Legislator Case Law & Legislation
634/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against appellate court's dismissal of disability compensation claim under Greek Civil Code.

Case Number 634/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the appellate court's dismissal of a disability compensation claim. The appellant argued that Article 931 of the Civil Code required only proof of future loss due to disability, whereas the appellate court incorrectly demanded additional specific details about future income and social impact. The court ruled that the appellate court erred by imposing extra legal requirements not mandated by the statute, thereby violating the principle of legal certainty under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 931 of the Civil Code; Article 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure: A lower court violates the principle of legal certainty when it rejects a claim for additional compensation for disability by requiring factual elements that exceed those strictly required by the governing statutory provision.

Keywords

AI generated
disability compensation Article 931 Civil Code legal certainty appellate review statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 931 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 634 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 634/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αρβανίτη Των αναιρεσίβλητων: 1. .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Ιουνίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 317/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Απριλίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 8 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί του ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμισή τους, στην αξιολόγηση των πραγματικών επιχειρημάτων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως σε σχέση με τις προκληθείσες στον αναιρεσείοντα από το αναφερόμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα, αποκλειστικώς υπαίτιος του οποίου δέχθηκε ότι είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ότι αποδείχθηκαν τα εξής:

Κατά την προπεριγραφείσα σύγκρουση ο ενάγων τραυματίσθηκε σοβαρότατα και υπέστη συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηριαίου, κάταγμα δεξιού ηβικού και ισχιακού οστού με πρόσθια μεγάλη διάσταση και συνοδό βλάβης της ιερολαγόνιας, εξάρθρημα δεξιού γόνατος με ρήξη της ινιακής αρτηρίας και βλάβη του περονιαίου και κνημιαίου νεύρου, κρανιοεγκεφαλική κάκωση με υπαραχνοειδή αιμορραγία, κάταγμα βάσης κρανίου, γενικευμένο εγκεφαλικό οίδημα και θλαστικά τραύματα προσώπου και θλαστικό τραύμα ηβικής χώρας περιναίου και όσχεου με σοβαρή βλάβη δεξιού όρχεος.

Όμως στην έκταση της ζημίας αυτής (τραυματισμού) συνετέλεσε οπωσδήποτε και ίδιο πταίσμα του πρώτου ενάγοντος και τούτο διότι δεν έφερε επί της κεφαλής, όπως όφειλε, το προβλεπόμενο προστατευτικό κράνος με το οποίο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας θα απεφεύγοντο τα προαναφερθέντα τραύματα στην κεφαλή του.

Η συνυπαιτιότητα αυτή του πρώτου ενάγοντος πρέπει να καθορισθεί σε ποσοστό 15%, κατά μερική παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων, όπως ορθά δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ενώ όμως το Εφετείο συνδέει, κατά τα άνω, τη συνυπαιτιότητα αυτή του αναιρεσιβλήτου (15%) με τα προκληθέντα στην κεφαλή του, εκ του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος, τραύματα, ακολούθως προβαίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην έκπτωση κατά το ποσοστό αυτό (15%) του συνόλου των θετικών ζημιών που προκλήθηκαν σ' αυτόν συνεπεία του τραυματισμού του και οι οποίες κυρίως, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αναφέρονται σε δαπάνες για την αποκατάσταση της υγείας του εκ των λοιπών, πλην της κεφαλής, προκληθεισών σ' αυτόν σωματικών βλαβών (400.000 δρχ.

ως αποζημίωση για τις υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου που του προσέφερε η μητέρα του κατά το από 26-6- έως 3-8-1998 χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στην Ορθοπεδική κλινική του Νοσοκομείου "Χατζηκώστα" +360.000 δρχ. για βελτιωμένη τροφή +675.000 δρχ. για αμοιβή θεραπαινίδας επί έξι μήνες μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο +61.620 δρχ.

για εργαστηριακές εξετάσεις και επισκέψεις σε ιδιώτες ιατρούς + 1208000 δρχ. για φυσιοθεραπεία και γυμναστική +82.801 δρχ. για αγορά ορθοπεδικών ειδών). Με τα παραπάνω που δέχτηκε το Εφετείο και την επακόλουθη παραδοχή του ότι η ζημία του αναιρεσείοντος που αφορούσε το κονδύλιο των θετικών ζημιών του ανήλθε στο ποσό των 2.369.300 δρχ. (2787421Χ15%), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε σχέση με το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της υπάρξεως αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συνυπαιτιότητάς του για τις προκληθείσες σ' αυτόν στην κεφαλή σωματικές βλάβες, εκ του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος, και των λοιπών ως άνω ζημιών του που συνδέονται κυρίως με τις λοιπές προκληθείσες σ' αυτόν εκ του ατυχήματος σωματικές βλάβες.

Ειδικότερα δεν δικαιολογείται με την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί η συνυπαιτιότητα αυτή καταλαμβάνει το σύνολο των ζημιών του ενάγοντος, ενώ αναφέρεται μόνο ότι συντρέχει σε σχέση με τις προκληθείσες στην κεφαλή του ζημιές, γεγονός που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ λόγος της αιτήσεως με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

ΙΙ.- Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ) είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ) είτε ως παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού. Και ορίζεται μεν από το άρθρο 25 του ισχύοντος Συντάγματος ότι: "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Όμως η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο.

Ακολουθεί εντεύθεν ότι τη τήρησή της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς, αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από τα δικαστήρια παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου.

Αυτό σημαίνει, ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να προβεί σε προσδιορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στα πλαίσια της Α.Κ. 932, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη. Επομένως δικαστική απόφαση που δεν προβαίνει σε καθορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και μέσα στα πλαίσια που αυτά παρέχουν.

Αλλά, όπως στην αρχή της παρούσας σκέψεως εκτέθηκε, το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση απ' αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει το αναφερόμενο χρηματικό ποσό (10.000.000 δρχ.) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του αναιρεσείοντος, ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος για το άρθρο 932 ΑΚ, αλλά και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας που χαράσσει το άρθρο 932 ΑΚ.

Κατ' ακολουθίαν όμως των όσων εκτέθηκαν, ο διαληφθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί το καθορισθέν με την απόφαση του Εφετείου ποσό, που δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δεν υπόκειται απ' ευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας.

ΙΙΙ.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προ αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό-οικονομικό μέλλον του παθόντος.

Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Το ποσό του επιδικαζομένου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες ότι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. και ΑΠ 670/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην επιτρεπτώς κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενη από τον Άρειο Πάγο από 13-6-2000 αγωγή του, εκθέτει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

Όπως προαναφέρθηκε, εξ αιτίας του τραυματισμού μου παραμένω ανάπηρος και θα παραμείνω και σ' όλη μου τη ζωή (17 ετών) λόγω της μόνιμης πια, παράλυσης και αναισθησίας στο (ΔΕ) γόνατο και της δυσκαμψίας της (ΔΕ) ποδοκνημικής και δεν γνωρίζω αν θα δυνηθώ να εργαστώ ποτέ. Πάντως, είναι βέβαιο ότι δεν θα ασκήσω ποτέ το επάγγελμα του τεχνίτη οχημάτων, που είχα επιλέξει στη ζωή μου και ασκούσα μέχρι τον τραυματισμό μου.

Διότι, ως ελεύθερος επαγγελματίας με τέτοιο αντικείμενο, έχω ανάγκη από δημόσιες σχέσεις, ειδικότερα από γνωριμίες με πρόσωπα, που θα μου ανέθεταν την επισκευή των οχημάτων τους και θα με συνιστούσαν και σε άλλους γνωστούς και φίλους τους. Αυτές οι απαραίτητες γνωριμίες απαιτούν κοινωνικές συναναστροφές, παρουσία σε κοινωνικές εκδηλώσεις και γενικά είναι απαραίτητη η κοινωνική παρουσία μου ως ελεύθερου επαγγελματία.

Πλην όμως, η μόνιμη αναπηρία μου δεν μου επιτρέπει την ανάπτυξη των παραπάνω δραστηριοτήτων, με αποτέλεσμα η αναπηρία αυτή να επιδρά στο οικονομικό μου μέλλον. Επίσης, δεν είμαι σε θέση να οδηγώ αυτοκίνητο, στερούμενος του απαραιτήτου αυτού αγαθού, αλλά και της οδηγητικής απόλαυσης, καθότι η αρμόδια Υπηρεσία Συγκοινωνιών της Νομ.

Αυτ/σης Ιωαννίνων αρνήθηκε να μου χορηγήσει άδεια οδηγήσεως, λόγω της αναπηρίας μου. Επί πλέον, από την ένδικη σύγκρουση υπέστην παραμόρφωση στο πρόσωπό μου, και ειδικώτερα στο μέτωπο, λόγω των πολλαπλών τραυμάτων σ' αυτό. Επομένως, θα πρέπει να μου επιδικασθεί το εύλογο ποσό των 50.000.000 δραχμών ως πρόσθετη αποζημίωσή μου, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, καθ' όσον η απαίτησή μου δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις προβλεπόμενες παροχές των άρθρων 929 και 932 ΑΚ.

Με βάση τα παραπάνω ιστορούμενα ο αναιρεσείων (ενάγων) ζήτησε χρηματική παροχή βάσει του άρθρου 931 ΑΚ ύψους 50.000.000 δρχ. προκειμένου, όπως στο δικόγραφο της αγωγής προσθέτει, να αντιμετωπίσει τις πιο πάνω δυσμενείς κοινωνικές, οικογενειακές και επαγγελματικές επιπτώσεις από την εν λόγω αναπηρία του. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την ως άνω αξίωση, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.

Όμως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την απέρριψε ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η επιδιωκόμενη εκ μέρους του αποζημίωση είναι συνέπεια απλώς της ανικανότητάς του για εργασία και απόκτηση από αυτήν εισοδημάτων και όχι συνέπεια της αναπηρίας ή παραμορφώσεώς του και ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως του αυτής θα έπρεπε να αναφέρονται στην αγωγή εκτός των ανωτέρω και άλλα ειδικότερα προσδιοριστικά στοιχεία αναφορικά με τη μελλοντική του ζημία...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, διότι για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα κατά νόμο απαιτούνται, κατά τον βάσιμο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Επομένως κατά παραδοχή των παραπάνω πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις άνω διατάξεις της και ως προς τη διάταξη της για τα δικαστικά έξοδα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει (κατά τα εν τω σκεπτικώ την 129/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ