αφορά την επιδίκαση των ως άνω ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στη συνέχεια απέρριψε τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 919 και εκείνη του άρθρου 932 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια της πρώτης από αυτές αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στη συμπεριφορά των αρμόδιων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα εκείνη που αφορά την, χωρίς εύλογη αιτία, (σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα), παράλειψη τους να ικανοποιήσουν το αίτημα των αναιρεσιβλήτων για τη χορήγηση των απαιτούμενων για τη λειτουργία των εκκοκιστηρίων τους (κατά την εκκοκιστική περίοδο του έτους 2005) εγγυητικών επιστολών, μολονότι γνώριζαν ότι η παράλειψη ικανοποιήσεως του αιτήματος αυτού, θα είχε ως συνέπεια την επί ένα τουλάχιστον έτος παύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας των αναιρεσιβλήτων και τον εκτοπισμό τους από τη σχετική αγορά, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, κατείχαν την πρώτη θέση, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ και συνακόλουθα και εκείνης του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όπως συμπληρώνεται με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της αντικείμενης στα χρηστά ήθη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσείουσας, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα του άρθρου 919 ΑΚ, τον οποίο (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών).
Ειδικότερα, δεν χρειαζόταν για τη νομική πληρότητα της αποφάσεως, αναφορικά με την παραδοχή της περί της μη δυνατότητας προσφυγής των αναιρεσιβλήτων σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα για την έκδοση των απαιτούμενων για τη λειτουργία τους (κατά την εκκοκιστική περίοδο 2005) εγγυητικών επιστολών, άλλη περαιτέρω, εκτός της προαναφερόμενης, αιτιολογία, όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται με το κύριο δικόγραφο αναιρέσεως.
Επίσης, για τη νομική πληρότητα της αποφάσεως δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά περί υπάρξεως "εκτάκτου οικονομικής κρίσεως ή άλλης έκτακτης ανάγκης λόγω των συνθηκών του κλάδου που θα επέβαλε την ανάγκη παροχής (εκ μέρους της αναιρεσείουσας) πιστωτικών διευκολύνσεων (στις αναιρεσίβλητες)",ούτε και η διαπίστωση ή μη (από την προσβαλλόμενη απόφαση) α) περί της (εκ μέρους της αναιρεσείουσας) υποσχέσεως χορηγήσεως εγγυητικών επιστολών, β) περί παραπλανητικής συμπεριφοράς αυτής (αναιρεσείουσας) ως προς τη χορήγηση των εγγυητικών επιστολών, γ) περί της άνισης αντιμετωπίσεως (εκ μέρους της αναιρεσείουσας) των ανταγωνιστριών (των αναιρεσιβλήτων) εταιρειών και δ) περί της υπάρξεως και εκμεταλλεύσεως της μονοπωλιακής θέσεως της αναιρεσείουσας, όπως η τελευταία αβάσιμα με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως διατείνεται, αφού, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα (με την αναιρεσιβαλλόμενη) πραγματικά περιστατικά καταφασκεται η ευθύνη της αναιρεσείουσας για αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην πιο πάνω σχετική νομική σκέψη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, είναι αβάσιμος 3.- Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, ερευνώντας την έφεση των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, αναφορικά με τη διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως με την οποία απερρίφθη η ένδικη αγωγή τους ως κατ'ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δευτέρου εναγομένου, (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης Τράπεζας και κυρίως ως Προέδρου του ως άνω πολυμελούς Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων, ως οργάνου αυτής, επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο και μάλιστα πειθανάγκασε τα λοιπά μέλη του Συμβουλίου στην λήψη της ανωτέρω αποφάσεως, εκμεταλλευόμενος την ιεραρχική του υπεροχή.
Μόνη η άρνηση αυτού να συναντήσει τον τρίτο ενάγοντα, που περί τα τέλη Αυγούστου 2005 είχε ζητήσει ολιγόλεπτη ακρόαση, παρά την επικαλούμενη προσωπική επαγγελματική τους γνωριμία ή η αξίωση να συνταχθεί από ανεξάρτητο αξιολογητή μελέτη βιωσιμότητας των εταιρειών του ομίλου, έστω και εάν έγινε κατόπιν σχετικής οδηγίας του δευτέρου των εναγομένων, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, το μεν δεν συνιστούν παράνομη συμπεριφορά αλλά συνήθη πρακτική, το δε, δεν καταδεικνύουν την επικαλούμενη παράνομη παρέμβαση αυτού κατά την λήψη της σχετικής αποφάσεως".
Η εν λόγω παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης, αναφορικά με την μη ευθύνη του δευτέρου εναγομένου για αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων λόγω αδικοπραξίας, δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνη (παραδοχή) που δέχεται την προαναφερθείσα ευθύνη της αναιρεσείουσας για αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων με βάση την διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, αφού η ατομική ευθύνη του δευτέρου εναγομένου στηριζόταν (κατά την ένδικη αγωγή) σε διαφορετικά περιστατικά που συγκροτούν την τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας, την ύπαρξη των οποίων το Εφετείο δεν δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
4-. Επειδή, με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικό μέσο που κάποιος διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως είναι και η δικαστική ομολογία, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία, κατά το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψιν αυτεπαγγέλτως.
Ωστόσο, για να είναι παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για τη μη λήψη υπόψη παρά τον νόμο ομολογίας, πρέπει να έχει γίνει επίκληση της από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να γίνεται μνεία αυτής της επικλήσεως στο αναιρετήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψιν την περιεχόμενη στην ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων δικαστική ομολογία τους, α) ότι είχαν ενημερωθεί προφορικά από το Γενικό Συμβούλιο χορηγήσεων αυτής περί της μη εκδόσεως των εγγυητικών επιστολών πριν από την επιστολή που αυτή της απέστειλε, β) ότι υπέβαλαν αίτημα για έκδοση των εγγυητικών επιστολών στις 15-9-2005 και γ) ότι τους ζητήθηκε από αυτή (αναιρεσείουσα) η υποβολή επαγγελματικού σχεδίου.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στην αίτηση ότι έχει γίνει επίκληση της ως άνω ομολογίας (εκ μέρους της αναιρεσείουσας) στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 25-11-2009 προτάσεων της αναιρεσείουσας που υπέβαλε στο Εφετείο, δε γίνεται με αυτές επίκληση της ως άνω ομολογίας.
5. - Επειδή, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως (ΟλΑΠ 19/2011,13/2002, ΑΠ 668/2011, ΑΠ 919/2011).
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 919 και 197 ΑΚ, λόγω επιδικάσεως υπερβολικού ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως, το οποίο "υπερβαίνει ακόμη και το θετικό διαφέρον και δη σε επίπεδο ομίλου και όχι μόνο των δύο εναγουσών εταιρειών", είναι απαράδεκτος, αφού, υπό την επίκληση της παραβιάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Ας σημειωθεί ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος (ολ ΑΠ 6/2009) και συνεπώς ο ως άνω λόγος είναι νομικώς αβάσιμος και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με αυτόν προβάλλεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης της αρχής αναλογικότητας.
Δύο μέλη του Δικαστηρίου, ωστόσο, ο αντιπρόεδρος Αθανάσιος Κουτρομάνος και ο αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος , έχουν τη γνώμη ότι ο προαναφερόμενος τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός για τους ακόλουθους λόγους:
Επειδή, σύμφωνα με γενικότατη δικαιϊκή παραδοχή, η δικαστική απόφαση και η ατομική διοικητική πράξη δεν έχουν ποιοτική, αλλά μόνον ποσοτική διαφορά από τους κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου, τελούν δε προς αυτό σε σχέση ειδικού προς γενικό, υπό την έννοια ότι ο μεν γενικός κανόνας ορίζει αφηρημένα την έννομη συνέπεια κάθε περιπτώσεως που εμπίπτει στο πραγματικό, μία δε εξ αυτών είναι και η συγκεκριμένη περίπτωση, της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο ή το διοικητικό όργανο, έτσι δε, κατά νομικό πλάσμα, το δικαστήριο και η διοίκηση αποδίδουν και υλοποιούν σε κάθε επιμέρους υπόθεση τη βούληση του νομοθέτη και κατά τεκμήριο ενεργούν, όπως θα έπραττε ο ίδιος ο νομοθέτης, εάν ήταν πρακτικώς εφικτό να επιλαμβάνεται κάθε θέματος (πρβλ.
Κ. Τσάτσου, Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου - έκδ.1978 - σελ.20, 88, 89 και 105 - Κ. Engisch, Εισαγωγή στη νομική σκέψη, έκδ. 1981, σελ. 56 επ.). Εκ τούτων και σε συνδυασμό προς την όλη δομή του ισχύοντος Συντάγματος και ιδίως προς τα άρθρα 2§1, 5§1 και 25 αυτού συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, ότι η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία, ανεκτά όρια, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο (πρβλ.
ΑΠ 1020/2004 Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 492, Ολ. ΑΠ 43/2005, Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 1649, ΑΠ 132/2006, Ελλ.Δικ. 2006, σελ. 742, ΑΠ 1462/2005, Ελλ.Δικ. 2006, σελ. 190, ΑΠ 634/2007, Ελλ.Δικ. 2007, σελ. 770, ΑΠ 79/2010, Στ. Ματθία, Το πεδίο λειτουργίας της αρχής της αναλογικότητας, Ελλ.Δικ. 2006 σελ. 1 επ., Θ. Δαλακούρα, Αρχή αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού/ 1993/ ιδίως σελ. 88 επ., Βασ.
Σκουρή, Η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και η νομοθετικοί περιορισμοί της επαγγελματικής ελευθερίας, Ελλ.Δικ. 1987 σελ. 773 και εκεί παραπομπές, Κ.Μπέη στη Δ 40, 815). Υπό την αντίθετη εκδοχή, -σύμφωνα με την οποία η αρχή της αναλογικότητας αφορά και δεσμεύει μόνο τον κοινό νομοθέτη, και όχι τον εφαρμοστή του δικαίου-, θα οδηγούσε στο άτοπο να αποδίδεται στο συνταγματικό νομοθέτη η βούληση να επιβάλλει διαφορετικούς κανόνες και περιορισμούς σε λειτουργικώς όμοιες - κατά τα εκτεθέντα - εξουσίες, και μάλιστα να θέτει εντονότερο περιορισμό στον κοινό νομοθέτη από τον εφαρμοστή του νόμου, πράγμα αντίθετο προς την αρχή της ενότητας της έννομης τάξης και τον ενιαίο χαρακτήρα της κρατικής οντότητας (πρβλ.
ΑΠ 1141/2013 και Κ.Καλαβρό, εις ΕΠολΔ 2013 σελ. 326 επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ως άνω (τέταρτο πρόσθετο) λόγο, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου και ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη φρασεολογία, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και υποστηρίζεται ότι με την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσείουσας σε καταβολή των ως άνω χρηματικών ποσών ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το ουσιαστικό δικαστήριο υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της αναλογικότητας.
Συνεπώς ο λόγος αυτός, σύμφωνα προεκτεθέντα, είναι νομικώς βάσιμος και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, με βάση τα προκύπτοντα από την προσβαλλόμενη απόφαση και επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά, και ειδικότερα πρέπει να εξετασθεί, αν τα περιστατικά αυτά τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς την έννομη συνέπεια που απαγγέλθηκε με την απόφαση.
Με βάση τα ανωτέρω, αφού η απόφαση επί της προβαλλόμενης με τον τέταρτο πρόσθετο (από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) αναιρετικό λόγο αιτίασης λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, το παρόν δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει το ζήτημα για εκδίκαση στην Τακτική Ολομέλεια (άρθρο 563 παρ. 2 εδαφ. 2 περ. α' ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον τέταρτο λόγο του από 5-10-2012 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως της 1090/2010 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με το ζήτημα, κατά πόσον προσβάλλεται νομίμως με αναίρεση, για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας, ήτοι για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, απόφαση ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αδικοπραξίας, και ειδικότερα ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάσθηκε.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ