Legislator Case Law & Legislation
1913/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that legal entity acted within its statutory authority.

Case Number 1913/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a public foundation against a second-instance judgment ordering it to pay funds to another foundation. The appellant argued that the representative exceeded her authority and failed to properly evaluate evidence regarding the second foundation's actions. The court rejected these claims, ruling that the lower court's assessment of evidence was not subject to appellate review and that the representative acted within the limits defined by the organization's statutes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 61, 65, 67, 68, 70A of the Civil Code; Article 235A of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging a lower court's evaluation of evidence or the scope of an agent's authority is inadmissible if the first instance judgment provides clear, sufficient, and non-contradictory reasoning.

Keywords

AI generated
corporate authority statutory limits appellate review evidence evaluation public foundation legal representative civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 61, 65, 67, 68 and 70A of the Civil Code
Article 235A of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1913 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1913/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία " …" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμαλία Αλεβίζου.

Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία " …" (πρώην …) που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημητρίου Αϋφαντή και Γεωργίου Κωστόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-2-1991, 9-10-1991, 30-6-1993, 23-3-1995 και 5-11-1996 αγωγές που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 248/1997, 9470/1998 μη οριστικές 3858/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 850/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-4-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 20-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται προς κρίσιν αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για υπόθεση καταβολής διαφόρων χρηματικών ποσών στο ήδη αναιρεσείον Ίδρυμα, σε εκπλήρωση σχετικής υποχρέωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 61,65, 67,68 και 70ΑΚ συνάγεται ότι, για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο, από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί, είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το φυσικό πρόσωπο(ΑΠ 461/2010, ΑΠ 60/2010).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 235ΑΚ, ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να επιχειρήσει στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου δικαιοπραξία με τον εαυτό του ατομικά ή με την ιδιότητά του, ως αντιπροσώπου άλλου, εκτός αν ο αντιπρόσωπος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία ή αυτή συνίσταται, αποκλειστικά, στην εκπλήρωση υποχρέωσης.(βλ και ΑΠ 58/2007, ΑΠ 1689/2001 και Ολ.

ΑΠ 12/2006). Η σύναψη μιας αυτοδικαιοπραξίας, κατά παράβαση της προαναφερθείσας διάταξης, συνεπάγεται στην σχετική ακυρότητα της επιχειρηθείσας αυτοδικαιοπραξίας, η οποία προτείνεται από τον αντιπροσωπεύομενο προς απαλλαγή του, για το λόγο, ότι η απαγόρευση της πιο πάνω διάταξης έχει τεθεί μόνο προς το συμφέρον του (ΑΠ1689/2001 βλ και ΑΠ 96/2007 και ΑΠ 574/2001).

Περαιτέρω, στο άρθρο 366 ΑΚ ορίζεται, ότι σύμβαση για μεταβίβαση κάθε μέλλουσας περιουσίας ή ποσοστού αυτής, ή για σύσταση επικαρπίας σ' αυτή, είναι άκυρη. Η διάταξη αυτή εισάγει περιορισμό της συμβατικής ελευθερίας, για λόγους οικονομικούς εφ' όσον τέτοιες συμβάσεις στερούν το πρόσωπο από κάθε κίνητρο παραγωγικής δραστηριότητας, αλλά και για λόγους ηθικής, αφού, έτσι το πρόσωπο καθίσταται διαρκές όργανο ξένων συμφερόντων, που περιορίζουν την ελευθερία του υπέρμετρα, και πλήττουν την αξιοπρέπειά του (ΑΠ 45381959 βλ και Σούρλα σε Ερμ ΑΚ 366, αρ 1).

Δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 366ΑΚ, μπορεί να νοηθεί, ως ειδική έκφανση της απαγόρευσης των ανήθικων, (καταδυναστευτικών) δικαιοπραξιών (ΑΠ 453/1959 βλ και, αναλυτική Ζερβογιάννη, σε Απ. Γεωργιάδη Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα τ.Ι. στο άρθρο 366 αρ 1 σελ 722). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ 1 ΑΚ, η έκταση της εξουσίας εκείνου που είχε τη διοίκηση, προσδιορίζεται από τις ουσιαστικές πράξεις ή τα καταστατικό, ο δε προσδιορισμός αυτός ισχύει έναντι τρίτων.

Επομένως, τα όρια της εξουσίας του οργάνου διοίκησης καθορίζονται από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό (ΑΠ 1055/1975). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα : "Με την υπ' αριθμ.../11-7-1956 δημόσια διαθήκη του Α. Β... συστάθηκε το εναγόμενο Κοινωφελές Ίδρυμα, με την επωνυμία "..." και με έδρα την …, του οποίου ισόβιος διοικητής - διαχειριστής ορίσθηκε, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Οργανισμού του ο Λ.

Ε. και σε περίπτωση κωλύματος αυτού, λόγω θανάτου, παραίτησης ή άλλης αιτίας, η αναφερόμενη τριμελής επιτροπή (άρθρο 4 παρ 2 του Οργανισμού). Με το από 26-7-1959 ΒΔ...εγκρίθηκε η σύσταση του ιδρύματος και κυρώθηκε ο Οργανισμός διοίκησης και διαχείρισής του. Σκοπός του ιδρύματος, όπως, κατά λέξη, ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Οργανισμού του, ήταν "η καθοιονδήποτε τρόπο συμβολή τούτου εις την προαγωγήν των Γραμμάτων και Τεχνών ή η εκτέλεσις υπό τούτου κοινωφελών ή εθνωφελών έργων ή η οικονομική ενίσχυσις υφισταμένων νυν ή εν τω μέλλοντι τοιούτων κατά την ελευθέραν εκάστοτε και ανέλεγκτον κρίσιν και πρωτοβουλίαν της Διοικήσεως του Ιδρύματος".

Με το άρθρο 5 του Οργανισμού, προσδόθηκε στον άνω διοικητή-διαχειριστή του Ιδρύματος η πλήρης εξουσία να διοικεί και να διαχειρίζεται , ελεύθερα και κατά την κρίση του, την περιουσία αυτού, και να διαθέτει τους πόρους του Ιδρύματος, για την πραγματοποίηση των σκοπών του, σύμφωνα με τις διατάξεις της διαθήκης, ενώ, με το άρθρο 9 του Οργανισμού, αναγνωρίστηκε στον ίδιο (διοικητή -διαχειριστή Λ.

Ε.) η εξουσία να αποφαίνεται "δια πάσαν περίπτωσιν μη προβλεπομένην υπό της συστατικής πράξεως και του παρόντος Καταστατικού". Στα πλαίσια του παραπάνω σκοπού του Ιδρύματος, ο διοικητής- διαχειριστής του Λ. Ε. προέβη στη σύσταση νέου κοινωφελούς ιδρύματος, με την επωνυμία "...", δυνάμει της με αριθμό .../17-9-1973 πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Αϋφαντή, η οποία εγκρίθηκε με το 208/1973 νομοθετικό διάταγμα ...

Ισόβιος διοικητής και διαχειριστής του νέου αυτού ιδρύματος ορίσθηκε, επίσης, ο Λ. Ε.. Ήδη το Ίδρυμα αυτό μετονομάστηκε σε " …", με το 519/1989 Προεδρικό Διάταγμα. Σκοπός του νέου ιδρύματος ήταν η σύσταση και λειτουργία μουσείου, με αντικείμενο την ιστορία της πόλης των Αθηνών, από της εποχής της Φραγκοκρατίας και εντεύθεν, τη δημιουργία σχετικής βιβλιοθήκης και αρχείου και, γενικά, την καλλιέργεια και ανάπτυξη των ιστορικών γνώσεων και μελετών της Αθήνας κατά την άνω χρονική περίοδο.

Με την υπ' αριθμ. .../11-6-1988 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Αϋφαντή , ο Λ. Ε. ως διοικητής και διαχειριστής του εναγομένου ιδρύματος, εκχώρησε και μεταβίβασε στο ενάγον Ίδρυμα, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Δ. Ε., κατόπιν ειδικής εντολής που παρασχέθηκε σ' αυτόν από τον ίδιο τον Λ. Ε., υπό την άνω ιδιότητα του, δυνάμει του .../11-6-1988 ειδικού πληρεξουσίου της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) από τα ετήσια καθαρά έσοδα του πρώτου ιδρύματος, με την επωνυμία "...", για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου 1988 και στο διηνεκές.

Ως καθαρά έσοδα ορίστηκαν αυτά που θα προέκυπταν κάθε χρόνο, μετά την αφαίρεση των δαπανών λειτουργίας και συντήρησης της ακίνητης περιουσίας του τελευταίου Ιδρύματος. Η μεταβίβαση αυτή, σύμφωνα με ρητή δήλωση του Λ. Ε., έγινε κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ 1 περ. Α' του Νομοθετικού διατάγματος 118/1972, προκειμένου να αποκτήσει το νέο Ίδρυμα οικονομική αυτοδυναμία και να καταστεί δυνατή η ομαλή λειτουργία του.

Η προαναφερόμενη παροχή καταβλήθηκε, κανονικά, για το πρώτο εξάμηνο, ήτοι από 1-7-1988 έως 31-12-1988, στο ενάγον ίδρυμα, το οποίο έλαβε το ποσό των 11.228.159 δραχμών. Έκτοτε, όμως, το εναγόμενο αρνείται να καταβάλει την εν λόγω παροχή. Το τελευταίο ισχυρίζεται, ότι, η προεκτεθείσα σύμβαση εκχώρησης της επίδικης διηνεκούς παροχής είναι άκυρη, διότι, κατά την κατάρτιση της παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 235 ΑΚ, αφού το μεν εναγόμενο ίδρυμα εκπροσωπήθηκε από τον διοικητή του Λ.

Ε., το δε ενάγον από τον Δ. Ε., δυνάμει του προαναφερόμενου ειδικού πληρεξουσίου, που χορηγήθηκε από τον ίδιο ως άνω Διοικητή και δικό του νόμιμο εκπρόσωπο. Ο ισχυρισμός αυτός, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, στην προκείμενη περίπτωση, δεν παραβιάζεται η προαναφερόμενη διάταξη, αφού, κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, ο Λ.

Ε. συμβλήθηκε, μόνο, ως εκπρόσωπος του "εκχωρούντος" Ιδρύματος (εναγομένου), ενώ για την εκπροσώπηση του ενάγοντος παρέσχε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα προς τούτο στον τρίτο Δ. Ε., ο οποίος ενήργησε, πλέον, στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου Ιδρύματος και όχι του πληρεξουσίου που τον διόρισε...

Εξάλλου, η αντιπροσώπευση του ενάγοντος με τον προαναφερόμενο τρόπο (πλην του διοικητή του) είχε επιτραπεί με το άρθρο 5 της ιδρυτικής του πράξης, με το οποίο ορίζεται ότι "Η διοίκησις του ιδρύματος επί των οιασδήποτε φύσεως ζητημάτων ...ασκείται εφόρου ζωής υπό του ιδρυτού Λ. Ε., δυναμένου να λαμβάνει παν κατά την κρίση του πρόσφορον μέτρον και να συνάπτει πάσαν δικαιοπραξίαν προς εκτέλεση του σκοπού του ιδρύματος, ως και να εκπροσωπεί τούτο εις πάσας τας σχέσεις του δικαστικώς ή εξωδίκως.

Δύναται, επίσης, να ορίζει έτερον πρόσωπον προς εκτέλεσιν τινών ή πασών των ως άνω πράξεων ή αντιπροσώπευσιν τούτου....". Αλλά και σε περίπτωση μη επιτρεπόμενης οιονεί αυτοσύμβασης, αυτή πάσχει από "ηρτημένη" ακυρότητα, όπως η κανονική αυτοσύμβαση, που μπορεί να θεραπευθεί με έγκριση (ρητή ή σιωπηρή) του αντιπροσωπευομένου (αφού η διάταξη του άρθρου 235 ΑΚ αποσκοπεί στην εξασφάλιση των συμφερόντων αυτού), η οποία (έγκριση) παρέχεται στην προκείμενη περίπτωση από το ωφελούμενο ενάγον Ίδρυμα...

Το τελευταίο ισχυρίζεται, ακόμη, ότι η σύμβαση εκχώρησης της επίδικης διηνεκούς παροχής είναι άκυρη, διότι πρόκειται για μεταβίβαση ποσοστού μέλλουσας περιουσίας, μη επιτρεπόμενης από το άρθρο 366 ΑΚ, που προαναφέρθηκε. Ο ισχυρισμός αυτός είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...

καθόσον η κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δεν αποτελεί ενάσκηση της συμβατικής ελευθερίας του εναγομένου (υποσχόμενου), αλλά εκπλήρωση του προβλεπόμενου από το άρθρο 2 του Οργανισμού του σκοπού. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι η ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης είναι άκυρη, διότι βρίσκεται εκτός των ορίων της παρεχόμενης, με την ιδρυτική πράξη και τον Οργανισμό του, εξουσίας του διοικητή - διαχειριστή του Λ.

Ε. (άρθρο 68 ΑΚ), πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από το συνδυασμό των άρθρων 2 και 5 του Οργανισμού του εναγομένου, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται παραπάνω, προκύπτει ότι ο ιδρυτής του εναγομένου Α. Β., παρέσχε απόλυτη ελευθερία στο Διοικητή -Διαχειριστή και ανεψιό του Λ. Ε., εμπιστευόμενος την κρίση και τις ικανότητες του, να ενεργεί για την επίτευξη των σκοπών του Ιδρύματος και να διαχειρίζεσαι την περιουσία του, όπως δε διαλαμβάνει στη με αριθμό .../195^ διαθήκη του "...

χρείας δε τυχούσης κατά την κρίση της Διοικήσεως δύναται να διαθέτει αυτή (περιουσία) και αυτά τα κεφάλαια του ιδρύματος είτε αυτουσίως, είτε δια ρευστοποιήσεως αυτών εφόσον και όταν τούτο θα είναι νομικώς εφικτόν". Οι σκοποί δε του Ιδρύματος (εναγομένου) τελούν σε διαζευκτική, και όχι σωρευτική πολλαπλότητα μεταξύ τους, όπως εσφαλμένα διαλαμβάνει το εναγόμενο και θα εκτελούνταν ένας ή περισσότεροι από αυτούς "κατά την ελευθέραν εκάστοτε και ανέλεγκτον κρίσιν και πρωτοβουλίαν της Διοικήσεως".

Συνεπώς, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ο Λ. Ε. ενήργησε εντός των ορίων της προσδιοριζόμενης, από τον Οργανισμό και τη συστατική πράξη, εξουσίας του, προς οικονομική ενίσχυση του ενάγοντος, σύμφωνα και με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο δε προσβαλλόμενος ως άνω αντίθετος ισχυρισμός του εναγομένου και ο συναφής τρίτος λόγος της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Τέλος, το εναγόμενο, επικαλείται ακυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, της ειδικής πληρεξουσιότητας προς τον Δ. Ε. και των τροποποιήσεων της ιδρυτικής πράξης του ενάγοντος, κατ' άρθρο 131 του ΑΚ, για το λόγο ότι ο διοικητής και των δύο ιδρυμάτων Λ. Ε., κατά τους αντίστοιχους χρόνους, ήτοι στις 11-6-1988, κατά την υπογραφή της σύμβασης εκχώρησης και την παροχή της ειδικής πληρεξουσιότητας και στις 30-5-1989 κατά τη σύνταξη και υπογραφή του με αριθμού 78/1989 πρακτικού, περί τροποποίησης του Οργανισμού του ενάγοντος, με βάση το οποίο εκδόθηκε το 519/1989 Π.Δ, δεν είχε τη χρήση του λογικού, εξαιτίας πνευματικής νόσου από την οποία έπασχε και, ως εκ τούτου, δεν είχε επίγνωση των πράξεων που διενεργούσε και των συνεπειών τους.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ο οποίος αποτελεί νόμιμη ένσταση, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμος...". Στη συνέχεια, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αναλυτικές αιτιολογίες σχετικά με την υγεία του Λ. Ε. και δέχθηκε ότι αυτός "κατά τους κρίσιμους χρόνους τους 11-6-1988 και της 30-5-1989 είχε την χρήση του λογικού του και μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τη σημασία των ένδικων διενεργηθεισών πράξεων, καθώς και τις έννομες συνέπειες αυτών".

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα :Α} 1)δεν πρόκειται, πρόδηλα και σε εφαρμογή των πιο πάνω νομικών δεδομένων, για απαγορευμένη κατ' άρθρο 235 ΑΚ, αυτοσύμβαση, αφού ο προς ον παρείχε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα ο Λ. Ε., δεν συνεβλήθη για λογαριασμό του τελευταίου, αλλά άλλου Ιδρύματος, το οποίο αυτός αντιπροσώπευε.

Σε αντίθετη περίπτωση, θα απαγορεύονταν οι με την προεκτεθείσα έννοια "οιονεί αυτοσυμβάσεις", πράγμα το οποίο κείται πέραν του σκοπού της πιο πάνω διάταξης 2) το αναιρεσείον, για επιστήριξη της αντίθετης άποψής του, αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης, αναλύει και ερμηνεύει τις απόψεις του Λ. Ε., και αξιολογεί τις προθέσεις του.

Επιπρόσθετα δε, εκθέτει τις απόψεις του, για το πώς θα έπρεπε να είχε ενεργήσει, εν προκειμένω, ο Λ. Ε. Τούτο, όμως ως θέμα ουσίας δεν ερευνάται από το παρόν δικαστήριο. 3)Άλλωστε, η προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνει και επιπρόσθετη σκέψη, συναφούς ("...αλλά και σε περίπτωση μη επιτρεπόμενης οιονεί αυτοσύμβασης...".), η οποία δεν πλήττεται ειδικώς και συγκεκριμένως, από το αναιρεσείον Β} το Εφετείο δέχτηκε, ανέλεγκτα, με αναφορά στις αποδείξεις που προσήχθηκαν, πως Λ.

Ε. "...ενήργησε εντός των ορίων της προσδιοριζόμενης από τον Οργανισμό και τη συστατική πράξη εξουσίας του ..."και, άρα, δεν υφίσταται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 366ΑΚ. Το αναιρεσείων , προβάλλει το αντίθετο. 'Ομως, υπό την επίκληση της σχετικής, από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πράγματι αναφέρεται απαραδέκτως στην ουσία της υπόθεσης, αξιολογεί τις αποδείξεις, δίδει άλλη ερμηνεία στο άρθρο 2 του οργανισμού του και αναφέρεται σε προσδοκίες για μελλοντικές αυξήσεις των εισοδημάτων του, από διάφορες πηγές.

Γ}Περαιτέρω, το αναιρεσείον, ισχυρίζεται πως Λ. Ε. υπερέβη την εξουσία που είχε από την Ιδρυτική Πράξη και τον Οργανισμό. Τούτο, όμως, πράττει αναλύοντας και επικεντρώνοντας την αιτίασή του, στη λέξη "εκάστοτε" που αναφέρεται σε συγκεκριμένα σημεία της ιδρυτικής πράξης του Ιδρύματος, θεωρώντας, πως, έτσι, συνάγεται περιορισμός της δράσης του Λ.

Ε. Όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς αυτό, έχει αναφερθεί, πλην άλλων, και στο άρθρο 9 του Οργανισμού , για το οποίο δεν υφίσταται συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος. Η ανάλυση των αποδείξεων , που επιχειρεί συναφώς το αναιρεσείον, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της αναιρετικής δίκης . Κατά ταύτα, οι τρεις πρώτοι λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι προβάλλουν, την από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια (παραβίαση των άρθρων 235, 68 παρ 1, 366ΑΚ) είναι αβάσιμοι.

Εξ άλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, έχει επαρκείς, σαφείς και ουδόλως αντιφατικές αιτιολογίες, που στηρίζουν πλήρως, το διατακτικό της. Άλλωστε : α) δεν ιδρύουν τον υπό το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ λόγο, οι προβαλλόμενες ελλείψεις, οι οποίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και, συγκεκριμένα, στην ανάλυση , στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, γιατί, στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς.

Διαφορετικά, υπό την επίκληση της παραβίασης του αρ 19 πλήττεται, απαράδεκτα, η ακυρωτικά ανελέγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα. Άρα, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, που προβάλλει την από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, διότι: α) ελήφθησαν, επιλεκτικά, υπόψη ιατρικές γνωματεύσεις β) χρησιμοποιήθηκαν αποσπασματικά οι εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε ο Λ.

Ε. στην Ελβετία γ) αποσιωπήθηκαν τα ευρήματα εξετάσεων συγκεκριμένων ιατρών δ) δεν εκτιμήθηκε ορθά η από 10-2-1988 αξονική τομογραφία και έγινε, κατ' αυτό τον τρόπο δεκτό, ότι στις 11-6-1988 ο Λ. Ε. είχε την χρήση του λογικού, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου το οποίο κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (αρθρ 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2011 αίτηση του Κοινωφελούς Ιδρύματος υπό την επωνυμία "..." κατά της 850/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700)ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ