Legislator Case Law & Legislation
1922/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding unexamined facts and non-proposed settlement claims.

Case Number 1922/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellants argued the Court of Appeal failed to examine specific facts regarding a disputed debt and a non-proposed settlement. The court held that the debt denial was a substantive denial of the claim's basis rather than a separate fact, and the settlement claim lacked independent legal significance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it challenges a denial of a claim's basis rather than a distinct fact, or if it relies on a non-proposed settlement claim lacking independent legal effect.

Keywords

AI generated
procedural admissibility appeal grounds substantive denial settlement claim Code of Civil Procedure inadmissible appeal legal significance

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1922 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1922/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) τελούσας σε εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. - Μ. Δ. Ε.Ε.", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Α. του Σ., κατοίκου ... και 3) Δ. Μ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κατσαρό.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΗΜΕΝΣ Α.Ε. ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2019 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ...-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ....2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό .../2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η από ....2019 έφεση των ηττηθέντων εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων), κατά της με αριθμό .../2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 2.3.2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, με την οποία η τελευταία, επικαλούμενη υπό την ιδιότητα της υπεργολάβου, προσήκουσα εκτέλεση των ανατεθεισών από την πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία, εργασιών, στο έργο "ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΙΚΤΥΟΥ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ" που είχε αναλάβει ως ανάδοχος η εταιρεία "Α. ΑΤΕ" (μη διάδικος εν προκειμένω), και εις ολόκληρον ευθύνη των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων ως ομορρύθμων μελών της πρώτης εναγομένης, ζήτησε την πληρωμή ανεξόφλητων τιμολογίων εκδόσεώς της, συνολικού ύψους 208.478,68 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τις στην αγωγή διακρίσεις. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το περιεχόμενο των διατάξεων του ν. 4072/2012 που αντικατέστησε τις διατάξεις του Εμπορικού Νόμου (Α' 86), και ιδίως της παρ. 2 του άρθρου 272 αυτού, σύμφωνα με την οποία "Αν στην επωνυμία ετερόρρυθμης εταιρείας περιληφθεί το όνομα ετερόρρυθμου εταίρου, τούτο έχει ως συνέπεια την απεριόριστη ευθύνη του, εκτός αν ο τρίτος που συναλλάχθηκε με την εταιρεία γνώριζε ότι είναι ετερόρρυθμος εταίρος [...]", προκύπτει ότι η διάταξη αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διατάξεων, το οποίο καθιερώνει ένα νέο και διαφορετικό από τις διατάξεις του Εμπορικού Νόμου σύστημα διαμόρφωσης της επωνυμίας των ετερορρύθμων εταιρειών (αρθ. 272 ν. 4072/2012), και συνακόλουθα ευθύνης των ετερορρύθμων εταίρων (πρβλ. ΑΠ 2273/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ? ουσία (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Εξ’ άλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την απόφαση, διότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στη πραγματικότητα (υπό το πρόσχημα είτε ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου) να πλήττει αυτή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1350/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1609/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρεία, συστάθηκε με ομόρρυθμο εταίρο τον δεύτερο εναγόμενο και ετερόρρυθμο εταίρο τον τρίτο εναγόμενο, δυνάμει του από 25.6.2008 καταστατικού της.

Σκοπός της πρώτης εναγομένης, κατά το άρθρο 2 του ως άνω καταστατικού ήταν η εκτέλεση εργασιών συντήρησης, βελτίωσης και λειτουργίας φωτεινών σηματοδοτών Λάρισας, βάσει συμφωνητικού ανάθεσης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. ΑΤΕ". Κατά το άρθρο 4 του ανωτέρω καταστατικού η επωνυμία της πρώτης εναγομένης ορίστηκε σε "Α.

Π.- Μ. Δ. ΕΕ" ήτοι περιέλαβε το όνομα και του ετερορρύθμου εταίρου της, τρίτου εναγομένου. Περαιτέρω, στις 14.5.2008 ο Δήμος Λαρισαίων ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. ΑΤΕ" με σχετική έγγραφη σύμβαση το έργο "ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΙΚΤΥΟΥ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ", η οποία εν συνεχεία συγχωνεύθηκε και απορροφήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΕ".

Η πρώτη εναγομένη, δυνάμει του από 29.8.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνήψε με την ανάδοχο εταιρεία "Α. ΑΤΕ" ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών για το έργο "ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΙΚΤΥΟΥ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ". Στα πλαίσια εκτέλεσης του παραπάνω έργου η πρώτη εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα, δυνάμει του από 16.9.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, την εκτέλεση εργασιών ως τμήματος του παραπάνω έργου για την επιτήρηση, άρση βλαβών, συντήρηση και εφαρμογή τροποποιήσεων και επεκτάσεων σε εγκαταστάσεις φωτεινής σηματοδότησης, όπως οι εργασίες αυτές περιγράφονται αναλυτικά στο συνημμένο στην ως άνω σύμβαση Παράρτημα 1 υπό τον τίτλο " ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ".

Κατά το άρθρο 1.4 δε της παραπάνω από 16.9.2008 αρχικής σύμβασης, ορίστηκε ότι η ενάγουσα υποχρεούται να προβαίνει στην εκτέλεση κάθε τυχόν νέας εργασίας, μη προβλεπόμενης από τον προϋπολογισμό εργασιών που είναι αναγκαία, κατά την κρίση της πρώτης εναγομένης, για την ολοκλήρωση του παραπάνω έργου, υπό τον όρο ότι θα της δοθεί έγγραφη εντολή από την τελευταία, με την οποία η ενάγουσα θα εντέλλεται να προβεί στην εκτέλεση της άνω εργασίας.

Ακολούθως, στο πλαίσιο του ιδίου ως άνω έργου και κατόπιν αιτήματος της πρώτης εναγομένης και δυνάμει του από 25.11.2011 προσφοράς της ενάγουσας, την οποία η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε, συνυπογράφοντας επί της προσφοράς αυτής, η ενάγουσα ανέλαβε τις παρακάτω επί πλέον εργασίες, συνιστάμενες ειδικότερα σε .....(παρατίθενται αναλυτικά οι εργασίες)...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στο πλαίσιο των παραπάνω εκτέλεσε τις συμφωνηθείσες εργασίες, εξέδωσε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη τα ακόλουθα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών... (παρατίθενται τα τιμολόγια με τα χρηματικά ποσά στα οποία αφορά έκαστο). Ως δήλη ημέρα πληρωμής κάθε τιμολογίου, που δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους, ορίστηκε η πάροδος 180 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 5.6 παρ. 2 της άνω σύμβασης.

Εξάλλου, αν και η ενάγουσα εκτέλεσε εμπρόθεσμα και με τον προσήκοντα τρόπο τις ανατεθείσες σ'αυτή εργασίες από την πρώτη εναγομένη, τις οποίες η τελευταία παρέλαβε ανεπιφύλακτα, συνυπογράφοντας τους πίνακες εργασιών που επισυνάπτονται στα παραπάνω τιμολόγια, στους οποίους (πίνακες εργασιών) αναγράφονται αναλυτικά οι, από την ενάγουσα, εκτελεσθείσες εργασίες, εν τούτοις, αυτή (πρώτη εναγομένη) εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα μέρος της αμοιβής της , συνολικού ποσού 208.478,68 ευρώ, που αρνείται η πρώτη εναγομένη να της καταβάλει, παρόλο που οχλήθηκε προς τούτο από την ενάγουσα και με τα από ....2013 και ....2014 εξώδικα, που κοινοποιήθηκαν στην πρώτη εναγομένη στις ....2013 και ....2014 αντίστοιχα....

Εξ άλλου, δεν ασκεί καμία επιρροή στην προκειμένη περίπτωση η από τους εναγομένους επικαλούμενη πρόταση από πλευράς της ενάγουσας για περιορισμό της ένδικης απαίτησής της στο ποσό των 150.000 ευρώ, στα πλαίσια συμβιβαστικής επίλυσης της μεταξύ τους διαφοράς, πριν τη συζήτηση της ως άνω αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης, εφόσον τέτοιος συμβιβασμός τελικά δεν επιτεύχθηκε, αφού το από 11.12.2014 επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν υπεγράφη από τους διαδίκους.

Επομένως, αλυσιτελώς προβάλλεται και συνεπώς, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το ποσό των 70.875,30 ευρώ, που αντιστοιχεί στα με αριθμούς .... τιμολόγια, δεν οφείλεται στην ενάγουσα, καθόσον αφορά επί πλέον εργασίες, που εκτελέστηκαν από την τελευταία κατόπιν προφορικής συμφωνίας όλων των εμπλεκομένων μερών, με την προοπτική κατάρτισης νέας έγγραφης συμπληρωματικής σύμβασης μέχρι το 2013, δυνάμει της οποίας θα πληρωνόταν η ανάδοχος εταιρεία, η οποία στη συνέχεια θα πλήρωνε την πρώτη εναγομένη και αυτή με τη σειρά της την ενάγουσα, η οποία (νέα συμπληρωματική σύμβαση) εν τέλει δεν καταρτίστηκε, αφού τυχόν μη πληρωμή της πρώτης εναγομένης από την ανάδοχο εταιρεία για τον ανωτέρω λόγο δεν επηρεάζει την πληρωμή της ενάγουσας, η οποία, ως προεκτέθηκε, εκτέλεσε τις εργασίες για τις οποίες εκδόθηκαν τα ως άνω τιμολόγια, κατόπιν των σχετικών συμβάσεων με την εναγομένη...

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του τρίτου των εναγομένων, διότι είναι ετερόρρυθμος εταίρος της πρώτης εναγομένης που ευθύνεται μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς του στην πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού το όνομα αυτού, ως προεκτέθηκε, περιλαμβάνεται στην επωνυμία της πρώτης εναγομένης, με κίνδυνο κατ' αυτό τον τρόπο να εκληφθεί από τους τρίτους συναλλασσομένους με την εταιρεία ως απεριόριστα ευθυνόμενος, στη προκειμένη δε περίπτωση αποδείχθηκε, αφενός, ότι η ενάγουσα που συναλλάχθηκε με την πρώτη εναγομένη δεν γνώριζε ότι ο τρίτος εναγόμενος είναι ετερόρρυθμος εταίρος της πρώτης εναγομένης, αφετέρου ότι η ενάγουσα είχε από την αρχή συνεχή επικοινωνία στην επίδικη περίπτωση με τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος είχε ενεργή και όχι μεμονωμένη συμμετοχή στο επίδικο έργο.

Επομένως, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, ο τρίτος εναγόμενος ευθύνεται μαζί με τον δεύτερο εναγόμενο απεριόριστα και εις ολόκληρον ο καθένας για το ως άνω επίδικο χρέος της πρώτης εναγομένης...". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 18-28 του Κ.Ν. οι οποίες από 11-4-2012 είχαν καταργηθεί και δεν ήταν εφαρμοστέες, εφάρμοσε δε τις διατάξεις του άρθρου 272 παρ. 2 εδ. α' του ν. 4072/2012 σύμφωνα με το οποίο, ως προεκτέθηκε, ο ετερόρρυθμος εταίρος του οποίου το όνομα περιλήφθηκε στην επωνυμία της ετερόρρυθμης εταιρείας ευθύνεται απεριορίστως, παρεκτός αν ο τρίτος που συναλλάχθηκε με την εταιρεία ήταν σε γνώση της ιδιότητάς του ως ετερορρύθμου εταίρου.

Ακολούθως, ορθώς υπήγαγε στη διάταξη αυτή τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, καθόσον δέχθηκε ότι : (α) σύμφωνα με το άρθρο 4 του καταστατικού της πρώτης εναγομένης, η επωνυμία της ορίστηκε σε "Α. Π.- Μ. Δ. ΕΕ" και συνεπώς, το όνομα του ετερορρύθμου εταίρου Δ. Μ., περιελήφθη στην επωνυμία αυτής, με κίνδυνο να εκληφθεί αυτός, από τους τρίτους συναλλασσομένους με την υπόψη ετερόρρυθμη εταιρεία, ως απεριόριστα ευθυνόμενος, (β) ότι ο ετερόρρυθμος εταίρος Δ.

Μ., εξ αρχής είχε συνεχή επικοινωνία με την αναιρεσίβλητη υπεργολάβο και ενεργή συμμετοχή στο επίδικο έργο, και (γ) ότι η αναιρεσίβλητη συναλλαγείσα με αυτόν και τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ουδόλως γνώριζε την ιδιότητά του ως ετερορρύθμου εταίρου. Εξ άλλου, το Εφετείο ως δικαστήριο ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης, όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, και συγκεκριμένα, αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ότι η ανάμιξη του ετερορρύθμου εταίρου στα θέματα που αφορούσαν τις εργασίες που ανέλαβε υπεργολαβικώς η αναιρεσίβλητη ήταν ενεργή και εκδηλώθηκε ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης, όπως εξ άλλου συνεχής ήταν η επικοινωνία του με την υπεργολάβο, καθώς και ότι η τελευταία πλήρως αγνοούσε την ιδιότητά του ως ετερορρύθμου εταίρου, με συνέπεια να εκληφθεί αυτός ως απεριορίστως ευθυνόμενος.

Σημειώνεται ότι η παραδοχή "η ενάγουσα δεν γνώριζε ότι είναι ετερόρρυθμοι εταίρος" δεν καθιστά την αιτιολογία της προσβαλλομένης ελλιπή, αφού πλήρως, σαφώς και επαρκώς αιτιολογείται, κατά τα αμέσως ανωτέρω, η ακριβώς αντίθετη πεποίθηση της αναιρεσίβλητης συναφώς προς την απεριόριστη ευθύνη του υπόψη εταίρου.

Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, με τον οποίο προσάπτονται στη προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, κατά το οποίο, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους, αποδίδει δήθεν παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, με την επίκληση της μη λήψης υπόψη προσκομισθέντων εγγράφων και ανωμοτί καταθέσεως, βάσει των οποίων προέκυπτε ότι (α) κατά τη σύσταση της αναιρεσείουσας εταιρείας περιελήφθη εκ παραδρομής και από σφάλμα και αβλεψία του λογιστή το όνομα του ετερορρύθμου εταίρου στην επωνυμία της αναιρεσείουσας, και (β) ότι ο ομόρρυθμος των εταίρων ήταν αυτός που στη πραγματικότητα προέβαινε στο σύνολο των πράξεων διαχείρισης και εκπροσώπησης της ετερόρρυθμης εταιρείας, πλήττει στη πραγματικότητα την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς, είναι απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρούνται οι, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016, ΑΠ 1225/2004, ΑΠ 1530/2001) δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005, ΑΠ 864/2003 ).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Δεν στοιχειοθετείται, εξ άλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Στη προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" προταθέν και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό τους ότι δεν όφειλαν χρηματικό ποσό 70.875,30 ευρώ, που αφορούσε αμοιβή της αναιρεσίβλητης υπεργολάβου για πρόσθετες εργασίες, οι οποίες εκτελέστηκαν και τους παραδόθηκαν από την τελευταία, εκδοθέντων και των σχετικών τιμολογίων, καθώς και ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "πράγμα" μη προταθέν και ειδικότερα αυτοτελή ισχυρισμό περί μη επιτεύξεως εξώδικου συμβιβασμού ως προς την απομείωση της οφειλής κατά το άνω ποσό, ο οποίος όμως ουδόλως προεβλήθη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός της μη οφειλής του ανωτέρω ποσού (70.875,30 ευρώ) συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, που αποκρούστηκε με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών περιστατικών της, και συνεπώς δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, κατά το μέρος δε που οι αναιρεσείοντες αιτιώνται λήψη υπόψη "πράγματος" που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα ένσταση εξώδικου συμβιβασμού "που δεν τελεσφόρησε", ο λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλομένης ότι "....δεν ασκεί καμία επιρροή στην προκειμένη περίπτωση η από τους εναγομένους επικαλούμενη πρόταση από πλευράς της ενάγουσας για περιορισμό της ένδικης απαίτησής της στο ποσό των 150.000 ευρώ, στα πλαίσια συμβιβαστικής επίλυσης της μεταξύ τους διαφοράς, πριν τη συζήτηση της ως άνω αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης, εφόσον τέτοιος συμβιβασμός τελικά δεν επιτεύχθηκε, αφού το από 11.12.2014 επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν υπεγράφη από τους διαδίκους..." δεν αναφέρονται σε "πράγμα", δηλαδή σε αυτοτελή ισχυρισμό περί καταρτισθέντος εξωδίκου συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, ο οποίος ήταν ικανός να διαμορφώσει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για το παραδεκτό της αίτησής τους, στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, ως ηττηθέντες διάδικοι στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ....2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό .../2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ