Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to lack of legal grounds and improper evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding insurance liability for a traffic accident. The appellant argued that the lower court distorted evidence documents and relied solely on them to establish the driver's exclusive fault. The court rejected this claim, noting that the appellate court's finding was based on a comprehensive evaluation of all evidence, including witness testimonies, rather than just the disputed documents. Consequently, the appeal was found inadmissible as it challenged the court's discretionary assessment of facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a court's evaluation of evidence regarding the facts of a case is inadmissible if the lower court's decision was based on a holistic assessment of all evidence rather than a distortion of specific documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1921 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1921/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ζ. Ζ. - Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρύσανθο Κετίκογλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ….. αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ….. και συνεκδικάστηκε με την από ….. ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …. οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ….. του Μονομελούς Εφετείου …... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 και 3, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).
Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 89/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο πρώτος από τους αναιρεσίβλητους, Κ.
Χ.. Η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει αποδεικτικά επίδοσης, προς τον ως άνω απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο, Κ. Χ. της ένδικης από …. με ΓΑΚ ενδίκου μέσου ….. και με αριθμό δικογραφίας …… αίτησης αναίρεσης της υπ'αριθ. ….. απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ……, που προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 19-11-2021, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία …… Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος.
Επομένως, αφού δεν υφίσταται νόμιμη επίσπευση της συζήτησης ως προς τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Χ. και λαμβανομένου υπ' όψη ότι όλους τους αναιρεσίβλητους - εφεσίβλητους και εναγόμενους ως εις ολόκληρον ευθυνόμενους από αδικοπραξία στην δίκη επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, συνδέει απλή ομοδικία, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον απολειπόμενο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης 1° αναιρεσίβλητο Κ.
Χ., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον απολειπόμενο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Χ. και να χωρήσει νόμιμα η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο διαδίκους.
Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό δε της διάταξης του άρθρου 553 § 1 β με αυτές των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 965/2017, βλ.
και ΑΠ 239/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 27-5-2020 καταχωρηθείσα στο Εφετείο ….. με ... αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ'αρ. 2915/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ….., που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ.), ερήμην του τότε 2ου εφεσιβλήτου- 2ου κυρίως εναγομένου - προσεπικαλούμενου και παρεμπιπτόντως εναγόμενου Ε.
Τ. του Δ.. ως προς τον οποίο το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ'αριθ. 4223/2018 απόφασή του είχε κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της από …… κύριας αγωγής της τώρα αναιρεσείουσας και ο οποίος (2ος εφεσίβλητος- 2ος κυρίως εναγόμενος - τότε προσεπικαλούμενος και παρεμπιπτόντως εναγόμενος Ε. Τ. του Δ.) δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη, κατ' αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων.
Λαμβανομένου δε υπ' όψη ότι όλους τους εφεσιβλήτους και εναγόμενους ως εις ολόκληρον ευθυνόμενους από αδικοπραξία στην δίκη επί της οποίας εξεδόθη η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, συνδέει απλή ομοδικία, συνακόλουθα, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 2915/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …… έχει καταστεί τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου των ομοδίκων ήδη αναιρεσιβλήτων (κατ' αντιμωλία δικασθέντων στην προσβαλλόμενη απόφαση) και συνεπώς υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση ως προς τους ως άνω ομοδίκους ως προς τους οποίους έχει γίνει τελεσίδικη (ήδη αναιρεσιβλήτους στην προκείμενη δίκη), ανεξαρτήτως αν έγινε ή όχι τελεσίδικη ως προς τον ερήμην δικασθέντα απλό ομόδικό τους Ε.
Τ. του Δ.. [ΑΠ 688/2019, ΑΠ 965/2017] (γεγονός που δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας).
Συνεπώς η κρινόμενη από 27-5-2019 καταχωρηθείσα στο Εφετείο ….. με ... αίτηση αναιρέσεως κατά της δημοσιευθείσας στις 24-12-2018 υπ'αρ. 2915/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ….., που έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ. διετούς προθεσμίας από την γενόμενη στις 24-12-2018 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση, πρέπει να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).
Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018].
Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018].Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018].
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014].
Ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020,ΑΠ 19/2020, AΠ 270/2018, ΑΠ 1136/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 118/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 325/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (AΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο ….., με την προσβαλλόμενη (εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ,) υπ'αριθ. 2915/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα Α) της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας (αμέλειας), σε σχέση με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, του 1ου εναγόμενου (ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση) Κ.
Χ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας .... δίτροχου μοτοποδήλατου, ιδιοκτησίας του αρχικά 2ου εναγόμενου (Ε. Τ.), που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη- παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη 2η αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...."), και της αποκλειστικής υπαιτιότητας της πεζής κυρίως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για τον κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό της, Β) της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ του επελθόντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ζημιογόνου αποτελέσματος και της συμπεριφοράς ενός εκάστου των 1ου εναγόμενου (οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίτροχου μοτοποδήλατου που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη- παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη 2η αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία) και της κυρίως ενάγουσας πεζής - ήδη αναιρεσείουσας, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: "Στην περίπτωση που πρόκειται, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται -στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται στο σύνολό τους υπόψη προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης, έστω και αν γίνεται ειδικά μνεία ορισμένων μόνον εξ αυτών, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας για το ένδικο ατύχημα ποινικής δικογραφίας, τα πρακτικά και η απόφαση πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου ποινικού δικαστηρίου (με αρ. 65/2017 του Μονομελούς Πλημ/κείου Άμφισσας και 67512017 του Τριμελούς Πλημ/κείου Άμφισσας, αντίστοιχα), από την επισκόπηση των προσκομιζομένων φωτογραφιών της παθούσας αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, του τόπου αυτού και του ζημιογόνου οχήματος, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (αρθρ. 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ -βλ.
ΑΠ. 1286/2003, ΝΟΜΟΣ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (όρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 18-10-2014 και περί ώρα 9.00' μ.μ., ο πρώτος κυρίως εναγόμενος (Κ.
Χ.), οδηγώντας χωρίς να διαθέτει την προ τούτο απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης, το με αρ. κυκλ. .... δίτροχο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του δεύτερου (Ε. Τ.), ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κίνηση και την κυκλοφορία του, έβαινε επί της οδού ... στην πόλη της ...
με κατεύθυνση προς ... και πλησίαζε στον οικοδομικό αριθμό 18 αυτής, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 7 μ. χωρίς οριζόντια η κάθετη σήμανση, ευθεία και οριζόντια, με πεζοδρόμιο εκατέρωθεν των πλευρών της. Κατά τον ανωτέρω χρόνο, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός από κολώνα της ….. στο σημείο εκείνο, καθώς λόγω της εποχής και του προχωρημένου της ώρας, ήταν νύχτα, επικρατούσε καλοκαιρία και η άσφαλτος ήταν ξηρή.
Το ανώτατο όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 50 χλμ/ ώρα, καθώς πρόκειται για κατοικημένη περιοχή. Σημειώνεται ότι στο ανωτέρω ακριβώς σημείο δεν υπάρχει διάβαση πεζών, υπάρχει όμως σε σχετικά μικρή απόσταση από αυτό (100μ. περίπου) προς …... Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, η ενάγουσα πεζή, 75 ετών κατά το χρόνο του συμβάντος (γενν……), αφού στάθμευσε το Ι.Χ.
αυτοκίνητό της σε ελεύθερο χώρο στάθμευσης απέναντι ακριβώς από το ύψος του οικοδομικού ..., όπου ευρίσκεται και η οικία της, επιθυμώντας να διασχίσει το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού προκειμένου να μεταβεί σε αυτήν, κατήλθε στο οδόστρωμα της ανωτέρω οδού και με γρήγορο βηματισμό, διέσχισε αρχικά το νοητό ρεύμα κυκλοφορίας της οδού με κατεύθυνση από ...
προς ….. και στη συνέχεια, αφού διέσχισε και το μέσον του οδοστρώματος του νοητού ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση από ….. προς ... και βρισκόταν σε απόσταση περίπου 1 - 1,5 μέτρου από το πεζοδρόμιο, χτυπήθηκε από το συρόμενο στο οδόστρωμα μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, έχοντας αιφνιδιαστεί από τη βεβιασμένη και ανέλεγκτη κίνηση της ενάγουσας επί του οδοστρώματος, επιχείρησε να την ειδοποιήσει για την κίνησή του στο οδόστρωμα, φωνάζοντας μεν αλλά και χρησιμοποιώντας παράλληλα ηχητικό σήμα και αφού διενήργησε δεξιό αποφευκτικό ελιγμό και ελαφριά τροχοπέδηση, το μοτοποδήλατό του ανατράπηκε πλάγια δεξιά στο οδόστρωμα πλησίον του πεζοδρομίου και αυτό συρόμενο χτύπησε την ενάγουσα πεζή στα πόδια της με αποτέλεσμα η τελευταία να πέσει στο οδόστρωμα χτυπώντας εξαιτίας της πτώσης της τόσο το κεφάλι της όσο και τη σπονδυλική της στήλη και λεκάνη και να παραμείνει νοσηλευόμενη επί πενθήμερο στο ..., όπου διεκομίσθη (μέχρι τις 23-10-2014) σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την ίδια, ότι παρέμεινε και μάλιστα σε κώμα, επί δύο εβδομάδες.
Τα παραπάνω συνάγονται σαφώς από την ένορκη προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ε. - Β. Α. του Π., ο οποίος οδηγώντας κατ' εκείνο ακριβώς το χρόνο το Ι.Χ. αυτοκίνητό του του στο αντίθετο ρεύμα, είδε την ενάγουσα μπροστά του να διασχίζει το ρεύμα κυκλοφορίας από ... προς ….., στο οποίο κινούνταν, από δεξιά του γρήγορα και ακολούθως, για να την αποφύγει, χρειάστηκε να πεδήσει, αντιλήφθηκε δε αμέσως μετά τόσο τις φωνές του εναγόμενου οδηγού όσο και το ηχητικό σήμα του μοτοποδηλάτου όταν η ενάγουσα πεζή έφτασε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, η κατάθεση του δε αυτή δεν ανατρέπεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος δεν ήταν καν παρών στο περιστατικό.
Μάλιστα, η ενάγουσα κατέθεσε προανακριτικά ότι έλεγξε το δρόμο πριν το διασχίσει και "δεν είδε κάποιο φως από οποιοδήποτε όχημα", γεγονός που δεν είναι ακριβές, καθώς, εάν πράγματι είχε ελέγξει, θα είχε διαπιστώσει ότι κινούνταν σε αυτό πλην του μμοτοποδηλάτου το οποίο έφερε μπροστινό φως, τουλάχιστον το όχημα του αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος, επειδή την αντιλήφθηκε έγκαιρα, ελάττωσε την ταχύτητα του οχήματός του και έτσι, έχοντας τα χρονικά και τοπικά περιθώρια, απέφυγε τη σύγκρουση με την ενάγουσα πεζή.
Την ίδια όμως ευχέρεια (έγκαιρης αντίληψης) δεν είχε και ο εναγόμενος οδηγός, καθώς απολογούμενος ενώπιον και των δύο ποινικών δικαστηρίων, επανειλημμένα υποστήριζε ότι η ενάγουσα ξεπρόβαλε αιφνιδιαστικά πίσω από προπορευόμενα του αυτόπτη μάρτυρα όχημα επί του ρεύματος πορείας προς ….., με αποτέλεσμα να μην του αφήσει τα χρονικά και τοπικά περιθώρια να αντιδράσει επιτυχώς, ισχυρισμός που δε διαψεύδεται από κανένα έγγραφο η εμμάρτυρο αποδεικτικό στοιχείο.
Άλλωστε, ούτε η ίδια η ενάγουσα πεζή ισχυρίζεται ότι έλεγξε την κίνηση των οχημάτων επί του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού από ... προς ..., πριν ξεκινήσει διασχίζει αυτό. Πρέπει στο σημείο αυτό άλλωστε να επισημανθεί και το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε πρόβλημα βαρηκοΐας από τα παιδικά της ακόμη χρόνια, προς αντιμετώπιση του οποίου έφερε μόνιμα ακουστικά (για το λόγο αυτό προφανώς και δεν αντιλήφθηκε τις φωνές του εναγόμενου οδηγού όσο και το ηχητικό σήμα του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε αυτός) αλλά και γυαλιά οράσεως, ενώ και η όρασή της ήταν ήδη προβληματική, καθώς χρειάστηκε να υποβληθεί σε επέμβαση καταρράκτη δεξιού οφθαλμού στις 18-9-2015, εντός έτους δηλαδή από το ένδικο συμβάν.
Ακόμη, τα ευρήματα στον τόπο του ατυχήματος αποδεικνύουν ότι πράγματι η ενάγουσα βρισκόταν περίπου στο μέσον του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας από ... προς ... όταν χτυπήθηκε, καθώς βρέθηκαν λίμνες και κηλίδες αίματος περίπου στο μέσον του οδοστρώματος και ότι η ενάγουσα πεζή χτυπήθηκε από το μοτοποδήλατο, ενώ αυτό είχε ήδη ανατραπεί, καθώς βρέθηκαν δυο χαραγές προερχόμενες από το μοτοποδήλατο και οι οποίες βρίσκονται 4 και 6 μέτρα, αντίστοιχα, κατά μήκος πριν από το σημείο που βρέθηκε το σώμα της ενάγουσας πεζής.
Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα και το παρόν Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας πεζής, γενομένων δεκτών και των σχετικών ισχυρισμών των εναγόμενων, καθώς αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πεζή επέδειξε αμέλεια κατά την πορεία της στο οδόστρωμα, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 38 § 4 ε ΚΟΚ, συμπεριφορά που είχε -αναμφισβήτητα αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, καθώς κινήθηκε επί του οδοστρώματος, χωρίς να ελέγξει ούτε και να αντιληφθεί την κυκλοφοριακή κατάσταση της οδού, την οποία επιθυμούσε να διασχίσει από έλλειψη της προσοχής της, υπολογίζοντας λανθασμένα ότι προλαβαίνει με το γρήγορο βηματισμό της να διασχίσει την οδό, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της και κυρίως παρά το βασικό πρόβλημα ακοής αλλά και όρασης που αντιμετώπιζε, προτίμησε δε παρά ταύτα και σε κάθε περίπτωση, να μη μεταβεί ως τις διαβάσεις πεζών, από όπου και να διασχίσει ασφαλέστερα την οδό, με αποτέλεσμα, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ήταν νύχτα, να αποκόψει αιφνίδια την κανονική πορεία του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, μολονότι την αντιλήφθηκε έστω την τελευταία στιγμή και διενήργησε τους ενδεδειγμένους αποφευκτικούς ελιγμούς, δεξιό δηλαδή ελιγμό και ελαφρά τροχοπέδηση, παράγοντας παράλληλα ηχητικό σήμα και προειδοποιώντας με φωνές την ενάγουσα, δε μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού δεν είχε ούτε τα χρονικά ούτε τα τοπικά περιθώρια για να το πράξει, δεδομένου, μάλιστα, ότι το μοτοποδήλατό του ανατράπηκε κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς του να αποφύγει την ενάγουσα πεζή.
Το γεγονός, εξάλλου ότι ο πρώτος εναγόμενος δε διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης του μοτοποδηλάτου δε συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος και τα αποτελέσματά της, παρά το γεγονός ότι αποτελεί ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά, ως αντιβαίνουσα διάταξη του ΚΟΚ, όπως άλλωστε και η ενέργεια του πρώτου εναγόμενου να επιτρέψει να μετακινηθεί από τον εργοδότη του το μοτοποδήλατό του από τον τόπο του ατυχήματος και να το παραδώσει μία ώρα μετά στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής.
Αντίθετα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα (αν και δεν ενδιαφέρει η μεταγενέστερη συμπεριφορά του όσον αφορά στην υπαιτιότητα αυτού στο ένδικο συμβάν) ότι εγκατέλειψε αβοήθητη την παθούσα, ενώ καθόλου δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγάλη στο σημείο εκείνο της οδού, αφού στην περίπτωση αυτή υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες και την όλη κίνηση της ενάγουσας επί του οδοστρώματος, εκτιμάται ότι ο εναγόμενος οδηγός δε θα είχε καν προλάβει να αντιδράσει και να ενεργήσει τους προαναφερθέντες αποφευκτικους ελιγμούς, οπότε θα είχαν επιπέσει το μοτοποδήλατο και ο αναβάτης μαζί επί της ενάγουσας και θα την είχαν συμπαρασύρει σε αρκετή απόσταση, με αποτέλεσμα και οι σωματικές βλάβες που θα είχε υποστεί η τελευταία θα ήταν οπωσδήποτε σοβαρότερες.
Η ανωτέρω δε κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου δε διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος οδηγός καταδικάστηκε τελεσίδικα με τη με αρ….. απόφαση του Τριμελούς …… σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της ενάγουσας, καθώς δεν προκύπτει δεδικασμένο και από αμετάκλητη ακόμη ποινική απόφαση (βλ.
ΑΠ. 1716/2012). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων μετά ταύτα ως ουσιαστικό αβασίμων των περί του αντιθέτου λόγων της πρώτης των κρινόμενων εφέσεων και αυτής στο σύνολό της, αφού διαταχθεί και η εισαγωγή του κατατεθέντος για το παραδεκτό αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων αυτής του παρόντος βαθμού λόγω της νίκης τους (αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα και της δεύτερης έφεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε επικουρικά και για την περίπτωση που ευδοκιμούσε η πρώτη έφεση και πρέπει αυτή να απορριφθεί κατά το σκέλος αυτό.
Αντίθετα, ως προς το λόγο της κυρίως ασκηθείσας ιδίας έφεσης το σχετικό με την επιβολή σε βάρος της εκκαλούσας αυτής ασφαλιστικής εταιρείας των δικαστικών εξόδων του παρασταθέντος πρωτοδίκως ήδη πρώτου εφεσιβλήτου αυτής, αφού γίνει δεκτός αυτός, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς τη σχετική διάταξή της μόνον, να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην εκκαλούσα και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό της είναι η ίδια η ενάγουσα (τώρα αναιρεσείουσα), που επέδειξε αμέλεια κατά την πορεία της στο οδόστρωμα, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 38 § 4 ε ΚΟΚ, και ότι η ως άνω συμπεριφορά της είχε αναμφισβήτητα αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, ενώ δέχθηκε επίσης ότι ο Κ.
Χ., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας .... δίτροχου μοτοποδήλατου, που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη- παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη 2η αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...."), δεν είχε οποιαδήποτε υπαιτιότητα για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό της ενάγουσας (τώρα αναιρεσείουσας), απέρριψε δε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση της ενάγουσας (τώρα αναιρεσείουσας) κατά της εκκαλούμενης υπ'αριθ.
….. απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει ομοίως και που είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή της ενάγουσας (τώρα αναιρεσείουσας).
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο (I) σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως ή μη αμέλειας του πρώτου εναγόμενου -οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ....
δίτροχου μοτοποδήλατου (που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη- παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη 2η αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία) στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και στην έκταση των συνεπειών του, καθιστώντας αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914,297,298,300,330 Α.Κ., 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 έως 3 του Ν.2696/1999, τους οποίους παραβίασε εκ πλαγίου στερώντας έτσι την απόφασή του από νομική βάση, ειδικότερα δε κατά την αναιρεσείουσα :
α) δέχεται η προσβαλλόμενη ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε άδεια ικανότητα οδήγησης, ωστόσο, αντιφατικά, θεωρεί ότι αυτό δεν επηρέασε τις αντιδράσεις του, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ο 1ος εναγόμενος, εξαιτίας της απειρίας του λόγω ηλικίας και έλλειψης γνώσεων περί την οδήγηση, ξαφνιάστηκε και δεν έκανε τον σωστό αποφευκτικό ελιγμό, β) δεν προσδιορίζει η προσβαλλόμενη την απόσταση από την οποία ο 1ος εναγόμενος - οδηγός μπορούσε να αντιληφθεί την ενάγουσα - αναιρεσείουσα- πεζή, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της ιδίας, βρισκόταν στο ρεύμα κυκλοφορίας του 1ου εναγόμενου και μάλιστα είχε "φθάσει 1 με 1,5 μέτρο απόσταση από το πεζοδρόμιο", γ) δεν διευκρινίζει η προσβαλλόμενη πού ακριβώς κινείτο το οδηγούμενο από τον 1° εναγόμενο δίτροχο μοτοποδήλατο κατά την πριν το ένδικο ατύχημα πορεία του, δ) δεν διευκρινίζει η προσβαλλόμενη σε ποια απόσταση βρισκόταν το οδηγούμενο από τον 1° εναγόμενο δίτροχο μοτοποδήλατο σε σχέση με την πεζή- ενάγουσα - αναιρεσείουσα, υπό συνθήκες επαρκούς τεχνητού φωτισμού, όταν αυτή εισήλθε "δήθεν αιφνίδια και ανεξέλεγκτα στο ρεύμα κυκλοφορίας του από αριστερά σε σχέση με την πορεία του, ώστε να κριθεί κατ' αντικειμενική κρίση ο χρόνος αντίδρασης αυτού και η δυνατότητά του να προβεί σε επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, και εάν ακόμα εκινείτο με ταχύτητα η οποία δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων.", ε) δεν διευκρινίζει η προσβαλλόμενη αν πριν το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο δίτροχο μοτοποδήλατο προπορεύονταν άλλα οχήματα στη λωρίδα κυκλοφορίας του, στ) δεν διευκρινίζει επαρκώς η προσβαλλόμενη για ποίο λόγο ο οδηγός του δίτροχου μοτοποδήλατου δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει την ενάγουσα- αναιρεσείουσα πεζή, κατά τους προσδιοριζόμενους από την τελευταία στην υπό κρίση αίτηση τρόπους, ζ) δέχεται η προσβαλλόμενη πως η ενάγουσα- αναιρεσείουσα - πεζή, ηλικίας 75 ετών, έπασχε από βαρηκοία και είχε προβλήματα όρασης, ωστόσο αντιφατικά δέχεται επίσης ότι αυτή (ενάγουσα) πάρκαρε το Ι.Χ.
αυτοκίνητό της απέναντι, γεγονός που αποδεικνύει, κατά την αναιρεσείουσα, ότι αυτή, παρά την ηλικία της είχε ικανότητα οδήγησης, αφού, κατά την αναιρεσείουσα, η άδεια οδήγησης αυτής (ενάγουσας - αναιρεσείουσας) είχε ανανεωθεί το 2013, χωρίς να διαπιστωθούν από τους ελέγξαντες αυτήν γιατρούς του Δημοσίου προβλήματα όρασης και ακοής της, η) Δεν προσδιορίζει η προσβαλλόμενη την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, αλλά "..με λογικές "κατασκευές" που παραλείπουν ουσιώδη κριτήρια υπαγωγής και την σε άτοπο απαγωγή δέχεται, ότι με οποιοδήποτε ταχύτητα ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν ευθύνεται καθόλου για το ατύχημα...", θ) ενώ αποδέχεται η προσβαλλόμενη ότι η μοτοσυκλέτα έπεσε με τη δεξιά πλευρά της και σύρθηκε, δεν αιτιολογεί γιατί ο 1ος εναγόμενος - οδηγός της δεν τραυματίστηκε, ι) δεν αιτιολογεί η προσβαλλόμενη γιατί ο μάρτυς Α.
είχε την δυνατότητα να δεί την ενάγουσα και να μειώσει την ταχύτητά του, ια) δέχεται αναιτιολόγητα η προσβαλλόμενη αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας - αναιρεσείουσας στον ένδικο τραυματισμό της και δη παρά την θέση όπου βρέθηκαν αφενός "λίμνες και κηλίδες αίματος ", αφετέρου το σώμα της ενάγουσας, που, κατά την ενάγουσα- αναιρεσείουσα, ήταν αντίστοιχα 4,10 μέτρα και 6,20 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης.
Ο ως άνω πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το ως άνω πρώτο (I) σκέλος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος εν όψει του περιεχομένου του, για τον λόγο ότι με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, υπό την επίφαση των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, θίγεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας του 1ου εναγόμενου - οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη δίτροχου μοτοποδήλατου για τον τραυματισμό της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Σε κάθε περίπτωση ο προαναφερθείς πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το ως άνω πρώτο (I) σκέλος του είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος και τούτο διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ευχερώς προκύπτει από το ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενό της, επαρκώς προσδιορίζονται οι συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος και αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα η κρίση του δικαστηρίου περί έλλειψης οιασδήποτε ευθύνης του 1ου εναγόμενου - οδηγού του δίκυκλου μοτοποδήλατου για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον κατ' αυτό τραυματισμό της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας για τον ένδικο τραυματισμό της, συγκεκριμένα προσδιορίζεται δε ότι "η ενάγουσα πεζή επέδειξε αμέλεια κατά την πορεία της στο οδόστρωμα, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 38 § 4 ε ΚΟΚ, συμπεριφορά που είχε -αναμφισβήτητα αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, " ότι η ενάγουσα " κινήθηκε επί του οδοστρώματος, χωρίς να ελέγξει ούτε και να αντιληφθεί την κυκλοφοριακή κατάσταση της οδού, την οποία επιθυμούσε να διασχίσει από έλλειψη της προσοχής της, υπολογίζοντας λανθασμένα ότι προλαβαίνει με το γρήγορο βηματισμό της να διασχίσει την οδό, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της και κυρίως παρά το βασικό πρόβλημα ακοής αλλά και όρασης που αντιμετώπιζε,", προσδιορίζεται ότι η ενάγουσα ξεπρόβαλε αιφνιδιαστικά πίσω από το προπορευόμενο όχημα του αυτόπτη μάρτυρα Α.
όχημα επί του ρεύματος πορείας προς ..., με αποτέλεσμα να μην αφήσει στον ενάγοντα τα χρονικά και τοπικά περιθώρια να αντιδράσει επιτυχώς, ισχυρισμός που δε διαψεύδεται από κανένα έγγραφο η εμμάρτυρο αποδεικτικό στοιχείο....", προσδιορίζεται επίσης ότι η ενάγουσα παρά το βασικό πρόβλημα ακοής αλλά και όρασης που αντιμετώπιζε προτίμησε "να μη μεταβεί ως τις διαβάσεις πεζών, από όπου και να διασχίσει ασφαλέστερα την οδό", και ότι αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς της ενάγουσας - ήδη αναιρεσείουσας, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ήταν νύχτα, ήταν ότι αυτή (ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα) απέκοψε "...
αιφνίδια την κανονική πορεία του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, μολονότι την αντιλήφθηκε έστω την τελευταία στιγμή και διενήργησε τους ενδεδειγμένους αποφευκτικούς ελιγμούς, δεξιό δηλαδή ελιγμό και ελαφρά τροχοπέδηση, παράγοντας παράλληλα ηχητικό σήμα και προειδοποιώντας με φωνές την ενάγουσα, δε μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού δεν είχε ούτε τα χρονικά ούτε τα τοπικά περιθώρια για να το πράξει, δεδομένου, μάλιστα, ότι το μοτοποδήλατο του ανατράπηκε κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς του να αποφύγει την ενάγουσα πεζή. ".
Διασαφηνίζεται επίσης στην προσβαλλόμενη ότι "Το γεγονός, εξάλλου ότι ο πρώτος εναγόμενος δε διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης του μοτοποδηλάτου δε συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος και τα αποτελέσματά της, παρά το γεγονός ότι αποτελεί ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά, ως αντιβαίνουσα διάταξη του ΚΟΚ, όπως άλλωστε και η ενέργεια του πρώτου εναγόμενου να επιτρέψει να μετακινηθεί από τον εργοδότη του το μοτοποδήλατό του από τον τόπο του ατυχήματος και να το παραδώσει μία ώρα μετά στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής.
Αντίθετα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα (αν και δεν ενδιαφέρει η μεταγενέστερη συμπεριφορά του όσον αφορά στην υπαιτιότητα αυτού στο ένδικο συμβάν) ότι εγκατέλειψε αβοήθητη την παθούσα, ενώ καθόλου δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγάλη στο σημείο εκείνο της οδού, αφού στην περίπτωση αυτή υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες και την όλη κίνηση της ενάγουσας επί του οδοστρώματος, εκτιμάται ότι ο εναγόμενος οδηγός δε θα είχε καν προλάβει να αντιδράσει και να ενεργήσει τους προαναφερθέντες αποφευκτικούς ελιγμούς, οπότε θα είχαν επιπέσει το μοτοποδήλατο και ο αναβάτης μαζί επί της ενάγουσας και θα την είχαν συμπαρασύρει σε αρκετή απόσταση, με αποτέλεσμα και οι σωματικές βλάβες που θα είχε υποστεί η τελευταία θα ήταν οπωσδήποτε σοβαρότερες.".
Με αυτά που ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα και παρατέθηκαν ανωτέρω αυτολεξεί, δεν συγκροτείται η έννοια του πταίσματος (οποιασδήποτε αμέλειας περί την οδήγηση) του πρώτου εναγομένου - οδηγού του (ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία) δίκυκλου μοτοποδήλατου για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον κατ'αυτό τραυματισμό της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, συγκροτείται δε η έννοια της αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, για τον κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό της δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο τραυματισμός της ενάγουσας - αναιρεσείουσας θα είχε αποφευχθεί, αν η ανωτέρω δεν είχε επιδείξει την αναλυτικά προαναφερθείσα αμελή συμπεριφορά.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ως άνω πρώτο (I) σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω με τον ίδιο πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο (II) σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση επίσης τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η πληττόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση για τον λόγο αφενός ότι, όπως αυτολεξεί αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης (βλ.
σελίδα 19 επ. αυτής στίχος 26 επ. και σελ. 20 στίχος 1 επ.) "η προσβαλλόμενη δέχεται ότι το ατύχημα έγινε, όπως υποτίθεται μόνον ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός άνευ διπλώματος περιγράφει (σε ορισμένες καταθέσεις του και αυτό) και ενώ μετακίνησε τη μοτοσυκλέτα από τον τόπο του ατυχήματος και με εγκατέλειψε αιμόφυρτη και σοβαρά τραυματισμένη, θεωρεί, ότι δήθεν τα δύο αυτά γεγονότα δεν επιβεβαιώθηκαν από τη μια, όταν καταδικάστηκε αμετάκλητα γι' αυτά και από την άλλη, ότι η εγκατάλειψη τραυματισμένου έστω και άνευ ευθύνης του αυτουργού, η οποία είναι αυθύπαρκτη αδικοπραξία από μόνη της δε δημιουργεί ευθύνη αποζημίωσης του οδηγού....", αφετέρου ότι, όπως επίσης αυτολεξεί αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης (βλ.
σελίδα 20 στίχος 12 επ. αυτής) "Ομοίως και η μετακίνηση της μοτοσυκλέτας από τον τόπο του ατυχήματος τροποποιώντας προς όφελος του τα δεδομένα του ατυχήματος, για να ισχυρίζεται ότι δήθεν αυτός, είναι ανυπαίτιος του ατυχήματος και του τραυματισμού μου, διότι δεν πρόλαβε να σταματήσει, όταν συνομολογεί ότι φώναζε, έκανε ηχητικά σήματα κ.λ.π., που φυσικά θέλουν κάποιο χρόνο και δε γίνονται σε κλάσματα του δευτερολέπτου.
Επίσης ότι από το πλάτος του δρόμου είχα διασχίσει από αριστερά προ τα δεξιά τα 3/4 αυτού και είναι φύσει αδύνατο να μη με είχε αντιληφθεί. Παρά στο τελευταίο μέτρο πριν ανέβω στο απέναντι πεζοδρόμιο.". Εν όψει του ως άνω περιεχομένου του, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το ως άνω δεύτερο (II) σκέλος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, για τον λόγο ότι με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, υπό την επίφαση των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας του 1ου εναγόμενου - οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη δίτροχου μοτοποδήλατου για τον τραυματισμό της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Περαιτέρω ειδικά ως προς ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η φερόμενη εγκατάλειψή της μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα αποτελεί αδικοπραξία και συνακόλουθα δημιουργεί ευθύνη αποζημίωσης του οδηγού, πρέπει να τονιστεί ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της περί την εκτίμηση των αποδείξεων, ότι δεν έλαβε χώρα εγκατάλειψη της παθούσας και συγκεκριμένα δέχθηκε (βλ.
την 10η σελίδα στίχος 30 επ. της προσβαλλόμενης) ότι "Αντίθετα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα (αν και δεν ενδιαφέρει η μεταγενέστερη συμπεριφορά του όσον αφορά στην υπαιτιότητα αυτού στο ένδικο συμβάν) ότι εγκατέλειψε αβοήθητη την παθούσα,...". Επίσης ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μετακίνησης του δίτροχου μοτοποδήλατου μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα αλυσιτελώς προβάλλεται, λαμβανομένου υπόψη ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε, (βλ.
την 10η σελίδα στίχος 27 επ. της προσβαλλόμενης) ότι "δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος και τα αποτελέσματά της......η ενέργεια του πρώτου εναγόμενου να επιτρέψει να μετακινηθεί από τον εργοδότη του το μοτοποδήλατο του από τον τόπο του ατυχήματος και να το παραδώσει μία ώρα μετά στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής.".
Εξάλλου με τον ίδιο πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το τελευταίο και τρίτο (III) σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η πληττόμενη απόφαση έχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά στον κανόνα δικαίου, καθόσον η προσβαλλόμενη δέχεται μεν ότι έλαβε υπόψη της τις ποινικές αποφάσεις και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (που αφορούσαν το ίδιο τροχαίο ατύχημα) και συγκεκριμένα την με αρ. 65/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Άμφισσας και την ….
απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου ….. αντίστοιχα, που καταδίκασαν αμφότερες τον πρώτο αναιρεσίβλητο ως υπαίτιο του ατυχήματος και για τις σωματικές βλάβες της ενάγουσας, και οι οποίες (όπως επίσης αναφέρεται στην προσβαλλόμενη) δεν δημιουργούν δεδικασμένο, εντούτοις κατέληξε σε ολότελα διαφορετικό συμπέρασμα, ώστε δημιουργείται αμφιβολία εάν πραγματικά τις έλαβε υπόψη και μάλιστα δημιουργείται αμφιβολία εάν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη σε αυτές ομολογία του 1ου εναγόμενου - οδηγού.
Εν όψει του ως άνω περιεχομένου του, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το ως άνω τρίτο (III) σκέλος του, είναι απορριπτέος εν μέρει ως αβάσιμος και δη κατά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι δημιουργείται αμφιβολία εάν πραγματικά η προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη τις (συναφείς) ποινικές αποφάσεις και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και μάλιστα ότι δημιουργείται αμφιβολία εάν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη σε αυτές ομολογία του 1ου εναγόμενου - οδηγού, και τούτο διότι η προσβαλλόμενη δέχεται ρητά κατά την ανέλεγκτη κρίση της ότι ο εναγόμενος οδηγός "...
απολογούμενος ενώπιον και των δύο ποινικών δικαστηρίων, επανειλημμένα υποστήριξε ότι η ενάγουσα ξεπρόβαλε αιφνιδιαστικά πίσω από προπορευόμενα του αυτόπτη μάρτυρα όχημα επί του ρεύματος πορείας προς ..., με αποτέλεσμα να μην του αφήσει τα χρονικά και τοπικά περιθώρια να αντιδράσει επιτυχώς, ισχυρισμός που δε διαψεύδεται από κανένα έγγραφο η εμμάρτυρο αποδεικτικό στοιχείο..." (βλ.
σελίδα 9 στίχος 11 επ. της προσβαλλόμενης). Κατά τα λοιπά ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το ως άνω τρίτο (III) σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, για τον λόγο ότι με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, υπό την επίφαση των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας του 1ου εναγόμενου - οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη δίτροχου μοτοποδήλατου για τον τραυματισμό της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά τα ως άνω πρώτο (I), δεύτερο (II) και τρίτο (III) σκέλη αυτού του, με τα οποία αποδίδονται στην προβαλλόμενη απόφαση (αντιστοίχως κατά τα προαναφερθέντα) οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, σύμφωνα με τα αναλυτικά ανωτέρω εκτεθέντα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ 591 παρ. 1 και 681 Α' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του (ΑΠ 83/2021).
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 895/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον επιγραφόμενο δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε τις, μετ' επικλήσεως, νομίμως προσκομισθείσες από αυτήν υπ' αριθμ.
…. απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου ….. και την υπ' αριθμ. …. απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου ….., με τις οποίες κρίθηκε (τελεσιδίκως με την δεύτερη εξ αυτών και ήδη αμετακλήτως) ο 1ος εναγόμενος - οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οχήματος ένοχος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών (σωματικής βλάβης της ήδη ενάγουσας- αναιρεσείουσας) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, καθόσον :
α) " το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να μνημονεύει είτε να αντικρούει τις αποφάσεις αυτές που κατέστησαν αμετάκλητες,", τις οποίες η αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση ενώπιόν του, με τις οποίες είχε διατυπωθεί διαφορετική κρίση ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του φερόμενου ζημιογόνου δίκυκλου, και στις οποίες (ως άνω ποινικές αποφάσεις) είχε γίνει εντελώς διαφορετική περιγραφή του επιδίκου ατυχήματος, β) στο κείμενο της προσβαλλόμενης αναφέρονται, μεταξύ των εγγράφων που το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα", παρότι είχε ήδη εκδοθεί η εν λόγω ποινική απόφαση, κατά δε την άποψη της αναιρεσείουσας το σχεδιάγραμμα, η έκθεση αυτοψίας της τροχαίας και οι καταθέσεις δεν οδηγούν στο συμπέρασμα που εξήγαγε η προσβαλλόμενη σχετικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, αλλά οδηγούν στο αντίθετο συμπέρασμα και δη οδηγούν σε αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου - 1ου αναιρεσίβλητου.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας κατά το μέρος που αφορά και τον προκείμενο αναιρετικό λόγο αυτολεξεί παρατέθηκε ανωτέρω, στο οικείο κεφάλαιο της παρούσης, και με την οποία έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο ατύχημα και τον κατ' αυτό τραυματισμό της ήταν η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) πεζή και ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαραίνει τον εναγόμενο οδηγό του δίτροχου μοτοποδηλάτου, το Εφετείο α) αφενός βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, "τα έγγραφα της σχηματισθείσας για το ένδικο ατύχημα ποινικής δικογραφίας, τα πρακτικά και η απόφαση πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου ποινικού δικαστηρίου (με αρ. 65/2017 του Μονομελούς Πλημ/κείου Άμφισσας και …..
του Τριμελούς Πλημ/κείου Άμφισσας, αντίστοιχα),...." , β) αφετέρου κάνει ρητή μνεία στην ενώπιον και των δύο ποινικών δικαστηρίων απολογία του κατηγορούμενου - 1ου εναγόμενου οδηγού του δίκυκλου μοτοποδήλατου και συγκεκριμένα (αναφερόμενο και στον μάρτυρα Α. που οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητο του επί του αντίθετου ρεύματος πορείας) αναφέρει ότι: "....
Την ίδια όμως ευχέρεια (έγκαιρης αντίληψης) δεν είχε και ο εναγόμενος οδηγός, καθώς απολογούμενος ενώπιον και των δύο ποινικών δικαστηρίων, επανειλημμένα υποστήριξε ότι η ενάγουσα ξεπρόβαλε αιφνιδιαστικά πίσω από προπορευόμενα του αυτόπτη μάρτυρα όχημα επί του ρεύματος πορείας προς ..., με αποτέλεσμα να μην του αφήσει τα χρονικά και τοπικά περιθώρια να αντιδράσει επιτυχώς, ισχυρισμός που δε διαψεύδεται από κανένα έγγραφο η εμμάρτυρο αποδεικτικό στοιχείο......
Σημειωτέον γ) ότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την διαφοροποίησή του από τις προαναφερόμενες αποφάσεις των δύο ποινικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα αναφέρει, εκτός των άλλων και τα εξής στη συνέχεια παρατιθέμενα (βλ. προσβαλλόμενη απόφαση σελίδα 10η στίχος τελευταίος και σελίδα 11η στίχος 1ος επ), σε σχέση με την έλλειψη υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον κατ'αυτό τραυματισμό της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) : "καθόλου δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγάλη στο σημείο εκείνο της οδού, αφού στην περίπτωση αυτή υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες και την όλη κίνηση της ενάγουσας επί του οδοστρώματος, εκτιμάται ότι ο εναγόμενος οδηγός δε θα είχε καν προλάβει να αντιδράσει και να ενεργήσει τους προαναφερθέντες αποφευκτικούς ελιγμούς, οπότε θα είχαν επιπέσει το μοτοποδήλατο και ο αναβάτης μαζί επί της ενάγουσας και θα την είχαν συμπαρασύρει σε αρκετή απόσταση, με αποτέλσμα και οι σωματικές βλάβες που θα είχε υποστεί η τελευταία θα ήταν οπωσδήποτε σοβαρότερες.
Η ανωτέρω δε κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου δε διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος οδηγός καταδικάστηκε τελεσίδικα με τη με αρ. 675/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Άμφισσας σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της ενάγουσας, καθώς δεν προκύπτει δεδικασμένο και από αμετάκλητη ακόμη ποινική απόφαση (βλ.
ΑΠ. 1716/2012)....".Από την αναφερόμενη ανωτέρω με στοιχείο (α) ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με τα αναλυτικά προαναφερθέντα και με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις ως άνω ποινικές αποφάσεις (με αρ. 65/2017 του Μονομελούς Πλημ/κείου …..
και 675/2017 του Τριμελούς Πλημ/κείου ….), δεν αξιολόγησε όμως τα σ'αυτές εκτιθέμενα κατά τον τρόπο που τα αξιολόγησε η αναιρεσείουσα. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος.
Επομένως, ο συναφής επιγραφόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 322/2020, βλ.
και ΑΠ 26/2022, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1106/2019, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Επίσης από τη διάταξη του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 1517/2008). Δεν ιδρύεται, όμως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως, κατ αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα από αυτά, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη σε σχέση με τα τελευταία αποδεικτική βαρύτητα, καθώς και αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 732/2017, ΑΠ 168/2015).
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1207/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον επιγραφόμενο τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη, συλλήβδην, τις πλημμέλειες "του άρθρου 559 παρ. 8 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με αρ.11α (ιδίως), 12 και 13 ΚΠολΔικ,", επικαλούμενη ειδικότερα, προς θεμελίωση του φερόμενου σφάλματος της προσβαλλόμενης, την αιτίαση, σύμφωνα με τα στις σελίδες 30 (στίχος 10 επ.), 31 και 32 (μέχρι και τον 3° στίχο) του αναιρετήριου αναγραφόμενα και αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα ότι "παρά το νόμο το Εφετείο, όπως ρητά αναφέρει, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, όπως ότι η μοτοσυκλέτα έπεσε και σύρθηκε με τη δεξιά πλευρά της και με χτύπησε, όταν ακόμη και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, αναφέρεται στην αριστερή πλευρά της, και ο πρώτος αναιρεσίβλητος δέχεται ότι με χτύπησε και με ανέτρεψε με την αριστερή πλευρά του τιμονιού της μοτοσυκλέτας του, χωρίς να έχει πρώτα πέσει και συρθεί αυτή.
Επίσης δέχθηκε χωρίς απόδειξη και μόνον τον ισχυρισμό του αντιδίκου, ότι δεν με είδε, ότι με εγκατέλειψε, αλλά δεν παίζει ρόλο στην απόδοση της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας, ότι η έλλειψη της άδειας ικανότητας οδηγού σε 18χρονο οδηγό, χωρίς καμία εμπειρία περί την οδήγηση δεν επηρέασε καθόλου το ατύχημα και αυτός δήθεν με φώναξε και έκανε ηχητικό σήμα.
Παραβλέπει επίσης το γεγονός, ότι μία γυναίκα 75 ετών, όπως η ίδια η προσβαλλόμενη δέχεται, με προβλήματα υγείας, δε μπορεί να είναι σαν δρομέας μικρών αποστάσεων και να διασχίσει κάθετα δρόμο 7 μέτρων πλάτους, τόσο γρήγορα, που 1 με 1,5 μέτρα πριν ανέβει στο απέναντι πεζοδρόμιο, να τη χτυπήσει το μοτοποδήλατο, δηλαδή να έχει προφθάσει να διασχίσει 5,5 με 6 μέτρα και να θεωρεί ότι έφταιγα εγώ, που δεν είδα στην απέναντι πλευρά του δρόμου να πλησιάζει το μοτοποδήλατο ΕΓΚΑΙΡΑ, και όχι το μοτοποδήλατο εμένα, όπως είχε εκ του Κ.Ο.Κ.
υποχρέωση ;;;;Συνεπώς τουλάχιστον σφάλλει στο γεγονός ότι θεωρεί μείζονα την υποχρέωση προσοχής ενός πεζού 75 ετών από την υποχρέωση προσοχής αναβάτη οχήματος, που πλησιάζει και μάλιστα ουσιαστικά δέχεται, ότι ένα άτομο 75 ετών βιαστικό (;!) φτάνει στο σημείο σύγκρουσης πιο γρήγορα από ένα όχημα !!!!. Γίνεται απόλυτα σαφές και κατανοητό, ότι και οπτικά και πραγματικά την υποχρέωση εποπτείας και ελέγχου, ώστε να μπορέσει να εκτελέσει τους απαραίτητους χειρισμούς, την είχε ο εποχούμενος πρώτος εφεσίβλητος και όχι εγώ η πεζή, καθώς είχε και πιο άμεσα και καλύτερη ορατότητα, αφού αυτός έβλεπε ευθεία μπροστά του και όχι εγώ, που έστριψα το κεφάλι μου, κοίταξα αριστερά και δεξιά για να περάσω απέναντι, που σαφώς απαιτεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που επιτείνεται και λόγω ηλικίας.
Επίσης, ότι εφόσον ο μάρτυρας οδηγός είχε τη δυνατότητα να με δει και να μειώσει ταχύτητα, γιατί το ίδιο δεν έπραξε και ο πρώτος αναιρεσίβλητος που είχε μεγαλύτερο οπτικό πεδίο, από το άλλο ρεύμα;;; Αντιφάσκει πλήρως με την πραγματικότητα, όπως αποτυπώνεται και στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και στο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει αναφέροντας τα πραγματικά στοιχεία από το ατύχημα (φρενάρισμα, θέση παθούσας στο οδόστρωμα, σημείο σύγκρουσης, λίμνες αίματος και κηλίδες, αλλά κυρίως αποστάσεις και τρόπος σύγκρουση;
κ.λ.π.). Δηλαδή ακόμη και οι αντίδικοι δεν ισχυρίζονται αυτά που δέχεται η προσβαλλόμενη, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος: "αφού διενήργησε δεξιό ελιγμό και ελαφρά τροχοπέδηση, το μοτοποδήλατο του ανατράπηκε πλάγια δεξιά στο οδόστρωμα πλησίον του πεζοδρομίου, και αυτό συρόμενο χτύπησε την ενάγουσα πεζή στα πόδια της και αυτή έπεσε χτυπώντας τόσο το κεφάλι της όσο και τη σπονδυλική στήλη και λεκάνη.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται...."...". Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., δηλαδή ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως για τον λόγο ότι τα αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα (και παρατεθέντα ανωτέρω) ως πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την αναφερόμενη ανωτέρω στην μείζονα σκέψη έννοια του νόμου και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως.
Ειδικότερα, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος - οδηγός του δίτροχου μοτοποδήλατου διενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά (και όχι αριστερά) προς αποφυγή της ενάγουσας δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει λήψη υπόψη πράγματος που δεν προτάθηκε, λαμβανομένου υπόψη α) αφενός ότι εκ των επιχειρούντων να στοιχειοθετήσουν την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου για το ένδικο ατύχημα ισχυρισμών της αγωγής ήταν και ο ισχυρισμός ότι ο 1ος εναγόμενος "δεν αποπειράθηκε καν να προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό ή ακινητοποίηση του μοτοποδηλάτου του, ώστε να εμποδίσει τη σύγκρουση..." (σελίδα 3, στίχος 7 επ.
της ένδικης αγωγής), β) αφετέρου [και ανεξαρτήτως του ότι ο πρώτος εναγόμενος - οδηγός του δίτροχου μοτοποδήλατου, εξεταζόμενος ως κατηγορούμενος στο ποινικό αναφέρθηκε στην υπ'αυτού διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη] ότι ο (περιεχόμενος στις υπογραφόμενες από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους προτάσεις τους) ισχυρισμός των εναγομένων περί διενέργειας υπό του πρώτου εναγόμενου - οδηγού αποφευκτικού ελιγμού προς τα αριστερά δεν συνιστούσε ένσταση ή αντένσταση αλλά ήταν απλά αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός, συνακόλουθα δεν αποτελεί "πράγμα", σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, ενώ γ) με βάση όλες τις ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και αναπόδεικτη, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούσαν την ιστορική και νομική της βάση.
Περαιτέρω κατά τα λοιπά και ειδικότερα κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη, συλλήβδην, τις πλημμέλειες "του άρθρου 559 παρ. 8 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με αρ. 11α (ιδίως), 12 και 13 ΚΠολΔικ,", επικαλούμενη ειδικότερα τις λοιπές αυτολεξεί παρατεθείσες ανωτέρω αιτιάσεις και συγκεκριμένα επικαλούμενη I) ότι η προσβαλλόμενη "δέχθηκε χωρίς απόδειξη και μόνον τον ισχυρισμό του αντιδίκου, ότι δεν με είδε", II) ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε "...ότι η έλλειψη της άδειας ικανότητας οδηγού σε 18χρονο οδηγό, χωρίς καμία εμπειρία περί την οδήγηση δεν επηρέασε καθόλου το ατύχημα και αυτός δήθεν με φώναξε και έκανε ηχητικό σήμα..", III) ότι η προσβαλλόμενη παρέβλεψε "το γεγονός, ότι μία γυναίκα 75 ετών, όπως η ίδια η προσβαλλόμενη δέχεται, με προβλήματα υγείας, δε μπορεί να είναι σαν δρομέας μικρών αποστάσεων και να διασχίσει κάθετα δρόμο 7 μέτρων πλάτους, τόσο γρήγορα, που 1 με 1,5 μέτρα πριν ανέβει στο απέναντι πεζοδρόμιο, να τη χτυπήσει το μοτοποδήλατο, δηλαδή να έχει προφθάσει να διασχίσει 5,5 με 6 μέτρα και να θεωρεί ότι έφταιγα εγώ, που δεν είδα στην απέναντι πλευρά του δρόμου να πλησιάζει το μοτοποδήλατο ΕΓΚΑΙΡΑ, και όχι το μοτοποδήλατο εμένα, όπως είχε εκ του Κ.Ο.Κ.
υποχρέωση ;;;;.....", IV) ότι η προσβαλλόμενη έπρεπε να δεχθεί πως ο 1ος εναγόμενος - οδηγός του μοτοποδήλατου "είχε και πιο άμεσα και καλύτερη ορατότητα" από την πεζή - ενάγουσα, V) ότι η προσβαλλόμενη έπρεπε να δεχθεί πως "εφόσον ο μάρτυρας οδηγός είχε τη δυνατότητα να με δει και να μειώσει ταχύτητα,", το ίδιο έπρεπε να είχε πράξει και ο πρώτος αναιρεσίβλητος που είχε μεγαλύτερο οπτικό πεδίο, από το αντίθετο ρεύμα πορείας VI) ότι η προσβαλλόμενη με τις παραδοχές της "Αντιφάσκει πλήρως με την πραγματικότητα, όπως αποτυπώνεται και στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και στο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει αναφέροντας τα πραγματικά στοιχεία από το ατύχημα (φρενάρισμα, θέση παθούσας στο οδόστρωμα, σημείο σύγκρουσης, λίμνες αίματος και κηλίδες, αλλά κυρίως αποστάσεις και τρόπος σύγκρουση;
κ.λ.π.).", ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία η αναιρεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη, διότι είναι διαφορετική από τους παρατιθέμενους δικούς της ισχυρισμούς και επιχειρήματα, στα οποία επιχειρεί να στηρίξει την κατά τη δική της άποψη αξιολόγηση των αποδείξεων.
Τέλος ως προς τις λοιπές, περιεχόμενες στον ίδιο ως άνω επιγραφόμενο τρίτο λόγο αναίρεσης πλημμέλειες του άρθρου 559 παρ. 8 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με αρ. 11α (ιδίως), 12 και 13 ΚΠολΔικ, που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη, επικαλούμενη ειδικότερα 1) ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε πως ο 1ος εναγόμενος - οδηγός του δίτροχου μοτοποδήλατου την εγκατέλειψε, αλλά έκρινε ότι αυτό "δεν παίζει ρόλο στην απόδοση της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας," και 2) ότι έσφαλε διότι θεώρησε η προσβαλλόμενη "μείζονα την υποχρέωση προσοχής ενός πεζού 75 ετών από την υποχρέωση προσοχής αναβάτη οχήματος, που πλησιάζει και μάλιστα ουσιαστικά δέχεται, ότι ένα άτομο 75 ετών βιαστικό (;!)φτάνει στο σημείο σύγκρουσης πιο γρήγορα από ένα όχημα !!!!", οι ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες προεχόντως ως εδραζόμενες επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφενός διότι με την προσβαλλόμενη ουδόλως έγινε δεκτό ότι ο 1ος εναγόμενος - οδηγός του δίτροχου μοτοποδήλατου εγκατέλειψε την ενάγουσα, αλλά αντιθέτως η προσβαλλόμενη έκρινε (βλ. 10η σελίδα αυτής στίχος 30 επ.) ότι: "...
Αντίθετα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα (αν και δεν ενδιαφέρει η μεταγενέστερη συμπεριφορά του όσον αφορά στην υπαιτιότητα αυτού στο ένδικο συμβάν) ότι εγκατέλειψε αβοήθητη την παθούσα,.....", αφετέρου διότι ουδόλως εμπεριέχεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω αποδιδόμενη σε αυτήν από την αναιρεσείουσα υπό στοιχείο 2 παραδοχή.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (ΑΠ 78/2022, βλ.
και ΑΠ 8/2021). Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 236/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση των ακόλουθων εγγράφων: α) Της από 18-10-2014 έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, του Τμήματος Τροχαίας ...ς και του συνοδεύοντος αυτή σχεδιαγράμματος τροχαίου ατυχήματος με ίδια ημερομηνία, β) Της με αρ. 65/2017 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου ….και της με αρ. 675/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου ….., ισχυρίζεται δε ότι το σφάλμα (παραμόρφωση) συνίσταται στο ότι, όπως αυτολεξεί ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα (βλ.
σελίδα 33 του αναιρετήριου): " Παραμορφώνει την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του τροχαίου ατυχήματος, αφού θεωρεί ότι καταγράφουν και αποδεικνύουν, ότι η μοτοσυκλέτα του πρώτου αναιρεσίβλητου, έπεσε δεξιά και σύρθηκε και με χτύπησε, ενώ τα άνω έγγραφα ξεκάθαρα αναφέρουν και καταδεικνύουν ότι με χτύπησε με το αριστερό μέρος του τιμονιού της μοτοσυκλετας, που δεν έπεσε καθόλου πριν την χτυπήσει ο α' αναιρεσίβλητος".
Ότι επίσης η προσβαλλόμενη διαβάζει και παραμορφώνει τις δύο ποινικές αποφάσεις και ειδικότερα όσα κατέθεσε απολογούμενος ο 1ος εναγόμενος στο Μονομελές Πλημ/κείο …. και στο Τριμελές Πλημ/κείο …..και περιέχονται στις αντίστοιχες υπ'αρ. 65/2017 και 675/2017 ποινικές αποφάσεις τους, και συγκεκριμένα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους "περιγράφοντας διαφορετικά το ατύχημα που δεν στηρίζονταν στα έγγραφα αυτά, αλλά ούτε και σε κανένα άλλο έγγραφο, καταλήγοντας σε εντελώς αντίθετα συμπεράσματα απ'όσα περιγράφονται ως άνω σ'αυτές και αφορούν την περιγραφή του ατυχήματος".
Ότι "παραμόρφωσε η προσβαλλόμενη τα έγγραφα αυτά ως προς το περιεχόμενό τους, με αιτιολογίες που στηρίχθηκαν ρητά και στα ως άνω έγγραφα.". Ο ως άνω επιγραφόμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας (και κατά το μέρος που αφορά και τον ως άνω αναιρετικό λόγο) παρατέθηκε αυτολεξεί ανωτέρω, στο οικείο κεφάλαιο της παρούσας, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος και σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας πεζής για τον κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό της, όχι αποκλειστικά από την εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων, που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά και από όλα τα υπόλοιπα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων για τη συναγωγή από το Εφετείο αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, στην περίπτωση δε αυτή πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο.
Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Χ..? ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από …. και με …… αίτησης για αναίρεση της υπ'αρ. 2915/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ….., ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Χ..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την αναίρεση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ