Legislator Case Law & Legislation
60/2010 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and improper examination of substantive claims.

Case Number 60/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a church property dispute. The appellant argued the lower court erred by examining substantive claims without proper legal characterization, but the court found the appeal grounds vague and lacking specific reference to interpretative rules. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 65, 67, 68, 70 of the Civil Code; Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify whether the lower court violated interpretative rules regarding civil acts when faced with ambiguity.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds interpretative rules civil acts church property legal characterization court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 65, 67, 68 and 70 of the Civil Code
Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 60 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 60/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μέτο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ιερός Ενοριακός Ναός Αγ. Ιωάννου Νέας Μαδύτου", που εδρεύει στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Γαλιώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ν. Ιωνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2237/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 8032/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί και ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, σύμφωνα με τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού της, είτε από άλλα φυσικά πρόσωπα στα οποία παρασχέθηκε σχετική εξουσία από το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Διαφορετικές εντελώς είναι οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 211 επ. και 713 ΑΚ σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής ,διότι ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος που διορίζονται για την ενέργεια δικαιοπραξιών ή για τη διεξαγωγή υποθέσεων του αντιπροσωπευομένου - εντολέα, δεν αποτελούν όργανα διοίκησης του νομικού προσώπου, αλλ' ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι, εκτελώντας ό, τι ανατέθηκε σ' αυτούς από το αντιπροσωπευόμενο- εντολέα.

Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Το Ιερό Παρεκκλήσιο Ζωοδόχου Πηγής, Άλσους Ν. Φιλαδέλφειας συνεστήθη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 6 του με αρ. 8/1979 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου, στο οποίο ορίζεται ότι με πράξη του οικείου Μητροπολίτη μετά γνώμη του οικείου Εκκ.

Συμβουλίου δύνανται να αποσπώνται Ι. Ναοί ή Ι. Προσκυνήματα, παρεκκλήσια κλπ εκ του ιερού Ναού ή να συνιστώνται τοιαύτα επί τω τέλει ενισχύσεως φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, χωρίς να έχει εν προκειμένω εφαρμογή η παρ. 4 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία τα παρεκκλήσια υπάγονται στην διοίκηση του ενοριακού ναού στην περιφέρεια του οποίου ανήκουν.

Η διοίκηση και διαχείριση δε τούτων, σύμφωνα με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου ρυθμίζεται με πράξη του οικείου Μητροπολίτη.

Συνεπώς, το ανωτέρω παρεκκλήσιο είναι Ναός Ιδρυματικός, υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Ν. Ιωνίας και Φιλαδέλφειας και τα έσοδά του περιέρχονται στο Εκκλησιαστικό Γηροκομείο " ..." Ν. Φιλαδέλφειας της Μητρόπολης Ν. Ιωνίας και Φιλαδέλφειας. Σύμφωνα με την .... απόφαση του Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας και Φιλαδέλφειας και προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι θρησκευτικές ανάγκες των Χριστιανών που προσέρχονταν στο προαναφερόμενο παρεκκλήσιο, ανατέθηκαν τα εφημεριακά καθήκοντα αυτού στους τέσσερις εφημέριους του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Μαδύτου (εναγομένου), οι οποίοι θα εξυπηρετούσαν αυτό εκ περιτροπής , ορίστηκε δε περαιτέρω ότι η εν γένει διαχείριση του Ι.

Παρεκκλησίου θα γίνεται διά του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ι. Ναού Αγ. Ιωάννου, παρά του οποίου α) θα τηρούνται ιδιαίτερα λογιστικά βιβλία, β) θα ενεργούνται όλες οι πληρωμές και γ) το υπόλοιπο θα κατατίθεται εις το Εκκλησιαστικό Ίδρυμα " ...". Στα πλαίσια της εν λόγω διαχείρισης και μετά από συνεννόηση με τον Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας και Φιλαδέλφειας προσλήφθηκε ο ενάγων την 1-11-2000 από τον νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου Ιερού Ναού Πρωτοπρεσβύτερο ..., με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να ασχοληθεί ως ιεροψάλτης στο παρεκκλήσιο της....

Στην περίπτωση αυτή ο ως άνω Πρωτοπρεσβύτερος ενεργούσε στα διαχειριστικά πλαίσια της σχέσεως εντολής και άμεσης αντιπροσώπευσης ( 713, 211 ΑΚ), δυνάμει της οποίας τα αποτελέσματα διαχείρισης ανάγονταν στο νομικό πρόσωπο της Ιεράς Μητροπόλεως. Ο εναγόμενος ουδέποτε απέκτησε την ιδιότητα του εργοδότη, αφού εργοδότης του ενάγοντος υπήρξε μόνο το ν.π.δ.δ.

της Ιεράς Μητροπόλεως Ν. Ιωνίας και Φιλαδέλφειας... Ο ενάγων υφίστατο έλεγχο όχι από τον εναγόμενο αλλά από την ανωτέρω Μητρόπολη, στην οποία ανήκε.

Συνεπώς η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως παθητικά ανομιμοποίητη. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό της, για το ζήτημα της ιδιότητας με την οποία ενήργησε ο ανωτέρω Πρωτοπρεσβύτερος και την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου.

Η άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από το νόμιμο αντιπρόσωπο του εναγομένου Ιερού Ναού ως άνω Πρωτοπρεσβύτερο και, στη συνέχεια, η παραδοχή ότι ο άνω Πρωτοπρεσβύτερος ενεργούσε στα πλαίσια εντολής και άμεσης αντιπροσώπευσης του νομικού προσώπου της Ιεράς Μητροπόλεως που προαναφέρθηκε, δεν αναφέρονται παράλληλα αλλά η δεύτερη είναι συνέχεια της πρώτης, την οποία και συμπληρώνει, έτσι ώστε δεν υπάρχει μεταξύ τους αντίφαση, αλλά το αποδεικτικό πόρισμα επί των ανωτέρω ζητημάτων διατυπώνεται με σαφήνεια.

Με το πόρισμα αυτό είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της νομικής ακολουθίας μεταξύ των δεκτών γενόμενων πραγματικών γεγονότων και του συμπεράσματος της δικανικής κρίσης ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων των διατάξεων των άρθρων 713 και 211 ΑΚ που εφαρμόστηκαν. Κατ' ακολουθίαν, οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Σημειωτέον ότι, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατ' αρχή αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως και, συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των επικαλουμένων για την τυπική θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού πραγματικών περιστατικών συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δεν απέκλεισε την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου ως εναγομένου με βάση τα όσα εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, ώστε να κρίνει, σύμφωνα με το νόμο και τα περιστατικά της αγωγής, ότι αυτή είναι απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως αλλά, λόγω της εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων για την παθητική νομιμοποίηση της αγωγής του, ερεύνησε κατ' ουσίαν τους σχετικούς με τη νομιμοποίηση αυτή ισχυρισμούς του ενάγοντος και, έτσι, κατά το μέρος αυτό της αγωγής εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτος, όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειες ή αμφιβολίες, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην υπόθεση που κρίνεται, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α', ισχυριζόμενος ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι ο προϊστάμενος και εκπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου κατά την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης ενήργησε ως εκπρόσωπος του Μητροπολίτη. Ότι την κρίση της αυτή τη στηρίζει στην παραπάνω απόφαση του τελευταίου, χωρίς όμως να αναφέρεται ρητά αν η απόφαση αυτή συνιστά κατάρτιση δικαιοπραξίας αντιπροσώπευσης ή πληρεξουσιότητας ή υπαγωγή του παρεκκλησίου στην πλήρη διοικητική αρμοδιότητα του αναιρεσιβλήτου.

Και ότι η παράλειψη του νομικού χαρακτηρισμού της εν λόγω απόφασης συνιστά από μόνη της κενό και ασάφεια στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία προκειμένου να καταλήξει στην κρίση της ότι ο προϊστάμενος του αναιρεσιβλήτου ενήργησε στα πλαίσια της αντιπροσώπευσης, όφειλε να προχωρήσει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης του Μητροπολίτη με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για το ορισμένο και παραδεκτό αυτού ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως ύπαρξη κενού ή ασάφειας, δεν προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8032/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ